Μαρξισμός ή αναρχισμός; μαρξισμος, αναρχισμός και ρεφορμισμός

Ο Μαρξ για την πολιτική δράση και οργάνωση

Ο Μαρξ έλεγε τα εξής, όσον αφορά την απόρριψη της πολιτικής δράσης και της οργάνωσης:
«Ως προς το πολιτικό κίνημα: Το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης έχει ως στόχο, βέβαια, την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας για την εργατική τάξη. Και γι’ αυτό είναι φυσικά απαραίτητη η προηγούμενη οργάνωση της εργατικής τάξης, που θα αναδύεται από τους οικονομικούς της αγώνες, να έχει αναπτυχθεί μέχρις ενός σημείου.

Από την άλλη πλευρά όμως, κάθε κίνημα στο οποίο η εργατική τάξη βγαίνει μπροστά ως τάξη ενάντια στις κυρίαρχες τάξεις και προσπαθεί να τις πιέσει με εξωτερική πίεση, είναι ένα πολιτικό κίνημα. Για παράδειγμα, η προσπάθεια σε ένα συγκεκριμένο εργοστάσιο ή ακόμα και σε μια συγκεκριμένη βιομηχανία να επιβληθεί στους καπιταλιστές μικρότερο ωράριο στην εργάσιμη ημέρα, μέσω απεργιών κ.λπ., είναι ένα καθαρά οικονομικό κίνημα. Από την άλλη πλευρά, το κίνημα για την επιβολή του νόμου για οκτάωρη εργασία, κλπ, είναι ένα πολιτικό κίνημα. Έτσι, από τα ξεχωριστά οικονομικά κινήματα των εργαζομένων, αναπτύσσεται παντού ένα πολιτικό κίνημα, δηλαδή ένα κίνημα ταξικό, με σκοπό να επιτύχει τα συμφέροντά του σε μια γενική μορφή, με μια μορφή που να διαθέτει μια γενική κοινωνική δύναμη πίεσης, εξαναγκασμού. Εάν τα κινήματα αυτά προϋποθέτουν ένα ορισμένο βαθμό προηγούμενης οργάνωσης, αποτελούν εξίσου ένα μέσο για την ανάπτυξη αυτής της οργάνωσης.

Όπου η εργατική τάξη δεν είναι ακόμη αρκετά προχωρημένη στην οργάνωσή της για να αναλάβει μια αποφασιστική εκστρατεία εναντίον της συλλογικής εξουσίας, δηλ. της πολιτικής εξουσίας των αρχουσών τάξεων, πρέπει σε κάθε περίπτωση να εκπαιδεύεται πάνω σε αυτό με συνεχή αναταραχή και εχθρική στάση απέναντι στην πολιτική των αρχουσών τάξεων. Διαφορετικά, θα παραμείνει ένα παιχνίδι στα χέρια τους, όπως έδειξε η επανάσταση του Σεπτεμβρίου στη Γαλλίa, και όπως αποδεικνύεται μέχρι ενός σημείου από το παιχνίδι που οι κύριοι Γκλαντστόουν και Σία μεταφέρουν στην Αγγλία μέχρι και σήμερα». (Επιστολή του Μαρξ στον Φρίντριχ Μπολτ στη Νέα Υόρκη, 23 Νοεμβρίου 1871, δημοσιεύθηκε στην αλληλογραφία του Μαρξ με τον Ένγκελς, Εκδότης: International Publishers, 1968)

Ρεφορμισμός ή επανάσταση;

Η «Μαύρη Σημαία», τώρα, δηλώνει τα εξής: «Λοιπόν, η διαφορά μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και του μαρξισμού ήταν πάντα πολύ λεπτή. Η απόκλιση εντοπίζεται αποκλειστικά στο πώς το Κόμμα πρέπει να κατακτήσει την κρατική μηχανή. Όμως, από τη στιγμή που θα βρεθεί στην εξουσία, ο μετασχηματισμός της καπιταλιστικής κοινωνίας θα είναι έργο των ΛΙΓΩΝ, αντίθετα με τον αναρχικό τρόπο κινητοποίησης, όπως εξήγησε ο Μπακούνιν η κοινωνική θεωρία των αντικρατιστών σοσιαλιστών ή αναρχικών τους οδηγεί άμεσα και αναπόφευκτα σε μια σύγκρουση με όλες τις μορφές του κράτους, με όλες τις ποικιλίες της αστικής πολιτικής και δεν αφήνει άλλη επιλογή παρά μόνο αυτήν της κοινωνικής επανάστασης. Η αντίθετη θεωρία, ο κρατικός κομμουνισμός και η εξουσία των επιστημόνων, προσελκύει και μπερδεύει τους οπαδούς του και, με το πρόσχημα της πολιτικής τακτικής, κάνει συνεχείς διαπραγματεύσεις με τις κυβερνήσεις και τα διάφορα αστικά πολιτικά κόμματα και σπρώχνεται άμεσα προς την αντίδραση» [Κρατισμός και Αναρχία].

Ο φίλος μας καταλήγει θριαμβευτικά: «Ο ρεφορμισμός δεν είναι η άρνηση του μαρξισμού: είναι το παιδί του». Προσπαθεί να απεικονίσει τον Μαρξ και τον Ένγκελς ως ρεφορμιστές, αλλά ο τρόπος που το κάνει αποκαλύπτει την εντελώς ανέντιμη μέθοδό του σε ότι αφορά τις παραθέσεις. Η «Μαύρη Σημαία» παραθέτει μόνο αυτό το σύντομο απόσπασμα από το κείμενο του Ένγκελς, «Αρχές του Κομμουνισμού», που γράφτηκε τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 1847: «Οι Κομμουνιστές συνεπώς διαλέγουν συνεχώς πλευρά υπέρ των φιλελεύθερων αστών ενάντια στις κυβερνήσεις».

Embed from Getty Images

Με τον συνηθισμένο του τρόπο, το απόσπασμα αφαιρείται από το πλαίσιο του, η πρόταση δεν είναι πλήρης και η πηγή δεν παρέχεται. Ας δούμε τι έλεγε πραγματικά ο Ένγκελς. Απαντώντας στην ερώτηση αριθ. 25, «Ποια είναι η στάση των κομμουνιστών στα άλλα πολιτικά κόμματα της εποχής μας;». Ο Ένγκελς εξηγεί τα εξής σε σχέση με τη Γερμανία:

«Στη Γερμανία, τέλος, ο αποφασιστικός αγώνας τώρα στη σειρά είναι αυτός ανάμεσα στην αστική τάξη και την απόλυτη μοναρχία. Δεδομένου ότι οι κομμουνιστές δεν μπορούν να εισέλθουν στην αποφασιστική πάλη ανάμεσα στην αστική τάξη και τους ίδιους τους εαυτούς τους, μέχρις ότου η αστική τάξη βρεθεί στην εξουσία, τότε είναι προς το συμφέρον των κομμουνιστών να βοηθήσουν την αστική τάξη να ανέβει στην εξουσία όσο το δυνατόν συντομότερα, για να μπορέσουν συντομότερα να την ανατρέψουν. Κατά συνέπεια, ενάντια στις κυβερνήσεις, οι κομμουνιστές πρέπει να υποστηρίζουν συνεχώς το ριζοσπαστικό φιλελεύθερο κόμμα, φροντίζοντας να αποφεύγουν τις αστικές αυταπάτες και το να μην «πέσουν» από τις δελεαστικές υποσχέσεις ωφελειών που τάχα, θα φέρει για το προλεταριάτο μια νίκη της αστικής τάξης. Τα μοναδικά πλεονεκτήματα που θα αντλούσε το προλεταριάτο από μια αστική νίκη θα ήταν:

«(I) διάφορες παραχωρήσεις που θα διευκόλυναν την ενοποίηση του προλεταριάτου σε μια στενά δεμένη, αξιόμαχη και οργανωμένη τάξη και

«(Ii) η σιγουριά ότι, την ίδια μέρα που θα πέσουν οι απόλυτες μοναρχίες, θα ξεκινήσει ο αγώνας ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. Από εκείνη την ημέρα, η πολιτική των κομμουνιστών θα είναι η ίδια με αυτή που ισχύει σήμερα στις χώρες όπου η αστική τάξη είναι ήδη στην εξουσία.»

Όπως μπορείτε να δείτε, το απόσπασμα της πιο πάνω φράσης είναι αυτό που αναφέρει ξεκομμένο ο αναρχικός φίλος μας, μετατρέποντας το νόημά της στο ακριβώς αντίθετο, λέγοντας ότι ο Ένγκελς συνηγορούσε πάντοτε στην υποστήριξη των αστών φιλελεύθερων. Στην πραγματικότητα, ο Ένγκελς δηλώνει απλώς ότι στη Γερμανία το 1847, καθώς ο αγώνας ήταν ενάντια στην φεουδαρχική αριστοκρατία, οι κομμουνιστές θα υποστήριζαν την αστική τάξη ενάντια στο φεουδαρχικό κράτος κι έπειτα θα ξεκινούσε ο αγώνας ενάντια στην αστική τάξη. Αλλά γιατί να ασχολούμαστε με το πλήρες απόσπασμα όταν ένα μικρό κομμάτι, απομακρυσμένο από το πλαίσιό του, είναι πολύ πιο χρήσιμο για να διαστρεβλωθεί αυτό που είπε ο Ένγκελς;

Ας επιστρέψουμε όμως στη σημερινή κατάσταση και στους σημερινούς ρεφορμιστές. Η κριτική μας απέναντι στους ρεφορμιστές δεν είναι ότι αγωνίζονται για μεταρρυθμίσεις, αλλά ότι δεν αγωνίζονται στην πραγματικότητα για μεταρρυθμίσεις. Συνθηκολογούν κάτω από την πίεση της αστικής τάξης και πραγματοποιούν αντι-μεταρρυθμίσεις, μειώνοντας το βιοτικό επίπεδο προκειμένου να στηρίξουν το καπιταλιστικό σύστημα, ειδικά στην παρούσα περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης. Η εμπειρία της κυβέρνησης του ΡΤ (Εργατικό Κόμμα) στη Βραζιλία ή της κυβέρνησης Τσίπρα στην Ελλάδα, αρκεί για να καταδειχθεί αυτή η άποψη. Είναι στοιχειώδες το ότι, αν θέλουμε σοβαρά να κερδίσουμε την εργατική τάξη στις επαναστατικές ιδέες, πρέπει να βρισκόμαστε στην πρώτη γραμμή κάθε αγώνα για την υπεράσπιση και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, ακόμη και του πιο στοιχειώδους.

Οι άμεσες απαιτήσεις των μαζών δεν περιορίζονται στα οικονομικά ζητήματα, αλλά αναπόφευκτα κινούνται στο έδαφος της πολιτικής. Εδώ τα παραδοσιακά επιχειρήματα των αναρχικών έρχονται σε άμεση σύγκρουση με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Είτε σας αρέσει είτε όχι – έως ότου ανατραπεί ο καπιταλισμός – τα σημαντικά ζητήματα αποφασίζονται από το Κοινοβούλιο. Περνάνε νόμοι που επηρεάζουν άμεσα τις ζωές και τις συνθήκες των εργαζομένων, των ανέργων, των ασθενών, των ηλικιωμένων, των νέων και των γυναικών.

Πρέπει να εγκαταλείψουμε τον καθημερινό αγώνα να αλλάξουμε τους νόμους προς το συμφέρον της τάξης μας; Ας πάρουμε το θέμα της ψήφου. Στην εποχή του Μαρξ οι εργαζόμενοι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου κι έτσι ο αγώνας για την ψήφο ήταν ένα εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα για την εργατική τάξη. Ποια ήταν η στάση του Μπακούνιν σε αυτό το σημαντικό θέμα;

Εδώ βρίσκεται αυτό που έγραψε για την Αντιπροσωπευτική Κυβέρνηση και το καθολικό δικαίωμα ψήφου (1870): «Αν μια κυβέρνηση αποτελούμενη αποκλειστικά από εργάτες εκλεγεί αύριο με καθολική ψηφοφορία, αυτοί οι ίδιοι εργαζόμενοι, οι οποίοι σήμερα είναι οι πιο αφοσιωμένοι δημοκράτες και σοσιαλιστές, θα γίνουν αύριο οι πιο αποφασισμένοι αριστοκράτες, θα γίνουν προσκυνητές ανοιχτά ή μυστικά της αρχής της εξουσίας, εκμεταλλευτές και καταπιεστές».

Και προσθέτει πιο κάτω στο ίδιο κείμενο: «Η αντιπροσωπευτική κυβέρνηση είναι ένα σύστημα υποκρισίας και διαρκούς ψεύδους. Η επιτυχία της έγκειται στην ηλιθιότητα του λαού και στη διαφθορά του δημόσιου νου. Αυτό σημαίνει ότι εμείς, οι επαναστάτες σοσιαλιστές, δεν θέλουμε την καθολική ψηφοφορία; Ότι προτιμούμε την ψήφο με περιορισμούς ή έναν τύραννο; Καθόλου. Αυτό που υποστηρίζουμε είναι ότι η καθολική ψηφοφορία, από μόνη της και εφαρμοσμένη σε μια κοινωνία που βασίζεται στην οικονομική και κοινωνική ανισότητα, δεν θα είναι τίποτε άλλο, παρά μια απάτη και παγίδα για τον λαό. Τίποτα άλλο από ένα οδυνηρό ψέμα των αστών δημοκρατών, ο πιο σίγουρος τρόπος ώστε να παγιωθεί κάτω από το μανδύα του φιλελευθερισμού και της δικαιοσύνης, η μόνιμη κυριαρχία του λαού από τις κατέχουσες τάξεις, εις βάρος της λαϊκής ελευθερίας. Αρνούμαστε ότι η καθολική ψηφοφορία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον λαό για την κατάκτηση της οικονομικής και κοινωνικής ισότητας. Πάντοτε και αναγκαστικά είναι ένα όργανο εχθρικό προς τον λαό, το οποίο υποστηρίζει την de facto δικτατορία των αστών».

Ο Μπακούνιν απορρίπτει τη συμμετοχή στις εκλογές, παρόλο που λέει ότι «δεν είναι καθόλου» αντίθετος στον αγώνα για το δικαίωμα της καθολικής ψηφοφορίας. Τι υποτίθεται ότι σημαίνει αυτή η έκφραση που μοιάζει με ρητό της Σφίγγας; Ποιο είναι το νόημα του να παλέψουμε για το δικαίωμα του εκλέγειν, αν στη συνέχεια συνηγορήσουμε στο να μην ψηφίζουμε στις εκλογές;

Αλλά, λέει ο Μπακούνιν, όταν οι μεταρρυθμιστές ηγέτες εκλέγονται στο κοινοβούλιο πάντοτε προδίδουν. Ναι, αυτό είναι σίγουρα αλήθεια. Ο Τρότσκι εξηγεί ότι η προδοσία είναι σύμφυτη με τον ρεφορμισμό και όλη η Ιστορία μέχρι τώρα, δείχνει ότι έτσι συμβαίνει. Αλλά αυτό δεν εξαντλεί το ζήτημα με κανένα τρόπο. Εμείς οι μαρξιστές δεν είμαστε λάτρεις της κοινοβουλευτικής πολιτικής, αλλά ούτε και πιστεύουμε ότι είναι δυνατό να ξεφορτωθούμε τον κοινοβουλευτισμό απλώς με το να αγνοούμε τις εκλογές.

Ο εκλογικός αγώνας είναι απλώς ένα ακόμη μέτωπο της ταξικής πάλης. Αρνούμενοι τη συμμετοχή σε αυτόν τον αγώνα, απλά δίνουμε «στο πιάτο» την πολιτική εξουσία στους εχθρούς της τάξης μας. Το με ποιον τρόπο αυτό θα εξυπηρετούσε την υπόθεση του σοσιαλισμού και της εργατικής τάξης, αδυνατούμε να το καταλάβουμε.

Είμαστε σίγουρα αντίθετοι με τον ρεφορμισμό, αλλά δεν είμαστε καθόλου αντίθετοι στο να συμμετάσχουμε ενεργά στους αγώνες των εργαζομένων και των νέων για αιτήματα που τείνουν να βελτιώνουν τη ζωή τους κάτω από τον καπιταλισμό, διότι μόνο μέσω αυτών των αγώνων μπορούν να αποκτήσουν την απαραίτητη κατανόηση για τη φύση του καπιταλισμού και του κράτους, την ανάγκη για οργάνωση και την ανάγκη για μια θεμελιώδη αλλαγή στην κοινωνία: την ανάγκη για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ο αγώνας για τα δημοκρατικά δικαιώματα είναι εξαιρετικά σημαντικός, όχι μόνο ως ένα σχολείο αγώνα, αλλά και ως ένας τρόπος αύξησης της συνείδησης των εργαζομένων και ανύψωσης των οργανώσεών τους σε υψηλότερο επίπεδο.

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τη Ρωσική επανάσταση. Η επανάσταση διεξήχθη με βάση τα ακόλουθα συνθήματα: Ειρήνη, Ψωμί και Γη. Αν αναλύσουμε το περιεχόμενο αυτών των συνθημάτων θα διαπιστώσουμε εκ πρώτης όψεως ότι δεν υπάρχει τίποτα επαναστατικό σε αυτά. Ούτε περιέχουν κανένα σοσιαλιστικό στοιχείο, πολλώ δε μάλλον, αναρχικό. Θεωρητικά, όλα αυτά θα μπορούσαν να επιτευχθούν κάτω από τον καπιταλισμό. Αλλά στη συγκεκριμένη πραγματικότητα της Ρωσίας το 1917, η ειρήνη, το ψωμί και η γη θα μπορούσαν να επιτευχθούν μόνο με την ανατροπή του καπιταλισμού και την επίτευξη της σοβιετικής εξουσίας. Μόνο με την υπεράσπιση αυτών των συνθημάτων και τη σύνδεσή τους με την ιδέα της σοβιετικής εξουσίας, οι Μπολσεβίκοι θα μπορούσαν να ενώσουν εκατομμύρια εργαζόμενους και αγρότες κάτω από την επαναστατική σημαία.

Στην περίπτωση της Βραζιλίας, ο αγώνας κατά της δικτατορίας, πιο πρόσφατα, ήταν ένα θεμελιώδες ζήτημα για την εργατική τάξη. Ήταν απαραίτητος και σωστός ο αγώνας για δημοκρατικά δικαιώματα και εναντίον της δικτατορίας; Εδώ η σημασία του πολιτικού αγώνα μιλάει από μόνη της.

Το 2013 η Βραζιλία επίσης, γνώρισε ένα μαζικό κίνημα απαράμιλλων διαστάσεων. Πώς ξεκίνησε αυτό το κίνημα; Ξεκίνησε με έναν αγώνα ενάντια στην αύξηση των εισιτηρίων των λεωφορείων στο Σάο Πάολο. Αναμφίβολα, ο αναρχικός φίλος μας θεωρεί ότι αυτό είναι απλώς ένα ρεφορμιστικό αίτημα και δεν αξίζει την προσοχή των «σοβαρών επαναστατών». Ωστόσο, στην πραγματικότητα ο αγώνας για αυτό το περιορισμένο αίτημα, κλιμακώθηκε γρήγορα σε ένα μαζικό κίνημα με επαναστατική δυναμική.

Όλα αυτά τα παραδείγματα δείχνουν πως ο αγώνας για στοιχειώδη αιτήματα που απαιτούν άμεσες απαντήσεις («μεταρρυθμίσεις»), χρησιμεύει για να προωθήσει το εργατικό κίνημα, οδηγώντας τελικά το προλεταριάτο σε επαναστατικά συμπεράσματα. Αλλά για τον αναρχικό φίλο μας αυτό είναι ένα βιβλίο επτασφράγιστο. Έχει χτίσει ένα Σινικό τείχος που χωρίζει τον αγώνα για μεταρρυθμίσεις από την επανάσταση και δε μπορεί να δει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ των δύο.

Ποια στάση θα έπρεπε να κρατήσουμε γι’ αυτό το κίνημα και αυτό το αίτημα; Η λογική του αναρχικού κριτικού μας, είναι ότι δεν πρέπει να λερώνουμε τα χέρια μας με τέτοιες ασήμαντες μεταρρυθμίσεις όπως είναι η μείωση των ναύλων των λεωφορείων. Μάλλον θα πρέπει να διακηρύξουμε την ανάγκη μιας αναρχικής επανάστασης. Αλλά στην πραγματικότητα, η γραμμή μεταξύ του αγώνα για μεταρρυθμίσεις και του αγώνα για σοσιαλιστική επανάσταση δεν είναι τόσο ξεκάθαρη, όσο φαντάζεται ο φίλος μας.

Η θέση που επικαλείται ο επικριτής μας, παραβλέπει το γεγονός ότι η εργατική τάξη γενικά δεν μαθαίνει από βιβλία και ομιλίες, αλλά από την ίδια τη ζωή. Οι εργάτες μαθαίνουν από την πείρα τους, ιδιαίτερα την πείρα του ταξικού αγώνα. Μόνο μέσω της καθημερινής πάλης για πρόοδο υπό τον καπιταλισμό, η εργατική τάξη αποκτά επαρκή πείρα, έτσι ώστε να ανυψώσει τον εαυτό της στο επίπεδο του να εξάγει επαναστατικά συμπεράσματα. Εάν ο αναρχικός φίλος μας δεν μπορεί να καταλάβει αυτό το στοιχειώδες γεγονός, ειλικρινά λυπόμαστε πολύ γι’ ‘αυτόν.

Άλαν Γουντς

 

Πηγή: Ιστοσελίδα «In defence of Marxism» (www.marxist.com)
Μετάφραση: Αντριάνα Κοκκίνη
Επιμέλεια: Σταμάτης Καραγιαννόπουλος

Επόμενο:

Μαρξισμός ή αναρχισμός; Επανάσταση και πολιτική οργάνωση

Προηγούμενο:

Μαρξισμός ή αναρχισμός; Η αναρχική θεωρία, το «αυθόρμητο» και ο πολιτικός αγώνας