Για την Κομμουνιστική Τάση

Για τι παλεύουμε

Επικοινωνία

Αρχική Επικαιρότητα Ελληνική Επικαιρότητα Τι σηματοδοτεί η εκλογή Μητσοτάκη στη ΝΔ

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Κομμουνιστική Τάση, το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Τι σηματοδοτεί η εκλογή Μητσοτάκη στη ΝΔ

Τα αίτια της επικράτησης Μητσοτάκη στη Ν.Δ, οι διεργασίες που εκφράζει και οι πολιτικές της επιπτώσεις.

Η ανάδειξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία της Ν.Δ με ποσοστό 52,43% και 173.297 ψήφους έναντι 47,57% και 157.224 ψήφων που έλαβε ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, σηματοδοτεί μια αξιοσημείωτη αλλαγή στο πολιτικό στρατόπεδο της άρχουσας τάξης και αντανακλά τις εντατικές διεργασίες που συντελούνται στη συνείδηση ενός τμήματος της παραδοσιακής εκλογικής του βάσης.

Κατ’ αρχάς, το γεγονός ότι, για δεύτερη συνεχόμενη φορά, εκατοντάδες χιλιάδες δεξιών ψηφοφόρων κινητοποιήθηκαν για να συμμετάσχουν ενεργά στη διαδικασία εκλογής του νέου αρχηγού της ΝΔ, αντανακλά μια σαφή τάση για επανασυσυσπείρωση, της οποίας φυσικά, η έκταση και η προοπτική είναι πολύ πρόωρο να εκτιμηθούν.

Φαίνεται πως σεβαστά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων που παραδοσιακά υποστήριζαν τη Δεξιά, με προεξάρχοντα τα πιο εύπορα και ηλικιωμένα, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων από όσους κατά τους πρώτους μήνες της θητείας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ είχαν γοητευθεί από την «σκληρή διαπραγμάτευση», αρχίζουν να αναζητούν πολιτική λύση ξανά από το παραδοσιακό κόμμα του ελληνικού κεφαλαίου.

Η παταγώδης διάψευση των υποσχέσεων της κλίκας του Τσίπρα για τη δυνατότητα ενός ελληνικού καπιταλισμού που με καλύτερη, «προοδευτική» διαχείριση τάχα θα διασφάλιζε τη θέση των απειλούμενων με βίαιη προλεταριοποίηση από την κρίση μικρών και μεσαίων αστών, τους οδηγεί πλέον απελπισμένα στην εξίσου οδυνηρή αυταπάτη ότι μια τέτοια ανέφικτη λύση μπορεί να προέλθει από ένα νέο και «άφθαρτο» ηγέτη στη ΝΔ.

Το γεγονός ότι η τάση για επανασυσπείρωση στη ΝΔ ενός μέρους της παραδοσιακής κοινωνικής της βάσης αναπτύσσεται μόλις στον απόηχο της κυβερνητικής αποκάλυψης της αληθινής της φύσης σαν κόμμα του μεγάλου κεφαλαίου, προορισμένου εξαιτίας της βαθειάς ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού να συντρίψει όχι μόνο τα εργατικά συμφέροντα, αλλά και τους μικροαστούς και ένα τμήμα της μεσαίας αστικής τάξης, αποτελεί ζωντανή απόδειξη για το βαθμό αντιδραστικότητας και χρεοκοπίας των πολιτικών των καριεριστών ρεφορμιστών ηγετών του ΣΥΡΙΖΑ. Οι σοσιαλδημοκράτες ρεφορμιστές, που παραδοσιακά αποκηρύσσουν τις πληβειακές, επαναστατικές λύσεις των κομμουνιστών για την κοινωνία στο όνομα της υποτιθέμενης απόπειρας να τραβηχτούν οι μικροαστοί στο πλευρό της εργατικής τάξης, με τη δειλία και την υποτακτικότητα που επιδεικνύουν μπροστά στο μεγάλο κεφάλαιο καταφέρνουν να στείλουν μεγάλα τμήματα των μικροαστών πίσω στην πολιτική του «αγκαλιά».

Την απελπισμένη τάση τμημάτων των μεσαίων στρωμάτων για αναζήτηση του κατάλληλου «νέου ηγέτη» στους κόλπους της ΝΔ εκμεταλλεύτηκε καλύτερα από όλους τους υποψήφιους προέδρους ο Κ. Μητσοτάκης. Το βασικό πλεονέκτημά του σε αυτή την απόπειρα δεν ήταν ηλικιακό, αλλά πολιτικό. Άλλωστε, αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι στον πρώτο γύρο «προσπέρασε στο νήμα» τον αρκετά νεότερό του Τζιτζικώστα και το συνομήλικο του Γεωργιάδη. Στα μάτια των μικρομεσαίων αστών, με την αρωγή της κυρίαρχης προπαγάνδας των αστικών ΜΜΕ, η πολιτική χρεοκοπία του Τσίπρα εμφανίστηκε σαν «αποτυχία του αριστερού κρατισμού». Οι μικρομεσαίοι αστοί, μέσα στην πυρετώδη πολιτική σύγχυση που τους δημιουργεί η απροκάλυπτη ταύτιση της «αριστερής» κλίκας του Τσίπρα με τον καπιταλισμό, ψάχνουν το σωτήρα που θα τους απαλλάξει δραστικότερα από την άγρια κρατική φορολόγηση. Από αυτή την αναζήτηση ήταν φυσικό να ωφεληθεί εκείνος ο υποψήφιος που εμφανίστηκε σαν αυθεντικότερος εκφραστής ενός υποτιθέμενου «φιλελεύθερου αντικρατισμού», δηλαδή ο Κ. Μητσοτάκης.

Ο Β. Μεϊμαράκης εμφανίστηκε σαν η πιο ενδεδειγμένη υποψηφιότητα για την περιφρούρηση των εσωκομματικών ισορροπιών, αλλά και για τη διαφύλαξη της ομαλής σχέσης που ανέπτυξε η άρχουσα τάξη με την κλίκα του Τσίπρα στον απόηχο της μνημονιακής προδοσίας της. Η συναινετική στάση του έναντι του τρίτου φορομπηχτικού Μνημονίου το περασμένο καλοκαίρι αποτέλεσε εχέγγυο καταλληλότητας για το μεγάλο κεφάλαιο, όχι όμως και για την πλειοψηφία όσων μικρομεσαίων αστών ξαναστρέφονται στη ΝΔ αναζητώντας τον ηγέτη – αντίπαλο δέος στον «κρατιστή Τσίπρα». Στα μάτια τους ο ηγέτης αυτός, από άποψη αλλά και οικογενειακή πολιτική παράδοση, δεν μπορούσε να είναι ο Μεϊμαράκης, αλλά μόνο ο τελικός νικητής Κ. Μητσοτάκης. Μπροστά του, ο ασαφούς ιδεολογικής τοποθέτησης Τζιτζικώστας και ο ακροδεξιός «μέτοικος» Γεωργιάδης, φάνταζαν επίσης ανεπαρκείς επιλογές.

Η εκλογή Μητσοτάκη αλλάζει τα δεδομένα στους εσωκομματικούς συσχετισμούς της Ν.Δ σε βάρος της ισχυρότερης παραδοσιακής πτέρυγας του κόμματος, αυτής των Καραμανλικών. Η ήττα του εκλεκτού τους Μεϊμαράκη ήταν η πιο οδυνηρή ήττα για τους Καραμανλικούς στην πρόσφατη ιστορία του κόμματος. Από την άλλη πλευρά, η διαφορά των 4,86 ποσοστιαίων μονάδων είναι εξαιρετικά μικρή για να δώσει στο νέο αρχηγό τον «αέρα» και τους όρους μιας αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας, όπως αυτής που απολάμβανε ο Καραμανλής ο νεότερος, κατά τη διάρκεια της δικής του θητείας.

Οι εσωκομματικές εντάσεις και τριβές αναπόφευκτα, λοιπόν, θα είναι υπαρκτές στο άμεσο μέλλον. Όμως, το πιθανότερο είναι ότι οι σχέσεις ανάμεσα στις βασικές παραδοσιακές πτέρυγες μέσα στο κόμμα, τους «λαϊκόδεξιούς» και τους «κεντρογενείς – φιλελευθέρους», δε θα οξυνθούν μέχρι το σημείο μιας ανοικτής διάσπασης, τουλάχιστον έως τις ερχόμενες εκλογές. Είναι λάθος να υπερτιμά κανείς τις πολιτικές διαφορές μεταξύ Μητσοτάκη και Μεϊμαράκη, Καραμανλικών – Μητσοτακικών, «λαϊκόδεξιών» – κεντροδεξιών. Παρά τις όποιες ψευδαισθήσεις όσων στήριξαν τον έναν ή τον άλλο υποψήφιο, οι πολιτικές διαφορές μεταξύ των βασικών πτερύγων και ηγετών του κόμματος ποτέ δεν ήταν λιγότερες και πιο επουσιώδεις.

Όλοι τους, ειδικά μετά και από την άτακτη εγκατάλειψη της αντιμνημονιακής ρητορικής που χαρακτήρισε την πρώτη φάση της προεδρίας Σαμαρά, αναγνωρίζουν τα Μνημόνια σαν το κοινό και αδιαμφισβήτητο πολιτικό τους πρόγραμμα. Αυτό εξηγεί και τις «ανορθόδοξες» συμμαχίες του δεύτερου γύρου, στο πλαίσιο των οποίων ο Σαμαράς στήριξε έναν εκπρόσωπο της άσπονδα εχθρικής σε αυτόν πολιτικής οικογένειας Μητσοτάκη και ο δεξιός Γεωργιάδης στήριξε επίσης τον κεντρώο Μητσοτάκη. Όλες αυτές οι πολιτικές φατρίες και οι εκπρόσωποί τους δεν έχουν πραγματική διαφωνία μεταξύ τους, ούτε καν στο εμφανιζόμενο ως επίμαχο ζήτημα των σχέσεων με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Η όποια εμφανιζόμενη «συγκρουσιακή» τάση πτερύγων ή ηγετών της ΝΔ έναντι του Τσίπρα και της κυβέρνησης είναι απόλυτα υποκριτική και «επικοινωνιακή». Στην πραγματικότητα, όλοι αυτοί οι κύριοι εύχονται μέσα τους ολόψυχα οι Τσίπρας – Καμένος να κάνουν όση περισσότερη από τη βρώμικη δουλειά του τρίτου Μνημονίου, πριν οι ίδιοι κληθούν να ξαναπάρουν τη βασική κυβερνητική ευθύνη για το «προσαραγμένο σε ξέρα» καράβι που λέγεται ελληνικός καπιταλισμός. Όπως έκαναν και το καλοκαίρι με την υπερψήφιση του Μνημονίου, έτσι και στο άμεσο μέλλον, όταν η κυβέρνηση Τσίπρα – Καμένου χρειαστεί κοινοβουλευτική στήριξη, για να περάσει κάποιο από τα αντιδραστικά προαπαιτούμενα του Μνημονίου, συμπεριλαμβανομένου του επερχόμενου ασφαλιστικού, όλοι οι βασικοί ηγέτες της ΝΔ θα σπεύσουν να της την προσφέρουν.

Αυτό, φυσικά, δε σημαίνει ότι όπου η στήριξη δεν είναι άμεσα αναγκαία για τη βιωσιμότητα της κυβέρνησης, θα της παρέχεται απλόχερα από τη νέα ηγεσία της ΝΔ ή, ακόμα περισσότερο, ότι το κόμμα του κεφαλαίου θα μπορούσε εύκολα το επόμενο διάστημα να συμμετάσχει σε μια συγκυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Η κύρια πολιτική γραμμή των αστών θα είναι να κρατήσουν όσο γίνεται περισσότερο το κόμμα τους μακριά από την άμεση εμπλοκή στην κυβέρνηση, επενδύοντας ταυτόχρονα στην ορμή και στις προσδοκίες που δημιουργεί η αλλαγή προέδρου, ώστε να εξασφαλιστεί ένα όσο το δυνατό πιο ισχυρό και σταθερό κυβερνητικό σχήμα για την “μετά Τσίπρα” περίοδο.

Το επόμενο διάστημα θα πρέπει να αναμένεται μια άνοδος της ΝΔ στις δημοσκοπήσεις. Αυτή η άνοδος δε θα αντανακλά ένα ισχυρό κοινωνικό ρεύμα προς τα δεξιά, που άλλωστε δεν υπάρχει και δε φαίνεται ότι είναι δυνατό άμεσα να αναπτυχθεί, αλλά μια ορισμένη τάση για εκλογική συσπείρωση στη ΝΔ παραδοσιακών της ψηφοφόρων, από τις τάξεις των μικρομεσαίων στρωμάτων και των συνταξιούχων. Αυτό που θα δίνει τον τόνο (και ήδη έχει αρχίσει να φαίνεται καθαρά) θα είναι η απότομη πτώση της απήχησης του ΣΥΡΙΖΑ, σαν αποτέλεσμα της πλήρους αποκάλυψης της μνημονιακής του χρεοκοπίας. Αυτή η χρεοκοπία είναι που αρχίζει να βάζει τις βάσεις για μια πιθανή εκλογική νίκη της ΝΔ του Μητσοτάκη, όποτε προκηρυχτούν εθνικές εκλογές.

Η μελλοντική άνοδος στην εξουσία μιας κυβέρνησης της ΝΔ με τον Μητσοτάκη πρωθυπουργό δεν πρόκειται να έχει καμία ποιοτική διαφορά από μια αντίστοιχη με πρωθυπουργό τον Μεϊμαράκη. Η βαθειά και «ανίατη» κρίση του ελληνικού καπιταλισμού θα κάνει την κυβέρνηση αυτή ακόμα πιο αντιλαϊκή από τη σημερινή, αλλά και από τις παλιότερες της ΝΔ. Οι «φρέσκες», «φιλελεύθερες» ιδέες του Μητσοτάκη θα αποδειχθεί τότε ότι εκφράζουν απλά την επιτακτική ανάγκη του ελληνικού καπιταλισμού για κλιμάκωση της επίθεσης στο βιοτικό επίπεδο και τα δημοκρατικά δικαιώματα της εργατικής τάξης, στο πλαίσιο της οποίας μια κυβέρνηση της Δεξιάς θα επιχειρήσει να ολοκληρώσει αυτό που δε θα έχει προλάβει η δουλική στο κεφάλαιο ρεφορμιστική κλίκα του Τσίπρα. Και σε αυτή την προοπτική, εκείνο το τμήμα των μικρομεσαίων αστών και των συνταξιούχων, που σήμερα απελπισμένα αναζητούν στον Μητσοτάκη τον ηγέτη που θα τους ξαλαφρώσει από τους φόρους, θα διαπιστώσει ότι εξαπατήθηκε σκληρά από έναν ακόμα μεγαλοαστό πολιτικό.

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα