μακεδονικό ζήτημα, Μακεδονία, εθνικό ζήτημα, ΝΑΤΟ, ιμπεριαλισμός

Το Μακεδονικό Ζήτημα είναι ένα από τα εθνικά ζητήματα της Βαλκανικής Χερσονήσου που έχει σταθεί ανίκανος να λύσει ο καπιταλισμός.

Οι διαχρονικοί εθνικιστικοί λεονταρισμοί των Ελλήνων καπιταλιστών ενάντια στη γειτονική Δημοκρατία της Μακεδονίας είναι βαθιά υποκριτικοί. Οι ίδιοι εξάγουν εδώ και χρόνια κεφάλαια ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ στη γειτονική χώρα. Με άλλα λόγια, ενώ στο εσωτερικό καταγγέλλουν τους «Σκοπιανούς» ως εχθρούς, δεν έχουν κανένα ηθικό πρόβλημα να υπογράφουν κερδοφόρα συμβόλαια που γράφουν επάνω «Μακεδονία».

Η εργατική τάξη και το κίνημά της στην Ελλάδα πρέπει να μείνουν μακριά από το πατριωτικό – εθνικιστικό δηλητήριο. Ο λαός της Μακεδονίας έχει το αναφαίρετο δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό. Η ελληνική αστική τάξη (όπως και οι άλλες ανταγωνιστικές με αυτήν εθνικές αστικές τάξεις στα Βαλκάνια) διαδραμάτισε ιστορικά έναν ολέθριο ρόλο στο Μακεδονικό Ζήτημα, με την πολύπλευρη καταπίεση που άσκησε στη σλαβομακεδονική ή καλύτερα στη μακεδονική εθνότητα, σύμφωνα με τον τρόπο που η ίδια προσδιορίζεται σήμερα.

Πέρα από τους κυρίαρχους ελληνικούς εθνικιστικούς μύθους, το μακεδονικό έθνος είναι μια ιστορική πραγματικότητα. Είναι δημιούργημα της ιστορικής εξέλιξης της Βαλκανικής Χερσονήσου και καθόλου ένα «τεχνητό δημιούργημα», όπως ισχυρίζονται οι μισθοφόροι διανοούμενοι της ελληνικής άρχουσας τάξης.

Η μακεδονική εθνική συνείδηση αναπτύχθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ανάμεσα στους σλαβικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, οι οποίοι διαμόρφωσαν μια δική τους γλώσσα που είχε ομοιότητες με τη βουλγαρική και τη σερβική, με πολλούς τοπικούς ιδιωματισμούς. Η ύπαρξη των Μακεδόνων ως έθνος με δική του γλώσσα και γραφή ομολογήθηκε από το ίδιο το ελληνικό κράτος, όταν το 1926 το υπουργείο Παιδείας προχώρησε στην έκδοση του πρώτου αλφαβηταριού-αναγνωστικού στα Μακεδονικά, με τίτλο «ABECEDAR».

Το μακεδονικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα εισέβαλε αποφασιστικά στο προσκήνιο το 1903 με την καθοδήγηση της οργάνωσης ΕΜΕΟ (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση) και την εξέγερση του «Ιλί Ντεν», η οποία δημιούργησε μια βραχύβια Μακεδονική Δημοκρατία. Η εξέγερση όμως τελικώς καταπνίγηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, το ελληνικό κράτος εντός των νέων του διευρυμένων ορίων καταπίεσε σκληρά τη μακεδονική εθνότητα που σύμφωνα με την επίσημη (αναξιόπιστη) στατιστική αριθμούσε 82.000 ανθρώπους, οι οποίοι κατοικούσαν κυρίως στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας. Η γλώσσα τους απαγορεύτηκε και οι ηγέτες τους φυλακίστηκαν.

Το 1925 η Κομμουνιστική Διεθνής για να διευκολύνει τον αγώνα του ΚΚ Βουλγαρίας για την εξουσία, υιοθέτησε το σύνθημα «Ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία». Η υιοθέτηση αυτού του συνθήματος από το ΚΚΕ σε συνθήκες μαζικής έλευσης Ελλήνων προσφύγων από τη Μ. Ασία που άλλαξαν τους εθνικούς συσχετισμούς στον πληθυσμό της ελληνικής Μακεδονίας, αποδείχθηκε ένα σοβαρό λάθος από τη σκοπιά της τακτικής και εξέθεσε χωρίς ουσιαστικό λόγο τους κομμουνιστές στον κίνδυνο αμείλικτων διώξεων από το ελληνικό αστικό κράτος με την κατηγορία της «προδοσίας». Παρ’ όλα αυτά, η συνεπής υπεράσπιση της εθνικής αυτοδιάθεσης των Μακεδόνων από τους Έλληνες κομμουνιστές αυτή την περίοδο, δημιούργησε ισχυρούς δεσμούς με την ελληνική εργατική τάξη και το ΚΚΕ.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1944, ιδρύθηκε η μακεδονική πολιτική οργάνωση SNOF (Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο) που συμμετείχε στο ΕΑΜ και μάλιστα εξέλεξε μέλος της και στην κυβέρνηση της Ελεύθερης Ελλάδας. Kατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, η διάδοχη οργάνωση της SNOF, η NOF (Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο) συμμετείχε στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Στα τέλη του εμφυλίου υπήρχαν 14.000 αγωνιστές από τη μακεδονική εθνότητα στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού, σε σύνολο 40.000 στρατιωτών. Ως αποτέλεσμα αυτής της μαζικής συμμετοχής στον επαναστατικό αγώνα, δεκάδες χιλιάδες Μακεδόνες έγιναν πρόσφυγες.

Για σχεδόν 40 χρόνια το Μακεδονικό Ζήτημα είχε φύγει από το προσκήνιο, κύρια ως αποτέλεσμα της ύπαρξης ενός μακεδονικού κρατιδίου στο πλαίσιο της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά την διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, το άλυτο «Μακεδονικό» ήρθε ξανά με εκρηκτικό τρόπο στην επιφάνεια. Η ελληνική άρχουσα τάξη ξαναθυμήθηκε την «ελληνικότητα της Μακεδονίας» και ξεκίνησε μια εκστρατεία πολύπλευρων πιέσεων με πρόσχημα την ονομασία του νέου κράτους που προέκυψε από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, με απώτερους σκοπούς να κάνει μια επίδειξη πυγμής ως η ισχυρότερη καπιταλιστική δύναμη στη Βαλκανική και να στρέψει το ενδιαφέρον της ελληνικής εργατικής τάξης από την ταξική πάλη προς τα «εθνικά» θέματα και τον υποτιθέμενο «επεκτατισμό των Σκοπιανών έναντι της Ελλάδας».

Φυσικά, η αδύναμη μακεδονική άρχουσα τάξη έχει παίξει και συνεχίζει να παίζει το χαρτί του εθνικισμού για να μπορεί να σταθεροποιεί την εξουσία της εκμεταλλευόμενη τα καταπιεσμένα εθνικά αισθήματα του λαού της και να γίνει ένας προνομιούχος τοποτηρητής του δυτικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή. Η αντιδραστικότητα του μακεδονικού εθνικισμού όμως, δε δικαιώνει στο ελάχιστο τον ισχυρότερο ελληνικό εθνικισμό, που αντανακλώντας τις ακόμα πιο αντιδραστικές επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης θέλει να ορίζει το πως θα ονομάζεται ένα άλλο κράτος και ο πληθυσμός του.

Η παρούσα έντονη κινητικότητα γύρω από την απόπειρα εξεύρεσης «συναινετικής λύσης» για το όνομα του γειτονικού κράτους συνδέεται με την όξυνση των διεθνών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Είναι το αποτέλεσμα της επιδίωξης του αμερικανικού και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού να ελέγξουν σταθερότερα την περιοχή των Βαλκανίων, μέσω της ολοκλήρωσης της εκκρεμούσας ένταξης της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ.

Η ελληνική άρχουσα τάξη έχοντας υποστεί από τη δεκαετία του 1990 τη διπλωματική ήττα της «ντε φάκτο» διεθνούς αναγνώρισης της Δημοκρατίας της Μακεδονίας με αυτό το όνομα, επιχειρεί – όπως έκανε και το 2008 με το «βέτο Καραμανλή» – να αξιοποιήσει τις ΝΑΤΟϊκές  επιδιώξεις για να επιβάλει στο γειτονικό κράτος ένα οποιοδήποτε άλλο όνομα από το «Δημοκρατία της Μακεδονίας», δείχνοντας έτσι ότι παρά τη βαθιά κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, οι πάγιες εθνικές της διεκδικήσεις θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και ότι είναι ακόμα σε θέση να σημειώνει διπλωματικές νίκες.

Η κυβέρνηση Τσίπρα, υπάκουη στους ιμπεριαλιστικούς ΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς, αλλά και υπηρετώντας πιστά τις ιδιαίτερες επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης, επιχειρεί να κλείσει μια συμφωνία για το όνομα με «γεωγραφικό προσδιορισμό». Η ΝΔ και τα άλλα αστικά κόμματα του «κέντρου», ουσιαστικά, κινούνται στην ίδια γραμμή με την κυβέρνηση.

Ωστόσο, είναι τόσο μεγάλος ο διαχρονικός αυτο-εγκλωβισμός της ελληνικής άρχουσας τάξης στην ίδια την ακραία εθνικιστική δημαγωγική της ρητορική περί «ελληνικότητας της Μακεδονίας», που το ζήτημα του ονόματος του γειτονικού κράτους τείνει να δημιουργήσει κυβερνητική κρίση και πολιτική αποσταθεροποίηση μέσα στο αστικό στρατόπεδο. Αυτό φανερώνεται με την επίμονη δημαγωγική «αντίθεση» των ΑΝΕΛ στη χρησιμοποίηση του ονόματος «Μακεδονία», αλλά και με την αδυναμία της ηγεσίας της ΝΔ να στηρίξει ανοικτά την κυβέρνηση, την ώρα που οι βασικότερες ανταγωνιστικές της πτέρυγες μέσα στο κόμμα κινούνται στη γραμμή των ΑΝΕΛ και οι Βορειοελλαδίτες βουλευτές του πρωτοστατούν σε ακραίες εθνικιστικές κορώνες.

Στην αντίπερα όχθη του ξεχειλίζοντος από υποκρισία, δημαγωγία και αντιδραστικότητα αστικού πολιτικού στρατοπέδου, στο πολιτικό στρατόπεδο της εργατικής τάξης, το στοιχειώδες καθήκον των κομμουνιστών της Ελλάδας είναι να τηρήσουν μια ταξική, διεθνιστική πολιτική γραμμή, προσπαθώντας να θωρακίσουν την εργατική τάξη από κάθε άμεση ή έμμεση επιρροή της υποκριτικής πατριωτικής προπαγάνδας της ελληνικής άρχουσας τάξης.

Ο προσδιορισμός του ονόματος του γειτονικού κράτους είναι αποκλειστικά ένα ζήτημα που αφορά το λαό που κατοικεί στην επικράτειά του. Είναι πολιτικά απαράδεκτο εργατικά κόμματα και οργανώσεις να προσχωρούν στη συζήτηση της ονοματολογίας, υποστηρίζοντας «γεωγραφικούς» ή άλλους προσδιορισμούς. Κάνοντάς το αυτό, ουσιαστικά αναγνωρίζουν το καταχρηστικό δικαίωμα της ελληνικής άρχουσας τάξης να επεμβαίνει στα εσωτερικά ζητήματα ενός άλλου κράτους.

Το ίδιο επιτακτικό για τους Έλληνες κομμουνιστές είναι το καθήκον να αντικρούσουν αποφασιστικά την αστική προπαγάνδα που επίμονα υποστηρίζει ότι οι Μακεδόνες δεν είναι έθνος και δεν έχουν δική τους γλώσσα, αλλά και να αποκαλύψουν στα μάτια των παραπληροφορημένων από αυτήν πλατύτερων λαϊκών μαζών, την εθνική καταπίεση που η μακεδονική εθνότητα ιστορικά έχει υποστεί.

Το να παραλείπονται τα προαναφερθέντα πολιτικά καθήκοντα με την πρόφαση ότι τάχα προέχει η εναντίωση στον ιμπεριαλισμό και τα σχέδια του ΝΑΤΟ, είναι ένα πολύ σοβαρό ατόπημα. Κανένας αγώνας ενάντια στις επεμβάσεις του αμερικανικού και δυτικοευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού στα Βαλκάνια δεν μπορεί να διεξαχθεί ουσιαστικά, αν δεν ξεσκεπαστεί πλήρως η υποκρισία και ο αντιδραστικός ρόλος των πιστών τους συνεργατών στην περιοχή, δηλαδή των εθνικών αστικών τάξεων της χερσονήσου και στην προκειμένη περίπτωση της αντιδραστικής ελληνικής αστικής τάξης. Επιπλέον, ένας αποτελεσματικός αντι-ιμπεριαλιστικός αγώνας στη Βαλκανική μπορεί να διεξαχθεί μόνο από κοινού με τον εργαζόμενο λαό της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και αυτή η κοινή πάλη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο πάνω στη βάση της ειλικρινούς αναγνώρισης της εθνικής του ταυτότητας και της έκφρασης αμέριστης αλληλεγγύης στον αγώνα του ενάντια στη διαχρονική εθνική καταπίεση που υφίσταται από τις ισχυρότερες εθνικές αστικές τάξεις της περιοχής.

Πάνω απ’ όλα όμως, ένας συνεπής και αποτελεσματικός αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό και σε κάθε είδους εθνική καταπίεση δεν μπορεί να υπάρξει αν δε συνοδεύεται από τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό. Οι σχεδιασμοί της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας του ΝΑΤΟ υπηρετούν σε τελική ανάλυση το θεμελιώδη ιδρυτικό της σκοπό, που είναι η στρατιωτική υπεράσπιση των καπιταλιστικών σχέσεων ιδιοκτησίας στα κράτη που συμμετέχουν σε αυτήν. Η διαιώνιση της εθνικής καταπίεσης στη Βαλκανική με φαινόμενα όπως η αμφισβήτηση στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων εθνών όπως οι Μακεδόνες, είναι το φυσικό συμπλήρωμα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, το αποτέλεσμα των ανταγωνισμών των εθνικών καπιταλιστικών τάξεων, καθώς και των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων σε συνθήκες καπιταλισμού.

Έτσι ο μόνος δρόμος που μπορεί να απαλλάξει τους λαούς της Βαλκανικής Χερσονήσου από τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, την εθνική αλλά και κάθε άλλου είδους καταπίεση, είναι εκείνος που έδειξε, σχεδόν έναν αιώνα πριν, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Είναι ο αγώνας για μια Βαλκανική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία, ως τμήμα των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών της Ευρώπης.

Κομμουνιστική Τάση (Περιοδικό «Επανάσταση, www.marxismos.com)