Το πρωτο τμήμα μιας σειράς άρθρων που παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον για κάθε συνειδητό αγωνιστή για την κοινωνική αλλαγή. Γράφτηκαν από τον γνωστό μαρξιστή συγγραφέα Άλαν Γουντς, με αφορμή επικριτικό για τον μαρξισμό κείμενο των Βραζιλιάνων αναρχικών της ομάδας «Μαύρη Σημαία».

Πηγή: Ιστοσελίδα «In defence of Marxism» (www.marxist.com)

Μετάφραση: Αντριάνα Κοκκίνη

Επιμέλεια: Σταμάτης Καραγιαννόπουλος

Πρόσφατα πληροφορήθηκα ότι η αναρχική ομάδα “Bandeira Νegra” («Μαύρη Σημαία») στη Βραζιλία, δημοσίευσε μια απάντηση στο άρθρο μου «Μαρξισμός και Αναρχισμός» που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2012. Είναι αυτονόητο ότι καλωσορίζουμε τη συντροφική κριτική από οποιοδήποτε κομμάτι του διεθνούς κινήματος των εργαζομένων. Αυτό περιλαμβάνει τους συντρόφους που έχουν απόψεις που αντιτίθενται στο μαρξισμό, κάτι που πάντα συνέβαινε με τον αναρχισμό.

Μια συντροφική συζήτηση μπορεί να μας βοηθήσει να διευκρινίσουμε τις ιδέες μας και έτσι να ενισχύσουμε το επαναστατικό κίνημα. Θεωρώ, ωστόσο, ότι οι ιδέες του μαρξισμού, οι οποίες έχουν δοκιμαστεί στο χρόνο, είναι αρκετά ισχυρές για να αντικρούσουν οποιαδήποτε κριτική, πράγμα που θα επιδείξω σε αυτό το άρθρο.

Ωστόσο, η προϋπόθεση για μια υγιή συζήτηση είναι η έντιμη στάση απέναντι στον αντίπαλο. Το άρθρο μου «Μαρξισμός και αναρχισμός» περιγράφεται ως ένα «φεστιβάλ πλανών και ιστορικών διαστρεβλώσεων». Θα δείξουμε πού βρίσκονται οι πλάνες και οι ιστορικές διαστρεβλώσεις και θα αφήσουμε τον αναγνώστη να αποφασίσει εάν τα ψέματα και οι διαστρεβλώσεις θα βρεθούν στο άρθρο μου ή στους ισχυρισμούς εκείνων που με επικρίνουν.

Έχει ο αναρχισμός θεωρία;

Η «Μαύρη Σημαία» εκφράζει μεγάλη αγανάκτηση ενάντια στη φερόμενη άποψή μου ότι οι αναρχικοί δεν έχουν θεωρία. Στην πραγματικότητα, δεν έκανα ποτέ τέτοια δήλωση. Είναι, όπως και οι περισσότερες από τις άλλες δηλώσεις που μου αποδίδονται από τον κριτικό μας, ένα προϊόν της γόνιμης φαντασίας του.

Γράφει: «Ο συγγραφέας αρχίζει να μιλάει για τη σημασία της θεωρίας, σαν να το αρνήθηκαν ποτέ οι αναρχικοί! Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ο Μιχαήλ Μπακούνιν αναγνώρισε το «Κεφάλαιο» ως ένα από τα καλύτερα ήδη υπάρχοντα έργα και προθυμοποιήθηκε να το μεταφράσει. Ο Προυντόν, ένας ομοσπονδιακός σοσιαλιστής που ενέπνευσε τον αναρχισμό, τον οποίο απαξιώνει το άρθρο, έγραψε το έργο του «Τι είναι ιδιοκτησία;» το οποίο θεωρήθηκε επιστημονική μελέτη από τον ίδιο τον Μαρξ».

Γνωρίζω πολύ καλά ότι ο αναρχισμός βασίζεται σε μια θεωρία. Το πρόβλημά μου είναι ότι είναι μια πολύ αδύναμη θεωρία, γεμάτη από αντιφάσεις: ένα συνονθύλευμα από τις παλιές ιδέες των ουτοπικών σοσιαλιστών, ιδιαίτερα του Προυντόν, αναμεμειγμένες με τυχοδιωκτικές και σεχταριστικές αντιλήψεις που εισήγαγε ο Μπακούνιν. Ο αυθεντικός πατέρας αυτών των ιδεών ήταν πράγματι ο Προυντόν.

Παρά την προσπάθεια της «Μαύρης Σημαίας» να βρει κάποια ρήση με την οποία να αποδείξει ότι ο Μαρξ σεβόταν τις ιδέες του Προυντόν, φοβάμαι ότι θα πρέπει να αποκαλύψουμε αυτή την πλάνη. Πολύ μακριά από το να επαινέσει τις συγκεχυμένες ιδέες του Προυντόν, ο Καρλ Μαρξ περιέγραψε το μεγάλο έργο του Προυντόν «Φιλοσοφία της αθλιότητας» ως «συνολικά φτωχό, αν όχι πολύ φτωχό … η φιλοσοφία του είναι παράλογη – παράγει μια παράλογη φιλοσοφία επειδή δεν έχει κατανοήσει τις παρούσες κοινωνικές συνθήκες». Πράγματι, ο Μαρξ έφτασε να γράψει μια αρνητική κριτική για το έργο του Προυντόν στο έργο του «Αθλιότητα της Φιλοσοφίας».

Η θεωρητική αδυναμία του αναρχισμού – την οποία σαφώς εξέθεσε ο Μαρξ – έγκειται  ακριβώς στο ότι επαναλαμβάνει τα κατ ‘εξοχήν λάθη των ουτοπικών σοσιαλιστών και ιδιαίτερα του Προυντόν, του εκπροσώπου του μικροαστικού σοσιαλισμού. Το πρόγραμμα του Μπακούνιν (στο βαθμό που υπήρχε) ήταν μια επιφανειακή ανάμειξη ιδεών που πάρθηκαν από τον Προυντόν, τον Σαιν Σιμόν και άλλους ουτοπικούς σοσιαλιστές. Πάνω απ ‘όλα, κήρυξε την αποχή από το πολιτικό κίνημα – μια ιδέα που πήρε επίσης από τον Προυντόν.

Η αλήθεια είναι ότι ο μαρξισμός και ο αναρχισμός είναι εντελώς αντίθετες και αμοιβαία αποκλειόμενες ιδεολογίες. Η πρώτη είναι μια επιστημονική θεωρία και μια επαναστατική πολιτική που εκφράζει τα ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου. Ο μαρξισμός βασίζεται στην εργατική τάξη, τη μόνη πραγματικά επαναστατική τάξη στην κοινωνία. Αντίθετα, ο αναρχισμός είναι μια συγχυσμένη και μη επιστημονική θεωρία, που βρίσκει την ταξική της βάση στη μικροαστική τάξη και το λούμπεν προλεταριάτο. Αλλά μην ακούτε τι λέω εγώ για το θέμα αυτό. Ας δούμε τι είχε να πει ο Μπακούνιν σ’ αυτό το ζήτημα.

Ποια ήταν η θέση του Μπακούνιν σχετικά με την εργατική τάξη; Από μια επιστολή που έγραψε ο Μπακούνιν το 1872 προς την εφημερίδα «Η Ελευθερία», είναι πολύ σαφές ότι ούτε καν δέχεται πως το προλεταριάτο αποτελεί τάξη και μάλιστα αναφέρεται στην αριστοκρατική κυριαρχία των βιομηχανικών εργατών πάνω στο αγροτικό προλεταριάτο, δηλαδή του προλεταριάτου των πόλεων πάνω στην αγροτιά:

«Εμείς οι επαναστάτες αναρχικοί που θέλουμε ειλικρινά την πλήρη λαϊκή χειραφέτηση, βλέπουμε με αποστροφή μια άλλη έκφραση σε αυτό το πρόγραμμα: είναι ο προσδιορισμός του προλεταριάτου, των εργατών, ως τάξης και όχι μάζας. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Δεν είναι τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από την αριστοκρατική κυριαρχία των βιομηχανικών εργατών και των πόλεων πάνω στα εκατομμύρια που αποτελούν το αγροτικό προλεταριάτο, οι οποίοι (οι βιομηχανικοί εργάτες), με τις προσδοκίες των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών, θα γίνουν στην πραγματικότητα τα υποκείμενα του Λαϊκού Κράτους, όπως το αποκαλούν. Η «τάξη», «η εξουσία … .. το κράτος» είναι τρεις αναπόσπαστοι όροι, καθένας από τους οποίους προϋποθέτει και τους άλλους δύο, και οι οποίοι καταλήγουν στο εξής: την πολιτική υποταγή και την οικονομική εκμετάλλευση των μαζών». [Η έμφαση δίνεται από το συγγραφέα]

Στην ίδια επιστολή, αναφέρεται στην «αστικοποιημένη μειοψηφία» των εργαζομένων στις πόλεις: «Αυτή η ίδια λογική οδηγεί τους μαρξιστές άμεσα και θανάσιμα σε αυτό που ονομάζουμε αστικό σοσιαλισμό και στη σύναψη ενός νέου πολιτικού συμφώνου μεταξύ των αστών που είναι «ριζοσπάστες» ή που αναγκάζονται να γίνουν τέτοιοι και στους «ευφυείς», «σεβάσμιους», μειοψηφικούς αστικοποιημένους εργάτες των πόλεων, εις βάρος των προλεταριακών μαζών, όχι μόνο στη χώρα αλλά και στις πόλεις.»

Ο «αυθορμητισμός» και ο πολιτικός αγώνας

Ένα από τα κύρια στοιχεία που χαρακτήριζε πάντα σχεδόν κάθε αναρχική τάση, ξεκινώντας από εκείνη τον Μπακούνιν, ήταν ακριβώς η απόρριψη της πολιτικής και των πολιτικών κομμάτων. Αυτό το γνωστό γεγονός αρνείται με αγανάκτηση ο αναρχικός κριτικός μας. Στο πρώτο μέρος της διατριβής του ενάντια στον μαρξισμό, ο επικριτής μου αρνείται επίσης θερμά, το ότι ο αναρχισμός είναι «αυθορμητίστικος».

Η «Μαύρη Σημαία» ξεκινά ισχυριζόμενη ότι συσχετίζω τον αναρχισμό με την «αποδιοργάνωση, κάτι που ομοιάζει με χαμένους ανθρώπους που τρέχουν σε κύκλους και δεν ξέρουν πού να πάνε, χωρίς σαφείς πολιτικές προτάσεις. Αυτό είναι προφανώς ψευδές». Μα για περίμενε ένα λεπτό, φίλε μου. Μιας και είσαι τόσο πρόθυμος να διεκδικήσεις τις θεωρίες του Μπακούνιν, του ιδρυτή του αναρχισμού και επειδή επιμένεις να διαβάσουμε τα έργα του, ας δούμε τι έχει να πει για το θέμα του «αυθορμητισμού».

Στο «Ακρατικός Σοσιαλισμός: Αναρχισμός», ένα από τα βασικά του έργα, [χωρίς ημερομηνία, αλλά πιθανότατα το 1873] ο Μπακούνιν επιμένει ότι «η αυθόρμητη δράση των μαζών είναι τα πάντα»: «Σε μια κοινωνική επανάσταση, η οποία είναι σε όλα διαμετρικά αντίθετη με την πολιτική επανάσταση, οι πράξεις των ατόμων σπανίως μετράνε σε κάποιο βαθμό, ενώ η αυθόρμητη δράση των μαζών είναι τα πάντα». [έμφαση του συγγραφέα]

Πιστεύω ότι αυτές οι λέξεις είναι τόσο σαφείς, ώστε ακόμη και η «Μαύρη Σημαία» δεν θα αντιμετωπίσει δυσκολία στην κατανόησή τους. Σε μόνο λίγες φράσεις ο Μπακούνιν κάνει στην άκρη όλες τις «πολιτικές επαναστάσεις», δηλαδή κάθε αγώνα για πολιτικά αιτήματα, κάθε επανάσταση που στοχεύει στην αλλαγή της πολιτικής τάξης πραγμάτων της κοινωνίας.

Καλεί αντ’ αυτού, σε μια καθαρή «κοινωνική επανάσταση», δηλαδή μια επανάσταση που θα εξαφανίσει όλες τις τάξεις και θα εγκαθιδρύσει αμέσως την αναρχική κοινωνία, οπού δεν θα υπάρχει καμία πολιτική εξουσία, κανένα κράτος, ούτε καταπιεστές και καταπιεσμένοι. Οτιδήποτε πέρα από αυτό, πρέπει να απορριφθεί με περιφρόνηση ως δυστυχής ρεφορμισμός – κάτι που είναι «διαμετρικά αντίθετο» με το αναρχικό ιδεώδες της «κοινωνικής επανάστασης».

Από αυτό, προκύπτει ότι ο αγώνας για δημοκρατικές απαιτήσεις και ο αγώνας των εργατών για μισθολογικές απαιτήσεις και καλύτερες εργασιακές συνθήκες, πρέπει να απορριφθούν επειδή δεν οδηγούν στην άμεση ανατροπή του καπιταλισμού και του κράτους του. Προκύπτει λοιπόν, ότι ο πολιτικός αγώνας, η συμμετοχή στις εκλογές, ο αγώνας για μεταρρυθμίσεις στον τομέα της Υγείας, της Εκπαίδευσης, για καλύτερες συντάξεις, ο περιορισμός της διάρκειας της εργασίας, τα δικαιώματα των γυναικών κλπ. δεν είναι μόνο άχρηστα, αλλά και επιβλαβή, αφού αποσπούν την προσοχή των μαζών από τον πραγματικό αγώνα – για την «κοινωνική επανάσταση».

Στην επιστολή στην «Ελευθερία», ο Μπακούνιν αναφέρει σχετικά με την υποψηφιότητα για τα αστικά κοινοβούλια, τα εξής: «Αυτό είναι το νόημα των υποψηφιοτήτων των εργαζομένων στα κοινοβούλια των υφιστάμενων κρατών και της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας. Δεν είναι ξεκάθαρο ότι η λαϊκή φύση μιας τέτοιας εξουσίας δεν θα είναι πάντα, τίποτα άλλο παρά μια μυθοπλασία; Θα είναι προφανώς αδύνατο για εκατοντάδες ή και δεκάδες χιλιάδες ή και μόνο μερικές χιλιάδες να ασκήσουν αποτελεσματικά αυτή την εξουσία. Θα πρέπει αναγκαστικά να ασκήσουν εξουσία μέσω αντιπροσώπων, να αναθέσουν αυτή την εξουσία σε μια ομάδα ανθρώπων που θα εκλεγούν για να τους εκπροσωπούν και να τους κυβερνούν…Μετά από λίγες σύντομες στιγμές ελευθερίας ή επαναστατικής ευφορίας, οι νέοι αυτοί πολίτες ενός νέου κράτους θα ξυπνήσουν και θα αποτελούν και πάλι τα πιόνια και τα θύματα των νέων ομάδων ισχύος…».

Βλέπουμε εδώ παραστατικά, πόσο αφηρημένη είναι η θεωρία των αναρχικών. Από την εκτίμηση της περιορισμένης φύσης της αστικής δημοκρατίας, πηγαίνουν στο άλλο άκρο. Εδώ, είναι η κρατική εξουσία και όχι τα συμφέροντα της τάξης που αυτή υπηρετεί, που παρουσιάζεται ως δημιουργός της προδοσίας ή της καταπίεσης. Σύμφωνα με τον Μπακούνιν, η απλή κατοχή αξιώματος, ανεξάρτητα από το πλαίσιο, από το ποια τάξη του ασκεί πίεση κ.λπ., μετατρέπει κάποιον σε καταπιεστή.

Οι αναρχικοί απορρίπτουν τη συμμετοχή στις εκλογές. Όμως η εργατική τάξη αγωνίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα για να κερδίσει το δικαίωμα του εκλέγειν και άλλα δημοκρατικά δικαιώματα ενάντια στην άγρια αντίσταση της άρχουσας τάξης. Καταλαβαίνουμε ότι αυτές οι κατακτήσεις, από μόνες τους, δεν μπορούν να λύσουν τα θεμελιώδη προβλήματα της κοινωνίας και της εργατικής τάξης. Ωστόσο, το θεμελιώδες πρόβλημα δεν έγκειται στην ίδια την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, αλλά στην οικονομική δύναμη της αστικής τάξης επί του κοινοβουλίου. Σε διαφορετική περίπτωση, οι καπιταλιστές θα κατέληγαν επίσης να καταπιέζονται από τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους τους.

Ο αγώνας για δημοκρατικά αιτήματα έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της συνείδησης και της μαχητικότητας της εργατικής τάξης και των εκμεταλλευόμενων μαζών εν γένει. Οι εργαζόμενοι της Βραζιλίας το καταλαβαίνουν αυτό πολύ καλά. Δεν είναι ένα θέμα αδιάφορο για την εργατική τάξη, το αν έχουμε το δικαίωμα να απεργούμε και να διαδηλώνουμε ή το δικαίωμα να ψηφίζουμε στις εκλογές. Όσο συνεχίζει να υπάρχει ο καπιταλισμός, η εργατική τάξη είναι υποχρεωμένη να εκμεταλλευτεί κάθε νόμιμη δυνατότητα για να προωθήσει τους σκοπούς της.

Το να αρνηθεί κανείς να συμμετάσχει στις εκλογές θα αποτελούσε παράδοση της πολιτικής δύναμης στα κόμματα των εχθρών της τάξης μας. Το με ποιον τρόπο η αποχή αυτή θα μπορούσε να συμβάλει στην προώθηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης είναι ένα μυστήριο, που μόνο ένας αναρχικός θα μπορούσε να ελπίζει να καταλάβει.

Οι μαρξιστές πάντα κατανοούσαν ότι η συμμετοχή στην κοινοβουλευτική δραστηριότητα περιέχει πολλά ρίσκα και κινδύνους. Η αστική τάξη έχει αναγάγει σε τέχνη τη συστηματική διαφθορά των εκπροσώπων των εργαζομένων στο Κοινοβούλιο. Αυτό είναι απολύτως αληθές. Το ίδιο όμως, έχουν κάνει και τα αφεντικά που ανέπτυξαν κάθε είδους τρόπο για να διαφθείρουν τους εκπροσώπους των εργαζομένων στα εργοστάσια, στα τοπικά συμβούλια και σε κάθε άλλο επίπεδο. Πρέπει να αρνηθούμε να εκλέξουμε εκπροσώπους, για παράδειγμα, σε μια απεργιακή επιτροπή από το φόβο μήπως διαφθαρούν από τα αφεντικά; Αυτή η επιχειρηματολογία, λογικά οδηγεί στην άρνηση της οργάνωσης των εργαζομένων γενικά.

Άλαν Γουντς

Συνεχίζεται

Κοινοποιήστε