Ταυτότητα

Θεμελιώδεις Ιδέες

Συχνές Ερωτήσεις

Επικοινωνία

ΑρχικήΕπικαιρότηταΕλληνική ΕπικαιρότηταΞεφυλλίζοντας την «Ιθάκη» - Μέρος 4o

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Επαναστατική Κομμουνιστική Οργάνωση, το ελληνικό τμήμα της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς (RCI), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Ξεφυλλίζοντας την «Ιθάκη» – Μέρος 4o

Το 4ο μέρος της αναλυτικής κριτικής μας στο νέο βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα.

Συνεχίζοντας πάντα στη συναισθηματικά φορτισμένη ενότητα με τίτλο «Τα χρόνια της αθωότητας», ο αναγνώστης αναμενόμενα συναντά την περιγραφή εμβληματικών στοιχείων για τη ζωή ενός μέσου Αθηναίου εφήβου της δεκαετίας του 1980: λατρεία για επιβεβαίωση μέσω των σπορ, βραδινές έξοδοι σε «φαστ φουντ», σινεμά και πάρτι, σκασιαρχεία, μπιλιάρδα και γενικότερα κατά τον συγγραφέα, αναζήτηση για «γεύσεις ελευθερίας που δεν θέλεις να τελειώσει».

Ωστόσο, και σε αυτό ακόμα το φορτισμένο συναισθηματικά τμήμα της αφήγησής του, οι πολιτικές σκοπιμότητες και οι πνευματικές αποσκευές του μεσόκοπου «εθνικού ηγέτη» παρεισφρέουν με τρόπο θλιβερό, τόσο για την ουσία, όσο και για το αισθητικό αποτέλεσμα.

Ενθυμούμενος την εντύπωση που είχε κάνει στο παιδικό μυαλό του η απροσδόκητη κατάκτηση του «Γιουρομπάσκετ 1987» από την Εθνική Ελλάδας, ο συγγραφέας γράφει τα εξής: «…νιώθαμε ότι οι παλιές διαφωνίες σαν να είχαν ξεχαστεί, έστω και για λίγο. Δεν είχε σημασία ποιος ήταν δεξιός ή αριστερός…Ήμασταν όλοι με την Εθνική».

Όμως, ένα παιδί εκείνης της εποχής (και κάθε εποχής), δεν θα μπορούσε τη στιγμή μιας τέτοιας αθλητικής χαράς να ασχολείται «με κάποιες παλιές διαφωνίες», αλλά μόνο με το πώς θα καταφέρει όταν μεγαλώσει να γίνει ο νέος Γκάλης ή ο νέος Γιαννάκης. Πόσο μάλλον, όταν αυτές οι «παλιές διαφωνίες» που υπονοεί ο συγγραφέας της Ιθάκης, φαίνεται πως είναι τα αποτυπώματα του Εμφυλίου Πολέμου και οι αδυσώπητες ταξικές ανισότητες της ελληνικής αστικής κοινωνίας.

Η συνειδητή υπέρβαση αυτών των «παλιών διαφωνιών» στον βωμό της «πανεθνικής χαράς», είναι οργανικά ασύμβατη με τις δυνατότητες ενός παιδικού μυαλού. Αυτό δεν θα μπορούσε καν να τις έχει καλά – καλά συνειδητοποιήσει, πόσο μάλλον να τις υπερβεί. Είναι όμως απόλυτα συμβατή με τον τρόπο σκέψης και έκφρασης ενός άλλου, ώριμου μυαλού. Του μυαλού ενός ρεφορμιστή δημαγωγού.

Βαθιά διαποτισμένο με αρκετή, εκ των υστέρων πολιτική σκοπιμότητα, εμφανίζεται και το τμήμα της αφήγησης, το οποίο αφορά τις πολιτικές επιρροές που δέχθηκε ο συγγραφέας ως παιδί από την οικογένεια. Εκεί βλέπουμε ξεκάθαρα μια («λουστραρισμένη» με παιδική αθωότητα) τάση για υπερτονισμό και εξωραϊσμό της επιρροής από το ΠΑΣΟΚ, η οποία εκπροσωπούταν από τον ψηφοφόρο του «Κινήματος», πατέρα Παύλο, έναντι της αντίστοιχης επιρροής από το ΚΚΕ, στο οποίο ήταν ενταγμένα τα αδέλφια Ζανέτ και Δημήτρης.

Έτσι, παρότι εμφανίζει τον παιδικό του εαυτό ως «διχασμένο συναισθηματικά» μεταξύ του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ, εντούτοις περιγράφει με λόγια θερμά τις λαϊκές συγκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ (π.χ. συγκέντρωση 1982 για τον «1 χρόνο Αλλαγής»), ενώ αντίθετα για τις συγκεντρώσεις του ΚΚΕ αναφέρει πως δεν του προκαλούσαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ωστόσο, η συνέχεια της αφήγησης σύμφωνα με την οποία στα 14 κιόλας χρόνια του ο συγγραφέας γίνεται μέλος, όχι της (μαζικότατης σε κάθε αθηναϊκή γειτονιά εκείνα τα χρόνια) Νεολαίας ΠΑΣΟΚ αλλά της ΚΝΕ, δημιουργεί στον αναγνώστη την εντύπωση μιας χτυπητής αντίφασης. Πώς γίνεται αυτός ο «συναισθηματικός διχασμός» να έχει ως κατάληξη την ένταξη στο κόμμα που «δεν προκαλούσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον» στον μικρό Αλέξη;

Στο σημείο αυτό, ο αναγνώστης βάσιμα μπορεί να υποθέσει ότι ο «συναισθηματικός διχασμός» μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ στο μυαλό του μικρού Αλέξη είναι μια εκ των υστέρων κατασκευή για τις σύγχρονες ανάγκες απήχησης του «χαρισματικού ηγέτη Αλέξη» στην εκλογική βάση παλιού και νέου ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε δείγματα αυτής της εκ των υστέρων κατασκευής, έχουμε δει συστηματικά να εμφανίζονται σε πολλές από τις «εκ βαθέων» συνεντεύξεις του πολιτικού άνδρα, από την ώρα της εμφάνισής του στο προσκήνιο ως εκλογικό σημείο αναφοράς για τις πλατιές εργατικές μάζες.

Ως περίοδο αρχής της ενασχόλησής του με την «συλλογική δράση», ο συγγραφέας προσδιορίζει τον Οκτώβριο του 1987, στη Β’ τάξη του 2ου Πειραματικού Γυμνασίου. Τότε αναφέρει ότι εκλέγεται στο 15μελές Μαθητικό Συμβούλιο, και μάλιστα «από τους πρώτους», ενώ το Φθινόπωρο του 1988, στη Γ’ Γυμνασίου, εκλέγεται «πρώτος σε ψήφους και πρόεδρος».

Αυτονόητα, αυτές οι διαδοχικές πρώτες εκλογικές επιτυχίες παραπέμπουν σε έναν δραστήριο και με ένα ορισμένο ενδιαφέρον για τα «κοινά» (τα μαθητικά έστω) έφηβο. Ωστόσο, όσοι έχουν περάσει από δημόσιο σχολείο, γνωρίζουν ότι στις ηλικίες αυτές, και ειδικά όταν οι εκλογικές διαδικασίες δεν διεξάγονται ταυτόχρονα με μαθητικές κινητοποιήσεις, τα κριτήρια εκλογής υποψηφίων για τα «15μελή» μαθητικά συμβούλια, κατά κανόνα, δεν έχουν ως βασικό στοιχείο το αποδεδειγμένο και ουσιαστικό ενδιαφέρον για τα «κοινά». Αποτυπώνουν μια γενική σχολική «δημοφιλία», η οποία αποκτάται στη βάση στοιχείων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν ένα πολιτικά αταξινόμητο θάρρος ή ακόμα και μια ευπαρουσίαστη εξωτερική εμφάνιση.

Συνεπώς, από τις γυμνασιακές εκλογικές επιτυχίες του νεαρού Αλέξη, ο αναγνώστης μπορεί να καταλάβει πολύ λίγα πράγματα για τη σχέση του με την ουσιαστική «συλλογική δράση», με την έννοια της δράσης που στηρίζεται στη συνειδητή υπεράσπιση ιδεών και διεκδικήσεων. Αλλά από την ιδιαίτερη, τονισμένη επίκλησή τους από τον ώριμο πια, συγγραφέα και πολιτικό ηγέτη Τσίπρα, μπορεί να εισπράξει με βεβαιότητα μια φανερή αγωνία για τεκμηρίωση του μύθου του «χαρισματικού ηγέτη».

Και φτάνουμε στο τέλος του 1988, όπου έχουμε το ορόσημο για την έναρξη της οργανωμένης πολιτικής δράσης από τον Αλέξη Τσίπρα: μια αντιπροσωπεία καταληψιών μαθητών από το Πολυκλαδικό Λύκειο Αμπελοκήπων απευθύνεται στους μαθητές του 2ου Πειραματικού Γυμνασίου για ένα ψήφισμα συμπαράστασης στην κατάληψη. Σε αυτό το κάλεσμα ανταποκρίνεται αμέσως ο πρόεδρος του 15μελούς Αλέξης, ξεχωρίζοντας μάλιστα από την αρχή τους δραστήριους και μαχητικούς Κνίτες που βρίσκονταν επικεφαλής της αντιπροσωπείας των καταληψιών. Και τελικά, στα τέλη του Ιανουαρίου 1989, μετά από «τρία-τέσσερα ραντεβού και μια σαββατιάτικη έξοδο με την παρέα των μεγάλων του Λυκείου», ο Αλέξης Τσίπρας οργανώνεται στην ΚΝΕ.

Πώς αξιολογεί όμως εκ των υστέρων αυτή του την επιλογή ο πολιτικά ώριμος συγγραφέας και γονιός, Αλέξης Τσίπρας; Την ουσία αυτής της αξιολόγησης τη συμπυκνώνει γράφοντας τα ακόλουθα: «Πολλοί γονείς πίστευαν πώς οι κομματικές νεολαίες, ιδιαίτερα η ΚΝΕ, μπορεί να ήταν “χάσιμο χρόνου”, όμως ήταν μια διαπαιδαγώγηση που σε απομάκρυνε από ’’επικίνδυνους πειρασμούς’’. Δεν είχαν άδικο». Εδώ ο συγγραφέας, χωρίς μάλιστα να φαίνεται να το κατανοεί, θεωρώντας ότι μιλά για μια ιδέα κοινά αποδεκτή απλώς αναπαράγει μια παλιά και γνωστή, συντηρητική, μικροαστική προκατάληψη.

Καταρχάς, με τη συγκεκριμένη μορφή σύνταξης αυτής της φράσης και γράφοντας ότι οι γονείς που μοιράζονταν αυτή την πεποίθηση «δεν είχαν άδικο», ο συγγραφέας δείχνει πως θεωρεί την κομματική ένταξη, γενικά αλλά και «ιδιαίτερα στην ΚΝΕ», ένα «χάσιμο χρόνου». Αυτή η ιδέα συνιστά έναν γενικό αφορισμό, που ταιριάζει μόνο στις αντιλήψεις, όχι «πολλών γονιών» γενικά, αλλά πολλών πολιτικά καθυστερημένων, μικροαστών – «νοικοκυραίων» γονιών.

Επιπλέον, η προσέγγιση της κομματικής ένταξης στην ΚΝΕ ως μέσο αποφυγής «επικίνδυνων πειρασμών» (σημ. συντ.: Ποιοι αλήθεια εννοούνται ως τέτοιοι; Τα ναρκωτικά; Ή μήπως η πολιτική δράση με μια αληθινά ενοχλητική για το καθεστώς, επαναστατική πολιτική; Ο συγγραφέας δεν μας διαφωτίζει) παραπέμπει σαφώς σ’ ένα αντιδραστικό στερεότυπο. Στο στερεότυπο της ένταξης σε μια πολιτική οργάνωση που κινείται εντός των ορίων του καθεστώτος, για διάστημα χρονικά περιορισμένο στην πρώτη νεότητα, μέχρι να έρθει ο κυρίως ενήλικος βίος, όπου ο πρώην νέος σαν καλός (μικροαστός) νοικοκύρης (έχοντας αποφύγει μεταξύ άλλων και πιθανά ενοχλητικούς για το καθεστώς «πειρασμούς») θα ασχολείται πλέον, πρώτα και πάνω από όλα, με «τη δουλίτσα και την οικογένειά του».

Ασφαλώς, η αιτία που βρισκόταν πίσω από την ένταξη του νεαρού Αλέξη στην ΚΝΕ το 1989 δεν ήταν δυνατό να σχετίζεται με την αποδοχή αυτού του συντηρητικού αφηγήματος περί «ασπίδας από πειρασμούς». Αυτό είναι προφανώς ένα ιδεολογικό κεκτημένο του ώριμου Τσίπρα.

Ο ίδιος στην «Ιθάκη» χωρίς να αιτιολογεί με σαφήνεια την επιλογή του, αναφέρει το εξής: «Η κίνησή μου βάδιζε ενάντια στο ρεύμα της εποχής». Πράγματι, το κυρίαρχο κοινωνικό ρεύμα εκείνης της εποχής, όχι μόνο δεν ήταν προς τα κομμουνιστικά κόμματα, αλλά αναμφισβήτητα, εξαιτίας της ταύτισής τους με τον ευρισκόμενο σε πλήρη χρεοκοπία σταλινισμό, ήταν εναντίον τους. Ωστόσο, η αιτία που καθόρισε, όπως όλα δείχνουν την επιλογή της ένταξης στην ΚΝΕ, ήταν ένα άλλο ισχυρό ρεύμα. Ένα ρεύμα που υπήρχε μέσα στην ίδια την οικογένεια Τσίπρα και εκπροσωπούταν από τα δυο μεγάλα του αδέλφια.

Σύμφωνα με τις περιγραφές που κάνει ο Αλέξης Τσίπρας σ’ αυτή την ενότητα της Ιθάκης σχετικά με το οικογενειακό του περιβάλλον, παντού μέσα στο σπίτι υπήρχε η σφραγίδα από την πολιτική επιρροή των μεγαλύτερων αδερφών του: με τη μορφή των δίσκων του Μ. Θεοδωράκη, των βιβλίων των Μαρξ-Ένγκελς με τα εξώφυλλα «με τα βλοσυρά πρόσωπα και τα μεγάλα γένια», αλλά και του Ριζοσπάστη, του Οδηγητή και της ΚΟΜΕΠ. Προφανώς, αυτή η ακατανίκητη δύναμη ήταν η αιτία που έσπρωξε τον μικρό Αλέξη στην ΚΝΕ. Η επίσκεψη μιας κατά πλειοψηφία κνίτικης αντιπροσωπείας καταληψιών στο 2ο Πειραματικό Γυμνάσιο, μάλλον ήταν απλώς η αφορμή.

Εμμέσως, αυτό το ομολογεί όταν αναφέρει πώς οι Κνίτες «δεν βρήκαν ιδιαίτερη αντίσταση» αφού ο ίδιος «ήταν έτοιμος», «είτε από χαρακτήρα», είτε επειδή είχε «γαλουχηθεί έτσι» από τα αδέλφια του. Και μάλλον εδώ, η επίκληση του «χαρακτήρα» αποτελεί μια απόπειρα να πασπαλιστεί με λίγη σκόνη «αυτονομίας» η αληθινά καθοριστική αιτία, που δεν μπορεί παρά να ήταν η επιρροή των ήδη οργανωμένων στην ΚΝΕ μεγάλων αδελφών πάνω στον μικρό.

Στην έναρξη της οργανωμένης πολιτικής δράσης, οι θεμελιώδεις ιδέες του κομμουνισμού δεν φαίνεται να έπαιξαν τον κυρίαρχο ρόλο για τον Αλέξη Τσίπρα. Η σχέση του με τη μαρξιστική θεωρία περιγράφεται στην Ιθάκη με τις ακόλουθες, λιγοστές, κοινότυπες και – όπως θα δούμε – αμφίβολης ειλικρίνειας φράσεις: «Βυθίστηκα στο διάβασμα με ζήλο, ξεσκονίζοντας τη βιβλιοθήκη και μελετώντας ασταμάτητα: Κράτος και Επανάσταση, Το Κεφάλαιο, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, Ο αποστάτης Κάουτσκι. Σήμερα δείχνουν παλιομοδίτικα, εκτός εποχής. Και τότε όμως, έμοιαζαν να ανήκουν σε άλλον αιώνα, σε απόμακρα χρόνια. Σε μια περίοδο που όλα γυρνούσαν ανάποδα, εγώ σαν να ήθελα να σταματήσω τον χρόνο και άρχισα να διαβάζω με μανία βιβλία και ανθρώπους μιας άλλης εποχής. Διάβαζα και σημείωνα. Και όσο πιο αλλόκοτη μου φαινόταν η γλώσσα τους, τόσο περισσότερο με γοήτευαν. Οι γονείς μου είχαν μείνει με την εντύπωση πως διάβαζα ασταμάτητα για το σχολείο».

Καταρχάς, σε ό,τι αφορά το Κεφάλαιο του Μαρξ, οφείλουμε να πούμε πως ένας νέος 14 ετών είναι σχεδόν αδύνατο «να βυθιστεί με ζήλο» στη μελέτη του. Ακόμα και ο ίδιος ο Καρλ Μαρξ, στα 14 του χρόνια, θα δυσκολευόταν ιδιαίτερα να το κάνει αυτό. Ωστόσο, ακόμα και αν υποθέσουμε, «καλή τη πίστει», ότι ο νεοστρατολογημένος στην ΚΝΕ, Αλέξης, βρήκε τα πρωτόγνωρα για την ηλικία του αποθέματα συγκέντρωσης και ευφυΐας ώστε να μελετήσει, ίσως όχι το Κεφάλαιο, αλλά κάποια άλλα από τα προαναφερθέντα κλασικά μαρξιστικά έργα, θα αναμέναμε ότι σε κάποιο σημείο της αφήγησης, ο συγγραφέας Τσίπρας θα αναφερόταν, σε μία έστω ιδέα από εκείνες που «μελέτησε με ζήλο». Θα ανέφερε έστω, κάποιο πραγματικό «τσιτάτο» που θα του είχε κάνει εντύπωση. Αλλά πουθενά δεν βρίσκουμε κάποια τέτοια αναφορά.

Το πιο σημαντικό γεγονός εδώ, δεν είναι η έλλειψη αξιοπιστίας και ακρίβειας στις αφηγήσεις του συγγραφέα. Σε τελική ανάλυση, θα αντιτείνει κάποιος, τα μαρξιστικά έργα μπορεί να μην «μελετήθηκαν», αλλά από τη στιγμή που ήταν εκεί διαθέσιμα, ο μικρός Αλέξης σίγουρα θα τα ξεφύλλισε ή ακόμα και θα διάβασε μέρος τους. Αλλά η μη αναφορά σε κάποια συγκεκριμένη ιδέα που αφομοιώθηκε από την υποτιθέμενη μελέτη των κλασικών του μαρξισμού, φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα μιας πρόχειρης επαφής με αυτά τα έργα ή και της πλήρους άγνοιας για τις ιδέες που περιείχαν. Είναι επίσης, και πάνω από όλα, το αποτέλεσμα μιας υποτίμησης και απόρριψης αυτών των ιδεών.

Αυτή η διπλή επίθεση υποτίμησης και απόρριψης, παρουσιάζεται με έναν τρόπο, έμμεσο αλλά σαφή, στις ίδιες τις λέξεις που επιλέγει ο συγγραφέας όταν σχολιάζει το περιεχόμενο των αναγνωσμάτων (ή «αναγνωσμάτων») του. Ενώ λοιπόν αναφέρει ότι τον «γοήτευαν», ταυτόχρονα δίνει την εντύπωση ότι αυτό το γεγονός ήταν αφύσικο και αδικαιολόγητο, καθώς δεν διστάζει να γράφει γι’ αυτά, όπως ήδη είδαμε, μεταξύ άλλων α) ότι «σήμερα δείχνουν παλιομοδίτικα και εκτός εποχής», β) ότι και τότε «έμοιαζαν να ανήκουν σε άλλον αιώνα, σε απόμακρα χρόνια», και γ) ότι ο ίδιος αισθανόταν πως σταματούσε τον χρόνο και πως διάβαζε «βιβλία άλλης εποχής».

Έμελε δυστυχώς, να περάσουν 26 χρόνια από τότε, για να αποδειχθεί στην πράξη ότι ο συγγραφέας της Ιθάκης, επικεφαλής μιας κυβέρνησης πια, δεν θα εφάρμοζε, όχι μόνο το πνεύμα και το γράμμα των ιδεών και των αρχών των μεγάλων κομμουνιστών δασκάλων της εργατικής τάξης, όχι μόνο τις προεκλογικές του υποσχέσεις που ήδη απείχαν πολύ από αυτό το πνεύμα και το γράμμα, αλλά και ότι θα πραγματοποιούσε το ίδιο το πρόγραμμα των εκμεταλλευτών της τάξης αυτής, στην πιο στυγνή του μορφή, αυτή των Μνημονίων.

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος
Συνεχίζεται

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Ανασκόπηση

Η παρούσα ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies, ώστε να παρέχει στο χρήστη την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Τα δεδομένα αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση ενεργειών, όπως την αναγνώρισή σας, όταν επιστρέφετε στην ιστοσελίδα μας, και για να κατανοήσουμε ποια τμήματα της ιστοσελίδας μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Μπορείτε να προσαρμόσετε όλες τις ρυθμίσεις για τα cookies από τις καρτέλες στα αριστερά σας.