πολιτικές εξελίξεις, οικονομικές εξελίξεις, κοινωνική ανισότητα, παγκόσμια οικονομία, διεθνή, παγκόσμιος χρέος, στοιχεία Eurostat, McKinsey, IIF, έκθεση Oxfam, σκάνδαλο Novatis, Μακεδονικό Ζήτημα, Ελλάδα-Τουρκία, επταετή ομόλογα, καθαρή έξοδος από τα Μνημόνια, 100 χρόνια ΚΚΕ

Η νέα χρονιά μπήκε για τον πλανήτη με νέα κύματα αστάθειας σε όλα τα πεδία: οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, σχέσεις μεταξύ των κρατών.

Οι αναταράξεις στα διεθνή χρηματιστήρια αντανακλούν την αυξανόμενη νευρικότητα των καπιταλιστών, μπροστά στο αναπόφευκτο τέλος της εύθραυστης ανάκαμψης που ακολούθησε τη μεγάλη ύφεση του 2008-2009.

Η ανάκαμψη αυτή δεν έλυσε κανένα από τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα που οι ίδιοι οι αστοί οικονομολόγοι παραδέχονται ότι συνιστούν βόμβα στα θεμέλια του παγκόσμιου καπιταλισμού λόγω των οικονομικοκοινωνικών (και πολιτικών) τους συνεπειών, δηλαδή το παγκόσμιο χρέος και την τρομακτική κοινωνική ανισότητα. Αντιθέτως, σε αυτή την περίοδο είδαμε τη γιγάντωσή τους.

Έτσι, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας McKinsey το 2007, δηλαδή πριν από την κρίση, το συνολικό παγκόσμιο χρέος ανερχόταν σε 125 τρισ. ευρώ (142 τρισ. δολάρια) ή αλλιώς στο 269% του ΑΕΠ, στα τέλη του τρίτου τριμήνου του 2017, σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ινστιτούτου (IIF), ανήλθε σε 188,63 τρισ. ευρώ (233 τρισ. δολάρια) ή στο 318% του ΑΕΠ!

Την ίδια στιγμή, η κοινωνική ανισότητα συνεχίζει να λαμβάνει τρομακτικές διαστάσεις, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία έκθεσης της Oxfam, το 82% του πλούτου που δημιουργήθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο μέσα στο 2017 κατέληξε στα χέρια του 1% των πλουσιότερων ανθρώπων, ενώ ταυτόχρονα, 3,7 δισ. άνθρωποι, δηλαδή το φτωχότερο 50% του παγκόσμιου πληθυσμού, δεν είχαν το παραμικρό όφελος. Είναι χαρακτηριστικό, μάλιστα, το ότι από το 2010, που ξεκίνησε η ανάκαμψη, ο πλούτος της καπιταλιστικής ελίτ αυξάνεται κατά 13% κάθε χρόνο!

Στο πεδίο της ταξικής πάλης, η νέα χρονιά μπήκε με δυο μαχητικά μαζικά κινήματα ενάντια στα αντιδραστικά καθεστώτα του Ιράν και της Τυνησίας, φανερώνοντας ότι η επικράτηση της αντεπανάστασης σε Μ. Ανατολή και Βόρεια Αφρική μετά την υποχώρηση του επαναστατικού κύματος, που καθιερώθηκε να αποκαλείται «Αραβική άνοιξη», στέκεται σε «πήλινα πόδια».

Στο πολιτικό πεδίο, η αστάθεια που βλέπουμε στις δυο «κορυφές» του δυτικού ιμπεριαλισμού είναι εντυπωσιακή. Στις ΗΠΑ συνεχίζεται με αμείωτη ένταση η κόντρα μεταξύ του προέδρου και ενός ολόκληρου τμήματος του κρατικού μηχανισμού, αντανακλώντας μια επικίνδυνη, για το μέλλον του αμερικανικού καπιταλισμού, διάσπαση στις τάξεις του αστικού κατεστημένου. Στη Γερμανία βαδίζουμε ολοταχώς για τη συμπλήρωση ενός εξαμήνου χωρίς την ύπαρξη κυβέρνησης. Η ισχυρή τάση εναντίωσης σε μια νέα συγκυβέρνηση με τη Δεξιά, που εμφανίζεται στις τάξεις των μελών του SPD, αντανακλά – έστω με τους παραμορφωτικούς φακούς ενός ταυτισμένου με το αστικό κράτος γραφειοκρατικού κόμματος της χρεοκοπημένης σοσιαλδημοκρατίας – την αυξανόμενη δυσαρέσκεια του γερμανικού εργαζόμενου λαού για το ρόλο της γερμανικής άρχουσας τάξης. Και δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η πολιτική αβεβαιότητα στη Γερμανία έχει άμεσο αντίκτυπο σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό. Χωρίς μια σταθερή κυβέρνηση στη Γερμανία, η έκβαση όλων των ανοικτών υποθέσεων του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, προεξάρχοντος του Brexit, γίνεται όλο και πιο αβέβαιη.

Όσο για τις διεθνείς σχέσεις, η ακατανόητη, και για το ίδιο το αμερικάνικο αστικό κατεστημένο, αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ από τον Τραμπ και η επέμβαση της Τουρκίας στα κουρδικά εδάφη της Συρίας με τις «πλάτες» της Ρωσίας έριξαν μπόλικο «εύφλεκτο υλικό» στην άσβεστη πυρκαγιά της Μέσης Ανατολής, όπου τα τελευταία χρόνια δοκιμάζονται πολύ σκληρά οι σχέσεις των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των τοπικών συνεταίρων τους.

Η επιχείρηση «εθνική ομοψυχία» και η δυσωδία της Novartis

Στην Ελλάδα, οι πρώτες 5 εβδομάδες του νέου χρόνου σημαδεύτηκαν από τη γιγαντιαία καπιταλιστική-κρατική επιχείρηση δημιουργίας κλίματος εθνικής ομοψυχίας γύρω από το Μακεδονικό Ζήτημα, το οποίο ξαναήρθε στο προσκήνιο από την ανάγκη του δυτικού ιμπεριαλισμού να εντάξει άμεσα τη Δημοκρατία της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Σκοπός αυτής της επιχείρησης ήταν ο αποπροσανατολισμός των εργατικών και φτωχών λαϊκών μαζών από τα μεγάλα θεμελιώδη τους προβλήματα και τις βασικές ταξικές τους διεκδικήσεις. Εκφράστηκε με τα δυο εθνικιστικά συλλαλητήρια και την αναβίωση της σκοταδιστικής καθεστωτικής προπαγάνδας εξαφάνισης ενός βαλκανικού έθνους, της γλώσσας του και του στοιχειώδους δικαιώματός του στον αυτοπροσδιορισμό.

Τα εθνικιστικά συλλαλητήρια επιχειρήθηκε να γίνουν μια τεράστια κολυμπήθρα για το πολιτικό ξέπλυμα της, φασιστικής και μη, ακροδεξιάς, των διεφθαρμένων ηγετών της ΝΔ και συνολικά της άρχουσας τάξης από τα μνημονιακά και άλλα της εγκλήματα. Μόλις λίγα όμως 24ωρα μετά το συλλαλητήριο της Αθήνας, το μεγάλο σκάνδαλο Novartis αποκάλυψε το αληθινό «ποιόν» των επιφανών αστών «Μακεδονομάχων» και την απύθμενη υποκρισία τους. Φανέρωσε με παταγώδη τρόπο το γεγονός ότι οι αστοί πρωθυπουργοί, υπουργοί και λοιποί υψηλόβαθμοι κρατικοί λειτουργοί δεν είναι απλώς προνομιούχοι διαχειριστές των υποθέσεων των μεγάλων καπιταλιστικών μονοπωλίων. Είναι τόσο πολύ διεφθαρμένοι, σε βαθμό που οι μίζες και τα λοιπά έξοδα διαφθοράς τους έχουν τεράστιο άμεσο κόστος για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Αρκεί μόνο να αναφέρουμε ότι τα 3 δισεκατομμύρια ευρώ που σύμφωνα με τη δικογραφία κόστισε το σκάνδαλο Novartis στο ελληνικό κράτος, είναι ένα ποσό που υπερκαλύπτει το αθροιστικό ύψος των περικοπών συντάξεων και επιδομάτων και της αύξησης φόρων που προβλέπει ο φετινός προϋπολογισμός (2,5 δισ ευρώ)!

Η απόπειρα της ελληνικής άρχουσας τάξης να βυθίσει στο σκοτάδι του εθνικισμού τις καθυστερημένες πολιτικά μάζες «προσκρούει» λοιπόν στη δυσωδία του μεγάλου σκανδάλου Novartis, που αντικειμενικά ωθεί τη λαϊκή συνείδηση ξανά σε αντι-συστημικά πολιτικά συμπεράσματα. Με αυτή την έννοια, ενώ είναι βέβαιο ότι θα βλάψει την εκλογική απήχηση της ΝΔ και της δήθεν ανακάμπτουσας Κεντροαριστεράς, κορυφαία στελέχη των οποίων κατηγορούνται για δωροληψία, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα ωφελήσει τον βαθιά πλέον βουτηγμένο στη σήψη του αστικού καθεστώτος, ΣΥΡΙΖΑ.

Πόλεμος με την Τουρκία;

Το σκηνικό μεγάλης έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που έφτασε ως το σημείο ενός μίνι-«θερμού» επεισοδίου στις γνωστές βραχονησίδες με τον εμβολισμό ενός ελληνικού σκάφους από μια τουρκική ακταιωρό, έχει δημιουργήσει πλήθος ερωτημάτων, τόσο για τα αίτιά του, όσο και για την πιθανότητα να μετατραπεί σε μια ανοικτή πολεμική σύγκρουση.

Μακριά από τις εθνικιστικές φανφάρες για τη «διαχρονική τουρκική προκλητικότητα» και την «ελληνικότητα βράχων και βραχονησίδων», είναι κατ’ αρχάς ανάγκη να εντάξουμε την εξωτερική πολιτική του Ερντογάν σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο. Οι πρωτοβουλίες καλλιέργειας έντασης από την Τουρκία στο Αιγαίο είναι στενά συνδεδεμένες με ό,τι κάνει στην Κύπρο και τη Συρία. Η τουρκική αστική τάξη, αντιμέτωπη με μια σειρά νέους παράγοντες, όπως η εξασθένιση του διεθνούς ρόλου του αμερικανικού ιμπεριαλισμού συγκριτικά με το παρελθόν και την ενίσχυση εκείνου της Ρωσίας, η «ντε φάκτο» δημιουργία ενός κουρδικού κράτους στη Βόρεια Συρία, ο παραγκωνισμός της από τις έρευνες για υδρογονάνθρακες στην Κυπριακή ΑΟΖ, αλλά και οι έντονες διεργασίες και ανακατατάξεις στις σχέσεις ανάμεσα στους διάφορους μικρούς και μεγάλους ιμπεριαλιστικούς «παίκτες» στα Βαλκάνια, επιχειρεί να στείλει προς κάθε κατεύθυνση το μήνυμα ότι είναι ένα ισχυρό τοπικό ιμπεριαλιστικό αφεντικό, τα συμφέροντα του οποίου δεν μπορούν να αγνοούνται από κανέναν. Αυτή είναι η αιτία για τις κινήσεις επίδειξης στρατιωτικής πυγμής στο Αιγαίο, και ιδιαίτερα στο Οικόπεδο 3 της Κυπριακής ΑΟΖ.

Ωστόσο, ο Ερντογάν κατανοεί ότι οι κινήσεις αυτές έχουν ένα όριο. Έχοντας ήδη επέμβει στρατιωτικά στη Συρία για τη συντριβή των ηρωικών Κούρδων μαχητών και τη ματαίωση των σχεδίων για ένα ανεξάρτητο Κουρδιστάν, αντιμετωπίζοντας σφοδρή αντίσταση και μεγάλες απώλειες, αλλά και όντας αντιμέτωπος με πολύ σοβαρά προβλήματα συνοχής στον τουρκικό στρατό ως αποτέλεσμα του προπέρσινου πραξικοπήματος και των μαζικών εκκαθαρίσεων που ακολούθησαν, το τελευταίο πράγμα που θα επιθυμούσε σήμερα ο «Σουλτάνος» είναι μια πολεμική εμπλοκή ή, ακόμα χειρότερα, μια πραγματική πολεμική σύρραξη με την Ελλάδα στο Αιγαίο ή την Κύπρο.

Ασφαλώς, το ίδιο ισχύει και για την ελληνική άρχουσα τάξη, η οποία βρίσκεται σε μια φάση παρατεταμένης οικονομικής αδυναμίας και, επιπλέον, μειονεκτεί σημαντικά, τουλάχιστον αριθμητικά, σε διαθέσιμες για πόλεμο στρατιωτικές δυνάμεις έναντι της Τουρκίας.

Όμως, το γεγονός, ότι ο πόλεμος δεν είναι η βασική επιλογή των δύο κρατών για την επίλυση των διαφορών των αστικών τους τάξεων, δε σημαίνει ότι μπορούν να αποκλειστούν τα «θερμά» πολεμικά επεισόδια, ακόμα και εκείνα εκτεταμένης διάρκειας, λόγω της διαρκούς αυξημένης στρατιωτικής «τριβής» στο Αιγαίο, η οποία μπορεί να δημιουργήσει ανά πάσα στιγμή τέτοια «ατυχήματα». Αυτή η διαρκής στρατιωτική ένταση, σε συνθήκες μεγάλων πολιτικών και οικονομικών μεταβολών σε κάποια από τις δύο χώρες, θα μπορούσε μελλοντικά να μεταβάλει σε βασική επιλογή την κήρυξη πολέμου, πιθανότατα εάν σ’ ένα από τα δύο κράτη αναδειχθεί ένα ακόμα πιο ασταθές και ολοκληρωτικό καθεστώς από το σημερινό του Ερντογάν στην Τουρκία. Αυτό σημαίνει ότι ο κοινός διεθνιστικός αγώνας ελληνικής και τουρκικής εργατικής τάξης για την εξουσία και το σοσιαλισμό είναι η μόνη προοπτική που μπορεί να εγγυηθεί ένα ειρηνικό μέλλον στην περιοχή.

Το νέο χαστούκι «αγορών» και τρόικας γκρεμίζει το μύθο της «καθαρής εξόδου»

Στο μεταξύ, όπως αντίστοιχα συμβαίνει με τις εθνικιστικές επιχειρήσεις της ελληνικής άρχουσας τάξης, έτσι και τα κυβερνητικά όνειρα περί «καθαρής εξόδου» από τα Μνημόνια «προσκρούουν» σε αδιαπέραστα εμπόδια: στην αντικειμενική πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας και στις όλο και πιο ταπεινωτικές αξιώσεις των δανειστών. Αυτά τα εμπόδια προεξοφλούν αυτό που άλλωστε έχει ήδη συμφωνηθεί από τον Ιούνιο του 2017, με την πρόβλεψη για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2060. Προεξοφλούν δηλαδή ότι η μετά τρίτο Μνημόνιο εποχή δε θα είναι καθόλου «καθαρή» από τον έλεγχο των δανειστών και τη διαρκή υποχρέωση για νέα μέτρα. Θα είναι «καθαρή» μόνο από τα μεγάλα δανειακά πακέτα που απαιτούνται για να εξυπηρετείται κανονικά το χρέος, αφού οι δανειστές, σε όλους τους τόνους, έχουν ξεκαθαρίσει ότι νέα μεγάλα δάνεια δεν πρόκειται να ξαναδοθούν στην Ελλάδα.

Τα χρέη συνεχίζουν να πνίγουν τον ελληνικό καπιταλισμό και η πολυδιαφημισμένη τρέχουσα ανάκαμψη του 1-1,5% είναι τόσο αδύναμη, που δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να αποτρέψει την οργανική του πορεία προς τη χρεοκοπία και την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat για το ελληνικό κρατικό χρέος, που ανακοινώθηκαν στα τέλη Ιανουαρίου, δείχνουν ότι αυτό ανέρχεται σε 313,5 δισ. ευρώ ή στο 177,4% του ΑΕΠ. Το χρέος αυτό δεν είναι εφικτό να «ελαφρυνθεί» εθελοντικά, παρά τη σχετική φιλολογία, αφού ανήκει σε πολλά διαφορετικά ευρωπαϊκά καπιταλιστικά κράτη, που είναι αδύνατο να συμφωνήσουν να κάνουν από κοινού ένα όμορφο δώρο στον ελληνικό καπιταλισμό και να δημιουργήσουν ένα κακό προηγούμενο για τους υπόλοιπους υπερχρεωμένους Ευρωπαίους «ασθενείς».

Πλάι στο κρατικό χρέος όμως, υπάρχουν και οι μεγάλες ζημιές των τραπεζών. Τα «κόκκινα δάνεια» ανέρχονται πλέον σε 100,4 δισ. ευρώ. Οι οριστικές ζημιές, που προεξοφλεί αυτό το τεράστιο ποσό, επίσης δεν μπορούν να αποτραπούν χωρίς μια νέα ανακεφαλαιοποίηση με δανεικά από την τρόικα.

Μήπως όμως οι ίδιες οι «αγορές» θα μπορούσαν να προμηθεύσουν τον ελληνικό καπιταλισμό με τα χρήματα που απαιτούνται, για να αποφευχθούν οι χρεοκοπίες κράτους και τραπεζών; Όπως είχαμε σημειώσει τον περασμένο Σεπτέμβριο σε άρθρο, με τίτλο «Καθαρή έξοδος από τον καπιταλισμό η μόνη λύση», γραμμένο μόλις μερικές βδομάδες μετά την «επιτυχημένη» έξοδο της κυβέρνησης στις «αγορές», όπου αντλήθηκε 1,35 δισ. με επιτόκιο 4,625% για πέντε χρόνια, με το υφιστάμενο τεράστιο κρατικό χρέος, ο δανεισμός από τις «αγορές» δεν μπορεί να αποτελέσει σταθερή πηγή χρηματοδότησης του ελληνικού κράτους.

Αυτό αποδείχτηκε περίτρανα και στις αρχές Φεβρουαρίου, με το φιάσκο που ακολούθησε τη δεύτερη έξοδος στις «αγορές», με επταετή ομόλογα. Πριν καν προλάβει να εκδηλωθεί η κυβερνητική ικανοποίηση για την τελική άντληση 3 δισ. ευρώ με επιτόκιο 3,5%, ακολούθησαν οι μαζικές ρευστοποιήσεις ελληνικών ομολόγων, που εκτόξευσαν την τιμή όλων των ελληνικών ομολόγων, ανεξαρτήτως διάρκειας. Τα ίδια τα επταετή ομόλογα μέσα σε λίγες μέρες «σκαρφάλωσαν» σε επιτόκιο 4,2%. Αυτή η βίαιη άνοδος επιτοκίων των ομολόγων, που ζημίωσε όσους συνεχίζουν να τα κατέχουν, τσαλάκωσε επίσης και τα κυβερνητικά όνειρα για μόνιμη και σταθερή χρηματοδότηση από τις αγορές (αναγκαία σημείωση: στην αγορά των ομολόγων όταν υπάρχει αύξηση στα επιτόκια, σημειώνεται μείωση στην τιμή, ενώ όταν υπάρχει μείωση στα επιτόκια, η τιμή των ομολόγων αυξάνεται).

Φυσικά, αυτή η αύξηση των επιτοκίων, σε γενικές γραμμές και πάνω απ’ όλα, φανερώνει την έλλειψη εμπιστοσύνης των «αγορών» στη δυνατότητα του ελληνικού καπιταλισμού να εξυπηρετεί κανονικά τα χρέη του.

Σε μεγάλο βαθμό, μέσα σ’ αυτό το γενικό κλίμα δυσπιστίας των «αγορών», μια ειδική αιτία για τις ρευστοποιήσεις ομολόγων είναι η κερδοσκοπία. Παλιότεροι κάτοχοι ελληνικών ομολόγων, βλέποντας τη διαρκή πτώση των επιτοκίων τους κατά τους 2-3 προηγούμενους μήνες (δηλαδή την αύξηση της τιμής τους), άρχισαν να πουλούν τα ομόλογα, για να επωφεληθούν από τις νέες αυξημένες τιμές. Σ’ έναν άλλο, σαφώς μικρότερο, βαθμό, οι ρευστοποιήσεις πυροδοτήθηκαν από το σκηνικό αστάθειας που δημιούργησε η αναζωπύρωση του Μακεδονικού Ζητήματος, αλλά και της σύγκρουσης με την Τουρκία για τις βραχονησίδες στο Αιγαίο.

Ωστόσο, η κύρια αιτία για τις μαζικές ρευστοποιήσεις των ελληνικών ομολόγων ήταν η διεθνής αναταραχή στα χρηματιστήρια και τις αγορές ομολόγων. Αυτή η διεθνής αναταραχή έδωσε το «σήμα», για να εκδηλωθούν οι ρευστοποιήσεις. Κάθε φορά που η αβεβαιότητα αρχίζει να εμφανίζεται έντονα στις διεθνείς αγορές, οι πρώτοι που μπαίνουν στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων είναι οι τίτλοι των πιο αδύναμων καπιταλιστικών κρίκων, όπως η υπερχρεωμένη Ελλάδα. Αυτή η εξέλιξη, εκτός από το προφανές της αδυναμίας σταθερής χρηματοδότησης του ελληνικού χρέους από τις «αγορές», υπογραμμίζει και έναν παράγοντα που οι μαρξιστές διαρκώς τονίζουμε ως τον πιο καθοριστικό για το ελληνικό οικονομικό ζήτημα: την πλήρη εξάρτηση της μοίρας του ελληνικού καπιταλισμού από την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.

Κάτω από αυτή την οπτική, ο καθένας μπορεί να καταλάβει πόσο ανόητο και συνάμα τυχοδιωκτικό από καπιταλιστική σκοπιά είναι το σχέδιο, στο οποίο επίσημα δηλώνει προσηλωμένη η κυβέρνηση: αντί να δεχθεί μια «προληπτική γραμμή πίστωσης» από τον ESM μετά το τέλος του τρίτου προγράμματος, προτιμά να επιχειρήσει με απανωτές απόπειρες δανεισμού από τις «αγορές» τη συγκέντρωση ενός ποσού 18-19 δισ. ευρώ μέχρι τον Αύγουστο ως ένα «μαξιλάρι ασφαλείας», που θα εξασφαλίσει, υποτίθεται, πιο συμφέρουσες και σταθερές απόπειρες δανεισμού στο πλαίσιο της «καθαρής εξόδου» από τα Μνημόνια.

Το σχέδιο αυτό είναι τυχοδιωκτικό από καπιταλιστική σκοπιά, γιατί ακόμα και ένα επιτόκιο 3-3,5%, στην καλύτερη των περιπτώσεων, είναι ασύμφορο συγκριτικά με το επιτόκιο 0,89%, με το οποίο το ελληνικό κράτος δανείζεται από τον ESM, με το βέβαιο αποτέλεσμα ενός τέτοιου δανεισμού να είναι η υπερδιόγκωση του χρέους στο βωμό μιας πρόσκαιρης ρευστότητας. Είναι επίσης ανόητο, γιατί θεωρεί ότι οι αγοραστές ομολόγων μπορούν να «πεισθούν» να δανείσουν φθηνά λόγω των διάφορων «μαξιλαριών», λες και αυτά τα τελευταία μπορούν να τους κάνουν να ξεχάσουν τα τεράστια χρέη του ελληνικού καπιταλισμού και επίσης να μπορούν να μείνουν ανεπηρέαστοι από το γενικότερο κλίμα στις διεθνείς αγορές.

Η βασική αιτία για την επιμονή της κυβέρνησης στο σχέδιο «μαξιλάρι από τις αγορές», σε τελική ανάλυση, είναι η πολιτική τύφλωση από την εμπιστοσύνη στον καπιταλισμό, που είναι ένα οργανικό σύμπτωμα των καριεριστών, πρώην ρεφορμιστών διαχειριστών του συστήματος που βρίσκονται στον πυρήνα της κυβέρνησης. Ειδικότερα όμως, η άμεση πολιτική επιδίωξη της κυβέρνησης είναι να πετύχει κάτι που θα μοιάζει με «καθαρή έξοδο», παρά το ακριβό τίμημα του δανεισμού από τις αγορές, ώστε να προσφύγει σε εκλογές μ’ ένα ισχυρό επικοινωνιακό όπλο, πιθανότατα το ερχόμενο Φθινόπωρο.

Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι το σχέδιο «μαξιλάρι από τις αγορές» ταυτίζεται πλήρως με τις ανοικτά ομολογημένες, σκληρές θέσεις των Γερμανών αστών και των δορυφόρων τους στην Ευρωζώνη σχετικά με το ελληνικό ζήτημα, που προβλέπουν την πλήρη χρηματοδοτική εγκατάλειψη της Ελλάδας «στις δικές της δυνάμεις» (βλέπε στην τύχη της) μετά το τέλος του τρίτου Μνημονίου.

Σε κάθε περίπτωση, είτε με «προληπτική γραμμή πίστωσης» είτε χωρίς, με δεδομένο ότι η αποπληρωμή του χρέους όπως και οι στόχοι για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα θα διαρκέσουν για αρκετές δεκαετίες, δε θα πρέπει να αναμένεται καμία ουσιαστική χαλάρωση στην καθιερωμένη μνημονιακή διαδικασία των τακτικών ασφυκτικών ελέγχων που καταλήγουν σε όλο και περισσότερα νέα μέτρα. Πράξεις όπως η ταπεινωτική – τιμωρητική απόφαση του Eurogroup της 19ης Φεβρουαρίου να μην εγκρίνει την εκταμίευση δόσης ύψους 5,7 δισ. ευρώ, μέχρι να εφαρμοστούν τα δύο προαπαιτούμενα που αφορούν τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και την ιδιωτικοποίηση του Ελληνικού, θα συνεχίσουν να αποτελούν τον κανόνα στις σχέσεις του ελληνικού κράτους με τους δανειστές του. Έτσι, αναπόφευκτα, θα αποδειχθεί στην πράξη ότι η μόνη έξοδος που θα «απολαύσει» η καπιταλιστική Ελλάδα το ερχόμενο καλοκαίρι θα είναι η έξοδος από την εξασφαλισμένη, χαμηλότοκη χρηματοδότηση του χρέους της.

100 χρόνια ΚΚΕ: να γίνει ορόσημο στην πάλη για την εργατική εξουσία

Τα στοιχεία που ανακοίνωσε μετά από σχετική της έρευνα η ΓΣΕΒΕΕ την 1η Φεβρουαρίου, αλλά και εκείνα που ανακοίνωσε 14 μέρες μετά ο ΕΦΚΑ, αποτύπωσαν την κατάσταση εφιαλτικής εξαθλίωσης της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της πρώτης χρονικά έρευνας, το 51% των νοικοκυριών στηρίζεται σε συντάξεις, 3 στους 4 ανέργους βρίσκονται σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας, το 68,5% των ανθρώπων στο ενδεχόμενο μιας έκτακτης ανάγκης πληρωμής 500 ευρώ δηλώνει είτε ότι δεν μπορεί να την πραγματοποιήσει, είτε ότι θα κάλυπτε αυτή τη δαπάνη με μεγάλη δυσκολία. Εξαιρετικά αξιοσημείωτο, τέλος, είναι και το στοιχείο ότι πάνω από 70% των νέων θέλουν να αναζητήσουν εργασία στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της δεύτερης έρευνας, 636.424 εργαζόμενοι σε σύνολο 2.145.565 ασφαλισμένων στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή το 29,66% του συνόλου, απασχολούνται σήμερα με συμβάσεις μερικής απασχόλησης και αμείβονται με μέσο μικτό μισθό 389,65 ευρώ. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι ένας στους τρεις εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα αμείβεται με μέσο καθαρό μισθό που είναι μικρότερος από το τακτικό μηνιαίο επίδομα ανεργίας των 360 ευρώ!

Η εργατική τάξη, η μόνη πραγματικά προοδευτική τάξη της κοινωνίας, καταδικάζεται λοιπόν από τον καπιταλισμό σε μαρασμό. Ο καπιταλισμός είναι πλέον ανίκανος να εξασφαλίσει σε ένα εντυπωσιακά μεγάλο τμήμα εργαζόμενων όχι απλώς τη δυνατότητα να συντηρήσουν, έστω και σε επίπεδο εξαθλίωσης, μια ολιγομελή οικογένεια, αλλά ούτε καν το στοιχειώδες βιοτικό επίπεδο που απαιτείται για την απλή αναπαραγωγή της ατομικής τους εργασιακής δύναμης. Ο μόνος δρόμος, για να αλλάξει αυτή η εφιαλτική πραγματικότητα, είναι ο επαναστατικός αγώνας για την εργατική εξουσία και το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Αναπόφευκτα, ειδικά μετά τις σοβαρές ήττες του εργατικού κινήματος που σημειώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, ένας τέτοιος αγώνας δεν μπορεί να προκύψει από την μια μέρα στην άλλη. Η πολιτική απογοήτευση που προκάλεσαν οι προδοσίες των ρεφορμιστικών ηγεσιών, αλλά και το δυσβάστακτο βάρος από τα δεινά της κρίσης και των Μνημονίων, εμποδίζουν την εργατική τάξη να μπει μαζικά στο αγωνιστικό προσκήνιο. Ωστόσο, με την κατάλληλη επαναστατική ηγεσία τα εμπόδια αυτά θα μπορούσαν να ξεπεραστούν σχετικά σύντομα. Ένα αληθινά επαναστατικό κόμμα θα διεξήγαγε σήμερα μια συστηματική πολιτική εκστρατεία στην εργατική τάξη για την αφομοίωση των μαθημάτων από τις ήττες και ταυτόχρονα θα «ζύμωνε» στους κόλπους της, ξεκινώντας από τα συνδικάτα και την εργατική πρωτοπορία, ένα μακρόπνοο σχέδιο αγώνα με τελικό σκοπό τίποτα λιγότερο από την ίδια την εργατική εξουσία.

Ένα τέτοιο κόμμα έχει το καθήκον να γίνει σήμερα το ΚΚΕ. Συμπληρώνοντας εκατό χρόνια από την ίδρυσή του, μετά την αποκάλυψη της προδοτικής φύσης της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και της κραυγαλέας πολιτικής ανεπάρκειας της παλιάς αριστερής ρεφορμιστικής του εσωκομματικής της αντιπολίτευσης (ΛΑΕ – «Πλεύση»), το κόμμα βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής των εργατικών μαζών. Οφείλει να πείσει την εργατική τάξη ότι θέλει και μπορεί να εκπληρώσει την ιστορική αποστολή που βρίσκεται στις ιδρυτικές του διακηρύξεις. Ο μόνος δρόμος για να το καταφέρει είναι η υιοθέτηση μια γνήσιας λενινιστικής (ή τροτσκιστικής για όσους το προτιμούν, αφού σημαίνει ακριβώς το ίδιο) πολιτικής γραμμής, η οποία προϋποθέτει την πλήρη εγκατάλειψη κάθε σταλινικού (δηλαδή οπορτουνιστικού) στοιχείου που εμφανίζεται στην πολιτική και την τακτική του.

Η αδύναμη ακόμα αλλά αξιοσημείωτη αρχή, παρά τις αντιφάσεις και τις παλινωδίες, αντικειμενικά έχει γίνει με τις αποφάσεις των 2 τελευταίων συνεδρίων, που επιχείρησαν να επαναστατικοποιήσουν το πρόγραμμα του κόμματος με την εγκατάλειψη της προδοτικής «θεωρίας των σταδίων» και επανέφεραν στο προσκήνιο βασικές θέσεις του προλεταριακού διεθνισμού, αλλά και με την έναρξη μιας κριτικής αναθεώρησης της ιστορίας του κόμματος. Το γεγονός, ότι οι αυτοαποκαλούμενοι «ορθόδοξοι σταλινικοί» δεν σταματούν να καταγγέλλουν τη νέα κομματική γραμμή ως «τροτσκιστική» (πράγμα που δυστυχώς, δεν ισχύει), υποδηλώνει ότι αυτή η τελευταία κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ωστόσο, η ορθά διακηρυγμένη απόπειρα επαναστατικοποίησης της πολιτικής του ΚΚΕ πρέπει να επιταχυνθεί και να μη μείνει μόνο στην «αρχή του δρόμου». Πρέπει άμεσα να κλιμακωθεί με μια ριζική μαρξιστική αναθεώρηση της άποψης του κόμματος για την ΕΣΣΔ και τα αίτια της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην πρώην επικράτειά της, με ένα ξεκάθαρο πολιτικό και θεωρητικό διαζύγιο από τον σταλινισμό. Πάνω στη βάση αυτής της διαδικασίας, το κόμμα πρέπει να προχωρήσει σε μια ακόμα πιο τολμηρή και αναλυτική, μαρξιστική επανεκτίμηση των συμπερασμάτων από την ιστορία του, φτάνοντας μέχρι και τα πρόσφατα πολιτικά λάθη που εμπόδισαν την ανάπτυξη της επιρροής του κατά τη διάρκεια των σημαντικών ταξικών και πολιτικών αγώνων της παρούσας εποχής της κρίσης. Επιπλέον, η υιοθέτηση της γνήσιας τακτικής του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου, όπως περιγράφηκε από τα ντοκουμέντα του 3ου και του 4ου συνεδρίου της Κομιντέρν, που θα δώσει το μήνυμα ότι το κόμμα αναθεωρεί την επιζήμια σεχταριστική τακτική των χωριστών κινητοποιήσεων, αλλά και η ξεκάθαρη διακήρυξη προς την εργατική τάξη της θέσης ότι το κόμμα θα παλέψει άμεσα και αποφασιστικά τα επόμενα χρόνια για την πραγματοποίηση της εργατικής εξουσίας, θα μπορούσαν να ενθουσιάσουν την εργατική τάξη, ξεκινώντας από την πρωτοπορία της, και να μετατρέψουν την επέτειο των 100 χρόνων του ΚΚΕ σε νικηφόρο ορόσημο στον αγώνα για την επαναστατική, σοσιαλιστική αλλαγή της κοινωνίας.

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος