Συλλαλητήριο Μακεδονία, Αθήνα, Πλατεία Συντάγματος, αντιδραστικό - εθνικιστικό συλλαλητήριο, αστικός εθνικισμός, αστικός πατριωτισμός, σοσιαλπατριωτισμός, διεθνισμός

Το συλλαλητήριο που έγινε στην πλατεία Συντάγματος για την «ελληνικότητα της Μακεδονίας» αποτέλεσε, απ’ όλες τις απόψεις, συνέχεια εκείνου της Θεσσαλονίκης. Ταυτόχρονα, σε μια σειρά πτυχές του, αναδείχθηκε ένας ακόμα πιο απροκάλυπτα αντιδραστικός χαρακτήρας.

Αυτή τη φορά, σημαντικά τμήματα της αστικής τάξης και του βασικού πολιτικού κόμματός της, της ΝΔ, η Εκκλησία, το κράτος και σύσσωμη η ακροδεξιά, υποστήριξαν πολιτικά και συνέβαλαν, άμεσα ή έμμεσα, στη διοργάνωση του συλλαλητηρίου, σε πολλαπλάσιο βαθμό συγκριτικά με τη Θεσσαλονίκη. Ενδεικτικά, μπορεί να αναφέρει κανείς την καθημερινή διαφήμισή του από μεγάλα συγκροτήματα του αστικού τύπου κατά τις ημέρες που είχαν προηγηθεί, τη δηλωμένη πρόθεση συμμετοχής από μια «στρατιά» ηγετικών στελεχών της ΝΔ, την ανοιχτή υποστήριξη από τους ΑΝΕΛ, καθώς και τον κυρίαρχο ρόλο της Εκκλησίας και τμημάτων του κράτους – αλλά και παραστρατιωτικών ομάδων – στην προπαγάνδιση, την προετοιμασία και την πραγματοποίησή του.

Η απόπειρα, με αφετηρία το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, να παρουσιαστεί από κάποιους αυτή η σειρά κινητοποιήσεων ως προοδευτικού και αντι-μνημονιακού περιεχομένου κατέρρευσε εκ νέου, στο φως των γεγονότων της συγκέντρωσης στην Αθήνα. Σε πολύ μεγάλο βαθμό, αυτό συνέβη εξαιτίας της ανοιχτής υποστήριξης που έδωσε σ’ αυτήν σύσσωμη η αστική τάξη.

Η παθιασμένη υποστήριξη και συμμετοχή από την πλειοψηφία των κορυφαίων στελεχών της ΝΔ και η περιγραφή της συγκέντρωσης από τον πυρήνα της ηγεσίας της ως αντικυβερνητική υπήρξαν αδιαμφισβήτητες. Αυτά, σε συνδυασμό με τον πλήρη ενστερνισμό αυτής της θέσης από τα περισσότερα μεγάλα αστικά ΜΜΕ, δηλαδή τους πιο ένθερμους προπαγανδιστές των μνημονιακών πολιτικών και του «Ναι» στο δημοψήφισμα, δεν επιτρέπουν ούτε υπόνοια για αντι-μνημονιακό περιεχόμενο. Ουσιαστικά, το συλλαλητήριο οργανώθηκε από το κράτος. Πιο συγκεκριμένα, δήμοι, η αστυνομία – με την επιδεικτική απουσία της και τη βία στους αντι-διαδηλωτές – απόστρατοι αξιωματικοί και παραστρατιωτικές ομάδες – με τις ευλογίες του στρατού και του υπουργείου Άμυνας – αποτέλεσαν βασικούς πυλώνες της οργάνωσης της συγκέντρωσης, με την ανοχή ή και ανοικτή υποστήριξη πλήθους κυβερνητικών στελεχών – όπως των υπουργών Καμμένου, Κοτζιά και Τόσκα.

Η αστική τάξη, παρ’ ότι αντιλαμβάνεται ότι η στάση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ είναι η ενδεδειγμένη και «υπεύθυνη» από αστική σκοπιά, θέλει την ίδια στιγμή να συντηρήσει ένα κλίμα εθνικιστικής υστερίας και να διατηρήσει το θέμα «ψηλά στην ατζέντα». Αντιλαμβάνεται ότι αυτό ευνοεί την ευκολότερη επιβολή των μέτρων λιτότητας που βρίσκονται στον ορίζοντα. Παράλληλα, θέλει να εκμεταλλευτεί την απήχηση που έχει η θέση για την «ελληνικότητα της Μακεδονίας» προς εκλογικό όφελος του βασικού κόμματός της, της Νέας Δημοκρατίας. Γι’ αυτό άλλωστε, η ηγεσία της τελευταίας στρέφεται – όχι και τόσο «συντεταγμένα» – σε μια στάση, που στην ουσία της είναι αντιφατική. Αυτή περιλαμβάνει την κριτική στην κυβέρνηση για τις υποτιθέμενες «ανθελληνικές» θέσεις της, την επίδειξη «κατανόησης για τις εθνικές ευαισθησίες του λαού», την υποστήριξη των εθνικιστικών συλλαλητηρίων, αλλά και ταυτόχρονα τη μη ανοιχτή απόρριψη της θέσης της κυβέρνησης, με την οποία στην ουσία συμφωνεί.

Σχετικά άμαζη η συγκέντρωση – απουσία «παλμού» και αυθορμητισμού

Η συγκέντρωση της Αθήνας τελικά δε χαρακτηρίστηκε από την επιτυχία που ανέμεναν οι διοργανωτές της. Οι ισχυρισμοί των διοργανωτών για ενάμισι εκατομμύριο συμμετέχοντες είναι φυσικά κωμικοί. Όπως ήδη απέδειξαν σχετικοί επιστήμονες, για να συμβεί αυτό, θα έπρεπε η συγκέντρωση να εκτείνεται σε όλες τις πλατείες και λεωφόρους του κέντρου της Αθήνας. Ακόμα και η εκτίμηση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Δ. Μάρδα για 500.000 κόσμο προέκυψε υποθέτοντας μια πυκνότητα τριών διαδηλωτών ανά τετραγωνικό μέτρο… Μια τέτοια πυκνότητα είναι γενικότερα αφύσικη, αλλά ιδιαίτερα σε σχέση με την εν λόγω συγκέντρωση απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Σε όλες τις φωτογραφίες αποτυπώνονται χαρακτηριστικά η πολύ αραιή διάταξη των συγκεντρωμένων, καθώς και οι ειδικοί χώροι για τις εξέδρες, τις καρέκλες των «επισήμων», τις μίνι – παρελάσεις απόστρατων και άλλα σχετικά «δρώμενα».

Από την άλλη πλευρά, η εκτίμηση της αστυνομίας, που κάνει λόγο για 140.000, αφορά τους παρευρισκόμενους στη συγκέντρωση μια συγκεκριμένη ώρα. Εκτιμώντας επομένως το συνολικό αριθμό των ανθρώπων που «πέρασαν» από τη συγκέντρωση, μπορεί κανείς να μιλήσει για 200.000 ανθρώπους το πολύ. Αυτό σημαίνει ότι αποτέλεσε μια σχετικά άμαζη συγκέντρωση, τόσο αναλογικά με εκείνη της Θεσσαλονίκης – μιας πόλης με το ένα τέταρτο του πληθυσμού Αθήνας και Πειραιά – όσο και λαμβάνοντας υπόψη το «προμοτάρισμα», που προαναφέρθηκε ότι είχε προηγηθεί.

Είναι βέβαιο ότι ένα στοιχείο που επέδρασε αρνητικά στη συμμετοχή στη συγκέντρωση της Αθήνας ήταν η κλιμακούμενη αποκάλυψη, τις μέρες που προηγήθηκαν, του αντιδραστικού χαρακτήρα που αυτή θα είχε, καθώς και η δηλωμένη πρόθεση συμμετοχής όλων ανεξαιρέτως των δυνάμεων της αντίδρασης, με αποκορύφωμα τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής – ένα ζήτημα στο οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω. Είναι επίσης βέβαιο, όμως, ότι και μόνο η υποστήριξη του συλλαλητηρίου από σύσσωμες τις επίσημες «καθεστωτικές» δυνάμεις – ιδιαίτερα από τα ΜΜΕ και το κύριο αστικό – μνημονιακό κόμμα, τη ΝΔ – και η απροκάλυπτη εμπλοκή οργανωμένων τμημάτων του κράτους και της Εκκλησίας στη διοργάνωσή του υπήρξαν σημαντικοί παράγοντες αποθάρρυνσης.

Αυτό εκφράστηκε και με την πλήρη έλλειψη κάθε αυθόρμητου στοιχείου στη συγκέντρωση. Για να υπάρξει το στοιχείο του αυθόρμητου, θα έπρεπε να είναι παρούσα και μια μερίδα ανθρώπων που θα έβλεπαν τη συμμετοχή τους ως μια πράξη με περιεχόμενο, εκτός των άλλων, και ενάντια στη λιτότητα, αντι-μνημονιακό ή ακόμα και «αντισυστημικό». Θα έπρεπε δηλαδή να συμμετάσχουν κι εκείνα τα τμήματα των μαζών που τελικά απωθήθηκαν απ’ όλα τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν.

Έτσι, η συγκέντρωση χαρακτηρίστηκε από την απουσία κάθε «παλμού». Όλα ήταν αυστηρά οργανωμένα εκ των προτέρων, με αποκλειστικό κριτήριο την παρουσία και την προβολή των «επισήμων», με τους μητροπολίτες να απευθύνουν αποστεωμένες ομιλίες και χαιρετισμούς, τους απόστρατους αξιωματικούς να δίνουν μικρά «σόου» στο περιθώριο και τη μάζα των συγκεντρωμένων να περιορίζεται σε έναν απόλυτα παθητικό και αδρανή ρόλο. Στη θλιβερή παρουσία του Μ. Θεοδωράκη στο βήμα της εξέδρας θα αναφερθούμε εκτενώς σε σχετικό άρθρο – σχόλιο…

Στην πρώτη γραμμή οι δυνάμεις της αντίδρασης – η νεολαία γύρισε επιδεικτικά την πλάτη

Η ανοιχτή υποστήριξη της Νέας Δημοκρατίας, των υπόλοιπων αστών πολιτικών και των ΜΜΕ στο συλλαλητήριο είναι ο ένας δείκτης για τον αντιδραστικό, μη προοδευτικό και μη αντι-μνημονιακό χαρακτήρα του. Ο άλλος δείκτης είναι, φυσικά, η υποστήριξη, ενεργή προετοιμασία και συμμετοχή όλων των δυνάμεων της λιγότερο ή περισσότερο ακραίας αντίδρασης. Ο ανώτερος κλήρος, οι κάθε είδους αντιδραστικές ενώσεις απόστρατων, οι ΑΝΕΛ, αλλά και όλες οι ακροδεξιές οργανώσεις και βέβαια η Χρυσή Αυγή συμμετείχαν ενεργά τόσο στη συγκέντρωση, όσο και πολλοί από αυτούς στην οργάνωσή της. Η ομάδα των διοργανωτών, που διόλου δεν έφερε αντίρρηση στη συμμετοχή όλων των παραπάνω, καθεστωτικών και «αντικαθεστωτικών», απευθύνθηκε για την «περιφρούρηση» της συγκέντρωσης σε παραστρατιωτικές ομάδες απόστρατων ΟΥΚάδων και Καταδρομέων.

Παράλληλα, χωρίς την παραμικρή διαφωνία από επίσημους και ανεπίσημους διοργανωτές – το αντίθετο, μάλιστα, με επιχείρημα το ότι πρόκειται για απόδειξη «δημοκρατικότητας» – η Χρυσή Αυγή συμμετείχε – με τον πολιτικό και το «στρατιωτικό» βραχίονά της. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι νεοναζί της ΧΑ θέλησαν να χρησιμοποιήσουν τη διεξαγωγή του συλλαλητηρίου ως αφορμή για την εξαπόλυση πογκρόμ ενάντια σε μετανάστες και παρακρατικών επιθέσεων σε χώρους αριστερών οργανώσεων και αναρχικών ομάδων ή μεμονωμένους αγωνιστές του εργατικού κινήματος και της νεολαίας, στα πρότυπα του μπαράζ δολοφονικών επιθέσεων του 2012-2013.

Ιδιαίτερα προς το τέλος του συλλαλητηρίου, οι συμμορίες των Χρυσαυγιτών επιδόθηκαν σε «περιπολίες» στο κέντρο της Αθήνας αναζητώντας υποψήφια θύματα, ενώ προχώρησαν και σε επίθεση στο αυτοδιαχειριζόμενο θέατρο «Εμπρός», για να λάβουν την πρέπουσα απάντηση από την περιφρούρηση του χώρου. Μόλις λίγη ώρα πριν, τελείως απρόκλητα και πιθανά χωρίς σχετικές εντολές, διμοιρία των ΜΑΤ εμφανώς φιλο-χρυσαυγίτικης «απόχρωσης» είχε επιτεθεί στα γραφεία του ΝΑΡ, αλλά επίσης αποκρούστηκε από την περιφρούρηση.

Μέσα σε αυτό το βαθιά αντιδραστικό κλίμα, δεν προκαλεί έκπληξη η πλήρης απουσία της νεολαίας από το συλλαλητήριο. Τόσο το ίδιο το εθνικιστικό περιεχόμενο της κινητοποίησης, όσο και το σκοταδιστικό – αντιδραστικό «περιτύλιγμά του», με τις ομιλίες μητροπολιτών υπό την υπόκρουση εκκλησιαστικών ύμνων, τη συμμετοχή μελών πατριδόπληκτων ενώσεων με στολές και περικεφαλαίες και, φυσικά, την «περιφρούρηση» από παρακρατικές ομάδες και τις «ετοιμοπόλεμες» συμμορίες των νεοναζί αποτέλεσαν αναμφίβολα ένα απωθητικό «κοκτέιλ» για τη μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών, των φοιτητών, των νέων εργαζομένων και ανέργων. Είναι μάλιστα βέβαιο ότι σε ένα ευρύ στρώμα των νέων επικράτησε μια ανοιχτά εχθρική διάθεση απέναντι στο αντιδραστικό συλλαλητήριο.

Τα καθήκοντα του εργατικού κινήματος

Δυστυχώς, οι ηγεσίες των μαζικών εργατικών οργανώσεων έχουν κρατήσει μια τελείως λανθασμένη στάση για το Μακεδονικό Ζήτημα γενικότερα. Οι μεν βασικές συνδικαλιστικές ηγεσίες έχουν αρνηθεί να πάρουν θέση, θεωρώντας ότι το ζήτημα «δεν αφορά τα συνδικάτα», οι δε πολιτικές ηγεσίες έχουν υποχωρήσει στον εθνικισμό της αστικής τάξης. Η ηγεσία του μόνου πραγματικά μαζικού εργατικού κόμματος σήμερα, του ΚΚΕ, μιλά για «αλυτρωτισμό των Σκοπιανών» και «ανυπαρξία μακεδονικού έθνους και μακεδονικής γλώσσας», ενώ οι ηγεσίες των δύο κύριων διασπάσεων του παλιού ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή της ΛΑΕ και της «Πλεύσης Ελευθερίας», έχουν προβάλει ακόμα πιο εθνικιστικές θέσεις, με την τελευταία να συμμετέχει και στα αντιδραστικά συλλαλητήρια της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας.

Με δεδομένο λοιπόν ότι οι μαζικές εργατικές οργανώσεις είναι παραλυμένες πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, είναι αντικειμενικό γεγονός ότι δεν μπορεί να δοθεί άμεσα μια μαζική απάντηση ενάντια στον εθνικισμό. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα, θα πρέπει λοιπόν να αναγνωριστεί ως λάθος κίνηση η διεξαγωγή της αντι-συγκέντρωσης από τις υπόλοιπες αριστερές και αναρχικές οργανώσεις, καθώς την στιγμή που η αντίδραση κινητοποιούσε τμήματα των μαζών στο δρόμο, μια αδύναμη, συμβολική κινητοποίηση λίγων χιλιάδων αγωνιστών μπορεί να δημιουργήσει μια πλασματική εικόνα για τον συσχετισμό δύναμης και να απογοητεύσει τους ίδιους τους αγωνιστές.

Αλλά το γεγονός, πως η δράση των μαζικών εργατικών οργανώσεων δεν μπορεί να υποκατασταθεί από μικρές συλλογικότητες, δε σημαίνει καθόλου πως αυτές οι τελευταίες πρέπει να αδρανήσουν. Αντίθετα, είναι αναγκαία από τις – δυστυχώς λιγοστές – διεθνιστικές, αριστερές και αναρχικές οργανώσεις η έναρξη μιας εκστρατείας ενημέρωσης και κινητοποίησης. Αυτή η εκστρατεία θα πρέπει να περιλαμβάνει κοινές εκδηλώσεις και εκπόνηση κοινού πολιτικού υλικού, που θα εξηγεί και θα υπερασπίζει σε ευρύτερα τμήματα εργαζομένων και νέων μια διεθνιστική προλεταριακή θέση και ακούραστα και υπομονετικά θα ξεσκεπάζει το ρόλο των πατριωτικών σημερινών εργατικών ηγεσιών, θέτοντάς τις ενώπιον των ταξικών καθηκόντων τους. Για τη διεξαγωγή και την υποστήριξη μιας τέτοιας εκστρατείας είναι αναγκαία η δημιουργία ανοικτών αντι-εθνικιστικών επιτροπών σε εργατικούς χώρους, σχολεία, πανεπιστήμια και γειτονιές. Μόνο αφού γίνουν αυτά τα βήματα, θα είναι εφικτή και επιβεβλημένη η από κοινού με τις μαζικές οργανώσεις – εργατικά κόμματα, αριστερές Νεολαίες, συνδικάτα, φοιτητικούς συλλόγους και μαθητικά συντονιστικά – που θα κινούνται σε μια μη πατριωτική, διεθνιστική κατεύθυνση, προετοιμασία και πραγματοποίηση μορφών μαζικής αντι-εθνικιστικής δράσης.

Πάτροκλος Ψάλτης