αντιδραστικό συλλαλητήριο, εθνικιστικό συλλαλητήριο, συλλαλητήριο Μακεδονία

Το συλλαλητήριο δεκάδων χιλιάδων ατόμων για την «ελληνικότητα της Μακεδονίας» που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη την Κυριακή 21/1, έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις στα αστικά ΜΜΕ, στο εσωτερικό των πολιτικών κομμάτων, αλλά και στους κύκλους των απλών εργαζόμενων της χώρας. Στον απόηχό του, φαίνεται να υπάρχει μια σειρά σημανικών εξελίξεων στις σχέσεις μεταξύ των συγκυβερνώντων ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, καθώς και στο εσωτερικό της ΝΔ, ενώ οι διοργανωτές του οργανώνουν νέο συλλαλητήριο στις 4 Φλεβάρη, αυτή τη φορά στην Αθήνα.

Διάφοροι θιασώτες ή και διοργανωτές του συλλαλητηρίου έχουν προσπαθήσει να υποστηρίξουν ότι αυτή ήταν μια αυθόρμητη κινητοποίηση με περιεχόμενο προοδευτικό, αντιμνημονιακό, αντικυβερνητικό κ.ο.κ. Από αρκετούς επιχειρήθηκε μια χονδροειδής αναλογία με τις συγκεντρώσεις του «κινήματος των πλατειών» του 2011. Το συλλαλητήριο, λένε, ίσως είχε στοιχεία πολιτικής ανομοιογένειας και ανωριμότητας, μόνο και μόνο επειδή ήταν μια πρώτη πράξη αυθεντικής και αυθόρμητης λαϊκής κινητοποίησης. Η πραγματικότητα ωστόσο αναδεικνύεται τελείως διαφορετική.

Πέρα από τη μικρή ομάδα που αποτέλεσε την «επίσημη» συντονιστική επιτροπή της διοργάνωσης, για την πραγματοποίηση του συλλαλητηρίου κινητοποιήθηκαν μαζικά – και όχι μόνο στη Βόρεια Ελλάδα – τμήματα του κράτους, Δήμοι και, φυσικά, η Εκκλησία. Μητροπολίτες, δήμαρχοι – ιδιαίτερα «γαλάζιοι» – και σύλλογοι απόστρατων στρατιωτικών ανέλαβαν τόσο την προπαγάνδισή του και την ενθάρρυνση της συμμετοχής, όσο και μεγάλο μέρος των «πρακτικών» ζητημάτων, όπως η μεταφορά διαδηλωτών με πούλμαν, η εκτύπωση έντυπου υλικού κλπ.

Σε περίοπτη θέση μεταξύ των συμμετεχόντων βρισκόταν πλήθος βουλευτών και στελεχών της Νέας Δημοκρατίας (συμπεριλαμβανομένου του «κορυφαίου» Κ. Καραμανλή), των ακροδεξιών Ανεξάρτητων Ελλήνων, της μνημονιακής Ένωσης Κεντρώων και, φυσικά, οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής.

Στον κατάλογο των ομιλητών δέσποζαν ο απόστρατος αρχηγός ΓΕΣ, υπηρεσιακός Υπουργός της κυβέρνησης Πικραμένου του 2012 και υποστηρικτής του «Ναι» στο δημοψήφισμα του 2015, Φ. Φράγκος, ο καθηγητής «γεωστρατηγικής», ειδικός σύμβουλος τμημάτων του στρατού και της αστυνομίας και επίσης δεδηλωμένος υποστηρικτής του «Ναι» τον Ιούλιο του 2015, Ν. Λυγερός, και ο γνωστός φιλο-χρυσαυγίτης μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, Άνθιμος.

Είναι μάλλον αστείο λοιπόν κανείς να αναζητά τη σχέση των παραπάνω διοργανωτών, «χορηγών», ομιλητών και προβεβλημένων συμμετεχόντων με οτιδήποτε το προοδευτικό ή αντιμνημονιακό. Και φυσικά, με βάση όλα τα παραπάνω στοιχεία, το ίδιο το περιεχόμενο, οι ομιλίες και τα συνθήματα της συγκέντρωσης δεν θα μπορούσαν παρά να είναι, όχι προοδευτικά, αλλά αντιδραστικά. Αυτός ο αντιδραστικός χαρακτήρας, επιβεβαιώνεται αδιαμφισβήτητα και από τον παρακρατικό εμπρησμό της κατάληψης «Libertatia», στο περιθώριο του συλλαλητηρίου, από ακροδεξιές ομάδες και υπό τις ιαχές «αναρχικοί και μπολσεβίκοι αυτή η γη δε σας ανήκει»…

Δεν μπορεί να υπάρξει καμιά αμφιβολία ότι η ουσία του περιεχομένου του συλλαλητηρίου δεν ήταν κάποια εναντίωση στην πολιτική της κυβέρνησης από προοδευτική σκοπιά – όπως η εναντίωση στις αντιλαϊκές και αντεργατικές πολιτικές, την πλήρη υποταγή της στην ελληνική και την ευρωπαϊκή άρχουσα τάξη – αλλά ο εθνικισμός. Το κεντρικό μήνυμα της συγκέντρωσης υπήρξε σαφές: ο «εχθρός» του λαού δεν βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, δεν είναι οι τράπεζες και οι πολυεθνικές, ο «εχθρός» βρίσκεται «έξω», στη γειτονική χώρα.

Η μαζικότητα της συγκέντρωσης

Η συμμετοχή στο συλλαλητήριο υπήρξε αναμφίβολα μαζική. Χωρίς φυσικά να μπορεί κανείς να δεχτεί τις «εκτιμήσεις» των διοργανωτών για 500.000 συγκεντρωμένους, ο αριθμός δεν είναι απίθανο να προσέγγισε τις δύο εκατοντάδες χιλιάδες. Ωστόσο, κατά κοινή ομολογία, η συγκέντρωση υπήρξε αισθητά μικρότερη από εκείνη του 1992 για το ίδιο ζήτημα. Αυτό εν μέρει οφείλεται στη μικρότερης εμβέλειας κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού και των «παρυφών» του. Πράγματι, η ελληνική αστική τάξη νιώθει πλέον ότι έχει εξασφαλίσει ό,τι μπορεί σε σχέση με τα οικονομικά συμφέροντά της στην περιοχή των νότιων Βαλκανίων και δε θέλει να «οξύνει» άσκοπα τους τόνους – παρ’ ότι βέβαια ο εθνικισμός είναι πάντα ένα χρήσιμο μέσο, για να εκτρέπει την οργή των εργαζόμενων από τα ταξικά ζητήματα, που όμως πρέπει να χρησιμοποιείται «με μέτρο». Αυτό αντανακλάται και στη μετριοπαθή επίσημη στάση της ηγεσίας της ΝΔ στο ζήτημα του ονόματος της γειτονικής χώρας, που δε διαφέρει ουσιαστικά από τη θέση της κυβέρνησης.

Ο καθοριστικός παράγοντας για τη μικρότερη συμμετοχή στην πρόσφατη συγκέντρωση, όμως, ήταν η αυξανόμενη αδιαφορία των φτωχών λαϊκών στρωμάτων για το εν λόγω ζήτημα. Αφενός, κατά τις δυόμισι δεκαετίες που μεσολάβησαν από το 1992, οι εθνικιστικές υπερβολές που για τους ιδιοτελείς λόγους της έσπειρε η ελληνική αστική τάξη, πως το γειτονικό κράτος προσβλέπει στη διεκδίκηση ελληνικών εδαφών, αποδείχτηκε ότι είναι «φαντάσματα». Αφετέρου, μέσα στις ολοένα σκληρότερες συνέπειες της οικονομικής κρίσης, τη σκέψη όλο και περισσότερων ανθρώπων απασχολούν τα κεντρικά πολιτικά, οικονομικά και ταξικά ζητήματα. Ο πατριωτισμός και ο εθνικισμός δεν μπορούν να «γεμίσουν το πιάτο» των χτυπημένων από την κρίση εργατών, νέων, ανέργων και αγροτών της Βόρειας ή της υπόλοιπης Ελλάδας.

Αυτό με τη σειρά του, εκφράζεται και στη μειωμένη διάθεση για ενεργή κινητοποίηση, ακόμα και εκείνων που συμμερίζονται την άποψη για την «ελληνικότητα της Μακεδονίας» (δημοσκόπηση της Marc για το «Πρώτο Θέμα»).

Η ταξική σύνθεση

Ένα ακόμα στοιχείο, που αποτελεί κριτήριο για την πραγματική δυναμική μιας κινητοποίησης, είναι η ταξική σύνθεσή της. Τα πιο οργανωμένα και ενεργά – παραγωγικά, κοινωνικά και πολιτικά – στρώματα της κοινωνίας συμμετέχουν σ’ αυτήν σε μεγάλο ή μικρό βαθμό; Ποιες κοινωνικές ομάδες «δίνουν τον τόνο»; Σε σχέση με τη συγκεκριμένη συγκέντρωση, δεν υπάρχουν ασφαλώς καταγεγραμμένα ποσοτικά στοιχεία γι’ αυτό το ζήτημα. Υπάρχουν όμως πολλοί έμμεσοι τρόποι για την εξαγωγή συμπερασμάτων.

Το γεγονός ότι μεγάλο ποσοστό των συμμετεχόντων κατέφθασε στη Θεσσαλονίκη με πούλμαν από τα χωριά και τις μικρές πόλεις της Βόρειας Ελλάδας (και όχι μόνο), καθώς και η συμβολή διαφόρων πολιτιστικών συλλόγων και της Εκκλησίας σ’ αυτή την οργανωμένη μεταφορά, δικαιολογεί την εκτίμηση πως κυρίαρχη συμμετοχή από τη σκοπιά της ταξικής σύνθεσης είχαν συνταξιούχοι, νοικοκυρές, αγρότες και μικροαστοί της υπαίθρου. Η ανοιχτή υποστήριξη του συλλαλητηρίου από τα τρία επαγγελματικά επιμελητήρια της Βόρειας Ελλάδας, προφανώς, αντανακλούσε μια κάποια διάθεση ανάμεσα στα μικροαστικά στρώματα για συμμετοχή σ’ αυτό.

Στον αντίποδα, η εργατική τάξη δε φάνηκε με κανένα τρόπο να συμμετέχει αποφασιστικά στη συγκέντρωση. Τίποτα που να παραπέμπει έστω και αμυδρά στις μεθόδους, τα συνθήματα, τα σύμβολα του εργατικού κινήματος δεν εμφανίστηκε στο συλλαλητήριο. Κανένα συνδικάτο και κανένα εργατικό κόμμα δε συμμετείχε (σε αντίθεση με εκείνο του 1992), κανένα σωματείο δεν απέργησε – οι εργαζόμενοι σε πάρα πολλούς κλάδους εργάζονται Κυριακές – για να συμμετέχουν τα μέλη του στη συγκέντρωση. Καμιά εργατική ηγεσία δεν ένιωσε κάποια πίεση από τη βάση της να κάνει έστω μια απλή δήλωση υποστήριξης της κινητοποίησης. Αντίθετα, ήταν οι Νεοδημοκράτες βουλευτές, περιφερειάρχες, δήμαρχοι κλπ, οι οποίοι αντλούν την εκλογική τους υποστήριξη όχι από οργανωμένες κοινωνικές δυνάμεις αλλά από τη «μάζα των ψηφοφόρων» γενικά, εκείνοι που ένιωσαν να πιέζονται από την εκλογική βάση τους να συμμετάσχουν – ακόμα και κόντρα στην επίσημη γραμμή του κόμματός τους.

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο, βέβαια, ήταν η καταφανής απουσία συμμετοχής – οργανωμένης ή μη – της νεολαίας. Μια μαζική κινητοποίηση της νεολαίας αποτελεί πάντα ένα αξιόπιστο βαρόμετρο για τις τάσεις που διαμορφώνονται στη συνείδηση της κοινωνίας και ιδιαίτερα της εργατικής τάξης. Η απουσία των νέων από τη συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης αντανακλά με χαρακτηριστικό τρόπο την περιορισμένη κοινωνική δυναμική αυτής της κινητοποίησης, όσο και γενικότερα του «κινήματος για την ελληνικότητα της Μακεδονίας» – σε πλήρη αντίθεση με τον «κίνημα των πλατειών» του 2011 και του δημοψηφίσματος του 2015, όπου υπήρξε μαζική κινητοποίηση της εργατικής νεολαίας, των νέων ανέργων, των φοιτητών, αλλά και των μαθητών.

Αντιδραστική – συντηρητική στροφή στην κοινωνία;

Αφήνοντας στην άκρη τις θλιβερές εκτιμήσεις ενός τμήματος της Αριστεράς πως το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης είχε ένα «εν δυνάμει προοδευτικό» περιεχόμενο, υπάρχει στο άλλο άκρο ένα σημαντικό τμήμα της Αριστεράς που το αντιμετωπίζει ως ένδειξη μιας επερχόμενης – ή και ήδη συντελούμενης – αντιδραστικής στροφής της κοινωνίας.

Όλα όσα αναλύθηκαν παραπάνω κάνουν ξεκάθαρο πως είναι λάθος να αποδίδεται μια τέτοια σημασία στο συλλαλητήριο για το «Μακεδονικό». Η ενθουσιώδης υποστήριξη της «ελληνικότητας» της Μακεδονίας και πολύ περισσότερο η ενεργή κινητοποίηση υπό την καθοδήγηση αντιδραστικών απόστρατων και μητροπολιτών, όχι μόνο δεν κερδίζει έδαφος στο εργατικό κίνημα και τη νεολαία – αλλά αντίθετα έχει ατονήσει ακόμα και ανάμεσα στους παραδοσιακούς υποστηρικτές της.

Στην παρούσα περίοδο, η κύρια αναζήτηση των εργαζόμενων και φτωχών λαϊκών μαζών – και ιδιαίτερα της νεολαίας – δεν κατευθύνεται προς τα δεξιά: η απήχηση της ΧΑ δε δείχνει τάσεις ανόδου, η ΝΔ δεν εμφανίζει κάποια ιδιαίτερη δυναμική, η ενιαία κεντροαριστερά – παρά τον επικοινωνιακό θόρυβο – αθροίζει ένα ποσοστό κοντά σε αυτό που έλαβαν με χωριστή εκλογική κάθοδο οι σημερινοί εταίροι της στις προηγούμενες εκλογές και τα άλλα υπόλοιπα αστικά μνημονιακά κόμματα καταρρέουν (ΑΝΕΛ, ΕΚ).

Ωστόσο, η αστική τάξη εκμεταλλευόμενη το κύριο χαρακτηριστικό της παρούσας περιόδου, που είναι η πολιτική σύγχυση και η απογοήτευση από την προδοσία του καλοκαιριού του 2015, αξιοποιεί τα εθνικιστικά συλλαλητήρια, για να δημιουργήσει ένα αντιδραστικό κλίμα, για να διασκεδάσει την κοινωνική της απομόνωση, την ταύτισή της με τα μνημόνια και την τρόικα. Όμως, το περισσότερο που μπορεί να πετύχει είναι ένα διάλειμμα μιας πολύ εύθραυστης εθνικής ομοψυχίας, που γρήγορα θα λάβει τέλος, καθώς τα μεγάλα ταξικά ζητήματα, μέσα από το αδιέξοδο της ανίατης κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού , θα επιστρέψουν στο προσκήνιο.

Ο πολιτικός αντίκτυπος

Το πρόσφατο συλλαλητήριο είχε, παρ’ όλα αυτά, επίδραση στην πολιτική κατάσταση. H Νέα Δημοκρατία έχει περιέλθει σε δύσκολη θέση. Όλο αυτό το διάστημα η κριτική της προς την κυβέρνηση για άλλη μια φορά ήταν επικοινωνιακού τύπου και αφορούσε «τους χειρισμούς». Την ίδια στιγμή όμως, οι δυο βασικές πτέρυγες του κόμματος, «Καραμανλικοί» και «Σαμαρικοί» είχαν εκδηλώσει μια πιο «σκληρή και αδιαπραγμάτευτη» στάση και τη διάθεση να υποστηρίξουν το συλλαλητήριο, αναγκάζοντας την ηγεσία του κόμματος να πάρει θέση για «κατά συνείδηση» συμμετοχή ή μη των στελεχών.

Στη συνέχεια, η μαζικότητα του συλλαλητηρίου, ο φόβος της απώλειας εκλογικής επιρροής «από τα δεξιά» και οι συνεχιζόμενες εσωκομματικές συγκρούσεις, που θύμισαν την περίοδο της εκλογής αρχηγού, ανάγκασαν την ηγετική ομάδα Μητσοτάκη να διολισθήσει προς μια πιο «σκληρή γραμμή», αλλά την ίδια στιγμή να προσπαθεί να κρατήσει μια «υπεύθυνη» από αστική σκοπιά στάση χωρίς εθνικιστικές – δημαγωγικές κορώνες.

Στην πραγματικότητα, η ελληνική άρχουσα τάξη θερίζει ό,τι έσπειρε. Έχοντας καλλιεργήσει για δεκαετίες τον εθνικισμό και τις υστερίες για τον «αλυτρωτισμό των Σκοπιανών», χρειάζεται τώρα μια συνεπή και νηφάλια στάση από το βασικό πολιτικό κόμμα της, αλλά και ταυτόχρονα να το κρατήσει όσο το δυνατό ισχυρότερο εκλογικά, μακριά από μια εκ δεξιών απώλεια εκλογικής υποστήριξης ή διάσπαση.

Βέβαια, παρ’ ότι μέσα στις συνθήκες της βαθιάς κρίσης και παρακμής του ελληνικού καπιταλισμού θα βρίσκονται στην ατζέντα κάθε είδους διασπάσεις και κρίσεις στο πολιτικό στρατόπεδό της, η αστική τάξη δε θα αφήσει εύκολα να συμβεί κάτι τέτοιο σε αυτή τη φάση και γύρω από ένα δευτερεύον για εκείνη ζήτημα. Είναι χαρακτηριστική η έκκληση για «συμμόρφωση» (όχι βέβαια και η παρουσίαση κάποιας λύσης…) που έρχεται από τις στήλες της «Καθημερινής», της οποίας το κύριο άρθρο τρεις ημέρες μετά το συλλαλητήριο (24/01) αναφέρει: «Η υπόθεση των Σκοπίων (…) έχει στόχο τη διάσπαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης ή και τη δημιουργία ενός νέου κόμματος στα δεξιά της. Όποιο από τα δύο σενάρια και αν επαληθευθεί, θα είναι μοιραίο για την πολιτική σταθερότητα του τόπου. Θα απαιτηθούν μεγάλη σύνεση και προσοχή από τα ηγετικά της στελέχη για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο»…

Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση Τσίπρα, ως προς τους βασικούς της χειρισμούς στο «Μακεδονικό», έχει εμφανώς την υποστήριξη του ισχυρότερου τμήματος της αστικής τάξης, το οποίο θέλει να κλείσει το θέμα χωρίς μεγάλες απώλειες για τις «εθνικές» της διεκδικήσεις και με μια «υπεύθυνη» στάση απέναντι στους ιμπεριαλιστές της Δύσης– σε μια φάση που ο ελληνικός καπιταλισμός συνεχίζει να είναι απόλυτα εξαρτημένος από αυτούς, για να αποφύγει τη χρεοκοπία.

Η  «αδιάλλακτη« στάση των ΑΝΕΛ είναι μια δημαγωγική παράσταση για τη διάσωση της εκλογικής τους επιρροής. Ανεξάρτητα από το αν πράγματι οι ΑΝΕΛ έχουν επιλέξει το «Μακεδονικό» ως το πιο πρόσφορο ζήτημα για μια «ηρωική έξοδο» από την κυβέρνηση (κάτι που με τα τωρινά δεδομένα δεν φαίνεται το πιο πιθανό),  το γενικό αντιδραστικό έργο  της κυβέρνησης καθόλου δεν δυσχεραίνεται από το μαζικό συλλαλητήριο της 21ης Γενάρη «για την ελληνικότητα της Μακεδονίας» και όσα άλλα ανάλογα διεξαχθούν, καθώς αυτά για ένα ορισμένο διάστημα επισκιάζουν τα νέα σκληρά μέτρα που πρέπει να ψηφίσει και να υλοποιήσει κατ’ απαίτηση των δανειστών και της ελληνικής άρχουσας τάξης ενόψει της λήξης του τρίτου δανειακού προγράμματος. Και από αυτή την άποψη λοιπόν, είναι καθήκον της Αριστεράς, και ιδιαίτερα των δυνάμεων που αναφέρονται στο μαρξισμό και τον κομμουνισμό, να αντιπαλέψουν σθεναρά την εθνικιστική δημαγωγία που απομακρύνει το βλέμμα των εργαζόμενων και των νέων από τα πραγματικά προβλήματα της κρίσης και να διατηρήσουν μια συνεπή στάση στη βάση των αρχών του προλεταριακού διεθνισμού.

Πάτροκλος Ψάλτης