Το 2022, το κόμμα Φίντες του Βίκτορ Όρμπαν επανεξελέγη για τέταρτη συνεχόμενη φορά, με το υψηλότερο ποσοστό ψήφων που έχει κερδίσει ποτέ ουγγρικό κόμμα από το 1989. Εκείνη την εποχή, ο Όρμπαν σχολίασε ότι «πετύχαμε μια νίκη τόσο μεγάλη που μπορεί κανείς να τη δει από τη σελήνη και σίγουρα μπορεί να τη δει από τις Βρυξέλλες». Τέσσερα χρόνια αργότερα, και μετά από 16 χρόνια στην κυβέρνηση, το Φίντες εκδιώχθηκε από την εξουσία, χάνοντας 80 έδρες σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκλογές.
Ο Όρμπαν ηττήθηκε από τον Πέτερ Μαγιάρ, τον ηγέτη του κόμματος Τίσα. Το Τίσα ιδρύθηκε μόλις πριν από έξι χρόνια, αλλά απέκτησε νέα δυναμική το 2024 όταν ανέλαβε την ηγεσία ο Μαγιάρ, ο οποίος επιθυμούσε να είναι υποψήφιος στις ευρωεκλογές του 2024, αλλά δεν μπορούσε να σχηματίσει δικό του κόμμα λόγω των προθεσμιών. Έτσι, παρά το γεγονός ότι υφίσταται ως σημαντική δύναμη για μόλις δύο χρόνια, το Τίσα πέτυχε τώρα μια απόλυτη πλειοψηφία, ξεπερνώντας το όριο των δύο τρίτων στο κοινοβούλιο που επιτρέπει σε μια κυβέρνηση να τροποποιεί το σύνταγμα.
Το κλίμα στην Ουγγαρία είναι πανηγυρικό. Τη νύχτα των εκλογών, οι δρόμοι της Βουδαπέστης έσφυζαν από μουσική και εορτασμούς, με τον κόσμο να κορνάρει καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας και να ανοίγει μπουκάλια σαμπάνιας. Πολλοί σχολιαστές των μέσων ενημέρωσης αναφέρθηκαν στη νίκη του Μαγιάρ ως μια πλήρη «αλλαγή καθεστώτος», ακόμα και ως «επανάσταση».
Η προσέλευση στις εκλογές ανήλθε στο επίπεδο-ρεκόρ του 80%, ποσοστό κατά 10% υψηλότερο από τις προηγούμενες εκλογές που διεξήχθησαν το 2022.
Καθοριστικός παράγοντας πίσω από αυτό το αποτέλεσμα ήταν ο ρόλος της νεολαίας. Δημοσκοπήσεις που διενεργήθηκαν πριν από τη ψηφοφορία έδειχναν ότι μόνο το 8% των ψηφοφόρων ηλικίας 18-29 ετών στήριζε τον Όρμπαν, και μόλις το 22% των ατόμων ηλικίας 18-39 ετών. Υπάρχουν μαρτυρίες για νέους που έκρυβαν τις αστυνομικές ταυτότητες των γονιών τους για να μην μπορέσουν να ψηφίσουν το Φίντες, καθώς και για νέους που δήλωναν στα μέσα ενημέρωσης ότι, σε περίπτωση που το Φίντες εξασφάλιζε άλλη μια θητεία, θα εγκατέλειπαν τη χώρα.
Και οι εορτασμοί δεν σταμάτησαν στα σύνορα της Ουγγαρίας. Η νίκη του Μαγιάρ επαινέθηκε σε όλη την Ευρώπη ως μια ηχηρή νίκη των δυνάμεων του φιλελευθερισμού έναντι του δεξιού λαϊκισμού, με τον Βρετανό Κιρ Στάρμερ να την εξαγγέλλει ως μια «ιστορική στιγμή, όχι μόνο για την Ουγγαρία, αλλά και για την ευρωπαϊκή δημοκρατία», και την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν της ΕΕ που δήλωσε ότι «Μια χώρα επιστρέφει στην ευρωπαϊκή της πορεία. Η Ένωση γίνεται ισχυρότερη».
Όμως, κάτω από την επιφάνεια αυτής της φαινομενικής ριζικής αλλαγής, κρύβεται μια πολύ διαφορετική κατάσταση.
Αυτό που ηλέκτρισε τη χώρα και οδήγησε τους ψηφοφόρους στις κάλπες σε αριθμούς-ρεκόρ δεν είναι η βαθιά αγάπη τους για τον Μαγιάρ, αλλά το βαθύ μίσος τους για τον Όρμπαν και το Φίντες. Δεν ήταν ένα ζήτημα ψήφου υπέρ του Μαγιάρ, αλλά μάλλον ψήφου κατά του Όρμπαν.
Πώς ο Βίκτορ Όρμπαν έφτασε από το να κερδίζει ποσοστά-ρεκόρ στο να συντριβεί εκλογικά μέσα σε διάστημα μόλις τεσσάρων ετών;
Χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου
Για κάποιο διάστημα, ο Όρμπαν ήταν σε θέση να ισορροπεί ανάμεσα στην ΕΕ και τη Ρωσία με σχετική επιτυχία. Η Ουγγαρία επωφελήθηκε τόσο από τις κοινοτικές επιδοτήσεις ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων, όσο και από το φθηνό ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, παράλληλα με τις ρωσικές επενδύσεις. Για παράδειγμα, η Ρωσία επένδυσε 10 δισεκατομμύρια ευρώ στο πυρηνικό πρόγραμμα Paks II.
Αυτό όμως απλώς κάλυπτε τα βαθύτερα προβλήματα της ουγγρικής οικονομίας. Καθώς η παγκόσμια οικονομία βυθιζόταν όλο και περισσότερο στην κρίση, και γεγονότα όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία έριχναν κι άλλο λάδι στη φωτιά, η οικονομία της Ουγγαρίας άρχισε να λιμνάζει.
Η Ουγγαρία έχει έναν από τους υψηλότερους πληθωρισμούς στην ΕΕ από το 2020. Οι τιμές στην Ουγγαρία έχουν αυξηθεί κατά 57% τα τελευταία έξι χρόνια, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ που ανέρχεται σε 28%.
Ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του προγράμματος του Όρμπαν ήταν η ενίσχυση της εγχώριας ουγγρικής αστικής τάξης, μέσω μιας μεγάλης κρατικής παρέμβασης και της παραχώρησης του ελέγχου των κρατικών βιομηχανιών σε συμμάχους της κυβέρνησης. Αυτές οι προσπάθειες απέδωσαν ελάχιστους καρπούς.
Σε μια εθνικιστική απόπειρα να μειώσει την ανάγκη της Ουγγαρίας για εργατικό δυναμικό από μετανάστες, ο Όρμπαν επιδίωξε να αυξήσει τα ποσοστά γονιμότητας. Μέσω φοροαπαλλαγών και άτοκων δανείων, η ουγγρική κυβέρνηση δαπάνησε περίπου το 5% του ΑΕΠ της σε αυτή την προσπάθεια… και απέτυχε παταγωδώς. Το 2011, ο δείκτης γονιμότητας ήταν 1,6 γεννήσεις ανά γυναίκα, ενώ το 2025 ήταν 1,3.
Αυτά τα χαμηλά ποσοστά γονιμότητας, σε συνδυασμό με τη μείωση της μετανάστευσης από τον Όρμπαν, οδήγησαν στη μείωση του πληθυσμού της Ουγγαρίας κατά 500.000 άτομα από το 2011. Αυτό επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τα οικονομικά προβλήματα, με μια σημαντική συρρίκνωση του πληθυσμού που βρίσκεται σε εργάσιμη ηλικία.
Κατά την τελευταία δεκαετία, το σύστημα υγείας της Ουγγαρίας παρουσίασε επίσης κάμψη. Περισσότεροι από 8.500 γιατροί έχουν εγκαταλείψει τη χώρα τα τελευταία δέκα χρόνια, αναζητώντας καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας, σε σημείο που η Ουγγαρία διαθέτει πλέον μόλις 3,5 γιατρούς ανά 1.000 κατοίκους, ποσοστό χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Στον τομέα της εκπαίδευσης, η ιστορία είναι παρόμοια. Την τελευταία δεκαετία, σημειώθηκε απότομη μείωση του αριθμού των εκπαιδευτικών στη χώρα, η οποία πηγάζει από τον μικρότερο αριθμό υποψηφίων και την αποχώρηση των εν ενεργεία εκπαιδευτικών από τη χώρα. Ο αριθμός των αιτήσεων για πτυχία που σχετίζονται με τη διδασκαλία έχει υποδιπλασιαστεί από το 2022, ενώ τα παιδαγωγικά πανεπιστημιακά τμήματα έχουν ποσοστό εγκατάλειψης σπουδών που αγγίζει το 50%.
Και τέλος, υπάρχει το ζήτημα της διαφθοράς. Η κυβέρνηση του Όρμπαν κέρδισε τον τίτλο του πιο διεφθαρμένου μέλους της ΕΕ για τέσσερα συνεχή έτη. Αυτό είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων, όπου οι κρατικές συμβάσεις ανατίθενται σταθερά σε άτομα που βρίσκονται πολύ κοντά στον στενό κύκλο του Όρμπαν.
Όσο η οικονομία αναπτυσσόταν και η ζωή συνολικά βελτιωνόταν, πολλοί στην Ουγγαρία ήταν πρόθυμοι να κάνουν τα στραβά μάτια. Καθώς όμως το κόστος ζωής άρχισε να αυξάνεται, οι μισθοί άρχισαν να λιμνάζουν και οι συνθήκες διαβίωσης γενικά χειροτέρεψαν, η δυσαρέσκεια προς τον Όρμπαν μεγάλωσε.
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η συσσωρευμένη οργή κατά του συστήματος είναι ιδιαίτερα έντονη ανάμεσα στη νεολαία. Για κάποιον που είναι περίπου 18 ετών, η κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν είναι το μόνο που γνώρισε ποτέ. Η εκπαίδευση σε σχολεία με ανεπαρκές προσωπικό, η εικόνα των γονιών που πασχίζουν να τα βγάλουν πέρα σε μια χώρα όπου οι υποδομές καταρρέουν, ενώ την ίδια στιγμή κρατικοί αξιωματούχοι πλουτίζουν από το δημόσιο χρήμα, δεν μπορεί παρά να προκαλεί ένα βαθύ αίσθημα οργής στο μυαλό των νέων.
Και εδώ εμφανίζεται ο Μαγιάρ
Αυτό είναι το υπόβαθρο μέσα στο οποίο ο Πέτερ Μαγιάρ και το νέο κόμμα Τίσα αναδείχθηκαν. Ο Μαγιάρ ήταν μέλος — και σε κάποια φάση υπουργός της κυβέρνησης — του Φίντες για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Το 2024, ξέσπασε ένα σκάνδαλο γύρω από την απονομή χάριτος από την κυβέρνηση στον υποδιευθυντή του ορφανοτροφείου Κόσουτ Σούσα, ο οποίος συγκάλυπτε περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης στο ίδρυμα. Αυτό ήταν ένα ιδιαίτερα βαρύ πλήγμα, αν αναλογιστεί κανείς ότι ένα σταθερό ζήτημα στο πολιτικό πρόγραμμα του Φίντες είναι ότι αποτελεί το μοναδικό κόμμα που μπορεί να προστατεύσει τα παιδιά και να προωθήσει τις «χριστιανικές αξίες».
Διακρίνοντας την ευκαιρία, ο Μαγιάρ εγκατέλειψε το Φίντες και ξεκίνησε μια μακρά εκστρατεία σε όλη τη χώρα, στρεφόμενος κατά της διαφθοράς. Από την «επανίδρυσή» του το 2024, με τον Μαγιάρ στην ηγεσία, το Τίσα λειτούργησε ως το σημείο συσπείρωσης για μεγάλο μέρος της συσσωρευμένης οργής κατά του Φίντες.
Πώς κατάφερε ο Μαγιάρ να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ουγγρικού εκλογικού σώματος; Εφαρμόζοντας το απλό τέχνασμα του να μην είναι ο Βίκτορ Όρμπαν. Το Τίσα απέφυγε επίσης πολύ συνειδητά τη σύνδεση του ονόματός του με οποιοδήποτε άλλο πολιτικό κόμμα, καθώς δεν είναι μόνο το Φίντες απαξιωμένο, αλλά όλα τα κόμματα.
Ο Μαγιάρ θεωρείται από πολλούς ως ένας «αουτσάιντερ» και είναι σχετικά νέος στα φώτα της πολιτικής δημοσιότητας. Πολλοί είναι επίσης σκεπτικοί λόγω της μακράς θητείας του ως έμπιστος του Φίντες. Η κοινή πεποίθηση πολλών ψηφοφόρων είναι ότι, αν και δεν είναι οπαδοί ούτε του Μαγιάρ, το μίσος τους για τον Όρμπαν μετά από 16 χρόνια διακυβέρνησης ήταν αρκετό για να «κλείσουν τη μύτη τους» και να ψηφίσουν το «μη χείρον βέλτιστον».
Για παράδειγμα, ένας 26χρονος εργαζόμενος στον τομέα της πληροφορικής που έδωσε συνέντευξη στη Βουδαπέστη δήλωσε:
«Η άποψή μου είναι ότι πρέπει απλώς να απαλλαγούμε από αυτό το καθεστώς μετά από δεκαέξι χρόνια. Δεν συμπαθώ ιδιαίτερα τον Μαγιάρ ως προσωπικότητα. Οι πολιτικές του απόψεις δεν συμπίπτουν απαραίτητα με τις δικές μου. Είναι όμως η καλύτερη ευκαιρία που έχουμε αυτή τη στιγμή».
Έχοντας εκλεγεί με μια πλειοψηφία αρκετά μεγάλη ώστε να αλλάξει το σύνταγμα και να εφαρμόσει εύκολα πολλές από τις πολιτικές του, όλα τα βλέμματα είναι πλέον στραμμένα στον Μαγιάρ για την επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο ουγγρικός λαός. Όμως ο Μαγιάρ δεν θα απολαύσει τις συνθήκες σχετικής σταθερότητας και ανάπτυξης του προκατόχου του.
Αφενός, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε πολύ χειρότερη κατάσταση από ό,τι πριν, ιδίως με τη μαζική αστάθεια που προκάλεσε ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Με τα στενά του Ορμούζ κλειστά και τις τιμές του πετρελαίου να εκτοξεύονται ως αποτέλεσμα, ο πληθωρισμός – που είναι ήδη υψηλός στην Ουγγαρία – αναμένεται μόνο να αυξηθεί.
Επιπλέον, οι στενότεροι δεσμοί με την ΕΕ συνεπάγονται με ορισμένες προϋποθέσεις. Το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα της Ουγγαρίας είναι από τα υψηλότερα στην ΕΕ, φτάνοντας περίπου το 5% το 2026, και ως εκ τούτου θα υπάρξει αυξημένη πίεση από τις Βρυξέλλες για περικοπές δαπανών, προκειμένου να εναρμονιστεί με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Η Ουγγαρία εισάγει επίσης πάνω από το 80% του αργού πετρελαίου και του φυσικού αερίου της από τη Ρωσία. Σε περίπτωση που η Ουγγαρία περιέλθει σε κατάσταση σύγκρουσης με τη Ρωσία, λόγω της στενότερης επαφής της με την ΕΕ, θα βρεθεί σε μια πολύ ευάλωτη θέση.
Όρμπαν χωρίς τον Όρμπαν
Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο πρόγραμμα του Μαγιάρ και σε εκείνο του Όρμπαν.
Η εκστρατεία του βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην εναντίωση στη διαφθορά. Ορισμένοι μάλιστα έχουν παραλληλίσει τον Μαγιάρ του 2026 με τον ίδιο τον Όρμπαν του 2010, όταν ξεκίνησε τη 16ετή θητεία του στην εξουσία. Και οι δύο διεξήγαγαν έντονες λαϊκιστικές εκστρατείες για τον εκσυγχρονισμό της χώρας και εκμεταλλεύτηκαν την οργή των Ούγγρων εργαζομένων για τη διαφθορά και την κακή οικονομική διαχείριση της απερχόμενης κυβέρνησης. Μάλιστα, ο Μαγιάρ προσπάθησε κατά καιρούς να βγει στο Φίντες από τα δεξιά, επικρίνοντας τον Όρμπαν ότι ήταν υπερβολικά μαλθακός στο θέμα της μετανάστευσης.
Στο ζήτημα της Ουκρανίας, για παράδειγμα, πολλά άρθρα εξύμνησαν την εκλογή του Μαγιάρ ως ένα νέο σημείο καμπής στον πόλεμο της Ουκρανίας, καθώς ο Όρμπαν είχε επανειλημμένα ασκήσει βέτο στην παροχή βοήθειας της ΕΕ προς την Ουκρανία. Αλλά και πάλι, αυτή δεν είναι ολόκληρη η αλήθεια. Είναι γεγονός ότι ο Μαγιάρ υποσχέθηκε να σταματήσει το μπλοκάρισμα του τρέχοντος πακέτου στήριξης της ΕΕ ύψους 90 δισεκατομμυρίων ευρώ προς την Ουκρανία, δήλωσε όμως επίσης ότι θα συνεχίσει την πολιτική του Όρμπαν να μην προσφέρει ουγγρικά χρήματα για τον σκοπό αυτό.
Σε συνέντευξη τύπου την επομένη των εκλογών, ο Μαγιάρ δήλωσε επίσης ότι αντιτίθεται στην ταχεία ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ και ότι δεν βλέπει αυτό να συμβαίνει «μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια».
Επιπλέον, όσον αφορά το ζήτημα των οικονομικών δεσμών της Ουγγαρίας με τη Ρωσία, ενώ υποσχέθηκε να μειώσει την εξάρτηση από το ρωσικό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, ο Μαγιάρ τόνισε ταυτόχρονα ότι «δεν μπορείς να αλλάξεις τη γεωγραφία».
Ταπείνωση για τον Τραμπ
Το άλλο κύριο ερώτημα που εγείρει αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα είναι ο αντίκτυπος στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ. Ο Όρμπαν υπήρξε μακροχρόνιος σύμμαχος του προέδρου Τραμπ, και η δεξιά λαϊκιστική ρητορική του θεωρείται συχνά ο «πρόδρομος» του κινήματος MAGA του ίδιου του Τραμπ.
Η Ουγγαρία του Όρμπαν υποστηριζόταν σταθερά από τις ΗΠΑ, παρά την απογοήτευση της ΕΕ και τις κατηγορίες για «εκλογική παρέμβαση». Τα βέτο του Όρμπαν στην ευρωπαϊκή βοήθεια για την πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας χαιρετίστηκαν από τον Τραμπ, ο οποίος επιθυμεί να τερματιστεί ο πόλεμος το συντομότερο δυνατό. Κατά την προεκλογική περίοδο του 2026, ο Τραμπ υποστήριξε δημόσια τον Όρμπαν σε έξι διαφορετικές περιπτώσεις, και μάλιστα έστειλε τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς τις τελευταίες ημέρες της εκστρατείας για να ενισχύσει το Φίντες. Πολλές αναφορές, ωστόσο, επισημαίνουν ότι η παρουσία του Βανς στην πραγματικότητα έπληξε τα ποσοστά του Όρμπαν στις δημοσκοπήσεις.
Το εκλογικό αποτέλεσμα αποτελεί, επομένως, μια μεγάλη ταπείνωση για τον Τραμπ, ο οποίος παραμένει ασυνήθιστα σιωπηλός για το θέμα αυτό από την Κυριακή των εκλογών. Η ήττα του Όρμπαν αναδεικνύει το γεγονός ότι οι δεξιοί λαϊκιστές μπορούν να καβαλήσουν ένα κύμα που τους φέρνει στην εξουσία, αλλά μόλις βρεθούν εκεί, αργά ή γρήγορα, χάνουν τη λάμψη τους και αρχίζουν να φαίνονται γι’ αυτό που πραγματικά είναι. Αυτό δεν προμηνύεται καλό για τον Τραμπ, ο οποίος έχει επίσης ξεπεράσει το απόγειο της δημοτικότητάς του. Για τον Τραμπ, το να κοιτάζει τον Όρμπαν είναι σαν να κοιτάζει σε έναν καθρέφτη και να βλέπει τον εαυτό του στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Και το ίδιο ισχύει για όλους τους άλλους δεξιούς λαϊκιστές σε όλη την Ευρώπη, από τον Φάρατζ στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι την AfD στη Γερμανία και πολλούς άλλους.
Πού είναι η Αριστερά;
Ένα ερώτημα που προκύπτει κοιτάζοντας το αποτέλεσμα — στο οποίο ένα δεξιό κόμμα έχασε από ένα άλλο δεξιό κόμμα — είναι το εξής: πού είναι η Αριστερά; Πριν από τις εκλογές, το Ουγγρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (MSZP) είχε μόλις δέκα έδρες στο κοινοβούλιο, και την Κυριακή των εκλογών δεν κατέβασε καν υποψηφίους, προκειμένου να ενισχύσει τη ψήφο υπέρ του Μαγιάρ.
Το MSZP βρισκόταν στην εξουσία κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 2000 και απαξιώθηκε πλήρως κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, προωθώντας επιθέσεις κατά της εργατικής τάξης μέσω μέτρων λιτότητας. Η κατάσταση κορυφώθηκε το 2006, όταν μια ηχογράφηση που διέρρευσε, στην οποία ο πρωθυπουργός παραδεχόταν ότι η κυβέρνηση είχε πει ψέματα για την οικονομία προκειμένου να εκλεγεί, πυροδότησε το μεγαλύτερο κίνημα διαμαρτυρίας που είχε δει η Ουγγαρία εδώ και δεκαετίες.
Απέναντι σε εκείνη την απαξιωμένη «σοσιαλιστική» κυβέρνηση κατάφερε ο Όρμπαν να ανέλθει στην εξουσία το 2010. Μετά από 16 χρόνια όμως, έγινε φανερό στην πλειονότητα του εκλογικού σώματος ότι απέτυχε να λύσει οποιοδήποτε από τα ζητήματα που είχε θέσει. Ο Μαγιάρ κληρονόμησε τις ίδιες συνθήκες με τον Όρμπαν, και αυτές πρόκειται μόνο να επιδεινωθούν. Εφόσον στηρίζεται στο ίδιο καπιταλιστικό σύστημα με το Φίντες, το Τίσα είναι εξίσου ανίκανο να λύσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Ούγγροι εργαζόμενοι και η νεολαία.
Στην ουγγρική κοινωνία συντελείται μια βαθιά πολιτικοποίηση, η οποία αντικατοπτρίζεται στο ποσοστό συμμετοχής του 80%. Αυτή τη στιγμή, η συσσωρευμένη οργή κατά του κατεστημένου εκφράστηκε μέσω της τυχαίας φιγούρας του Μαγιάρ, αλλά αυτό οφείλεται κυρίως στην απουσία οποιασδήποτε βιώσιμης εναλλακτικής λύσης από την Αριστερά. Με το Τίσα, οι μάζες προσδοκούν μια πλήρη «αλλαγή καθεστώτος», μια «επανάσταση», όπως έχει ειπωθεί. Δεν θα την έχουν όμως.
Έχοντας αναλάβει την εξουσία σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος στο σύνολό του, ο Μαγιάρ θα αναγκαστεί να εφαρμόσει όσα απαιτεί το κεφάλαιο από αυτόν. Θα δεχτεί πιέσεις για περικοπή των δημόσιων δαπανών. Συνεπώς, δεν θα διαθέτει τους πόρους για να βελτιώσει το σύστημα υγείας ή το εκπαιδευτικό σύστημα. Θα αποτύχει να μειώσει τον πληθωρισμό. Δεν θα προσφέρει καμία ανακούφιση στις εργαζόμενες μάζες. Χρειάστηκαν 16 χρόνια για να απαξιωθεί ο Βίκτορ Όρμπαν· για τον Μαγιάρ δεν θα χρειαστεί ούτε κατά προσέγγιση ένα τόσο μεγάλο διάστημα.
Η απαξίωση του Όρμπαν είναι το πρώτο βήμα στον δρόμο για την εμβάθυνση της ταξικής συνείδησης. Η επόμενη περίοδος θα προετοιμάσει την απαξίωση του Μαγιάρ. Ως εκ τούτου, θα δημιουργηθεί ένα κενό στα αριστερά. Το ερώτημα είναι: τι θα καλύψει αυτόν τον χώρο; Η μόνη διέξοδος από το σημερινό αδιέξοδο είναι η εμφάνιση ενός γνήσιου εργατικού κόμματος στο προσκήνιο, το οποίο θα έχει στον πυρήνα του προγράμματός του την εθνικοποίηση όλων των κύριων οικονομικών πόρων της χώρας υπό εργατικό έλεγχο. Ένα τέτοιο κόμμα πρέπει να οικοδομηθεί.
Νάι Σω
Μετάφραση Α.Κ.




