Η Ιστορία του Μπολσεβικισμού: Ο δρόμος προς την Επανάσταση

Τη χρονιά που εκδόθηκε για πρώτη φορά η Ίσκρα, το κόμμα στη Ρωσία ίσα που υπήρχε ως οργανωμένη δύναμη. Εν μέσω ιδεολογικής σύγχυσης, φραξιονιστικές αντιπαραθέσεις αύξαναν τις διασπάσεις και τη δημιουργία μικρών ομάδων. Στην Πετρούπολη μόνο, στην αλλαγή του αιώνα, υπήρχαν Η Ομάδα Αυτό-απελευθέρωση της Εργασίας, η Ομάδα εργατών για τον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο, η Εργατική Σημαία, ο Σοσιαλιστής, ο Σοσιαλδημοκράτης, η Εργατική Βιβλιοθήκη, η Οργάνωση των Εργατών και άλλες, οι οποίες ισχυρίζονταν ότι μιλούσαν στο όνομα του ΣΔΕΚΡ. Πολλές από αυτές τις ομάδες, επηρεάστηκαν από τις ιδέες των οικονομιστών. Ένα κοινό τους χαρακτηριστικό ήταν η επιθυμία για μια εικόνα «γνήσιου προλετάριου». Η πρώτη ομάδα από τις παραπάνω, ανέπτυξε την αντίληψη ότι τα συμφέροντα των διανοούμενων διέφεραν από αυτά των εργατών. Αυτό εξηγεί το γιατί η ομάδα της Πετρούπολης, την οποία έλεγχε η φράξια ακραίων οικονομιστών της Ραμπότσαγια Μισλ, στην ουσία χωρίστηκε σε δύο ομάδες: μια των εργατών και μια των διανοούμενων! Φυσικά αυτή η στάση αποκάλυψε, όχι μια προλεταριακή τάση, αλλά ακριβώς το αντίθετο: το σνομπισμό των διανοουμένων, που πιστεύουν ότι ο τρόπος για να κερδίσεις εργάτες είναι εκμεταλλευόμενος τις προκαταλήψεις των πιο καθυστερημένων στρωμάτων της εργατικής τάξης. Κατά τον ίδιο τρόπο που οι παλιοίναρόντνικοι προσπάθησαν, με καταστροφικά αποτελέσματα να «πάνε στο λαό», ο επαναστάτης της μεσαίας τάξης προσπαθεί να κολακεύσει τους εργάτες «υποβαθμίζοντας» τον εαυτό του σε σχέση με αυτούς, δείχνοντας στην ουσία την ίδια στιγμή, μια θλιβερή έλλειψη κατανόησης και μια βαθιά περιφρόνηση για αυτούς.

Τα έργα του Λένιν εκείνης της περιόδου για την οργάνωση είναι αριστουργήματα. Η ιδέα μιας εφημερίδας που θα λειτουργεί ως μέσο συλλογικής οργάνωσης, παρουσιάζεται εξαίσια στα έργα Από που ν’ αρχίσουμε, Γράμμα σε έναν Σύντροφο και Τι να κάνουμε; Στο πρώτο από αυτά τα έργα, ο πυρήνας των ιδεών του Λένιν είναι, ήδη, ξεκάθαρος:

«Ο ρόλος μιας εφημερίδας, δεν είναι παρ’ όλα αυτά, περιορισμένος στη διάδοση των ιδεών, την πολιτική εκπαίδευση και τη στρατολόγηση πολιτικών συμμάχων. Μια εφημερίδα δεν είναι απλώς ένα μέσο συλλογικής προπαγάνδας ή αγκιτάτσιας, είναι επίσης και ένα μέσο συλλογικής οργάνωσης… Με τη βοήθεια της εφημερίδας και μέσω αυτής, μια μόνιμη οργάνωση θα πάρει φυσιολογικά σχήμα, καθώς θα αναμιχθεί, όχι μόνο σε τοπικές δράσεις, αλλά και σε τακτική γενική δουλειά και θα εκπαιδεύσει τα μέλη της να ακολουθήσουν τις πολιτικές δράσεις προσεκτικά, να κατανοήσουν τη σημασία τους και τις συνέπειες στα διάφορα στρώματα του πληθυσμού και να δημιουργήσουν αποτελεσματικά μέσα, έτσι ώστε το επαναστατικό κόμμα να επηρεάσει τα γεγονότα αυτά. Η απλή τεχνική δουλειά της τακτικής προμήθειας με αντίτυπα της εφημερίδας και η προώθηση της τακτικής διανομής θα δημιουργήσει ένα δίκτυο τοπικών εκπροσώπων του κόμματος, που θα διατηρούν συνεχή επαφή ο ένας με τον άλλον, θα ξέρουν τη γενική κατάσταση των πραγμάτων, θα συνηθίσουν να εκτελούν τακτικά τις λεπτομερείς λειτουργίες τους στην πανρωσική δουλειά και θα δοκιμάζουν τη δύναμή τους στην οργάνωση διάφορων επαναστατικών δράσεων».

Δεν υπάρχει κανένα άλλο έργο στην ιστορία των μαρξιστικών ιδεών που να έχει παρερμηνευτεί τόσο, όσο το έργο του Λένιν με τίτλο Τι να κάνουμε;, που γράφτηκε μεταξύ του τέλους του 1901 και των αρχών του 1902. Το έργο αποσκοπούσε να βάλει ένα τέλος στους ανοιχτούς λογαριασμούς με τους οικονομιστές και για το λόγο αυτό, χαρακτηρίζεται από μια πολύ πολεμική γλώσσα. Αναμφίβολα, υπάρχει μια πλούσια δέσμη ιδεών στο έργο, το οποίο όμως, χαρακτηρίζεται από ένα ατυχές θεωρητικό λάθος. Ενώ ο Λένιν αντιμαχόταν ορθά τη δουλική λατρεία του «αυθορμητισμού», άφησε τον εαυτό του να υποπέσει σε ένα σφάλμα. Υπερβάλλοντας για μια σωστή ιδέα, την έστρεψε στο αντίθετό της. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η σοσιαλιστική συνείδηση «πρέπει να έρθει σε αυτούς (στους εργάτες) απ’ έξω. Η ιστορία όλων των χωρών δείχνει ότι η εργατική τάξη μπορεί αποκλειστικά από μόνη της να αναπτύξει μόνο συνδικαλιστική συνείδηση, για παράδειγμα την πεποίθηση ότι είναι αναγκαίο να ενταχθεί σε συνδικάτα, να αγωνιστεί κατά των εργοδοτών και να επιβάλλει στην κυβέρνηση να περάσει την αναγκαία εργατική νομοθεσία κλπ».

Αυτή η μονόπλευρη και εσφαλμένη παρουσίαση της σχέσης της εργατικής τάξης και της σοσιαλιστικής συνείδησης, δεν είναι καμία πρωτότυπη επινόηση του Λένιν, αλλά τη δανείστηκε απευθείας από τον Κάουτσκι, τον οποίο θεωρούσε εκείνο τον καιρό ως τον βασικό υπερασπιστή του ορθόδοξου μαρξισμού ενάντια στον Μπερνστάιν. Πράγματι, ο Λένιν παραθέτει με επιδοκιμασία τα λόγια του Κάουτσκι ότι «Το όχημα της επιστήμης δεν είναι το προλεταριάτο, αλλά η αστική διανόηση: από το μυαλό μεμονωμένων μελών αυτού του στρώματος προέρχεται ο σύγχρονος σοσιαλισμός και ήταν αυτοί που τον διέδωσαν στους πιο προχωρημένους διανοητικά προλετάριους, οι οποίοι με τη σειρά τους, τον εισήγαγαν στον αγώνα της εργατικής τάξης, όπου οι συνθήκες το επέτρεπαν. Συνεπώς, η σοσιαλιστική συνείδηση είναι κάτι που εισήχθη στον αγώνα της εργατικής τάξης απ’ έξω και όχι κάτι που προέκυψε μέσα σε αυτόν, αυθόρμητα».

Η μονομέρεια αυτής της φόρμουλας του Κάουτσκι, εμφανίζεται με όλη της την ωμότητα. Είναι αλήθεια ότι η μαρξιστική θεωρία, η ύψιστη έκφραση της σοσιαλιστικής συνείδησης, δεν γεννήθηκε από την εργατική τάξη, αλλά είναι προϊόν των σπουδαιότερων επιτευγμάτων της αστικής σκέψης, με τη μορφή της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, της αγγλικής πολιτικής οικονομίας και του γαλλικού σοσιαλισμού. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι αλήθεια ότι η εργατική τάξη από μόνη της είναι ικανή να αναπτύξει μόνο συνδικαλιστική συνείδηση (π.χ. αγώνας για την οικονομική βελτίωση μέσα στα όρια του καπιταλισμού). Περισσότερο από μια δεκαετία πριν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο δει το φως της ημέρας, η bρετανική εργατική τάξη, μέσα από το κίνημα του Χαρτισμού – το οποίο ο ίδιος ο Λένιν περιγράφει ως το πρώτο επαναστατικό εργατικό κόμμα στον κόσμο – πήγε πολύ πέρα από τα όρια της απλής συνδικαλιστικής συνείδησης, περνώντας από την ιδέα των επιμέρους μεταρρυθμίσεων και αιτημάτων, στην ιδέα της γενικής απεργίας («η μεγάλη εθνική εορτή»), ακόμα και της ένοπλης εξέγερσης (οι άντρες «φυσικής δύναμης», η εξέγερση του Νιούπορτ). Ομοίως, οι εργάτες και οι εργάτριες του Παρισιού, πραγματικά πέτυχαν – χωρίς την παρουσία ενός συνειδητού μαρξιστικού κόμματος – να πάρουν την εξουσία, ακόμα και για λίγους μήνες, το 1871. Ας θυμηθούμε ότι ο ίδιος ο Μαρξ διδάχθηκε από την πείρα της Παρισινής Κομμούνας, από την οποία συνέλαβε την ιδέα της εργατικής δημοκρατίας («δικτατορία του προλεταριάτου»). Κατά τον ίδιο τρόπο, η ιδέα των σοβιέτ (συμβουλίων) δεν ήταν μια επινόηση του Λένιν ή του Τρότσκι, αλλά μια αυθόρμητη δημιουργία του ρωσικού προλεταριάτου, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1905.

Αυτό σημαίνει ότι οι μαρξιστές αρνούνται τη σημασία του υποκειμενικού παράγοντα, που είναι το επαναστατικό κόμμα και η ηγεσία; Αντιθέτως. Ολόκληρη η ιστορία του κινήματος της παγκόσμιας εργατικής τάξης, δείχνει ότι το προλεταριάτο χρειάζεται ένα επαναστατικό κόμμα και μια ηγεσία για να πάρει την εξουσία. Αλλά ο υποκειμενικός παράγοντας δεν μπορεί να δημιουργηθεί αυθόρμητα. Δεν μπορεί να δημιουργηθεί από τα γεγονότα, ούτε να γίνει το αποτέλεσμα αυτοσχεδιασμού όταν εμφανιστεί η ανάγκη. Πρέπει να ετοιμαστεί επιμελώς εκ των προτέρων, μέσα σε μια περίοδο ετών, ίσως και δεκαετιών. Παρ’ όλα αυτά, το ζήτημα του χτισίματος του επαναστατικού κόμματος και το κίνημα της εργατικής τάξης δεν είναι το ίδιο πράγμα. Τις δύο διαδικασίες πρέπει να τις αντιληφθούμε ως δύο παράλληλες γραμμές, που για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν τέμνονται. Η εργατική τάξη μαθαίνει από την πείρα της και εξάγει αργά και με δυσκολία επαναστατικά συμπεράσματα. Ο Ένγκελς εξήγησε ότι υπάρχουν περίοδοι στην ιστορία κατά τις οποίες είκοσι έτη είναι σαν μια ημέρα. Κάτω από το βάρος της συνήθειας, της ρουτίνας και της παράδοσης, οι μάζες ακολουθούν τον ίδιο δρόμο, μέχρι να βγουν βίαια από αυτόν, σαν συνέπεια σημαντικών γεγονότων. Ο Ένγκελς όμως, προσθέτει ότι αντιθέτως υπάρχουν και άλλες περίοδοι, κατά τις οποίες η ιστορία είκοσι ετών συγκεντρώνεται σε διάστημα 24 ωρών.

Ξανά και ξανά, η εργατική τάξη αποδεικνύει στην πράξη ότι τείνει να κινείται προς την εξουσία. Το ισπανικό προλεταριάτο, όπως εξήγησε ο Τρότσκι, ήταν ικανό να κάνει δέκα επαναστάσεις στην περίοδο από το 1931 έως το 1937. Το καλοκαίρι του 1936, οι εργάτες της Καταλονίας, για μια ακόμα φορά και χωρίς να έχουν το πλεονέκτημα μιας μαρξιστικής ηγεσίας, διέλυσαν το στρατό των φασιστών και ουσιαστικά, είχαν την εξουσία στα χέρια τους. Το γεγονός ότι δεν κατάφεραν να οργανώσουν το εργατικό κράτος και να εδραιώσουν την εξουσία που είχαν στα χέρια τους εξαπλώνοντας την επανάσταση στην υπόλοιπη Ισπανία, δεν οφείλεται σε κάποιο λάθος τους, αλλά στην ευθύνη των αναρχoσυνδικαλιστών ηγετών της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργασίας – Ιβηρικής Αναρχικής Ομοσπονδίας (CNT-FAI) και του POUM (Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενοποίησης). Οι ηγέτες των εργατών, αρνούμενοι να αποτελειώσουν τα απομεινάρια του αστικού κράτους και να οργανώσουν τη νέα εργατική κρατική εξουσία στη βάση των δημοκρατικά εκλεγμένων υποψηφίων από τα εργοστασιακά σοβιέτ και τις πολιτοφυλακές, υπέγραψαν την καταδίκη της ισπανικής επανάστασης. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που συνέβη στην Καταλονία και σε άλλες περιοχές της Ισπανίας το 1936, συνιστούσε κάτι που επεκτεινόταν πάρα πολύ έξω από τα όρια της «συνδικαλιστικής συνείδησης». Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τη Γαλλία του 1968 και για κάθε περίπτωση στην οποία η εργατική τάξη κάνει προσπάθειες για να πάρει τη μοίρα της στα δικά της χέρια.

Οι ιδέες δεν πέφτουν από τον ουρανό, αλλά διαμορφώνονται μέσα από την πείρα. Κατά την απόκτηση αυτής της πείρας, το προλεταριάτο αναπόφευκτα βγάζει γενικά συμπεράσματα για το ρόλο του στην κοινωνία. Κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και με την επίδραση σημαντικών γεγονότων, η διαδικασία εξαγωγής συμπερασμάτων μπορεί να επιταχυνθεί ραγδαία. Αλλά ακόμα και σε κανονικές περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης, ο γέρο-τυφλοπόντικας της ιστορίας, εξακολουθεί να σκάβει βαθιά στη συνείδηση του προλεταριάτου. Σε αποφασιστικές στιγμές, τα γεγονότα ξεσπούν χωρίς η εργατική τάξη να έχει το χρόνο να βγάλει τα αναγκαία συμπεράσματα. Ο ρόλος της πρωτοπορίας δεν είναι να «μάθει στους εργάτες να ρουφούν τα αυγά», αλλά να μετατρέψει την επιθυμία της εργατικής τάξης να μετασχηματίσει την κοινωνία από ασυνείδητη σε συνειδητή. Αυτή η ιδέα δεν κρύβει κανένα είδος μυστικισμού. Η ζωή διδάσκει από μόνη της, όπως άρεσε στον Λένιν να επαναλαμβάνει. Από την πείρα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, η εργατική τάξη, ξεκινώντας από τα πιο δραστήρια στρώματα που ηγούνται της τάξης, αποκτά σοσιαλιστική συνείδηση. Αυτή ακριβώς είναι η βάση της ιστορικής διαδικασίας που οδήγησε στη γέννηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των ισχυρών κομμάτων της Δεύτερης και Τρίτης Διεθνούς. Τα στοιχεία της σοσιαλιστικής συνείδησης και η ιδέα του ριζικού μετασχηματισμού της κοινωνικής τάξης, βρίσκονται στις αρχές και τα καταστατικά αμέτρητων συνδικάτων, ομολογώντας σιωπηρά την υποβόσκουσα επιθυμία για αλλαγή. Ο αγώνας της εργατικής τάξης καλλιεργεί, αναπόφευκτα, όχι μόνο ταξική συνείδηση, αλλά και σοσιαλιστική συνείδηση. Είναι καθήκον των μαρξιστών να βγάλουν προς τα έξω ό,τι υπάρχει ήδη, να δώσουν συνειδητή έκφραση σε όσα υπάρχουν ασυνείδητα ή ημι-συνειδητά.

Όσοι μηχανικά επαναλαμβάνουν το σφάλμα του έργου Τι να κάνουμε; σχεδόν έναν αιώνα μετά, το πράττουν χωρίς να κατανοούν αυτό που ο ίδιος ο Λένιν αργότερα παραδέχτηκε, ότι η εσφαλμένη φόρμουλα αποτελούσε σχεδόν μια πολεμική υπερβολή. Όταν στο δεύτερο Συνέδριο του ΣΔΕΚΡ, προσπάθησε κάποιος να το χρησιμοποιήσει εναντίον του, ο Λένιν απάντησε:

«Όλοι γνωρίζουμε ότι οι οικονομιστές έφτασαν στο ένα άκρο. Για να εξισορροπήσουν τα πράγματα κάποιος έπρεπε να τραβήξει προς την αντίθεση κατεύθυνση και αυτό είναι που έπραξα εγώ».

Στη βιογραφία του Στάλιν με τον ομώνυμο τίτλο, ο Τρότσκι σχολίαζε χρησιμοποιώντας αυτά τα λόγια:

«Ο συγγραφέας του Τι να κάνουμε; αναγνώρισε ακολούθως τη μεροληπτική και ως εκ τούτου εσφαλμένη, φύση της θεωρίας που πρόσκαιρα χρησιμοποίησε στον αγώνα κατά των οικονομιστών και το σεβασμό στη θεμελιώδη φύση του εργατικού κινήματος».

Παρά την ατέλεια αυτή, το Τι να κάνουμε; αποτελεί ορόσημο στην ιστορία του ρωσικού μαρξισμού. Ο Λένιν σε αυτό παρουσιάζει συμπερασματικά την ανάγκη για οργάνωση, την ανάγκη για επαγγελματίες επαναστάτες, των οποίων η μόνη έγνοια θα είναι το χτίσιμο του κόμματος και την ανάγκη για ένα γνήσιο μαζικό πανρωσικό εργατικό κόμμα. Για να κατακτήσει η εργατική τάξη την εξουσία πρέπει να οργανωθεί. Τυχόν αποτυχία να πετύχει αυτό το στόχο θα σημαίνει, όπως εξήγησε ο Τρότσκι, την άσκοπη απώλεια της δύναμης της εργατικής τάξης, όπως ο ατμός σκορπίζει στον αέρα αντί αυτός να συγκεντρωθεί από έναν κύλινδρο με πιστόνι.

Η σημαντική ιδέα που χαρακτηρίζει το Τι να κάνουμε; είναι η εκπαίδευση εργατικών στελεχών, δηλαδή όχι μόνο συνειδητών αγωνιστών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, αλλά εργατών με ξεκάθαρη αντίληψη του μαρξισμού:

«Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει κανένα επαναστατικό κίνημα. Ό,τι και να πει κανείς γι’ αυτή την ιδέα δεν θα είναι αρκετό, σε μία εποχή όπου το δημοφιλές κήρυγμα του οπορτουνισμού πάει χέρι-χέρι με τον ενθουσιασμό για τις στενότερες μορφές πολιτικής δράσης».

Αυτό που ο Λένιν εννοούσε εδώ, δεν ήταν η υποτίμηση της ικανότητας των εργατών να καταλάβουν, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Η βασική του έγνοια ήταν να παλέψει ενάντια στη μικροαστική προκατάληψη ότι «οι εργάτες δεν μπορούν να καταλάβουν τη θεωρία» και ότι η συγγραφική δραστηριότητα του κόμματος πρέπει να περιοριστεί σε οικονομικά συνθήματα και άμεσα αιτήματα. Αντιθέτως, ο Λένιν επέμενε ότι:

«είναι αναγκαίο οι εργάτες να μην περιορίζουν τους εαυτούς τους στα τεχνητά όρια της “φιλολογίας των εργατών”, αλλά να μάθουν σ’ έναν αυξανόμενο βαθμό να κατέχουν τη γενική φιλολογία. Θα ήταν ακόμα πιο ακριβές να πούμε ότι οι εργάτες “δεν περιορίζονται” και όχι ότι “δεν περιορίζουν τους εαυτούς τους”, διότι οι ίδιοι οι εργάτες επιθυμούν να διαβάζουν και διαβάζουν πράγματι όσα είναι γραμμένα για τους διανοούμενους και μόνο μερικοί (κακοί) διανοούμενοι πιστεύουν ότι είναι αρκετό για τους εργάτες να τους πουν μερικά πράγματα για τις συνθήκες στο εργοστάσιο και να τους επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά αυτά που είναι γνωστά από καιρό».

Ξεκινώντας από τα άμεσα προβλήματα της εργατικής τάξης, παλεύοντας για όλων των ειδών τα επιμέρους αιτήματα, είναι ανάγκη να πάει κανείς πέρα από το ειδικό και να δημιουργηθεί ένας συνδετικός κρίκος με το γενικό, από τον αγώνα ομάδων εργατών εναντίον συγκεκριμένων εργοδοτών, στον αγώνα της εργατικής τάξης ως σύνολο, ενάντια στην αστική τάξη και το κράτος της. Με ένα έξοχο επιχείρημα, ο Λένιν διατύπωσε τη διαλεκτική σχέση μεταξύ αγκιτάτσιας, προπαγάνδας και θεωρίας και εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο οι μικρές ομάδες του μαρξισμού κερδίζοντας τα πιο πρωτοπόρα στρώματα της εργατικής τάξης, μπορούν στη συνέχεια να κερδίσουν τη μάζα του προλεταριάτου και μέσα από το τελευταίο, όλα τα καταπιεσμένα στρώματα της κοινωνίας – τους αγρότες, τις καταπιεσμένες εθνότητες, τις γυναίκες. Οι οικονομιστές είχαν αρχικά επιτυχία, επειδή απλώς προσαρμόστηκαν στις προκαταλήψεις των λιγότερο προχωρημένων στρωμάτων των εργατών. Αλλά όπως ισχυρίστηκε ο Λένιν, «οι εργάτες δεν είναι παιδιά να τους ταΐζουν με νερουλό χυλό». Δεν θέλουν να τους λένε αυτά που ήδη γνωρίζουν. Οι εργάτες έχουν δίψα για γνώση και είναι υποχρέωση των μαρξιστών να την ικανοποιήσουν. Με αφετηρία τα άμεσα προβλήματα των εργαζόμενων ανθρώπων, οι μαρξιστές είναι αναγκαίο να ανεβάσουν το επίπεδο συνείδησης σ’ ένα σημείο πλήρους κατανόησης του ρόλου των εργατών στην κοινωνία, δείχνοντας τον δρόμο για την υπέρβαση του αδιεξόδου.