Μέσα σε κλίμα αυξανόμενης διεθνούς αστάθειας, που επιτείνεται από τα αρχικά στάδια ενός εμπορικού πολέμου ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ο ελληνικός καπιταλισμός μοιάζει να απολαμβάνει μια φάση προσωρινής επιβράδυνσης της παρατεταμένης πορείας ξεπεσμού του. Αυτή η επιβράδυνση οφείλεται κυρίως στην παρούσα φάση (ισχνής) ανάκαμψης της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομίας, στην αξιοσημείωτη άνοδο του τουρισμού και, φυσικά, στην αναβολή της (αναπόφευκτης) εξόδου από την Ευρωζώνη. Αυτή η αναβολή, με τη σειρά της, οφείλεται στην πολύ εύθραυστη ισορροπία που έχει (προσωρινά) επιτευχθεί στις σχέσεις των δανειστών μεταξύ τους και με την καπιταλιστική Ελλάδα, καθώς και στην «ειρηνική» εσωτερική κοινωνική και πολιτική κατάσταση, η οποία προέκυψε στη χώρα μετά την προδοσία της κλίκας του Τσίπρα το καλοκαίρι του 2015 και την κατάρρευση της αγωνιστικής διάθεσης που είχε δημιουργηθεί στις τάξεις των, ριζοσπαστικοποιημένων από τις μάχες της εποχής των Μνημονίων, μαζών των εργαζόμενων και της νεολαίας.

Η κυβέρνηση των προδοτών των αντιμνημονιακών αγώνων του λαού επαίρεται δημόσια για τη μείωση της ανεργίας και την «επιστροφή της χώρας στην ανάπτυξη», που θα ανοίξει όπως είπε ο Τσίπρας στη ΔΕΘ το δρόμο για μια «καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια» (δηλαδή χωρίς νέο δανειακό πρόγραμμα). Ποια είναι όμως η αλήθεια;

«Νηστίσιμη» ανάπτυξη

Η αλήθεια είναι ότι, με την καταστροφή που έχει προκαλέσει στην ελληνική οικονομία η 10ετής βαθιά ύφεση και η μεγάλη υποτίμηση που αυτή έφερε σε όλων των ειδών τα εμπορεύματα, προεξάρχουσας της εργατικής δύναμης (μισθοί), η φυσιολογική εξέλιξη για τα δεδομένα του καπιταλισμού θα ήταν να υπάρχουν ήδη τουλάχιστον κάποιες απτές ενδείξεις για μια επερχόμενη ανάκαμψη ικανή να καλύψει ένα μέρος, έστω, των μεγάλων απωλειών του ελληνικού ΑΕΠ. Αλλά κάτι τέτοιο δε συμβαίνει.

Το ΑΕΠ σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ έπεσε κατά 26,5% από την αρχή της κρίσης. Σύμφωνα με την «Credit Suisse», η περιουσία των Ελλήνων μειώθηκε κατά 587 δισ. ευρώ, οι τιμές των ακινήτων έχασαν τη μισή τους αξία, οι μετοχές υποχώρησαν κατά 90%, οι μισθοί μειώθηκαν κατά μέσο όρο 50%. Παρ’ όλα αυτά, η «ανάπτυξη» για την οποία κομπάζουν οι «αριστεροί» απολογητές του ελληνικού καπιταλισμού είναι πολύ κατώτερη του επισήμως αναμενομένου και αντικειμενικά αναιμική, ιδιαίτερα αν συγκριθεί με τους – επίσης ισχνούς σε γενικές γραμμές – υφιστάμενους μέσους ρυθμούς ανάπτυξης σε επίπεδο Ευρωζώνης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ, το ελληνικό ΑΕΠ, το β’ τρίμηνο του 2017, σημείωσε αύξηση κατά 0,8% σε ετήσια βάση (έναντι 0,4% το α’ τρίμηνο), ενώ κατά το ίδιο διάστημα η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη ανήλθε σε 2,3%. Ιδιαίτερα ανησυχητικό στοιχείο για το είδος αυτής της «ανάπτυξης» ήταν το ότι στηρίχθηκε στην κατανάλωση και όχι στις επενδύσεις, οι οποίες μειώθηκαν κατά 17,1%. Αλλά και αναφορικά με την κατανάλωση, η αύξησή της προήλθε κυρίως από το κράτος και όχι από νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Με αυτά τα δεδομένα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο στόχος του 2,7% που προέβλεπαν ως αύξηση του ΑΕΠ για τη φετινή χρονιά, τόσο ο Προϋπολογισμός όσο και η Κομισιόν, είναι αδύνατο να πιαστεί. Για να πιαστεί ο στόχος του 2% που έθεσε ο Τσίπρας στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) ή, έστω, εκείνος του 1,8% που περιλαμβάνεται στο Μεσοπρόθεσμο, θα πρέπει κατά το β’ εξάμηνο η ανάπτυξη να ξεπεράσει συνολικά το 3%, κάτι που είναι εξαιρετικά δύσκολο με τις αδύναμες παρούσες επιδόσεις στις επενδύσεις.

Όσο για την περίφημη μείωση της ανεργίας, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και του ΕΦΚΑΚαθημερινή» 18/09), η αύξηση της απασχόλησης κατά 250.000 θέσεις την τελευταία τριετία (β’ τρίμηνο 2014 – β’ τρίμηνο 2017) οφείλεται στις επιδοτήσεις του ΟΑΕΔ και στην αύξηση του τουρισμού, σε παράγοντες δηλαδή που δε θεμελιώνουν την ύπαρξη σταθερής αναπτυξιακής τάσης. Το 30% των νέων θέσεων αφορούν τον τουρισμό, με αποτέλεσμα ο κλάδος αυτός να ξεπεράσει σε αριθμό απασχολουμένων πλέον και τη μεταποίηση και την κρατική διοίκηση. Ένα διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό εργαζόμενων προσλαμβάνεται με όρους μερικής, προσωρινής ή εκ περιτροπής απασχόλησης και με μισθούς κατά μέσο όρο 500 ευρώ, με αποτέλεσμα πλέον το 45% του συνόλου των εργαζόμενων να αμείβεται με μισθό κάτω από 750 ευρώ.

Επενδυτικές χίμαιρες

Μια «ισχυρή ανάπτυξη», που θα οδηγήσει σε μια «καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια», όπως αυτή που επικαλείται η κυβέρνηση, προϋποθέτει ένα ισχυρό και διαρκές κύμα επενδύσεων. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της αμερικάνικης εταιρείας οικονομικών συμβούλων “PwC”, οι συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας ως το 2022 υπολογίζονται σε 270 δισ. ευρώ. Ωστόσο, σύμφωνα με μια σχετική οικονομική ανάλυση του «Βήματος» στις 12/09, «οι προβλεπόμενες ροές χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας υπολείπονται σημαντικά …καθώς το κενό χρηματοδότησης υπολογίζεται στα 155 δισ. ευρώ».

Για να καλυφθεί αυτό το κενό επενδύσεων με ιδιωτικά κεφάλαια, ξένα ή ελληνικά, θα πρέπει ο ελληνικός καπιταλισμός να απαλλαγεί από το τεράστιο κρατικό χρέος (αλλά και τα επίσης μεγάλα χρέη νοικοκυριών και επιχειρήσεων) και τα «συνεπακόλουθά» του, όπως η υψηλή φορολογία και οι διαρκείς περικοπές στις κρατικές δαπάνες, να εξασφαλίσει για μια μεγάλη περίοδο κοινωνική ειρήνη και πολιτική σταθερότητα κι όλα αυτά, μάλιστα, να συμβούν μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον σταθερής ανάπτυξης, χωρίς αναταράξεις από νέες μεγάλες χρεοκοπίες ή νέα επεισόδια στον, ήδη εξελισσόμενο, εμπορικό πόλεμο. Με άλλα λόγια, για να γνωρίσει ο ελληνικός καπιταλισμός την ανάπτυξη, που θα τον βγάλει οριστικά από τα Μνημόνια, θα πρέπει ο ίδιος, αλλά και ο ευρωπαϊκός και παγκόσμιος καπιταλισμός, να γίνουν αγνώριστοι, να μεταμορφωθούν σ’ ένα σύστημα βγαλμένο απ’ τα καλύτερα όνειρα των αστών και των ρεφορμιστών δικηγόρων τους, χωρίς χρεοκοπίες, κρίσεις, ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις, ταξική πάλη, πολιτική ριζοσπαστικοποίηση και επαναστάσεις.

Αφήνοντας τον φανταστικό κόσμο των απολογητών του καπιταλισμού και επιστρέφοντας στον πραγματικό κόσμο, το ανέφικτο ενός κύματος επενδύσεων και μιας «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια» σημειώνεται σε κάθε ευκαιρία από τους πιο σοβαρούς, Έλληνες ή ξένους, οικονομικούς αναλυτές. Σε ανάλυση για την κατάσταση στην Ελλάδα στις 250/8, η γερμανική Handelsblatt σημείωνε ότι «τους επενδυτές ανησυχεί προ πάντων το χρέος που αγγίζει σχεδόν το 180% του ΑΕΠ» και ότι «οι κανονισμοί του ESM προβλέπουν έλεγχο κάθε τρεις μήνες. Επομένως ο Τσίπρας που ήθελε να διώξει την Τρόικα ήδη το 2015, δεν πρόκειται να την ξεφορτωθεί τόσο γρήγορα» (πηγή: Deutsche Welle).

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο βασικός αρθρογράφος του νεοφιλελεύθερου Liberal.gr, Βασίλης Γεώργας, έγραφε στις 26/08: «Αν νομίζει κανείς πως στην Ελλάδα ξεμπερδεύουμε σύντομα με τα δημοσιονομικά μέτρα και τα μνημόνια πιθανόν διαβάζει λάθος τα πράγματα. Τα μηνύματα που εκπέμπονται από όλες τις πλευρές των δανειστών δείχνουν πως η 3η αξιολόγηση προετοιμάζεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε στο τέλος της διαδρομής να οδηγεί σε ένα ακόμη διετές μνημόνιο με τη μορφή πιστοληπτικής γραμμής ενισχυμένων όρων, και σε ταχύτερη εφαρμογή των φορολογικών μέτρων και των περικοπών στις συντάξεις που επρόκειτο να ισχύσουν το 2019-2020….».

Κι ο ίδιος συνέχιζε: «..Το δόγμα Σόιμπλε για πενταετή πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ και η κλιμακούμενη μήνα με το μήνα αδυναμία της οικονομίας να ανταποκριθεί στους υπερβολικούς εισπρακτικούς στόχους, έχουν ήδη ανοίξει τη συζήτηση για την ταχύτερη εφαρμογή των «προληπτικών» φορολογικών και συνταξιοδοτικών μέτρων. Το ΔΝΤ θεωρεί άπιαστους τους στόχους των πλεονασμάτων (βλέπει απόκλιση 2,3 δισ. ευρώ το επόμενο έτος) και έχει ήδη θέσει επισήμως θέμα μείωσης του αφορολόγητου ορίου από το 2019 αντί του 2020, ώστε να ισχύσει μαζί με τη νέα περικοπή των συντάξεων. Στον σχετικό νόμο που ψηφίστηκε φέτος τον Ιούνιο, προβλέπεται ρητά η δυνατότητα του ΔΝΤ να ζητήσει την εφαρμογή των δημοσιονομικών μέτρων ένα χρόνο νωρίτερα. Παράλληλα έχει ζητήσει να μην ισχύσει κανένα από τα ψηφισθέντα «αντίμετρα» μέχρι το 2022.Υπάρχουν ωστόσο ολοένα και ισχυρότερες ενδείξεις πως με πολιορκητικό κριό το ΔΝΤ, το Βερολίνο θα πιέσει την κυβέρνηση να θέσει σε εφαρμογή από τις αρχές του 2018 (αντί του 2019) ένα μέρος αν όχι το σύνολο των περικοπών στις συντάξεις και στο αφορολόγητο. Οι σχετικές «διαρροές» έχουν πυκνώσει το τελευταίο διάστημα τόσο από την Ουάσιγκτον όσο και από τις Βρυξέλλες και τη Φραγκφούρτη σε βαθμό που αρκετοί πλέον να θεωρούν αναπόφευκτη αυτή την εξέλιξη. Η πορεία των δημοσίων εσόδων ως τον προσεχή Οκτώβριο-Νοέμβριο που θα συντάσσεται ο προϋπολογισμός του 2018, θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό αν και πόσα από τα μέτρα της επόμενης διετίας, θα ζητηθεί να εφαρμοστούν από το επόμενο έτος ή τι ισοδύναμο θα προτείνει η κυβέρνηση από το μέτωπο της άμεσης περικοπής δημοσίων δαπανών….».

Κρίναμε ότι αυτή η μακρά παράθεση από έναν νεοφιλελεύθερο αναλυτή είναι χρήσιμη, αφού, παρά την αντίπαλη ταξική της σκοπιά, κάνει μια σωστή καταγραφή των τάσεων της οικονομικής πραγματικότητας, ιδιαίτερα αν κάποιος τη συγκρίνει με τα «οράματα ανάπτυξης» (για την ακρίβεια παραμύθια για λαϊκή κατανάλωση) που περιείχαν σχετικά με το μέλλον του ελληνικού καπιταλισμού οι ομιλίες Τσίπρα και Μητσοτάκη στη ΔΕΘ. Αυτές είναι, λοιπόν, οι πραγματικές τάσεις: εύθραυστες επιδόσεις στο ΑΕΠ, χωρίς «κύματα επενδύσεων», αλλά με κύματα νέων μέτρων και διαρκούς δημοσιονομικής αβεβαιότητας που επεκτείνουν τα Μνημόνια στο διηνεκές. Άλλωστε, δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η συμφωνία του Eurogroup του περασμένου Ιουνίου έκανε ξεκάθαρα λόγο για πρωτογενή πλεονάσματα λιτότητας έως το 2060 (3,5% μέχρι και το 2022 και 2% από το 2023 μέχρι το 2060).

 Ας το επαναλάβουμε: καμία «ισχυρή ανάπτυξη» δεν πρόκειται να έρθει με στόχους για πρωτογενή πλεονάσματα σκληρής λιτότητας και, αντιστρόφως, τόσο υψηλά πλεονάσματα δεν μπορούν να κατακτηθούν με την τάση που υποδηλώνει η παρούσα αναιμική «ανάπτυξη». Ο ελληνικός καπιταλισμός δεν μπορεί να ξεφύγει ουσιαστικά από αυτόν τον «φαύλο κύκλο» χρέους-λιτότητας-ύφεσης. Αυτός, αναπόφευκτα, θα τον οδηγήσει σε κάποιο στάδιο στην αναζήτηση ενός πιο δραστικού μέσου υποτίμησης, σε μια ακόμα προσπάθεια να γίνουν πιο συμφέρουσες οι νέες επενδύσεις κεφαλαίων στη χώρα, επιδιώκοντας μια συναινετική με τους δανειστές, «συντεταγμένη», επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, που θα συνοδεύεται από μια ευνοϊκότερη και μονιμότερη διευθέτηση του χρέους συγκριτικά με ό,τι ισχύει σήμερα για την εξυπηρέτησή του.

Υστέρηση εσόδων – πλεόνασμα δημαγωγίας και αδιεξόδων

Η πορεία των φορολογικών εσόδων είναι ο «ψυχρός» δείκτης των δημοσιονομικών προοπτικών. Από εκεί θα μάθουμε τα περισσότερα σχετικά με το αν θα έχουμε «καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια». Έτσι, σύμφωνα με τα επίσημα κυβερνητικά στοιχεία για την εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού, κατά το διάστημα Ιανουαρίου – Αυγούστου 2017, τα καθαρά φορολογικά έσοδα ήταν μειωμένα κατά 1,759 δισ. ευρώ ή 5,5% έναντι του στόχου. Το αποτέλεσμα ήταν το πρωτογενές πλεόνασμα να πέσει κάτω από τον στόχο του οκταμήνου.

Αυτή η αξιοσημείωτη υστέρηση είναι μια προειδοποίηση. Το περσινό πρωτογενές «πλεόνασμα μαμούθ», ύψους 6.9 δισ. ευρώ, που επιδιώχθηκε σαν αποτέλεσμα από τη μία πλευρά της ανάγκης της ελληνικής άρχουσας τάξης να πείσει τους δανειστές ότι αξίζει να την κρατούν στην Ευρωζώνη, επιδεικνύοντας υπερβάλλοντα ζήλο στη σκληρή λιτότητα και, από την άλλη, της απόπειρας της γερμανικής άρχουσας τάξης να προετοιμάσει το έδαφος για το επερχόμενο κλείσιμο της στρόφιγγας των δανειακών πακέτων προς την Ελλάδα, δείχνοντας σε όλους τους ενδιαφερόμενους ότι η Ελλάδα μπορεί, τάχα, να σταθεί στα δικά της πόδια, στηρίχθηκε σε κάποιο βαθμό στη σημαντική αύξηση των φορολογικών εσόδων. Όμως όπως λέει ο λαός, «κάθε μέρα δεν είναι του Aη Γιαννιού».

Οι «αριστεροί» διαχειριστές της κρίσης έχουν αρχίσει να φαντάζονται ότι οι, αποκαμωμένες από τη δεκαετή κρίση, φτωχές λαϊκές μάζες θα συνεχίζουν να κάνουν το «εθνικό τους καθήκον», πληρώνοντας κανονικά τεράστιους φόρους, για να αποφύγει ο ελληνικός καπιταλισμός το Grexit και να συνεχιστεί απρόσκοπτα η καριέρα της πρωθυπουργικής κλίκας. Όταν όμως μειώνονται διαρκώς οι μισθοί και οι συντάξεις, την ώρα που η ανεργία παραμένει υψηλή και τα κύματα επενδύσεων βρίσκονται μόνο στη φαντασία των δουλικών υπηρετών του καπιταλισμού, η έλευση ενός κραχ στη συλλογή φόρων είναι θέμα χρόνου. Και όταν αναπόφευκτα θα έρθει, οι στόχοι για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για τα επόμενα 42 χρόνια θα μοιάζουν ένα κακόγουστο ανέκδοτο.

«Μα η χώρα βγήκε ήδη στις αγορές», αντιτείνουν οι πολιτικοί απατεώνες (και – ως φανατικοί εραστές της διαχείρισης της καπιταλιστικής σήψης – πιθανότατα όχι μόνο «πολιτικοί») της κυβέρνησης. Φυσικά! Βγήκε στις αγορές με επιτόκιο 4,625% για 5 χρόνια, όταν από τον ESM το ελληνικό κράτος δανείζεται με 0,89%. Τόσο μεγάλη ήταν η «εμπιστοσύνη» που του έδειξαν οι αγορές… Με μια τέτοια «εμπιστοσύνη» από τις αγορές τα επόμενα χρόνια, εκφρασμένη σε ανάλογες πανάκριβες εκδόσεις ομολόγων, ο κίνδυνος της χρεοκοπίας, που τυπικά και προσωρινά έφυγε από την «πόρτα» που άνοιξε η τρόικα, θα επανέλθει γρήγορα από το «παράθυρο» που ανοίγουν αυτές οι επιδείξεις ψεύτικης οικονομικής – δημοσιονομικής ισχύος. Το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να βγει σταθερά στις αγορές όσο υπάρχει το σημερινό τεράστιο χρέος, όσο το έδαφος που χάθηκε στο ΑΕΠ από την οικονομική καταστροφή της δεκαετούς κρίσης δε φαίνεται δυνατό να ανακτηθεί και όσο, πάνω σε αυτό το έδαφος, θα καραδοκεί φυσιολογικά διαρκώς η κοινωνική και πολιτική αστάθεια.

Τέλος, δε θα πρέπει να ξεχνάμε τον παράγοντα «τράπεζες». Το ΔΝΤ έθεσε θέμα νέας ανακεφαλαιοποίησης στις αρχές του μήνα και πολλοί αναλυτές έσπευσαν να χαρακτηρίσουν την κίνηση αυτή ως πρόσχημα, για να επιταχύνει την πλήρη αποχώρησή του από την Ελλάδα. Όμως, είτε μπλοφάρει το ΔΝΤ είτε όχι, τα νέα δεν είναι καλά για τον ελληνικό καπιταλισμό.

Με μια εσπευσμένη αποχώρησή του ΔΝΤ από την Ελλάδα, η ελληνική άρχουσα τάξη θα χάσει το μόνο της σύμμαχο στη διεκδίκηση απομείωσης του χρέους. Επιπλέον, η φημολογούμενη ανάληψη των δανείων του από την ΕΕ και τον ESM, μαζί με τη συνολική ευθύνη για τα νέα αναγκαία δάνεια των επόμενων χρόνων, δεν μπορεί παρά να σημάνει νέα, ακόμα σκληρότερα Μνημόνια. Αλλά και αν το ΔΝΤ απλώς λέει την αλήθεια για τις τράπεζες, ανεξάρτητα σε αυτό το σημείο από το αν θα αποχωρήσει σύντομα από την Ελλάδα (περίπτωση που είναι και η πιο πιθανή), τότε η άμεση δρομολόγηση μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών θα αποτελέσει ένα αποφασιστικό πλήγμα στην απόπειρα καλλιέργειας κλίματος ερχομού της ανάπτυξης και «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια». Και τα πράγματα θα πρέπει να είναι όντως σοβαρά για τις τράπεζες, από την στιγμή που ο άτυπος δημοσιογραφικός τους εκπρόσωπος, Μπάμπης Παπαδημητρίου, έφθασε να «πιθανολογεί» («Καθημερινή», 17/9) τη διάθεση στις τράπεζες των εναπομεινάντων 10 δισ. ευρώ του τρίτου δανείου, για να καλυφθούν οι απώλειες από τα «κόκκινα» δάνεια και να θέτει προκλητικά, εμμέσως πλην σαφώς, ζήτημα εξαίρεσης των συστημικών τραπεζών από τις φορολογικές υποχρεώσεις.

Πολιτικές προοπτικές και ταξική πάλη

Πριν φτάσουμε στον αναπόφευκτο εκτροχιασμό των εσόδων, την αποχώρηση του ΔΝΤ, το φάσμα της λήψης νέων μέτρων και της υπογραφής νέων Μνημονίων, η κυβέρνηση Τσίπρα θα πρέπει να ασχοληθεί με τα δεκάδες εναπομείναντα προαπαιτούμενα του Τρίτου Μνημονίου, που περιλαμβάνουν εκτός των άλλων νέες περικοπές σε κοινωνικά επιδόματα και ένα νέο συνδικαλιστικό νόμο, που θα περιορίζει αποφασιστικά το δικαίωμα στην απεργία. Η κυβέρνηση όμως κάθε άλλο παρά ισχυρή είναι. Μοναδικό φανερό της στήριγμα είναι η ενισχυμένη, μετά και την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, εμπιστοσύνη στο πρόσωπό της από την ελληνική άρχουσα τάξη και τη «μαντάμ» Μέρκελ. Το πιο αποτελεσματικό της «στήριγμα», όμως, είναι η αγωνιστική παράλυση των εργατικών μαζών και της νεολαίας, την οποία σε μια επίδειξη αλαζονείας ο Τσίπρας την περασμένη Άνοιξη, εμφάνισε ως υποστήριξη.

Η τραγική ειρωνεία και ταυτόχρονη αποτύπωση του μεγέθους των συνεπειών της υποχώρησης, που έφερε η απροκάλυπτη προδοσία του καλοκαιριού του 2015, είναι το γεγονός ότι η κυβέρνηση είναι σήμερα τόσο ευάλωτη, που θα αρκούσε η επανάληψη μιας κινητοποίησης του μεγέθους της γενικής απεργίας του Φεβρουαρίου του 2016, για να την σπρώξει προς την έξοδο, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο ολόκληρο το μνημονιακό οικοδόμημα. Είναι τόση η πολιτική της «εξάντληση» και η κοινωνική της ανυποληψία από τις απανωτές και αμέτρητες, πια, αθετήσεις υποσχέσεων προς τον εργαζόμενο λαό, που δε θα αποτελούσε καθόλου υπερβολή να την χαρακτηρίσουμε «πολιτικό πτώμα».

Απόλυτα ενδεικτική για τις αντοχές της κυβέρνησης ήταν η κατάληξη, που είχε η μαχητική απεργία των συμβασιούχων στου Δήμους τον περασμένο Ιούλιο. Αυτή η απεργία, παρά την κακή καθοδήγηση από την ηγεσία του χώρου και την όχι ιδιαίτερα θερμή στήριξη από τις πλατιές εργατικές μάζες, έληξε με μια επιμέρους νίκη, με την παράταση των συμβάσεων. Αν σήμερα το εργατικό κίνημα ήταν σε θέση να προβεί σε στοιχειωδώς μαζικές, συνολικές κινητοποιήσεις, η κυβέρνηση θα λύγιζε. Αλλά εκτός από την ύπαρξη συσσωρευμένης κούρασης και απογοήτευσης, λείπει ο καθορισστικός παράγοντας που θα μπορούσε να διαμορφώσει μια νέα μαχητική διάθεση στο κίνημα, δηλαδή η αποφασιστική, μαζική επαναστατική ηγεσία. Η απουσία αυτού του παράγοντα δημιουργεί το κατάλληλο έδαφος, για να συνεχιστεί η παρούσα περίοδος «άμπωτης» στους μαζικούς ταξικούς και πολιτικούς αγώνες, μέχρι ένα μεγάλο γεγονός, που θα σχετίζεται πιθανά με την απότομη κλιμάκωση της κρίσης και της επίθεσης στο βιοτικό επίπεδο των μαζών, να τις ξαναβγάλει στο δρόμο, για να καθορίσουν ενεργά τις πολιτικές εξελίξεις.

Η κυβέρνηση, παρά την ανθεκτικότητα που επέδειξε σε όλες τις έως σήμερα κρίσιμες ψηφοφορίες στη Βουλή, κάτω από το βάρος ενός επερχόμενου δημοσιονομικού εκτροχιασμού, των διαρκών πιέσεων για νέα μέτρα και υπό την απειλή της μη κάλυψης των χρηματοδοτικών κενών, που θα δημιουργήσει η επίσημη λήξη του τρίτου προγράμματος το επόμενο καλοκαίρι, είναι πάντοτε πιθανό να προχωρήσει προς μια «ηρωική έξοδο», παραδίδοντας τα «κλειδιά» μπροστά στον κίνδυνο της κοινοβουλευτικής εξαφάνισης, σε μια επίσης αδύναμη κεντροδεξιά κυβέρνηση υπό τον Μητσοτάκη. Κι αν κρίνει κάποιος από τις ακραία νεοφιλελεύθερες εξαγγελίες του τελευταίου στη ΔΕΘ (ιδιωτικοποίηση σχολείων, νέες περικοπές σε Υγεία – συντάξεις κ.α), όλα δείχνουν ότι μια τέτοια κυβέρνηση, με τον υπερβάλλοντα Μνημονιακό – αντεργατικό της ζήλο, θα μπορούσε να δώσει την αφορμή, για την οποία μιλήσαμε λίγο πιο πάνω, που θα σηματοδοτήσει μια νέα αγωνιστική αφύπνιση των μαζών.

Ωστόσο, η αναγκαία ηγετική δύναμη που θα ενέπνεε, θα οργάνωνε και θα καθοδηγούσε νέους μαζικούς αγώνες και θα τους έδινε μια άμεση προοπτική εξουσίας, θα μπορούσε να υπάρξει ήδη από σήμερα στο πρόσωπο του βαθιά ριζωμένου στην εργατική τάξη και την πρωτοπόρα νεολαία, ΚΚΕ. Όμως, παρά τη σωστή, αντικαπιταλιστική πολιτική και προγραμματική γραμμή του κόμματος, παρά την ολόσωστη εκτίμηση ότι, για να καταργηθούν τα Μνημόνια, χρειάζεται μια άλλη τάξη στην εξουσία, απουσιάζει από την πολιτική του ένα επεξεργασμένο σχέδιο για την ανασύνταξη και την αντεπίθεση της εργατικής τάξης με στόχο την εξουσία. Αντιθέτως, βλέπουμε σταθερά στις επίσημες τοποθετήσεις της ηγεσίας μια σαφή υποτίμηση των επαναστατικών δυνατοτήτων, που κρύβει μέσα της ολόκληρη η παρούσα περίοδος.

Οι εργάτες και η πρωτοπόρα νεολαία σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι δεκτικοί στις ιδέες και το πρόγραμμα του κομμουνισμού, αν αυτά εξηγηθούν υπομονετικά, σε απλή γλώσσα και με τη διαρκή υπογράμμιση ότι αποτελούν στόχους που αφορούν το σήμερα και όχι ένα αφηρημένο μέλλον. Με έναν έμμεσο, αλλά σαφή τρόπο, η επικαιρότητα του κομμουνισμού, αποτυπώθηκε πρόσφατα, τόσο στη σπουδή που επέδειξε η ελληνική άρχουσα τάξη στη συκοφαντική στοχοποίηση του κομμουνισμού σε σύμπνοια με την ΕΕ, όσο και στην προσπάθεια της κυβέρνησης να διαχωριστεί υποκριτικά από αυτή την αντιδραστική κουστωδία, για να μη φανεί ότι συγκρούεται με τις κοινές, πάγιες αντιλήψεις της πλειονότητας των εργαζόμενων, στη συνείδηση των οποίων ο κομμουνισμός είναι το φυσικό αντίπαλο δέος του φασισμού και κάθε άλλης μορφής καπιταλιστικής αντίδρασης.

Ο κομμουνισμός – και όχι φυσικά η σταλινική του διαστρέβλωση – είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ, η μόνη ελπίδα και η μόνη λύση για την εργατική τάξη και συνολικά για την εργαζόμενη πλειονότητα της κοινωνίας. Το ιστορικό καθήκον του ΚΚΕ, είναι να δώσει σε αυτή την ελπίδα σάρκα και οστά, ακολουθώντας το παράδειγμα των Μπολσεβίκων με την ευκαιρία και της συμπλήρωσης 100 χρόνων από τη μεγάλη Οκτωβριανή επανάσταση: να πει ξεκάθαρα στην εργατική τάξη ότι θέλει να ηγηθεί, σήμερα και όχι σ’ ένα αόριστο μέλλον, στον αγώνα για τη δική της εξουσία, δείχνοντάς της αποφασιστικά το δρόμο που θα την οδηγήσει στη νίκη.

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος