γενική απεργία

[nextpage title=»Μέρος 1ο» ]

Εισαγωγή του Τεντ Γκραντ σε αναδημοσίευση του άρθρου από την εφημερίδα «Militant» το 1980

Αν αντικαταστήσουμε τον Χηθ (σ.σ: πρωθυπουργός της κυβέρνησης του Συντηρητικού Κόμματος στις αρχές της δεκαετίας του 1970) με τη Θάτσερ και τους συνδικαλιστές ηγέτες Βικ, Φέδερ, Τζακ Τζόους και Χιου Σκάνλοου με τον Λεν Μάρεϋ, το παρακάτω άρθρο που γράφτηκε το 1973 είναι σαν να αναφέρεται στην κατάσταση της αγγλικής κοινωνίας και τη διάθεση του εργατικού κινήματος σήμερα (σ.σ: 1980).

Η μόνη διαφοροποίηση είναι ότι η σημερινή ταξική πάλη είναι πολύ πιο οξυμένη απ’ ότι στην περίοδο της διακυβέρνησης Χηθ, μεταξύ 1970 και 1974. Αυτό φάνηκε καθαρά από τη μαζική συγκέντρωση, πάνω από 140.000 εργαζομένων, στις 9 Μάρτη 1980.

Η διαδήλωση αυτή ήταν ένα μικρό δείγμα μόνο της συσσωρευμένης αγανάκτησης της εργατικής τάξης για τα μέτρα της κυβέρνησης των «Συντηρητικών» ενάντια της. Τμήματα της διαδήλωσης δεν περιορίστηκαν απλά στην αποδοκιμασία, αλλά πρόβαλαν αυθόρμητα συνθήματα για «δράση» ενάντια στη «Συντηρητική» κυβέρνηση. Αποδοκιμάστηκε επίσης σκληρά η πρόταση του Λεν Μάρεϋ ν’ αρχίσει η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών (Γ.Σ.Ε.) συνομιλία με τον ταξικό εχθρό.

Στην ουσία, η ίδια η διαδήλωση έγινε μόνο εξαιτίας της τρομερής πίεσης της βάσης πάνω στο Γενικό Συμβούλιο της Γ.Σ.Ε. τους 4 τελευταίους μήνες. Παρά τις μανούβρες τους, οι ηγέτες της Γ.Σ.Ε. αναγκάστηκαν τελικά να καλέσουν τους εργάτες σε κινητοποίηση στις 14 Μάη. Κι ενώ το κάλεσμα έγινε με τον πιο μαλακό τόνο, ωστόσο η εργατική τάξη θα το θεωρήσει σαν μια ημερήσια Γενική Απεργία.

Έτσι, μέσα σε 10 μήνες συντηρητικής διακυβέρνησης, η κατάσταση είναι σήμερα πολύ πιο εκρηκτική σε πολύ μικρότερο διάστημα απ’ ότι την αντίστοιχη περίοδο, μετά την εκλογή του Χηθ το 1970. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της σκληρής αντιπληθωριστικής πολιτικής και των άγριων περικοπών στο βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης, που εφαρμόζεται από τη σημερινή κυβέρνηση.

Ωστόσο, η πολιτική της Θάτσερ «δεν έπεσε από τον ουρανό». Είναι αποτέλεσμα της απελπιστικής κρίσης του αγγλικού καπιταλισμού, που έχει οξυνθεί φοβερά σε σύγκριση με την περίοδο 1970 – 74. Τρέμοντας την αναπόφευκτη αντίδραση των εργαζομένων μέσα από τις οργανώσεις τους, οι «Συντηρητικοί» επιχειρούν επίσης να περιορίσουν τη δύναμη του συνδικαλιστικού κινήματος. Ο Υπουργός Εργασίας Πράιορ προχωρεί πολύ πιο προσεκτικά απ’ ότι η κυβέρνηση του Χηθ ή απ’ ότι θα ήθελε η Θάτσερ κι οι υποστηρικτές της. Οπωσδήποτε όμως, ο σκοπός είναι ο ίδιος.

Τη στιγμή που οι συνδικαλιστές ηγέτες παραπλανούν το εργατικό κίνημα λέγοντας ότι η αντίθεση μεταξύ εργαζομένων και κεφαλαίου μπορεί να διευθετηθεί με διαπραγματεύσεις, οι καπιταλιστές προετοιμάζονται σοβαρά για τις ταξικές μάχες που έρχονται. Στις σελίδες των «TIMES», οι άνθρωποι τους μετράνε τον συσχετισμό δυνάμεων στην κοινωνία σήμερα. Πρόσφατα έγραψαν μια σειρά άρθρων αναλύοντας σχεδόν με στρατιωτικό στυλ, τη διάταξη των δυνάμεων του «εχθρού» (δηλαδή της εργατικής τάξης), το χώρο στον οποίο θα δοθούν μελλοντικοί ταξικοί αγώνες και τα μέτρα που μπορούν να εγγυηθούν τη νίκη τους.

Έφτασαν έτσι στο συμπέρασμα, ότι οι καπιταλιστές βρίσκονται σήμερα σε μειονεκτική θέση. Οι κοινωνικές τους εφεδρείες έχουν υπονομευτεί εντελώς. Έτσι, ενδεικτικά είδαμε πρόσφατα μέχρι και καταλήψεις των τζόκεϊ στο Μπίρμινχαμ και απεργία των εργατών των προμηθευτών υφασμάτων της βασιλικής αυλής για αναγνώριση του συνδικάτου τους. Τμήματα εργαζομένων που στο παρελθόν ήταν πιστά στηρίγματα του συστήματος, σπρώχτηκαν στις γραμμές του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος.

Τα συνδικάτα είναι η ισχυρότερη δύναμη στην αγγλική κοινωνία. Περίπου το 44% της εργατικής δύναμης, ήταν μέλη συνδικάτων το 1973. Σήμερα παρά την αύξηση των ανέργων κατά 1.000.000, τα μέλη των συνδικάτων αυξήθηκαν 50%, δηλαδή σε 13.000.000 εργαζόμενους. Μαζί με τις οικογένειες τους, οι συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της Αγγλίας.

Σ’ αυτή τη φάση, η άρχουσα τάξη δεν μπορεί να νικήσει σε μια ανοιχτή σύγκρουση με την εργατική τάξη. Πραγματικά, είναι τέτοια η δύναμη των εργατών ύδρευσης – αποχέτευσης, των εργατών στον ηλεκτρισμό και άλλων, που αυτοί μόνο αν απεργούσαν το αποτέλεσμα θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με Γενική Απεργία.

Σε σχέση με μια απεργία των εργατών ύδρευσης, οι «TIMES» συμπεραίνουν ότι: «Αυτό που πραγματικά τρομοκρατεί την κυβέρνηση είναι ο καταλυτικός αντίκτυπος μιας εθνικής απεργίας τους». Την εποχή της Γενικής Απεργίας του 1926, οι εργαζόμενοι στην ύδρευση θεωρούνταν το πιο καθυστερημένο κομμάτι του εργατικού κινήματος: «Η απεργιακή επιτροπή εφοδιασμού και μεταφοράς ξέγραψε το ζήτημα (μιας απεργίας των εργατών ύδρευσης και αποχέτευσης) πιστεύοντας ότι η πιθανότητα μιας απεργίας στο κλάδο θα ήταν μηδαμινή» (TIMES 16/11/79).

Ο καπιταλισμός «είχε τότε ένα αποφασιστικό πλεονέκτημα που δεν διαθέτει και σήμερα. Τα μεσαία στελέχη των επιχειρήσεων και οι υπάλληλοι υποστήριζαν σε γενικές γραμμές την κυβέρνηση και δεν απεργούσαν. Η σχετικά χαμηλή τεχνολογία στην ηλεκτρική βιομηχανία, στα λιμάνια και τα τραίνα σήμαινε ότι στρατιώτες και εθελοντές πολίτες μπορούσαν εύκολα να λειτουργήσουν τις υπηρεσίες, έστω υποτυπωδώς».

Όμως όπως απέδειξε η πρόσφατη αναταραχή στον κλάδο, οι καπιταλιστές δεν μπορούν πια σίγουρα να υπολογίζουν στους εργάτες ύδρευσης. Μόνο με 19,2% αυξήσεις, κατάφεραν τελικά να αποτρέψουν απεργιακή τους κινητοποίηση. Τόση είναι η απελπισία των καπιταλιστών, που μελετάνε την πιθανότητα να χρησιμοποιήσουν την ίδια τη δύναμη των εργατικών οργανώσεων, σαν μέσο αποτροπής της δράσης από τα πιο αποφασιστικά τμήματα της εργατικής τάξης. Έτσι, σε σχέση με τον κλάδο ύδρευσης και αποχέτευσης, ένας παλιός διευθυντής των υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας δήλωσε ότι «επειδή είναι τόσο δυνατοί είναι και τόσο αδύναμοι».

Μια ιδέα που προωθήθηκε, είναι η λεγόμενη «αλτερνατίβα των ακαθαρσιών στο δρόμο». Μ’ άλλα λόγια, στην περίπτωση μιας απεργίας οι αρχές θα άφηναν τις ακαθαρσίες να βγουν από τους υπονόμους και τις τουαλέτες. Υπολογίζουν έτσι ότι από την μαζική αγανάκτηση που θα προκαλούσαν, οι εργάτες θ’ αναγκάζονταν να γυρίσουν στη δουλειά.

Αυτό δείχνει τη φοβερή αδυναμία της άρχουσας τάξης στις σύγχρονες συνθήκες. Οι « TIMES» έχουν μετρήσει σοβαρά την πιθανότητα ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος στην Αγγλία. Ωστόσο η απάντηση ενός στρατιώτη στην ερώτηση, αν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα είναι δυνατόν να πετύχει στην Αγγλία ήταν: «Οι αξιωματικοί δεν μπορούν να οργανώσουν ούτε ένα χορό. Ένα στρατιωτικό πραξικόπημα θα ισοδυναμούσε με απόπειρα μια ς έξαλλης ομάδας χοντροκέφαλων να πάρει την εξουσία».

Ωστόσο, ενώ ένα στρατιωτικό πραξικόπημα αποκλείεται αυτή την περίοδο, μακροπρόθεσμα, αν η εργατική τάξη στην Αγγλία αποτύχει να επιβάλει την σοσιαλιστική αλλαγή της κοινωνίας, οι καπιταλιστές χωρίς άλλη διέξοδο, θα κινηθούν αναπόφευκτα προς την κατεύθυνση να επιβάλλουν ένα δεξιό στρατιωτικό καθεστώς.

Αλλά βραχυπρόθεσμα, οι πιο έξυπνοι εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης στην Αγγλία έχουν αποφασίσει πως δεν έχουν άλλη εναλλακτική λύση από το να στηριχθούν πάνω στους δεξιούς συνδικαλιστές και εργατικούς ηγέτες, για να φρενάρουν το εργατικό κίνημα.

Τα γεγονότα των πρόσφατων μηνών, μαζί και η διαδήλωση της 9/5, δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι συνδικαλιστές ηγέτες, οι ειλικρινά αριστεροί συνδικαλιστικοί ηγέτες, όπως επίσης και οι δεξιοί, δεν έχουν ιδέα για το τι σημαίνει η καπιταλιστική κρίση για την Αγγλία και την εργατική τάξη. Δεν είναι εξοπλισμένοι μ’ ένα πρόγραμμα ικανό να ανατρέψει την κυβέρνηση Θάτσερ και να εκπληρώσει τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό στην Αγγλία.

Πολλές από τις ομιλίες που έγιναν στην πλατεία Τραφάλγκαρ περιγράφανε έντονα τις συνέπειες της πολιτικής της Θάτσερ. Αλλά στην ουσία όλοι οι συνδικαλιστές ηγέτες που μίλησαν, έριξαν τις ευθύνες στη μοχθηρία ή στην ηλιθιότητα της Θάτσερ και του Υπουργού βιομηχανίας Κηθ Τζόζεφ. Ενώ δεν διαφωνούμε σε αυτόν τον χαρακτηρισμό για τη Θάτσερ και τους υπουργούς της, τα μέτρα που υιοθετήθηκαν από την κυβέρνηση οφείλονται στην οργανική κρίση του αγγλικού καπιταλισμού.

Το ποσοστό κέρδους των μεγάλων βιομηχανιών, εκτός από τα πετρέλαια και τα αέρια της Βόρειας θάλασσας, έχει πέσει στο 2%. Σε τελευταία ανάλυση, ο μόνος τρόπος να αυξηθεί το ποσοστό του κέρδους των καπιταλιστών, είναι η τεράστια μείωση στο βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης. Κι αυτό ακριβώς προσπαθεί να κάνει η Θάτσερ.

Με τη σειρά του όμως αυτό, έχει προκαλέσει τη σθεναρή αντίσταση της οργανωμένης εργατικής τάξης, όπως φάνηκε από τον θαυμαστό αγώνα των εργατών της χαλυβουργίας. Μπρος σ’ αυτή την αντίσταση ξεσπούν ήδη φοβερές διαφορές ανάμεσα στους «Συντηρητικούς» υπουργούς, μεταξύ των λεγόμενων «σκληρών Θατσερικών» και των «μαλακών» υπό τον Πράιορ και τον Γκίλμουρ.

Ωστόσο η μόνη διαφορά μεταξύ της Θάτσερ και των «μαλακών», είναι, στο πως θα εκπληρώσουν καλύτερα τις προσταγές του κεφαλαίου. Οι Πράιορ και σια, μαζί με ένα ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα των υπηρετών του κεφαλαίου και των «Συντηρητικών» βουλευτών, αντιτίθενται στον ανοικτό κυνισμό και την έλλειψη δεξιοτεχνίας με την οποία εφαρμόστηκαν οι περικοπές αυτή την περίοδο. Διαφωνούν στον τρόπο, αλλά γενικά οι καπιταλιστές συμφωνούν στο σύνολό τους για την ανάγκη να ρίξουν τους μισθούς, τη στιγμή που αυξάνονται συνεχώς οι τιμές.

Τα μέτρα της Θάτσερ έχουν ανοίξει ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στις τάξεις. Η μαχητική διάθεση της εργατικής τάξης ενάντια στην κυβέρνηση, θα εμποδίσει σ’ αυτή τη φάση τους συνδικαλιστές από το να έχουν επιτυχείς συνομιλίες με την Θάτσερ. Η απόπειρα να συμφιλιωθεί η εργατική τάξη μ’ αυτή την κυβέρνηση, είναι σαν να προσπαθείς να ανακατέψεις λάδι με νερό.

Τίθεται το ζήτημα της εξουσίας

Έχει έτσι ήδη στηθεί το σκηνικό για μια συγκλονιστική σύγκρουση ανάμεσα στην ξεσηκωμένη εργατική τάξη από τη μια και την ολοένα πιο απελπισμένη άρχουσα τάξη από την άλλη. Η κατάσταση αυτή έχει προκαλέσει εκκλήσεις από τους εργάτες για μια 24ωρη Γενική Απεργία. Το «Militant» πρόβλεψε ότι μια σειρά τοπικές γενικές απεργίες θα προηγηθούν μιας 24ωρης Γενικής Απεργίας. Αυτό έγινε ήδη στην Ουαλία. Μπορεί να επαναληφθεί με παρόμοιες απεργίες στην Σκωτία και στη Βορειοανατολική Αγγλία.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες μερικές «υπεραριστερές» σέχτες προβάλουν ξανά το σύνθημα μιας Γενικής Απεργίας απεριορίστου διάρκειας. Πρέπει ακόμα να πούμε ότι υπάρχουν επίσης μερικοί πρωτοπόροι εργάτες, που βλέπουν το αίτημα μιας Γενικής Απεργίας διαρκείας σαν το καλύτερο τρόπο να πέσει η συντηρητική κυβέρνηση.

Οι σέχτες είναι σαν τους κομπογιαννίτες που παίρνουν τον πρώτο μήνα της εγκυμοσύνης για τον ένατο. Τέτοιοι άνθρωποι μπορούν να προκαλέσουν μόνο εκτρώσεις. Ευτυχώς ωστόσο, δεν θα βρεθούν ποτέ στην ηγεσία του ισχυρού εργατικού κινήματος στην Αγγλία.

Μερικοί πρωτοπόροι εργάτες που υποστηρίζουν μια Γενική Απεργία διαρκείας, διψώντας για εκδίκηση ενάντια στην κυβέρνηση, δεν σκέφτονται πραγματικά τη σημασία αυτού του αιτήματος. «Μια Γενική Απεργία, ειδικά στις παλιές καπιταλιστικές χώρες απαιτεί ένα προσεκτικό Μαρξιστικό υπολογισμό όλων των συγκεκριμένων συνθηκών». («Στα μέσα του δρόμου» – Τρότσκι)

Το κάλεσμα για Γενική Απεργία διαρκείας σ’ αυτή τη φάση, είναι πραγματικά ένα άλμα πέρα από την σημερινή ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Αγγλία. Όπως δείχνει το παρακάτω άρθρο, μια Γενική Απεργία διαρκείας βάζει το ζήτημα της εξουσίας.

Οι «TIMES» (30/1) δεν δίστασαν να τονίσουν ακριβώς αυτό στους συνδικαλιστές ηγέτες:

«Μια Γενική Απεργία είναι αναγκαστικά μια επαναστατική ενέργεια και οι ηγέτες των συνδικάτων σήμερα είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους πολύ λιγότερο επαναστατικοί από οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα στην Αγγλία».

Πηγαίνοντας πίσω στην ιστορία, η ίδια εφημερίδα τόνισε επίσης ότι σε μια σύγκρουση ανάμεσα στην κυβέρνηση και την Τριπλή Συμμαχία των ανθρακωρύχων, των σιδηροδρομικών και των εργατών μεταφορών το 1919 ο Λόυδ Τζωρτζ (πρωθυπουργός τότε) είπε στους συνδικαλιστές ηγέτες: «Αν εφαρμόσετε την απειλή σας και απεργήσετε θα μας νικήσετε, αλλά αν το κάνετε έχετε υπολογίσει τις συνέπειες;»

«Η απεργία θα είναι ενάντια στην κυβέρνηση αυτής της χώρας και από την επιτυχία της την ίδια θα προκαλέσει μια συνταγματική κρίση πρώτου μεγέθους. Γιατί αν εμφανιστεί μια δύναμη στη χώρα που θα είναι ισχυρότερη από το κράτος, τότε θα πρέπει ή να είναι έτοιμη να αναλάβει η ίδια τις λειτουργίες του κράτους ή να αποσυρθεί και να αποδεχτεί την εξουσία του κράτους. Κύριοι, το έχετε σκεφτεί; Κι αν ναι, είστε έτοιμοι;» (TIMES 16/11/79)

Με μεγάλη ικανοποίηση οι «TIMES» αναφέρουν τα σχόλια του Ρόμπερτ Σμάιλυ, του τότε ηγέτη των ανθρακωρύχων: «Απ’ αυτή τη στιγμή είχαμε κιόλας νικηθεί και το ξέραμε». Μ’ άλλα λόγια, οι συνδικαλιστές ηγέτες, εκείνο τον καιρό δεν είχαν καμιά διάθεση να κινητοποιήσουν την εργατική τάξη και το εργατικό κίνημα για να πάρουν την εξουσία.

Αν όχι τίποτε άλλο, οι ηγέτες των συνδικάτων έχουν σήμερα ακόμα λιγότερη διάθεση από τότε για να θέσουν το ζήτημα της εξουσίας στο εργατικό κίνημα. Αυτό υπογραμμίστηκε στην τηλεόραση από τον Λεν Μάρρεϋ την περασμένη εβδομάδα. Αντιτάχθηκε σε μια γενική απεργία στη βάση του ότι, αν τα συνδικάτα νικούσαν δεν θα ήξεραν τι να κάνουν την εξουσία. Φάνηκε επίσης, από το ότι κατάγγειλε σαν «πολιτική αστάθεια» τη διάθεση των εργατών να κάνουν την κινητοποίηση τις 14/5 μέσο για την ενεργοποίηση της πλειοψηφίας των εργαζομένων και για την προώθηση του αιτήματος για Γενικές Εκλογές και διώξιμο της κυβέρνησης των «Συντηρητικών».

Αποτελεί πράγματι γελοία «πολιτική άγνοια» να υποστηρίζει κανείς ότι ένας σοβαρός αγώνας της εργατικής τάξης σήμερα ενάντια στις συσπειρωμένες δυνάμεις της εργοδοσίας, της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού, δεν είναι πολιτικός αγώνας. Ο αγώνας των χαλυβουργών είναι άμεσα πολιτικός με την έννοια ότι πίσω από τους εργοδότες βρίσκονται ο Τζόζεφ και η Θάτσερ.

Γι’ αυτό στην περίπτωση μιας Γενικής Απεργίας στην Αγγλία, το κύριο μέλημα των συνδικαλιστών ηγετών θα ήταν πώς να σταματήσουν την απεργία. Όχι μόνο οι δεξιοί ηγέτες, αλλά και οι αριστεροί επίσης, δεν καταλαβαίνουν πως ο αγγλικός καπιταλισμός δεν μπορεί να κάνει άλλες μεταρρυθμίσεις. Για ν’ αυξηθεί το βιοτικό επίπεδο κι ακόμα για να περιφρουρηθούν οι κατακτήσεις δεκαετιών αγώνα, πρέπει το εργατικό κίνημα να εξοπλιστεί μ’ ένα πρόγραμμα για την εκπλήρωση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Ωστόσο, στην περίπτωση μιας Γενικής Απεργίας στην Αγγλία, που αναμφίβολα είναι μια πιθανότητα και αποτελεί φυσική κατάληξη μέσα στη σημερινή κατάσταση, το αποτέλεσμα, δοσμένης της ηγεσίας του συνδικαλιστικού κινήματος, δεν θα ήταν να πάρει η εργατική τάξη την εξουσία.

Από την άλλη όμως, δεν θα είχε την ίδια κατάληξη, όπως η Γενική Απεργία του 1926 που ήταν μια σοβαρή ήττα για την εργατική τάξη. Το αποτέλεσμα μιας Γενικής Απεργίας στις σύγχρονες συνθήκες, δοσμένης της αδυναμίας των καπιταλιστών από τη μια και την τρομακτική δύναμη των συνδικάτων, του εργατικού κινήματος και της εργατικής τάξης από την άλλη, θα ήταν παρόμοιο με εκείνο στη Γαλλία του 1968. Η Γενική Απεργία του Μάη ’68 μπορούσε να σταματήσει μόνο κάνοντας μεγάλες παραχωρήσεις στην εργατική τάξη με τη μορφή αυξήσεων των μισθών και μείωσης του ωραρίου.

Η άρχουσα τάξη στη Γαλλία κέρδισε καιρό κάνοντας αυτές τις παραχωρήσεις και μετά τις πήρε πίσω με τον πληθωρισμό μέσα σε λίγα χρόνια. Παρόμοια μέτρα θα επιχειρούνταν αναμφίβολα και στην Αγγλία. Έτσι, και στην Αγγλία μια παρόμοια εξέλιξη θα σήμαινε μια σχετική νίκη για την εργατική τάξη. Αλλά ο εκφυλισμός μιας Γενικής Απεργίας θα μπορούσε επίσης να έχει σαν αποτέλεσμα την απογοήτευση των πρωτοπόρων εργατών, ιδιαίτερα επειδή η εξουσία θα βρισκόταν μπροστά στα χέρια της εργατικής τάξης. Για όλους αυτούς τους λόγους, το «Militant» διαφωνεί με το σύνθημα μιας Γενικής Απεργίας διαρκείας σ’ αυτή τη φάση στην Αγγλία.

Το κύριο καθήκον σήμερα είναι να «κερδίσουμε την εργατική τάξη», να κερδίσουμε την συντριπτική πλειοψηφία του συνδικαλιστικού και εργατικού κινήματος στην προοπτική του εξαναγκασμού σε παραίτηση της κυβέρνησης των Τόρυδων και την εγκαθίδρυση μιας εργατικής κυβέρνησης μ’ ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Αυτό μπορεί να γίνει καλύτερα με το σύνθημα 24ωρης Γενικής Απεργίας, σαν προειδοποίηση στους «Συντηρητικούς».

Μια σειρά πανεθνικών δράσεων, μια προειδοποιητική απεργία διαμαρτυρίας που θα περιλάμβανε πάνω από 13.000.000 εργάτες θα χρησίμευε για να εξηγήσει πρώτα απ’ όλα τα μέτρα της κυβέρνησης και τι σημαίνουν αυτά για τους εργαζόμενους. Και θα έδειχνε τις επιπτώσεις αυτών των μέτρων πάνω στην αμετάκλητη κρίση του αγγλικού καπιταλισμού.

Ταυτόχρονα, χρησιμοποιώντας την τρομακτική δύναμη του εργατικού κινήματος, θα μπορούσαν να γίνουν σε κάθε εργάτη φανερά τα αποτελέσματα της συνέχισης της παραμονής αυτής της κυβέρνησης. Θα μπορούσε έτσι να εξαπλωθεί η ιδέα της εθνικοποίησης των 200 μεγαλύτερων μονοπωλίων από την εργατική κυβέρνηση, με ελάχιστη αποζημίωση, στη βάση μόνο αποδεδειγμένης ανάγκης. Αυτό θα επέτρεπε την εφαρμογή ενός σοσιαλιστικού προγραμματισμού της παραγωγής.

Χωρίς αμφιβολία, μια σωστά προετοιμασμένη 24ωρη Γενική Απεργία στην Αγγλία θ’ αποτελούσε πολιτικό σεισμό. Τα πράγματα δεν θα ήταν ποτέ πάλι τα ίδια. Μια 24ωρη Γενική Απεργία ή μια σειρά από 24ωρες Γενικές Απεργίες, θα μπορούσαν να προετοιμάσουν το έδαφος για μια Γενική Απεργία διαρκείας σε μια επόμενη φάση.

Ένα είναι σίγουρο: οι μαρξιστές θα προβάλουν σε κάποια φάση το σύνθημα της Γενικής Απεργίας διαρκείας. Αλλά αυτό που χρειάζεται πρώτα, είναι η σοβαρή προετοιμασία από το εργατικό κίνημα, στη βάση ενός ξεκάθαρου προγράμματος και το κτίσιμο μιας ηγεσίας του εργατικού κινήματος ικανής να προετοιμάσει την εργατική τάξη για να πάρει την εξουσία.

Αναμφίβολα μια Γενική Απεργία με αφορμή μια σειρά αιτήματα μπορεί να ξεσπάσει αυθόρμητα, χωρίς η εργατική τάξη να έχει προετοιμαστεί. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι μαρξιστές θα υποστηρίξουν φυσικά την απεργία και θα επιδιώξουν ν’ αναπτύξουν τα όργανα της εργατικής εξουσίας, που αναπόφευκτα θα εμφανιστούν και θα παλέψουν για να υιοθετηθεί το παραπάνω πρόγραμμα.

Τα ζητήματα της 24ωρης Γενικής Απεργίας και της Γενικής Απεργίας διαρκείας και το τι σημαίνουν για το εργατικό κίνημα, είναι ζωτικά και πρέπει να συζητηθούν και να κατανοηθούν από τους πρωτοπόρους εργάτες στη θυελλώδη περίοδο που έρχεται.

[/nextpage]

[nextpage title=»Μέρος 2ο» ]

Η δύναμη της εργατικής τάξης ο αποφασιστικός παράγοντας

Οι κοινωνικές σχέσεις στην Αγγλία είναι σήμερα διαταραγμένες περισσότερο από κάθε άλλη φορά, από τη δεκαετία του 1920. Έχουν ξεσπάσει πρωτοφανείς απεργίες νέων εργατικών στρωμάτων, που δεν είχαν ποτέ στο παρελθόν αναμιχθεί σε αγώνες.

Οι τρομακτικά καταπιεσμένοι και υπάκουοι μέχρι τώρα εργαζόμενοι στα νοσοκομεία, έδειξαν μια θαυμαστή ικανότητα για μάχη. Οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι δάσκαλοι, θεωρούμενοι στο παρελθόν σαν βασικό στήριγμα των «Συντηρητικών», κατέβηκαν σε μαζικές απεργίες. Οι πανίσχυρες οργανώσεις των ανθρακωρύχων, των σιδηροδρομικών, των οικοδόμων, των μηχανουργών, έχουν όλες κατέβει σε απεργίες και αγώνες ενάντια στους εργοδότες τα τελευταία χρόνια. Οι εργάτες της βιομηχανίας γκαζιού απεργήσανε για πρώτη φορά στα τελευταία 50 χρόνια.

Η κινητοποίηση της εργατικής τάξης στα τελευταία 3 – 4 χρόνια περιέλαβε υπαλλήλους και ειδικευμένους αλλά και ανειδίκευτους βιομηχανικούς εργάτες. Ένα τόσο μεγάλο φάσμα περιλαμβάνει ουσιαστικά ολόκληρη την εργατική τάξη. Αυτό δε συνέβη ούτε στους μεγαλύτερους αγώνες στο παρελθόν, συμπεριλαμβανομένης και της Γενικής Απεργίας. Οφείλεται στο γεγονός, ότι η παγκόσμια οικονομική άνθιση μετά τον πόλεμο οδήγησε στην τρομερή ανάπτυξη του αριθμού και της δύναμης της εργατικής τάξης.

Οι μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, τα συνδικάτα, έχουν φτάσει σε νέα ύψη ανάπτυξης, περίπου στα 10 εκατ. ή 44% του εργατικού πληθυσμού. Το ποσοστό αυτό οργάνωσης είναι τρομερό μέσα σε καπιταλιστικές συνθήκες. Από την άλλη πλευρά, τα χρόνια αναιμικής ανάκαμψης του μεταπολεμικού Βρετανικού καπιταλισμού τα ακολούθησε η οργανική κρίση, σαν αποτέλεσμα του αργού εκφυλισμού του αγγλικού ιμπεριαλισμού.

Η κυβέρνηση των «Συντηρητικών» λειτούργησε σαν όπλο του κεφαλαίου, προσπαθώντας να αποτρέψει την παραπέρα καθοδική πορεία του αγγλικού καπιταλισμού, ρίχνοντας τα βάρη στις πλάτες των φτωχών και των αδύνατων, που ζούνε από την κοινωνική πρόνοια και με την εκμετάλλευση ακόμα μεγαλύτερου μέρους του πλούτου από την υπεραξία που παράγει ο ιδρώτας της εργατικής τάξης.

Η κυνική ταξική πολιτική της κυβέρνησης των «Συντηρητικών» δεν προέρχεται από την επιθυμία τους να ξεσηκώσουν την εργατική τάξη, αλλά γιατί το επιβάλει η αναγκαιότητα της κρίσης. Είναι αναγκασμένοι τώρα, σύμφωνα με τους αστούς οικονομολόγους του Καίμπριτζ, να περιορίσουν την καταναλωτική δύναμη της εργατικής τάξης, στα σημερινά επίπεδα για 5 χρόνια τουλάχιστον.

Αυτό αποτελεί ένα πρόγραμμα σκληρού ταξικού πολέμου που δεν αφήνει περιθώρια για «συμβιβασμούς» όπως εκείνους που επέβαλε η μέθοδος του αγγλικού καπιταλισμού στο παρελθόν. Η ταξική σύγκρουση ανέρχεται σ’ ένα ακόμα ανώτερο επίπεδο απ’ αυτό της 10ετίας του 1920, που οδήγησε στη Γενική Απεργία του 1926.

Η εργατική τάξη παλεύει σκληρά ενάντια σ’ αυτές τις επιθέσεις. Όπως συνήθως στην Αγγλία μέσα από τις παραδοσιακές οργανώσεις της εργατικής τάξης, τα συνδικάτα, οι εργάτες έδειξαν ξανά την αποφασιστικότητα τους να αγωνιστούν ενάντια στις απαιτήσεις των εργοδοτών.

Η δύναμη των εργατικών οργανώσεων έχει δοκιμαστεί και ξαναδοκιμαστεί στη δράση. Αυτό έχει προκαλέσει αναταραχή στις γραμμές των επιτελών του κεφαλαίου, γιατί στη σύγκρουση με την εργοδοσία και το κράτος της, φάνηκε η τρομακτικά συσσωρευμένη δύναμη των συνδικάτων.

Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, με το ένα τμήμα της εργατικής τάξης μετά το άλλο να μπαίνει στον αγώνα για υψηλότερους μισθούς, η ανάγκη για γενικευμένη δράση, άρχισε να γίνεται αισθητή από τα πλατιά στρώματα των πρωτοπόρων μαχητών στα συνδικάτα και στα εργοστάσια.

Κάτω από το βάρος της σύλληψης των 5 λιμενεργατών, η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (ΓΣΕ), όταν φάνηκε πια ότι επρόκειτο να ελευθερωθούν κάτω από την πίεση του κύματος απεργιών που προκάλεσε η φυλάκιση τους, κάλεσε μια 24ωρη Γενική Απεργία διαμαρτυρίας. Κατά την περίοδο της κυβέρνησης των «Συντηρητικών», από καιρό σε καιρό το «Militant» πρόβαλε την ιδέα να προκηρυχτεί από την ΓΣΕ μια 24ωρη Γενική Απεργία.

Το σκεπτικό που μας οδήγησε να υιοθετήσουμε αυτό το σύνθημα, έχει διπλό χαρακτήρα. Κάτι τέτοιο θα εξέφραζε την αγανάκτηση των εργατών από τις προκλήσεις της κυβέρνησης και θα προωθούσε τη συντονισμένη κινητοποίηση ολόκληρης της εργατικής τάξης.

Μια 24ωρη Γενική Απεργία μπορεί να χρησιμέψει άμεσα σαν προειδοποίηση στην άρχουσα τάξη, όπως στη Γαλλία το 1934, όταν οι εργάτες απεργήσανε στο κάλεσμα της ηγεσίας των συνδικάτων (που κάλεσε την απεργία κάτω από την πίεση των πρωτοπόρων μαχητών συνδικαλιστών και το φόβο για τη φασιστική αντίδραση – 1 εκατομμύριο ήταν οργανωμένοι, αλλά απεργήσανε 4 εκατομμύρια). Επίσης μπορεί να χρησιμεύσει σαν μέσο για να καταλάβουν οι εργάτες την τρομερή δύναμη τους όταν είναι ενωμένοι.

Θα συσπείρωνε την εργατική τάξη, σαν τάξη αντίθετη στον καπιταλισμό

Το έκτακτο συνέδριο της ΓΣΕ υιοθέτησε κάτω από την πίεση της βάσης την ιδέα μιας ημέρας δράσης από το συνδικαλιστικό κίνημα ενάντια στην πολιτική τιμών και εισοδημάτων, ενώ ο Φέυδερ (γραμματέας) και το Γενικό Συμβούλιο της ΓΣΕ είχαν αποφασίσει να κάνουν στο συνέδριο μια γενική πρόταση χωρίς καμιά συγκεκριμένη δράση. Ο Φέυδερ ειρωνεύτηκε την ιδέα μιας 24ωρης Γενικής Απεργίας λέγοντας: «Τέτοια πράγματα συμβαίνουν στην Ιταλία και τη Γαλλία, αλλά όχι στην Αγγλία». Ακόμα και οι αριστεροί ηγέτες της ΓΣΕ έπρεπε να πιεστούν από τα κάτω για να υιοθετηθεί η απόφαση.

Ωστόσο, δεν δόθηκε καμιά συγκεκριμένη καθοδήγηση από την ηγεσία της ΓΣΕ και δεν έγινε καμιά απόπειρα να κινητοποιηθεί ολόκληρο το συνδικαλιστικό κίνημα στην υπεράσπιση και υποστήριξη των εργατών γκαζιού, των νοσοκομείων και των δημοσίων υπαλλήλων που απεργούν τώρα. Τελικά δόθηκε η οδηγία στα Εργατικά Κέντρα να καλέσουν συγκεντρώσεις και να οργανώσουν υποστήριξη για τους απεργούς, μόνο μετά από παραστάσεις και πίεση στο Γενικό Συμβούλιο της ΓΣΕ από τα συνδικάτα που απεργούν.

Ωστόσο οι ηγέτες της ΓΣΕ δεν έχουν καμιά στρατηγική για το πώς να οδηγήσουν τους αγώνες. Πρόκειται για μια μέρα δράσης και μετά; Καμιά προετοιμασία δεν έγινε για να οργανωθούν κινητοποιήσεις σαν τις θαυμαστές διαδηλώσεις ενάντια στο «Νόμο Βιομηχανικών Σχέσεων» (που περιόρισε τα συνδικαλιστικά δικαιώματα). Ούτε χρησιμοποιείται η ημέρα δράσης σαν αφετηρία για μια συντονισμένη και συνεπή εκστρατεία ενάντια στην πολιτική Τιμών και Εισοδημάτων που να εξηγεί «αγκιτατόρικα», γιατί οι καπιταλιστές προσπαθούν να επιβάλουν λιτότητα αυτή την περίοδο. Αυτό δεν οφείλεται στην τρέλα του Χηθ, του Μπάρμπερ και σια, αλλά στην κρίση του συστήματος.

Ωστόσο η ανάγκη να προβάλλουμε μια σοσιαλιστική εναλλακτική λύση μέσα από μια κοινή εκστρατεία του Εθνικού Συμβουλίου Εργασίας – στη βάση της απόφασης του τελευταίου συνεδρίου της ΓΣΕ και του τελευταίου συνεδρίου του Εργατικού Κόμματος – δεν έχει ακόμα εξεταστεί. Ξεκινώντας μαζί με τις προετοιμασίες για μια μαζική μέρα δράσης, μια κοινή εκστρατεία για εκλογές που θα προβάλει ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα, όπως κάνει η τάση του «Militant» χρόνια τώρα, θα δημιουργούσε ένα ακαταμάχητο και αήττητο μαζικό κίνημα, που θα επέβαλε τις εκλογές και το διώξιμο των «Συντηρητικών».

Αλλά ούτε η «αριστερή» μειοψηφία της προετοιμάζεται για κάτι τέτοιο. Οι «αριστεροί» συνδικαλιστές ηγέτες δεν έχουν υιοθετήσει μια κοινή πολιτική, στρατηγική και τακτική. Απλά σύρονται από την παλίρροια του κινήματος. Ο Βικ Φέυδερ, γραμματέας της ΓΣΕ, προειδοποιεί διαρκώς την κυβέρνηση και τους εργοδότες για τη φοβερή δύναμη των συνδικάτων. «Κανένας δεν μπορεί να κυβερνήσει ή να διοικήσει τη βιομηχανία ενάντια στα συνδικάτα», λέει. Αυτό είναι αλήθεια. Όμως ο Φέυδερ το τονίζει αυτό, όχι για να κινητοποιήσει τη δύναμη των εργατών για το γκρέμισμα του καπιταλισμού, αλλά για να διαπραγματευτεί με την κυβέρνηση των εργοδοτών… ορισμένες παραχωρήσεις.

Ωστόσο η στάση της κυβέρνησης και των εργοδοτών δεν προέρχεται από κάποια ιδιοτροπία του Χηθ, Μπάρμπερ, του Νταίηβις ή του Κάμπελ Άνταμσον (του Συνδέσμου Βιομηχάνων), αλλά από την κρίση του αγγλικού καπιταλισμού, στην οποία δεν μπορούν να δώσουν καμιά λύση, όπως και ο ίδιος ο Φέυδερ. Έτσι δεν μπορούν, παρά να κολακεύουν και να κοροϊδεύουν το Φέυδερ, χωρίς να προσφέρουν καμιά ουσιαστική παραχώρηση. Στο μεταξύ, προετοιμάζονται για εκδίκηση και σκληρά χτυπήματα ενάντια στα συνδικάτα με την κατάλληλη ευκαιρία.

Ήταν ακριβώς αυτή η κρίση και η κίνηση των συνδικάτων προς τα’ αριστερά που εκφράστηκε με αντικατάσταση δεξιών από αριστερούς συνδικαλιστές στα συνδικάτα Μηχανουργών – Μεταφορών και άλλα συνδικάτα, που έσπρωξε τους εργοδότες και την κυβέρνηση να υιοθετήσουν το «Νόμο Βιομηχανικών Σχέσεων» σαν μέσο εξαναγκασμού της συνδικαλιστικής ηγεσίας και μετατροπής της για άλλη μια φορά σε τοποτηρητή του κράτους και της εργοδοσίας μέσα στα συνδικάτα, όπως στις μέρες της κυριαρχίας των δεξιών ηγετών.

Μάταιη αυταπάτη. Αυτό που κατακτήθηκε από τις εργατικές οργανώσεις με αγώνες, δεν μπορεί να καταστραφεί περνώντας απλά νόμους στο κοινοβούλιο. Η πράξη αυτή της κυβέρνησης, αποκαλύπτει τα όρια της κοινοβουλευτικής εξουσίας. Μπορεί να βάζει εμπόδια και να προκαλεί ζημιά, αλλά εξαιτίας της μαζικής αντίστασης από τους οργανωμένους εργάτες, έχει αποτύχει τελείως στο βασικό της σκοπό. Τα συνδικάτα είναι ακόμα ελεύθερα και ανεξάρτητα από το κράτος.

Παρ’ όλα αυτά ο Φέυδερ, ακόμα και οι αριστεροί ηγέτες της ΓΣΕ προσπαθούν συνεχώς να συνδιαλλαγούν με την κυβέρνηση και το Σύνδεσμο των Βιομηχάνων. Ο Φέυδερ ικετεύει ξανά και ξανά τους εργοδότες και την κυβέρνηση για «συνεργασία». Αυτοί με τη σειρά τους απαιτούν τη συνθηκολόγηση του συνδικαλιστικού κινήματος. Αλλά με μια εργατική τάξη ξεσηκωμένη από τα μέτρα των «Συντηρητικών», από τους αγώνες ενάντια στο Νόμο Βιομηχανικών Σχέσεων και την αρρώστια του καπιταλιστικού πληθωρισμού, ενώ γίνονται προσπάθειες για να περιορισθούν οι αυξήσεις μισθών κάτω από το κόστος ζωής, τέτοιες συμφωνίες είναι αδύνατο να γίνουν, ακόμα και από τους δεξιούς συνδικαλιστές ηγέτες.

Ο ηγέτης του συνδικάτου εργατών τοπικής αυτοδιοίκησης ηττήθηκε στην ίδια την εκτελεστική του επιτροπή, όταν πρότεινε συνεργασία με την κυβερνητική Επιτροπή Τιμών και Μισθών. Δεν είναι πάνω από ένας χρόνος που αυτή η εκτελεστική επιτροπή (όχι οι ίδιοι άνθρωποι αναγκαστικά) είχε προσκαλέσει τον Χήθ να μιλήσει στο ετήσιο συνέδριο τους.

Τέτοια είναι η ριζοσπαστικοποίηση και η αλλαγή της διάθεσης ακόμα και ανάμεσα στα πιο καθυστερημένα συνδικάτα υπαλλήλων. Όχι τυχαία ο Χ. Ουίλσον είπε κάποτε: «Μια βδομάδα είναι πολύς καιρός στην πολιτική». Παρ’ όλα αυτά, μια 24ωρη Γενική απεργία, παρά τους περιορισμούς που μπαίνουν από την ηγεσία, αποτελεί ένα τεράστιο βήμα μπροστά για την εργατική τάξη. Η Αγγλία δε θα ήταν ποτέ η ίδια ξανά, ούτε και η εργατική τάξη.

Ποιος διοικεί την κοινωνία;

Η ηγεσία της ΓΣΕ μπορεί να θέλει απλά να «ξεφουσκώσουν» οι εργάτες – χωρίς πολλές ζημιές – και τίποτα παραπέρα. Η στάση όμως της βάσης δεν θα είναι ίδια. Η βάση θα ζητήσει δράση παρόμοια μ’ αυτή που περιγράφουμε σ’ αυτό το άρθρο.

Μετά την απεργία, η βάση θα κάνει τις εκτιμήσεις της. Με τη σημερινή διάθεση της εργατικής τάξης και με τις αναπόφευκτες αυξήσεις τιμών και με τους ανεπαρκείς μισθούς, νέες απεργίες και αναταραχές είναι αναπόφευκτες. Η αγανάκτηση της εργατικής τάξης θα αυξηθεί. Η όρεξη έρχεται τρώγοντας. Η έντονη εμπειρία μιας 24ωρης Γενικής Απεργίας θα ενθαρρύνει τους εργάτες να ζητήσουν μεγαλύτερη δράση από τις οργανώσεις τους. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, η απαίτηση για Γενική Απεργία Διαρκείας θα μεγαλώνει συνέχεια.

Σήμερα υπάρχουν στο περιθώριο του εργατικού κινήματος μερικές σέχτες που κορδώνονται και καυχώνται ότι είναι «Μαρξιστές» ή «Τροτσκιστές». Η μέθοδος προσέγγισης τους δεν έχει τίποτα το κοινό με τους κλασσικούς δασκάλους. Για χρόνια τώρα το κύριο αίτημα τους στις περιόδους κινητοποιήσεως των εργατών είναι: «Η ΓΣΕ να καλέσει Γενική απεργία για να γίνουν εκλογές». Πρώτα απ’ όλα το αίτημα είναι έξω από κάθε αναλογία. Μέσα σε 12 ή 18 μήνες θα γίνουν έτσι κι αλλιώς εκλογές. Το να κάνεις τις μεγάλες θυσίες του σκληρού αγώνα που απαιτεί μια Γενική Απεργία … για να προκαλέσεις εκλογές, είναι σαν να κοιλοπονάει ένα βουνό για να γεννήσει ένα φύλο. Εκφράζει τη χειρότερου είδους κοινοβουλευτική ηλιθιότητα και αυταπάτη.

Μια Γενική Απεργία διαρκείας είναι μια ολοκληρωτική σύγκρουση μεταξύ των τάξεων και μεταξύ της εργατικής τάξης και του καπιταλιστικού κράτους. Μέσα από ένα τέτοιο αγώνα αποκαλύπτεται εκτυφλωτικά η πραγματική κινητήρια δύναμη της κοινωνίας. Χωρίς την εργασία της εργατικής τάξης, τα εργοστάσια παραμένουν νεκρά και τα λιμάνια παραλύουν, οι μεταφορές σταματάνε, ηλεκτρική ενέργεια και γκάζι υπάρχει για κατανάλωση μόνο με την άδεια των συνδικάτων. Τρόφιμα και εφόδια, κρέας, γάλα και όλα τα αναγκαία διακινούνται μόνο με την άδεια των εργατών. Η Αγγλία αναμφίβολα θα παρέλυε εντελώς.

Μια Γενική Απεργία σημαίνει πως υπάρχουν δύο κράτη στη χώρα, αυτό των καπιταλιστών, παραλυμένο και αδύναμο και το εμβρυακό νέο κράτος των εργατών – όπως αντανακλάται στα συνδικάτα και τη δύναμή τους – σ’ ένα πολύ ανώτερο επίπεδο σε μια τέτοια περίπτωση. Τότε μπαίνει το ζήτημα: ποιος διοικεί την κοινωνία, οι εργάτες ή τα αφεντικά; Η άρχουσα τάξη δεν μπορεί να κυβερνήσει και η εξουσία της αμφισβητείται. Τελικά το ζήτημα, όπως και αν αρχίσει, βάζει αμείλικτα το πρόβλημα της εξουσίας. Ή οι εργάτες παίρνουν στα χέρια τους τον έλεγχο της κοινωνίας ή ηττούνται. Δεν υπάρχει μέσος δρόμος.

Γι’ αυτό μια Γενική Απεργία βάζει το ζήτημα της εξέγερσης και της κατάργησης του παλιού καθεστώτος. Το 1926 όταν η ΓΣΕ κάλεσε τη Γενική Απεργία, αμέσως τα Εργατικά Κέντρα δημιούργησαν Επιτροπές Δράσης σ’ όλη τη χώρα, οι οποίες συμπεριέβαλαν πολλά νέα στρώματα εργατών. Αυτές οι Επιτροπές Δράσης ήταν οι εμβρυακές μορφές μιας νέας κυβέρνησης.

Το «Militant» προβάλει το σύνθημα της 24ωρης Γενικής Απεργίας σαν ένα μέσο κινητοποίησης των εργατών. Τα γεγονότα έχουν ήδη αποδείξει την ορθότητα αυτού του συνθήματος. Αλλά τώρα η κατάσταση θα είναι αλλαγμένη. Η εργατική τάξη θα έχει δείξει τη δύναμη της και θα έχει πειστεί γι αυτή. Αυτό θα έχει σαν συνέπεια, αντί να είναι ικανοποιημένοι, να ζητάνε μεγαλύτερη και πιο αποτελεσματική δράση.

Η ΓΣΕ πιθανά τότε να καλέσει άλλη «μια μέρα δράσης». Δεν αποκλείεται, αν αυτό επαναληφθεί μια ή δύο φορές να χρησιμεύσει μέχρις ένα σημείο, σαν μέσο κινητοποίησης νέων στρωμάτων εργαζομένων. Αλλά αυτό που πρέπει να μην επιτρέψει κάθε πρωτοπόρος εργάτης είναι να υιοθετηθεί η «Ιταλική εκδοχή» των γενικών απεργιών. Δηλαδή για να καλμάρουν τους εργάτες τα κομμουνιστικά και χριστιανοδημοκρατικά συνδικάτα, χρησιμοποιούν σαν βαλβίδα ασφαλείας τις 24ωρες απεργίες βιομηχανικών κλάδων, πόλεων και όλης της χώρας κατά διαστήματα.

Αυτή η πολιτική διασκορπίζει, απογοητεύει και καθιστά ακίνδυνο το κίνημα των εργατών, χωρίς ουσιαστικά να καταστρέφει την εξουσία των εργοδοτών και του κράτους που παραμένει άθικτη. Αυτή είναι η πιο ύπουλη πολιτική, που μακροπρόθεσμα θα επιτρέψει στους εργοδότες και τους μισθοφόρους τους φασίστες και αξιωματικούς του στρατού, να προετοιμάσουν τις δυνάμεις τους και να καταφέρουν κτυπήματα στην εργατική τάξη και να προσπαθήσουν να καταστρέψουν τις οργανώσεις τους. Γι’ αυτό το «Militant» θα παλέψει ενάντια στην εφαρμογή μιας τέτοιας πρακτικής στην Αγγλία.

Ωστόσο, αν η αγωνιστική διάθεση των εργατών αναπτυχθεί μέσα από νέες έντονες προκλήσεις της αγγλικής κυβέρνησης και της άρχουσας τάξης, το αίτημα της Γενικής Απεργίας διαρκείας μπορεί σε κάποια φάση να κερδίσει πλατιά υποστήριξη. Εργάτες μεμονωμένων συνδικάτων που βρίσκονται σε απεργιακή κινητοποίηση, πιθανά να σκεφτούν ότι οι ατομικές τους προσπάθειες δεν αρκούν – ακόμα και οι ανθρακωρύχοι μπορεί να φτάσουν σ’ αυτό το συμπέρασμα.

Μέσα σε μια τέτοια ηλεκτρισμένη περίοδο κρίσης και σύγκρουσης, θα υπάρξουν κάθε είδους τυχαίοι παράγοντες, που μπορεί να προκαλέσουν μια έκρηξη που θα οδηγήσει σε μια ακαταμάχητη πίεση πάνω στη ΓΣΕ να καλέσει την Γενική Απεργία. Είναι αυτή η κατάσταση που δείχνει πόσο αστεία είναι η πολιτική μιας μικρής σέχτας που καλεί την ΓΣΕ να «προετοιμάσει την Γενική Απεργία».

Όπως απόδειξαν τα γεγονότα και όπως εξηγήθηκε παραπάνω, η ΓΣΕ είναι ανίκανη να «προετοιμάσει τη Γενική Απεργία», ακόμα και μια 24ωρη γενική απεργία. Το καθήκον αυτό σε μια δυσμενή περίοδο, μπορεί να εκπληρωθεί από τα Εργατικά Κέντρα, ειδικά αν βρεθούν κάτω από Μαρξιστική ηγεσία.

Το «Militant» υιοθετεί μια μαρξιστική θέση. Δεν παίζουμε με τη «Γενική Απεργία» σαν να ήταν η αυτόματη λύση σ’ όλα τα προβλήματα. Ενώ απορρίπτουμε την ανόητη στάση των αριστερών συνδικαλιστών ηγετών, που απογοητεύει τους πρωτοπόρους εργάτες, την ίδια ώρα, είμαστε πάντα προσεκτικοί και προειδοποιούμε χωρίς αυταπάτες τους εργάτες.

Οι αριστεροί συνδικαλιστές ηγέτες, παρά την τιμιότητα τους, σε πολλές περιπτώσεις είναι στην ουσία ρεφορμιστές. Ο Τρότσκι έγραψε πολλές φορές, ότι η προδοσία είναι σύμφυτη στον ρεφορμισμό. Σε μια Γενική Απεργία μπαίνει το ζήτημα της εξουσίας. Αν οι ηγέτες δεν είναι προετοιμασμένοι να παλέψουν για την εξουσία, τότε θα προδώσουν το κίνημα.

Όπως και οι «αριστεροί» ηγέτες το 1926, έτσι και οι Σκάνλοου, Τζόουνς και Ντάλυ. ούτε καν έχουν σκεφτεί το ζήτημα της κατάκτησης της εξουσίας – αν και ο τελευταίος έχει ήδη βάλει το ζήτημα της Γενικής Απεργίας. Γιατί απλούστατα δεν είναι μαρξιστές.

Δεν βάζουν τα προβλήματα από μια καθαρά ταξική σκοπιά. Τελικά, ακόμα και οι καλύτεροι από τους αριστερούς θα γονάτιζαν μπροστά στα αναγκαία ιστορικά καθήκοντα μιας Γενικής Απεργίας. Έτσι και αλλιώς, δεν είναι σήμερα καθόλου διατεθειμένοι να καλέσουν μια Γενική Απεργία διαρκείας. Οι «TIMES», το φερέφωνο του μεγάλου κεφαλαίου, σ’ ένα πρόσφατο άρθρο τους παρηγορούσαν τον εαυτό τους λέγοντας ότι αν και η ΓΣΕ έχει τη δυνατότητα, πολύ περισσότερο από ότι το 1926 να παραλύσει εντελώς την Αγγλία, δεν είναι προετοιμασμένη να πάρει την εξουσία.

Ο Σμιθ, μέλος του Γενικού Συμβουλίου της ΓΣΕ, είπε στο χαιρετισμό του σαν Πρόεδρος του τελευταίου ετήσιου συνεδρίου της: «Δεν θεωρούμε τους εαυτούς μας μια εναλλακτική κυβέρνηση», καθησυχάζοντας έτσι την άρχουσα τάξη. Το γεγονός αυτό και μόνο θα τους καθιστούσε ανήμπορους. Σε μια Γενική Απεργία θα προσπαθούσαν να διαπραγματευτούν με την κυβέρνηση, αντί να την παραμερίσουν. Από την πρώτη στιγμή θα τρομοκρατούνταν από την τρομακτική δύναμη που θα τους έδινε η απεργία και θα προσπαθούσαν να την περιορίσουν και να την σταματήσουν.

Αυτό θα ήταν και το πιο πολύτιμο χαρτί της κυβέρνησης. Οι στρατηγοί των εργατών θα ήταν ανίκανοι να οδηγήσουν τον αγώνα στη λογική του συνέπεια. Γι’ αυτό και προσπάθησαν να διαπραγματευτούν με τον Χηθ και την κυβέρνηση του, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, λίγες μόνο μέρες μετά την απειλή 24ωρης Γενικής Απεργίας, μ’ αφορμή την σύλληψη των λιμενεργατών.

Προσπαθούν διαρκώς να συμφωνήσουν με την κυβέρνηση μέσα σε συνθήκες που δεν επιτρέπουν πια να υπάρξει συμφωνία, για να καθησυχάσουν τους συνδικαλιστές και την εργατική τάξη. Όχι επειδή η άρχουσα τάξη προτιμάει «συμβιβασμούς», αλλά εξαιτίας της απελπιστικής κατάστασης του αγγλικού καπιταλισμού. Ούτε η ΓΣΕ, ούτε η κυβέρνηση θέλουν τώρα τη σύγκρουση. Προχωράνε όμως προς την κατεύθυνση μιας σύγκρουσης εξαιτίας της διαλεκτικής των αντιφάσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας στη σημερινή περίοδο.

Η πίεση των εργατών στα συνδικάτα, όπως και αυτή των αντιπροσώπων στο έκτακτο συνέδριο της μπορεί να σπρώξει την ΓΣΕ προς μια Γενική Απεργία. Είναι πιθανό, αλλά όχι αναπόφευκτο. Αν γίνει τώρα μια Γενική Απεργία, θα είναι πολύ πιο αποτελεσματική απ’ ότι το 1926. Θα παραλύσει εντελώς η βιομηχανία και η κυβέρνηση. Γιατί η κυβέρνηση δεν έχει πια τις κοινωνικές εφεδρείες των υπαλλήλων του δημοσίου και των φοιτητών για να στηριχτεί, όπως το 1926.

Η κυβέρνηση θα παρέλυε … και τότε; Όπως ο μέγας Δούκας του Γιόρκ, οι συνδικαλιστές ηγέτες θα οδηγούσαν το στρατό τους στην κορυφή του λόφου και μετά πάλι κάτω. Γιατί το ζήτημα που θα τεθεί, θα είναι ή να καταλάβουν οι εργάτες τη βιομηχανία και το κράτος ή να συνθηκολογήσουν με την άρχουσα τάξη.

Πολλοί πρωτοπόροι αγωνιστές που ανυπομονούν να δώσουν ένα χτύπημα στην αντιδραστική και μισητή κυβέρνηση, βασισμένοι στην πίστη τους για τη μεγάλη δύναμη της εργατικής τάξης, δεν έχουν σκεφτεί καλά τις συνέπειες μιας Γενικής Απεργίας. Οι περισσότεροι δεν έχουν καν αναρωτηθεί αν είναι υπέρ της ανατροπής της κυβέρνησης των «Συντηρητικών» και του καπιταλισμού από τη Γενική Απεργία που προτείνουν και της εγκαθίδρυσης μιας κυβέρνησης εργατών; Γιατί αυτό είναι το ζήτημα που τίθεται από μια Γενική Απεργία.

Αν όμως αυτό το ζήτημα δεν έχει ξεκαθαριστεί από τους πρωτοπόρους συνδικαλιστές, τότε ακόμα λιγότερο το έχουν εξετάσει οι «αριστεροί ηγέτες». Χωρίς τη θεωρία και την κατανόηση που θα τους επέτρεπε να πάρουν την εξουσία, θα συνθηκολογούσαν αναπόφευκτα με την κυβέρνηση των «Συντηρητικών».

Και αυτή είναι η βασική προετοιμασία για μια Γενική Απεργία: η προειδοποίηση για την αναπόφευκτη προδοσία της, ακόμα και από τους πιο «αριστερούς» ηγέτες. Παρ’ όλα αυτά, σαν αποτέλεσμα μια σειράς κλαδικών απεργιών, μπορεί μέσα στους ερχόμενους μήνες, να αναπτυχθεί μια αγωνιστική διάθεση για μια Γενική Απεργία διαρκείας. Τότε θα βαδίσουμε μαζί με την τάξη μας. Κάτω από τέτοιες συνθήκες θα υποστηρίξουμε το κάλεσμα μιας Γενικής Απεργίας από την ΓΣΕ.

Γιατί τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο για την εργατική τάξη, από μια ήττα χωρίς μάχη. Η εργατική τάξη θα διδαχτεί πολλά από την εμπειρία, ακόμα και μιας ήττας, ιδιαίτερα τα πρωτοπόρα στρώματα. Η άρχουσα τάξη προετοιμάζεται για μεγάλες συγκρούσεις με τους εργάτες και για έναν εμφύλιο πόλεμο στο μέλλον. Είναι γι’ αυτό αναγκαίο οι πρωτοπόροι μαχητές στο εργατικό κίνημα, να μην πιαστούν εξ απροόπτου. Πρέπει να κατανοήσουμε το ρόλο των αριστερών ρεφορμιστών ηγετών, όσο σοβαροί και τίμιοι και αν είναι και να χτίσουμε μια ισχυρή μαρξιστική ηγεσία. Αυτό είναι η κύρια προετοιμασία για μια Γενική Απεργία. Αυτό και η εξήγηση του ζητήματος της εξουσίας. Οι Μαρξιστές πρέπει να εξηγήσουν υπομονετικά αυτά τα ζητήματα στους αγωνιστές μέσα στο εργατικό κίνημα.

Τεντ Γκραντ – εφημερίδα «Militant» 23/3/1973

[/nextpage]