Η Ρωσική Επανάσταση του 1917, με αποκορύφωμα την Οκτωβριανή Επανάσταση και το πέρασμα της εξουσίας στα Σοβιέτ, αποτελεί το σημαντικότερο ιστορικό γεγονός. Για πρώτη φορά στην ιστορία, με εξαίρεση το σύντομο επεισόδιο των 45 ημερών της ηρωικής Παρισινής Κομμούνας του 1871, οι εκμεταλλευόμενοι και καταπιεσμένοι κατέκτησαν την εξουσία και  ξεκίνησαν το έργο της σοσιαλιστικής αναδιοργάνωσης της κοινωνίας.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς, προέβλεπαν τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα, τη Βρετανία, τη Γαλλία ή τη Γερμανία, σε μια χώρα δηλαδή οπού το προλεταριάτο θα ήταν αριθμητικά, κοινωνικά και πολιτικά ισχυρό.

Η Τσαρική Ρωσία  δεν ήταν μια τέτοια χώρα. Ήταν μια καθυστερημένη καπιταλιστική χώρα, της οποίας το άμεσο, αντικειμενικό ιστορικό καθήκον ήταν να κατακτήσει τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη του καπιταλισμού.

Έτσι το άμεσο αντικείμενο της Ρωσικής επανάστασης ήταν τα λεγόμενα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα, που οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες είχαν σε κάποιο βαθμό κατακτήσει. Ποια ήταν αυτά σε γενικές γραμμές;  Ήταν το ξεκαθάρισμα των κοινωνικών σχέσεων της χώρας από κάθε μεσαιωνικό και φεουδαρχικό στοιχείο, ο αναδασμός της γης και η εγκαθίδρυση μιας σύγχρονης αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Το γεγονός ότι τα άμεσα καθήκοντα της επανάστασης ήταν αντικειμενικά αστικά είχε ωθήσει λαθεμένα τους περισσότερους μαρξιστές στη Ρωσία να πιστεύουν ότι το προλεταριάτο θα έπρεπε να σταματήσει τον αγώνα του μέχρι την ανατροπή της απολυταρχίας και την εγκαθίδρυση μιας σύγχρονης αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Σε αυτό συμφωνούσαν οι δυο βασικές τάσεις του ρωσικού σοσιαλιστικού κινήματος, οι Μενσεβίκοι και οι Μπολσεβίκοι, με μια σημαντική διαφορά. Οι Μενσεβίκοι θεωρούσαν ότι το προλεταριάτο στον αγώνα για μια σύγχρονη αστική δημοκρατία θα έπρεπε να δώσει υποστήριξη στην αστική τάξη, αφήνοντας στα χέρια της την εξουσία.

Οι Μπολσεβίκοι του Λένιν, θεωρούσαν ότι επειδή η αστική τάξη ήταν αντεπαναστατική, το προλεταριάτο θα έπρεπε να συμμαχήσει μόνο με τους αγρότες και να επιβάλει, όχι τη σοσιαλιστική δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά τη «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς».

Ο Λέον Τρότσκι ήταν ο μαρξιστής που νωρίτερα και πληρέστερα από κάθε άλλον, από το διάστημα 1904-1905 κιόλας, ανέπτυξε μια θεωρία για τον χαρακτήρα και τα καθήκοντα της Ρωσικής επανάστασης, που επιβεβαιώθηκε από τα γεγονότα του 1917. Αυτή ήταν η θεωρία της Διαρκούς επανάστασης.

Ο Τρότσκι ξεκίνησε από το νόμο της ανισομερούς και συνδυασμένης ανάπτυξης. Εξήγησε ότι στην ιστορική εξέλιξη των εθνών και των κρατών, η ανάπτυξη δεν είναι μόνο ανισομερής ή άνιση ανάμεσα στις διαφορετικές αναπτυγμένες ή καθυστερημένες χώρες, αλλά είναι και συνδυασμένη. Υπάρχει μια αμοιβαία δράση των αναπτυγμένων και των καθυστερημένων χωρών μεταξύ τους. Η καθυστερημένη καπιταλιστική χώρα προσπαθεί να προσεγγίσει τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αλλά και εκείνες από ανάγκη να επεκταθούν οικονομικά, εισάγουν σύγχρονα στοιχεία στις καθυστερημένες χώρες. Έτσι, στη ζωή μιας και της ίδιας χώρας, συνδυάζονται στοιχεία καθυστέρησης, αλλά και στοιχεία σύγχρονα και προοδευτικά.

Η Τσαρική Ρωσία των αρχών του 1917 ήταν το καλύτερο παράδειγμα για το νόμο της συνδυασμένης και ανισομερούς ανάπτυξης. Είχε τον καθυστερημένο θεσμό της απολυταρχίας, είχε ακόμα καθυστερημένες ημι-φεουδαρχικές σχέσεις στη γεωργία, είχε μια αντιδραστική, αριθμητικά αδύναμη και εξαρτημένη από το ξένο κεφάλαιο και τους γαιοκτήμονες αστική τάξη, που ήρθε αργά στο ιστορικό προσκήνιο. Αλλά την ίδια στιγμή, χωρίς να περάσει από την χειροτεχνία και τη βιοτεχνία που χαρακτήρισαν τα πρώιμα αστικά στάδια στην αναπτυγμένη Ευρώπη, διέθετε μεγάλες βιομηχανίες, που παρήγαγαν με την τελευταία λέξη της παγκόσμιας τεχνικής και τεχνολογίας χρηματοδοτούμενες από το χρηματιστικό κεφάλαιο της Ευρώπης. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία ενός γρήγορα αναπτυσσόμενου και συγκεντρωμένου στα μεγάλα αστικά κέντρα προλεταριάτου.

Το προλεταριάτο αυτό, έφτανε τα 4 εκατομμύρια, την ώρα που οι αγρότες αριθμούσαν 100 εκατομμύρια. Ήταν μαχητικό λόγω της απότομης εισόδου του στο κοινωνικό προσκήνιο και της σκληρής εκμετάλλευσης, ενώ από νωρίς, στράφηκε στις πιο επαναστατικές, δηλαδή στις μαρξιστικές ιδέες. Δεν γνώρισε ισχυρή ρεφορμιστική παράδοση και δημιούργησε με την επαναστατική του πάλη το 1905 μοντέρνους θεσμούς εργατικής εξουσίας, τα σοβιέτ. Επιπλέον, το προλεταριάτο διέθετε ισχυρές επαναστατικές εφεδρείες, τη συχνά εξεγερμένη αγροτική τάξη που ζούσε σε μια κατάσταση μισο-δουλοπαροικίας και τις καταπιεζόμενες από τον Τσαρισμό εθνότητες που διψούσαν για ελευθερία.

Έτσι, από τη διαπίστωση αυτής της κατάστασης των ταξικών σχέσεων, ο Τρότσκι (μαζί με τον Αλεξάντερ Πάρβους και τον Κάουτσκι εκείνη την περίοδο) έβγαζε τα ακόλουθα συμπεράσματα για τα καθήκοντα του προλεταριάτου : συμφωνούσε με τους μπολσεβίκους, που  σε αντίθεση με τους Μενσεβίκους, θεωρούσαν την αστική τάξη εντελώς ακατάλληλο σύμμαχο για το προλεταριάτο, αλλά εξηγούσε ότι οι αγρότες δεν έχουν την ικανότητα για μια ανεξάρτητη πολιτική και γι’ αυτό, αντί για μια «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» όπως πρότεινε ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι, το προλεταριάτο θα έπρεπε να στοχεύει σε μια εργατική εξουσία, στη δικτατορία του προλεταριάτου, που θα επιδιώξει να λύσει τα προβλήματα των αγροτών και να αποκτήσει τη στήριξή τους.

Ο Τρότσκι τόνιζε επίσης, σε αντίθεση με αυτά που υποστήριζαν οι μενσεβίκοι και οι μπολσεβίκοι, ότι η επανάσταση δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στα όρια του καπιταλισμού και των αστικοδημοκρατικών καθηκόντων, γιατί η εργατική τάξη ερχόμενη στην εξουσία, θα δεχθεί σφοδρό πόλεμο από την αντιδραστική αστική τάξη στην προσπάθεια της να κάνει προοδευτικές αστικοδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και έτσι, θα αναγκαστεί να απαλλοτριώσει την αστική τάξη, δηλαδή να βγει από τα όρια του καπιταλισμού και να ξεκινήσει ταυτόχρονα τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Στον περίφημο Λόγο του στην Κοπεγχάγη για τα 20 χρόνια της Οκτωβριανής επανάστασης, απαρίθμησε τις 7 άμεσες, ειδικές αιτίες της γέννησης της Ρωσικής Επανάστασης του 1917:

  • Αποσύνθεση των παλιών κατεχουσών τάξεων και στρωμάτων : της αριστοκρατίας, της μοναρχίας και της κρατικής γραφειοκρατίας.
  • Πολιτική αδυναμία της αστικής τάξης, η οποία δεν είχε ρίζες μέσα στις λαϊκές μάζες.
    Επαναστατικός χαρακτήρας του αγροτικού ζητήματος : η γη κατέχονταν από τόσο λίγους που θα έπρεπε να παρθεί με τη βία.
  • Επαναστατικός χαρακτήρας του προβλήματος των καταπιεζομένων εθνοτήτων : Σε μια Ρωσία με 70 εκατομμύρια Μεγαλορώσους και 90.000.000 καταπιεσμένους από άλλες εθνότητες, μόνο η επανάσταση θα μπορούσε να δώσει λύση στο εθνικό ζήτημα.
  • Το επιβλητικό κοινωνικό βάρος του προλεταριάτου.
  • Η πείρα της Επανάστασης του 1905 που δημιούργησε τα σοβιέτ και ετοίμασε το έδαφος για να πάρει η εργατική τάξη με αυτά την εξουσία το 1917.
  • Η συμμετοχή της Τσαρικής Ρωσίας στον Α Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, η οποία όξυνε όλες τις ταξικές αντιθέσεις.

Οι βασικοί σταθμοί μέχρι τον Οκτώβρη

Ο πόλεμος παρέσυρε στο στρόβιλό του χώρες που βρίσκονταν σε διάφορα στάδια εξέλιξης, αλλά έθεσε τις ίδιες απαιτήσεις σε όλες τις χώρες που  πήραν μέρος σ’ αυτόν.

Φυσικά, τα βάρη του πολέμου ήταν ασήκωτα για τις πιο καθυστερημένες χώρες. Η Τσαρική Ρωσία υπήρξε η πρώτη που αναγκάστηκε να υποχωρήσει κάτω από το βάρος των ηττών. Η αλυσίδα του ιμπεριαλιστικού πολέμου απειλήθηκε στον πιο αδύναμο της κρίκο.

Αλλά για να βγει οριστικά από τον εφιάλτη του πολέμου, ο ρωσικός λαός έπρεπε να ανατρέψει την τσαρική απολυταρχία και τις κατέχουσες τάξεις. Έτσι για να σπάσει οριστικά η αλυσίδα του παγκόσμιου πολέμου στη Ρωσία θα έπρεπε να σπάσει και η αλυσίδα του παγκόσμιου καπιταλισμού στη Ρωσία.

Από τα τέλη του 1916 διαμορφώνονταν στη Ρωσία οι βασικοί όροι για μια επαναστατική κατάσταση:

Η άρχουσα τάξη ήταν διασπασμένη και απελπισμένη.
Οι μικροαστοί στην πόλη και την ύπαιθρο (και τον στρατό) ήταν σε αναβρασμό.
Η εργατική τάξη έδειχνε τα πρώτα σημάδια αποφασιστικότητας για μια πάλη μέχρι θανάτου.
Ο πόλεμος για την τσαρική Ρωσία εξελισσόταν από ήττα σε ήττα. Ενάμιση εκατομμύριο στρατιώτες εγκατέλειψαν το στρατό μέσα το 1916. Τη χώρα κυβερνά ο Τσάρος Νικόλαος Ρομανώφ ο Β, ο λεγόμενος Αιματοβαμμένος. Ο ίδιος απορροφημένος με τα ζητήματα του πολέμου, έχει αφήσει ουσιαστικά τη διαχείριση των εσωτερικών ζητημάτων στην γυναίκα του, τσαρίνα Αλεξάνδρα, που κυβερνούσε κάτω από την επιρροή του αγύρτη μοναχού Γκριγκόρι Ρασπούτιν.

Κάτω από την επιρροή του, η Τσαρίνα από τον Σεπτέμβριο του 1915 ως τον Φεβρουάριο του 1917, άλλαξε τέσσερις Πρωθυπουργούς, πέντε Υπουργούς Εσωτερικών, τρεις Υπουργούς Εξωτερικών, τρεις Υπουργούς Πολέμου, τρεις Υπουργούς Μεταφορών και τέσσερις Υπουργούς Γεωργίας.

Μέσα στους κόλπους της αυλής, των αριστοκρατών και της αστικής τάξης, σχεδόν φανερά συζητούνται και επωάζονται ένα σωρό πραξικοπήματα και συνομωσίες. Στις 16 Δεκέμβρη 1916 έχουμε τη δολοφονία του Ρασπούτιν από αριστοκράτες με αρχηγούς τον Πρίγκιπα Φέλιξ Γιουσούπωφ και τον ξάδερφο του Τσάρου, Δούκα Δημήτριο Παύλοβιτς. Αυτό το γεγονός αντανακλούσε τη διάσπαση μέσα στην άρχουσα τσαρική κλίκα.

Την ίδια στιγμή, οι εργάτες υπέφεραν από ελλείψεις στα τρόφιμα και από τη «μαύρη αγορά». Τα εργοστάσια υπολειτουργούσαν από έλλειψη καυσίμων, οι σιδηρόδρομοι ήταν στο σημείο της κατάρρευσης, δεν υπήρχε κρέας, και ήταν έντονη η έλλειψη αλευριού. Η πείνα και οι «ουρές» για το ψωμί έγιναν μια κανονική κατάσταση για τη ζωή των ανθρώπων. Όλα αυτά είχαν εκρηκτική επίδραση στη συνείδηση των εργατών.

Οι αστοί φιλελεύθεροι, προσπάθησαν να εμποδίσουν την επανάσταση εκλιπαρώντας τον Τσάρο για μεταρρυθμίσεις. Στις 14 Φεβρουαρίου, οι Μενσεβίκοι κάλεσαν τους εργάτες της Πετρούπολης, να συγκεντρωθούν στο παλάτι της Ταυρίδας, την έδρα της Δούμας, μιας Βουλής – οπερέτας, που ο Τσάρος διέλυε και επαναλειτουργούσε κατά το δοκούν, για να επιδείξουν την «αλληλεγγύη» τους στη φιλελεύθερη αστική αντιπολίτευση. Κανένας εργάτης δεν ανταποκρίθηκε.

Στις 18 Φεβρουαρίου, ξεκίνησε  απεργία στο τεράστιο μεταλλουργικό εργοστάσιο Πουτίλωφ για υψηλότερους μισθούς και την επαναπρόσληψη ορισμένων απολυμένων εργατών. Στις 22 Φεβρουαρίου, η διοίκηση του Πουτίλωφ απάντησε με ανταπεργία. Αυτό αποδείχθηκε ότι ήταν ένα μεγάλο λάθος, καθώς χιλιάδες οργισμένοι εργάτες συγκεντρώθηκαν στους δρόμους.

Στις 23 Φεβρουαρίου, οι απεργοί ενώθηκαν με εκατοντάδες γυναίκες που διαδήλωναν για ψωμί με αφορμή την Διεθνή Ημέρα της Γυναίκας. Στις 24 Φεβρουαρίου, 200.000 εργάτες – η μισή εργατική τάξη της Πετρούπολης – κατέβηκαν σε γενική απεργία διαρκείας. Στις 25 Φεβρουαρίου, 30 – 35 εργατικοί ηγέτες συναντήθηκαν στο γραφείο της Ένωσης των Εργατών Πετρούπολης για να δημιουργήσουν ένα σοβιέτ. Το βράδυ, οι μισοί συνελήφθησαν και στις 26 Φλεβάρη το απόγευμα, τελικά οι στρατιώτες άνοιξαν πυρ.

Μια έκθεση της αστυνομίας ανέφερε ότι οι εργάτες κρύβονταν στις αυλές και στη συνέχεια επανεμφανίζονταν στους δρόμους. Αυτό έδειχνε ότι οι εργατικές μάζες χάνουν τον φόβο του θανάτου, μαρτυρώντας τον επαναστατικό χαρακτήρα της κατάστασης.

Στις 27 Φεβρουαρίου  το σύνταγμα Παβλόφσκ διατάχτηκε να ανοίξει πυρ κατά των απεργών, αλλά άνοιξε πυρ εναντίον της αστυνομίας. Πλέον το μεγαλύτερο κομμάτι της πρωτεύουσας – οι γέφυρες, οι σιδηροδρομικοί σταθμοί, το τηλεγραφείο, το ταχυδρομείο, τα οπλοστάσια – ήταν στα χέρια των εργατών και των στρατιωτών. Η επανάσταση επικρατεί στην Πετρούπολη χωρίς να χρειαστεί να κινητοποιηθεί καθόλου η υπόλοιπη χώρα.

Το σοβιέτ, που είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση το 1905, επανιδρύεται οριστικά με 226 μέλη που αντιπροσωπεύουν 96 εργοστάσια. Ο Τσάρος παραιτείται. Η παντοδύναμη για 300 χρόνια τσαρική απολυταρχία των Ρομανώφ κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος μπροστά στην κινητοποίηση των εργατών.

Όμως εμφανίζεται μια πολιτική αντίφαση, η κεντρική αντίφαση της επανάστασης του Φεβρουαρίου: η δυαδική εξουσία. Η τάξη που πραγματοποίησε την επανάσταση, οι εργάτες, τραβώντας πίσω τους την αγροτιά ντυμένη με τη στολή του στρατιώτη, δεν πήρε την εξουσία.

Οι αστοί από την άλλη πλευρά, κατανοώντας την αδυναμία τους να πνίξουν την επανάσταση στο αίμα, βιαστικά σχημάτισαν τη λεγόμενη «Προσωρινή Κυβέρνηση» στις 2 Μαρτίου, προκειμένου να αποκτήσουν τον έλεγχο της κατάστασης. Η Προσωρινή Κυβέρνηση ήταν στην κυριολεξία μια κυβέρνηση γαιοκτημόνων και καπιταλιστών, με πρόεδρο τον αντιδραστικό πρίγκιπα Λβωφ, υπουργό Πολέμου τον μεγαλοβιομήχανο Γκουτσκώφ και υπουργό Εξωτερικών τον φιλελεύθερο αστό αρχηγό του κόμματος των Καντέ, Μιλιούκωφ. Υπουργός Οικονομικών ήταν ο βιομήχανος ζάχαρης και γαιοκτήμονας Τερεσένκο. Το υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας ήταν στα χέρια του βιομήχανου κλωστοϋφαντουργίας Κονοβάλωφ. Ο μόνος «σοσιαλιστής»  ήταν ο Κερένσκι στο υπουργείο Δικαιοσύνης, που ήταν μέλος του μικρού κόμματος των «λαϊκών σοσιαλιστών» ή «τρουντοβίκων».

Οι Μενσεβίκοι και οι Σοσιαλεπαναστάτες, τα δύο μεγαλύτερα, ρεφορμιστικά σοβιετικά κόμματα – το πρώτο με ισχυρότερη βάση στους εργάτες και το δεύτερο στους αγρότες – μη έχοντας καμία εμπιστοσύνη στις επαναστατικές δυνατότητες των εργατών, έδωσαν την υποστήριξή τους στην Προσωρινή Κυβέρνηση (ΠΚ). Την ώρα που η ΠΚ μεθόδευε ακόμα και την παλινόρθωση της Μοναρχίας, με στόχο την αντικατάσταση του Τσάρου Νικολάου από τον αδελφό του, πρίγκιπα Μιχαήλ, η ελεγχόμενη από τους Μενσεβίκους και Σοσιαλεπαναστάτες, Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ της Πετρούπολης, ισχυριζόταν ότι η κυβέρνηση «θεμελιώνει τη Δημοκρατία».

Έτσι στο πλαίσιο της κατάστασης δυαδικής εξουσίας που δημιούργησε η Φεβρουαριανή επανάσταση, από τη μια είχαμε την ΠΚ που υποστηριζόταν από καπιταλιστές, γαιοκτήμονες και με μόνο ουσιαστικό στήριγμα τους δεξιούς ρεφορμιστές στα σοβιέτ και από την άλλη, τα σοβιέτ ως οργανωμένη δύναμη του επαναστατικού ένοπλου λαού.

Μέχρι τις 22 Μαρτίου είχαν οργανωθεί εργατικά σοβιέτ σε 77 πόλεις, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν τα σοβιέτ των αγροτών, των στρατιωτών και οι επαναστατικές επιτροπές κάθε είδους (εργοστασιακές κ.α). Αργά ή γρήγορα, μια από τις δυο εξουσίες θα έπρεπε να κυριαρχήσει.

Το Μπολσεβίκικο κόμμα και οι «παλιοί Μπολσεβίκοι»

Ενώ αμέσως μετά την οριστική οργανωτική διάσπαση με τους Μενσεβίκους και τη δημιουργία χωριστού κόμματος (το 1912) οι Μπολσεβίκοι είχαν φτάσει να ελέγχουν την πλειοψηφία του ρωσικού εργατικού κινήματος και στην Πετρούπολη είχαν στις τάξεις τους τα 4/5 των οργανωμένων εργατών, τον Φλεβάρη του 1917 η κατάστασή τους ήταν προβληματική.

Οι λόγοι ήταν δυο :

α) η εξασθένιση της πρωτοπορίας του προλεταριάτου από την πολεμική περιπέτεια του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και

β) η είσοδος στο προσκήνιο των άπειρων, πλατειών μαζών της τάξης.

Στις αρχές του 1917, οι Μπολσεβίκοι αριθμούσαν μόλις 8.000 μέλη. Οι πιο έμπειροι ηγέτες ήταν στη φυλακή και στην εξορία. Το Μπολσεβίκικο ρώσικο γραφείο και η Μπολσεβίκικη Επιτροπή της Πετρούπολης άργησαν να αντιδράσουν στα γεγονότα, ενώ μόνο οι Μπολσεβίκοι εργάτες, με επίκεντρο το προάστιο της Πετρούπολης, Βίμποργκ, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέγερση, χωρίς να περιμένουν οδηγίες από τα πάνω.

Παράλληλα, ο ενθουσιασμός των μαζών λόγω της επανάστασης του Φεβρουαρίου δημιούργησε ένα μεγάλο ρεύμα υποστήριξης στην επανένωση Μπολσεβίκων και Μενσεβίκων. Με εξαίρεση την Μόσχα και την Πετρούπολη, οι δύο τάσεις ενώθηκαν ξανά κάτω από την σημαία του ΣΔΕΚΡ (Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας).

Ο Λένιν από την εξορία του στην Ελβετία, με τα περίφημα «Γράμματα από μακριά», τόνιζε σχετικά με την τακτική των Μπολσεβίκων τα εξής : «Καμία υποστήριξη στην ΠΚ, καμία προσέγγιση με τα άλλα κόμματα! Αυτός που λέει ότι οι εργάτες πρέπει να υποστηρίξουν την ΠΚ είναι προδότης των εργατών!». Και προσεγγίζοντας σαφώς τη θεωρία της Διαρκούς επανάστασης που 13 χρόνια πριν είχε διατυπώσει ο Τρότσκι, ο Λένιν συνέχιζε: «Καμία εμπιστοσύνη στην αστική τάξη! Τα αστικοδημοκρατικά αιτήματα μπορούν να ικανοποιηθούν μόνο από μια εργατική κυβέρνηση, μαζί με σοσιαλιστικά μέτρα».

Οι απλοί μπολσεβίκοι εργάτες από ταξικό ένστικτο, έφτασαν αυθόρμητα στη θέση του Λένιν και αντιμετώπιζαν από την πρώτη στιγμή την ΠΚ σαν ένα εχθρικό οχυρό. Η Κομματική Επιτροπή του Βίμποργκ τον Μάρτιο, συγκέντρωσε χιλιάδες εργάτες και στρατιώτες που, σχεδόν ομόφωνα, υιοθέτησαν την πρόταση για την ανάγκη της κατάληψης της εξουσίας από τα Σοβιέτ.

Αντίθετα, οι ηγέτες των μπολσεβίκων στην Ρωσία με επικεφαλής τους λεγόμενους «παλιούς μπολσεβίκους», τον Κάμενεφ και Στάλιν, είχαν εντελώς διαφορετική θέση από τον Λένιν. Τοποθετούνταν ως η αριστερή πτέρυγα της αστικής δημοκρατίας, που ετοιμάζεται να παίξει ρόλο «νόμιμης» αντιπολίτευσης για μια απροσδιόριστη χρονική διάρκεια. Έτσι λοιπόν, το μέλος της Σύνταξης του κεντρικού οργάνου των μπολσεβίκων στο εξωτερικό, Κάμενεφ, το μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, Στάλιν και ο βουλευτής στη Δούμα, Μουράνωφ, που είχε γυρίσει κι αυτός από τη Σιβηρία, παραμέρισαν την παλιά Σύνταξη της Πράβντα, που ήταν πιο «αριστερή» και πήραν στα χέρια τους την εφημερίδα από τις 15 Μαρτίου. Στο κύριο άρθρο της καινούργιας σύνταξης διακηρυσσόταν πλέον ότι οι μπολσεβίκοι θα υποστήριζαν αποφασιστικά την ΠΚ «στο μέτρο που αυτή πολεμάει την αντίδραση και την αντεπανάσταση». Πάνω στο ζήτημα του πολέμου, οι καινούργιοι ηγέτες έλεγαν : «..Όσο ο γερμανικός στρατός θα υπάκουε στον αυτοκράτορά του, ο Ρώσος στρατιώτης έπρεπε να “μένει σταθερός στο πόστο του, να απαντάει στην κάθε σφαίρα με σφαίρα και στην κάθε οβίδα με οβίδα” και “Δεν κάνουμε δικό μας το ανακόλουθο σύνθημα Κάτω ο πόλεμος!”..».

Όταν εκείνο το φύλλο της Πράβντα έφτασε στα εργοστάσια και στις συνοικίες προξένησε  αγανάχτηση. Όταν oι προλετάριοι μπολσεβίκοι έμαθαν ότι η Πράβντα είχε πέσει στα χέρια των τριών παλιών που είχαν γυρίσει από τη Σιβηρία, μια ομάδα εργατών μελών ζήτησαν τη «διαγραφή τους απ’ το κόμμα».

Ο Απρίλιος του 1917 ήταν ο πιο καθοριστικός μήνας για την πορεία της ίδιας της επανάστασης. Μετά την επιστροφή του Λένιν από την εξορία στην Ελβετία στις αρχές του μήνα, το Μπολσεβίκικο κόμμα πέρασε μία εσωτερική κρίση.

Ο Λένιν παρουσίασε στο κόμμα μια γραπτή έκθεση με τις απόψεις του, που έγινε ένα από τα σπουδαιότερα ντοκουμέντα της επανάστασης, με το όνομα «Θέσεις της 4ης Απρίλη». Οι Θέσεις εκφράζανε ιδέες απλές και κρυστάλλινες. Έγραφε μεταξύ άλλων ο Λένιν: «H δημοκρατία που βγήκε από την εξέγερση του Φλεβάρη δεν είναι η δικιά μας δημοκρατία κι ο πόλεμος που κάνει δεν είναι ο δικός μας πόλεμος. Το καθήκον των μπολσεβίκων είναι ν’ ανατρέψουν την ιμπεριαλιστική κυβέρνηση. Μα αυτή διατηρείται χάρη στην υποστήριξη που της δίνουν οι σοσιαλεπαναστάτες και οι μενσεβίκοι, που στηρίζονται πάνω στην εμπιστοσύνη των λαϊκών μαζών. Είμαστε μειοψηφία. Κάτω απ’ αυτούς τους όρους δε μπορεί να γίνει λόγος για άσκηση βίας από μέρους μας. Πρέπει να μάθουμε στις μάζες να μην έχουν πια εμπιστοσύνη στους συμφιλιωτές και στους οπαδούς της εθνικής άμυνας. “Πρέπει να εξηγούμε υπομονετικά”. Η επιτυχία μιας τέτοιας πολιτικής αποτελεί εγγύηση και θα μας οδηγήσει στη δικτατορία του προλεταριάτου, κατά συνέπεια θα μας φέρει πέρα από το αστικό καθεστώς…. Θέλουμε να ξεκόψουμε ολοκληρωτικά με το κεφάλαιο, να δημοσιεύσουμε τις μυστικές συνθήκες του και να καλέσουμε τους εργάτες όλου του κόσμου να κόψουν κάθε σχέση με τη μπουρζουαζία και να ξεμπερδέψουν με τον πόλεμο…. Αρχίζουμε τη διεθνή επανάσταση. Μονάχα η επιτυχία της διεθνούς επανάστασης θα στερεώσει τη δική μας επανάσταση και θα εξασφαλίσει το πέρασμα στο σοσιαλιστικό καθεστώς». Στην ουσία τους, αυτές οι ιδέες ήταν ταυτόσημες με τη θεωρία της «Διαρκούς Επανάστασης».

Τα κεντρικά όργανα του κόμματος δέχτηκαν τις Θέσεις του Απρίλη με εχθρότητα και αυτές δημοσιεύθηκαν στην Πράβντα μόνο με το όνομά του Λένιν. Κανένα ηγετικό στέλεχος δεν θέλησε να βάλει την υπογραφή του μαζί με εκείνη του Λένιν. Ούτε ακόμα και  ο Ζηνόβιεφ, που είχε έρθει μαζί με τον Λένιν από την εξορία, οπού η σκέψη του, δέκα ολόκληρα χρόνια, είχε διαμορφωθεί κάτω από την άμεση και καθημερινή επιρροή του Λένιν.

Την άλλη μέρα μάλιστα από τη δημοσίευση των Θέσεων, συζητήθηκε μια πρόταση του μενσεβίκου Τσερετέλι για τη συγχώνευση μπολσεβίκων και μενσεβίκων! Ο Στάλιν αποδέχτηκε την πρόσκληση υποστηρίζοντας : «Πρέπει να προχωρήσουμε. Η ενοποίηση είναι δυνατή..Μέσα στο κόμμα θα εξαλείψουμε τις μικροδιαφωνίες».

Στις 8 Απριλίου, η Πράβντα έγραφε: «Όσο για το γενικό σχήμα του συντρόφου Λένιν, μας φαίνεται απαράδεκτο..». Προς τα μέσα Απριλίου, οι προσπάθειες του Λένιν να πάρει το κόμμα με το μέρος του έφτασαν σε μια αποφασιστική καμπή: κατόρθωσε να κερδίσει την πλειοψηφία στην έκτακτη συνδιάσκεψη των μπολσεβίκων που έγινε στην Πετρούπολη, στις 14 Απριλίου.Οι λεγόμενοι «παλιοί μπολσεβίκοι» υποχώρησαν άτακτα.

Στο μεταξύ, οι μπολσεβίκοι παρέμειναν ακόμα μειοψηφία στα Σοβιέτ, ενώ οι ηγέτες των Σοβιέτ – οι μενσεβίκοι και οι σοσιαλεπαναστάτες – συνέχιζαν να στηρίζουν την Π.Κ. Κάτω από το σύνθημα «υπομονετική Εξήγηση» ο Λένιν παρότρυνε τους μπολσεβίκους να πάνε στους εργάτες των Σοβιέτ και  να θέσουν καθήκοντα στους ρεφορμιστές ηγέτες, προσπαθώντας με αυτή την τακτική να πάρουν την πλειοψηφία. Να απαιτήσουν από τους ηγέτες δράση, αντί για λόγια, να σπάσουν από την αστική τάξη και να πάρουν την εξουσία στα δικά τους χέρια.

Σαν αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής και τακτικής που δικαιωνόταν από τη ζωντανή πείρα των μαζών, τα μέλη του Μπολσεβίκικου κόμματος αυξάνονταν. Χιλιάδες εργάτες πήγαιναν στις τοπικές επιτροπές των μπολσεβίκων, ρωτώντας πως μπορούσαν να μεταφέρουν τα ονόματα τους από τις λίστες των μενσεβίκους στους μπολσεβίκους.

Η επιστροφή του Τρότσκι και ο ρόλος του

Η Επανάσταση του Φεβρουαρίου βρήκε τον Τρότσκι εξόριστο στη Νέα Υόρκη. Οι θέσεις του όπως εκφράστηκαν με τα άρθρα που έγραψε στην εφημερίδα των Ρώσων εμιγκρέδων, «Νόβι Μιρ», συνέπιπταν απόλυτα με τις αντιλήψεις του Λένιν. Ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον, χωρίς επικοινωνία,  ουσιαστικά έφτασαν στα ίδια συμπεράσματα.

Μετά τον εγκλεισμό του για ένα μήνα σ’ ένα αγγλικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στον Καναδά, ο Τρότσκι επέστρεψε τελικώς στην Πετρούπολη στις αρχές Μαΐου και συνεργάστηκε αμέσως με την «Διαχτιδική Οργάνωση Ενωμένων Σοσιαλδημοκρατών»Μεζραγιόντσι»). Αυτή  η οργάνωση διέθετε περίπου 4.000 εργάτες στην Πετρούπολη και πολλά διακεκριμένα επαναστατικά στελέχη, όπως ο Ουρίτσκι, ο Γιόφε, ο Λουνατσάρσκι, ο Ριαζάνωφ, ο Βολοντάρσκι και άλλοι που αργότερα έπαιξαν εξέχοντες ρόλους στην ηγεσία του Μπολσεβίκικου κόμματος.

Το ότι ο Τρότσκι δεν εντάχθηκε αμέσως τυπικά στο Μπολσεβίκικο κόμμα δεν οφειλόταν σε κάποια πολιτική διαφωνία, αλλά σε μια σχετική συνεννόηση που είχε κάνει με τον Λένιν, για να κερδίσει στους μπολσεβίκους την οργάνωση των «Μεζραγιόντσι».

Τον Ιούλιο ο Τρότσκι μπήκε και τυπικά στο κόμμα και στο συνέδριό του λίγο μετά, εξελέγη στην ΚΕ και αργότερα στο Π.Γ. Όπως θα δούμε αργότερα, τον Σεπτέμβριο εξελέγη πρόεδρος του σοβιέτ της Πετρούπολης, θέση από την οποία είχε την ευθύνη της οργάνωσης της εξέγερσης και της κατάληψης της εξουσίας.

Ο πόλεμος και η Προσωρινή Κυβέρνηση

Τον Απρίλιο επιτείνεται η κατάσταση κατάρρευσης του ρωσικού στρατού. Έκφρασή της ήταν ο διαρκώς αυξανόμενος αριθμός λιποτακτών. Το σύνολο των καταγραμμένων λιποτακτών  από το ξέσπασμα του πολέμου μέχρι τον Φεβρουάριο του 1917, ήταν 195.130. Από την αρχή της επανάστασης μέχρι τις 15  Μαΐου προστέθηκαν ακόμα 85.921.

Τον Απρίλιο επίσης, είχαμε αγροτικές εξεγέρσεις σε 174 περιοχές, τον Μάιο σε 236, τον Ιούνιο σε 280 και τον Ιούλιο σε 325. Στο μεταξύ, η δυσαρέσκεια για την ΠΚ αύξανε διαρκώς. Η συνέχιση της αύξησης των τιμών και η μείωση του συσσιτίου ψωμιού προκάλεσε ένα κύμα δυσαρέσκειας.

Πάνω απ’ όλα η απόφαση της κυβέρνησης για επίθεση στα μέτωπα ανέβασε την θερμοκρασία σε «σημείο βρασμού». Τον Απρίλιο ξεσπά σοβαρή κυβερνητική κρίση, καθώς γίνεται γνωστό ότι η κυβέρνηση Λβωφ  διαβεβαίωσε τους ιμπεριαλιστές συμμάχους της Ρωσίας για την κανονική συνέχιση του πολέμου. Ως άμεση αντίδραση, ξεσπούν μαζικές διαδηλώσεις, με τις οποίες οι εργάτες και οι στρατιώτες απαιτούν ειρήνη. Διοργανώθηκε ένοπλο αντιπολεμικό συλλαλητήριο με την συμμετοχή περίπου 30.000 εργατών και στρατιωτών και απαιτήθηκε η αποπομπή του υπουργού Εξωτερικών.

Η αντίδραση της κυβέρνησης σ’ αυτήν την κρίση, ήταν να προσπαθήσει με ανασχηματισμό να εμπλέξει τη ρεφορμιστική ηγεσία των σοβιέτ πιο βαθειά στη διαχείριση της εξουσίας. Στα τέλη Απριλίου οι μενσεβίκοι και οι σοσιαλεπαναστάτες που είχαν ακόμα την πλειοψηφία στα Σοβιέτ, μπήκαν στην κυβέρνηση, μιας κλασική κυβέρνηση ταξικής συνεργασίας.

Οι φιλοπόλεμοι υπουργοί (Μιλιούκωφ και Γκουσκώφ) αποχώρησαν και αντικαταστάθηκαν από δεξιούς σοσιαλδημοκράτες, όπως ο Τσερνώφ και ο Τσερετέλι. Οι σοσιαλιστές υπουργοί έγιναν τα πιόνια των γαιοκτημόνων και των καπιταλιστών και πάνω απ’ όλα του αγγλο-γαλλικού ιμπεριαλισμού, δηλαδή όλων όσων απαιτούσαν μια νέα επίθεση στο ρωσικό μέτωπο.

Οι μάζες υποδέχτηκαν με ικανοποίηση την είσοδο των σοσιαλιστών υπουργών σαν την είσοδο των «δικών τους ανθρώπων». Όμως μέσα από την πείρα τους, διαπίστωσαν ότι στην πραγματικότητα, ήταν το αριστερό κάλυμμα της αντεπανάστασης.

Αλλαγή συσχετισμών

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά μιας επαναστατικής κατάστασης είναι η ταχύτητα με την οποία μπορεί να μεταβληθεί η διάθεση των μαζών. Οι εργάτες μαθαίνουν γρήγορα πάνω στη βάση των γεγονότων. «Σε μια επανάσταση», έγραφε ο Τρότσκι. «το περισσότερο ακραίο πάντα παραγκωνίζει το λιγότερο». Μια επαναστατική τάση μπορεί να γνωρίσει μια εκρηκτική ανάπτυξη, υπό έναν όρο: να συνδυάζει ευέλικτες τακτικές μαζί με αδιάλλακτη σταθερότητα σε όλα τα βασικά πολιτικά ζητήματα.

Από τον Μάιο μέχρι την κατάληψη της εξουσίας τον Οκτώβριο, υπάρχει μια σταθερή πτώση στην υποστήριξη προς τους μενσεβίκους και τους σοσιαλεπαναστάτες και μια  γοργή ανάπτυξη των μπολσεβίκων, στη βάση των «Θέσεων του Απρίλη». Πρόκειται για την πιο θεαματική και αλματώδη μαζικοποίηση πολιτικού κόμματος στην Ιστορία. Στις αρχές Μαΐου, οι μπολσεβίκοι είχαν πια με το μέρος τους το 1/3 των εργατών της Πετρούπολης. Από 8.000 μέλη τον Φεβρουάριο οι μπολσεβίκοι έφθασαν τα 177.000 μέλη τον Ιούνιο. Ωστόσο, ακόμα την πλειοψηφία στα σοβιέτ την διάθεταν οι μενσεβίκοι και οι σοσιαλεπαναστάτες.

Στις 3 Ιουνίου ξεκίνησε τις εργασίες του το 1ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, οπού μεταξύ άλλων υπερψηφίστηκε η υποστήριξη στην επίθεση κατά των Γερμανών. Συνολικά, το 70% των αντιπροσώπων στήριζε ή ήταν μέλος των δυο ρεφορμιστικών κομμάτων, δηλαδή των μενσεβίκων και των σοσιαλεπαναστατών.

Τα γεγονότα του Ιουλίου και η στάση των Μπολσεβίκων

Οι πρώην ειρηνιστές «σοσιαλιστές» ηγέτες, μόλις πέρασαν την πόρτα του Υπουργείου, αμέσως υποστήριξαν τον πόλεμο με ενθουσιασμό. Μια νέα επίθεση ανακοινώθηκε από τον Κερένσκι, που από υπουργός Δικαιοσύνης, είχε γίνει υπουργός Πολέμου. Η διάθεση των εργατών της Πετρούπολης έφτασε ξανά σε εκρηκτικά σημεία.

Στο Μπολσεβίκο κόμμα, πριν καλά-καλά καταφέρει ο Λένιν να το πάρει με το μέρος του παλεύοντας ενάντια στον οπορτουνισμό, εμφανίστηκε ο αντίθετος κίνδυνος : ο σεχταρισμός, που αντανακλούσε την ανυπομονησία των πιο πρωτοπόρων στρωμάτων της τάξης.

Σε μια επανάσταση, η διαδικασία εξέλιξης της συνείδησης δεν είναι ποτέ ομοιόμορφη. Έτσι τον Ιούλιο στους εργάτες της Πετρούπολης που ήταν συνειδησιακά πολύ πιο μπροστά από την υπόλοιπη χώρα, αναπτύχθηκαν ανυπόμονες διαθέσεις. Έτειναν να υποστηρίζουν την πρόωρη, βίαιη σύγκρουση με την κυβέρνηση. Έκφραση αυτής της ανυπομονησίας ήταν το σύνθημα «Κάτω η Προσωρινή Κυβέρνηση». Ο Λένιν επέμεινε στην τακτική της υπομονετικής εξήγησης μέχρι να κερδηθεί η πλειοψηφία της εργατικής τάξης, η πλειοψηφία στα σοβιέτ.

Υπεράσπιζε σαν βασικό σύνθημα αντί για το «Κάτω η Κυβέρνηση» το «Κάτω οι 10 αστοί υπουργοί» και την προτροπή οι ρεφορμιστές να πάρουν την εξουσία. Με αυτά τα συνθήματα  οι μπολσεβίκοι ξεσκέπαζαν τους ρεφορμιστές και έδειχναν ότι θέλουν να πείσουν την εργατική τάξη, να κατακτήσουν την πλειοψηφία και όχι να  επιβάλουν ένα δικό τους βίαιο πραξικόπημα.

Όμως οι ανυπόμονες διαθέσεις βρήκαν έκφραση στις αρχές Ιουλίου. Στις 2,3 και ιδιαίτερα στις 4 του μήνα, σχεδόν ένα εκατομμύριο διαδηλωτές κατέλαβαν τους δρόμους της Πετρούπολης, απαιτώντας τον τερματισμό του πολέμου και την ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης. Εξαγριωμένα από την αντίδραση, τα πιο ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα της φρουράς της Πετρούπολης προετοιμάζονταν για μια ένοπλη διαδήλωση. Κατανοώντας πως οι άλλες περιοχές δεν ήταν ακόμα έτοιμες για μια άμεση ρήξη με την ΠΚ, οι μπολσεβίκοι προσπάθησαν να συγκρατήσουν τους στρατιώτες. Ο κίνδυνος ήταν μια πρόωρη εξέγερση, που θα σήμανε καταστολή του κινήματος.

Στο τέλος οι μπολσεβίκοι αναγκάστηκαν να μπουν επικεφαλής της διαδήλωσης για να προλάβουν μια σφαγή. Στις συγκρούσεις που ακολούθησαν, υπήρξαν εκατοντάδες θύματα. Όπως είχαν προειδοποιήσει οι μπολσεβίκοι τους στρατιώτες, η κυβέρνηση άρπαξε την ευκαιρία για να συντρίψει το κίνημα, στηριγμένη στις πιο καθυστερημένες στρατιωτικές μονάδες, μιλώντας για «πραξικόπημα των μπολσεβίκων» και έθεσε εκτός νόμου το Μπολσεβίκικο Κόμμα.

Εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης για τους σημαντικότερους ηγέτες των μπολσεβίκων, οι μπολσεβίκικες εφημερίδες τέθηκαν επίσης εκτός νόμου και τα τυπογραφεία τους καταστράφηκαν. Ο Λένιν αναγκάστηκε να κρυφτεί στην Φινλανδία. Ο Τρότσκι συνελήφθη. Οι μπολσεβίκοι και προσωπικά ο Λένιν κατηγορήθηκαν ότι είναι Γερμανοί πράκτορες.

Μέσα σε μια επανάσταση υπάρχουν περίοδοι προχωρημάτων, αλλά υπάρχουν επίσης και περίοδοι υποχώρησης και ήττας, ακόμα και αντίδρασης. Τέτοιες ήταν οι μέρες του Ιουλίου. Τα «Ιουλιανά» κατέληξαν σε μια ήττα, αλλά εξαιτίας της υπεύθυνης ηγεσίας των μπολσεβίκων οι επιπτώσεις της ήττας περιορίστηκαν στο ελάχιστο και δεν κράτησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η αστική τάξη έψαχνε να βρει τον τρόπο που θα έσβηνε πλήρως τη φωτιά της επανάστασης. Έτσι προέκυψε ο «σωστός» άνθρωπος. Ο Λβωφ παραιτήθηκε υπέρ του Κερένσκι. Από την πρώτη στιγμή που έγινε πρωθυπουργός, ο Κερένσκι επιχείρησε να οικοδομήσει ξανά την πειθαρχία στον στρατό. Επανέφερε τη θανατική ποινή, διέλυσε τα σώματα που είχαν στασιάσει και διόρισε τον επίδοξο δικτάτορα, στρατηγό Κορνίλωφ ως επικεφαλής του γενικού επιτελείου. Πάνω από όλα επιχείρησε να τσακίσει το Μπολσεβίκικο κόμμα.

Το πραξικόπημα του Κορνίλωφ

Μετά την ήττα του Ιουλίου, η στρατιωτική κάστα πίστεψε ότι είχε έρθει η κατάλληλη ώρα για να επιβληθεί οριστικά η αντεπανάσταση και ξεκίνησε προετοιμασίες για ένα πραξικόπημα. Στις 28 Αυγούστου, ο στρατηγός Κορνίλωφ προχώρησε σε απόπειρα πραξικοπήματος. Δεν κινήθηκε ασφαλώς από μόνος του. Είχε την υποστήριξη όλων των κορυφαίων στρατηγών, των μεγαλοεπιχειρηματιών και των κυβερνήσεων της Βρετανίας και της Γαλλίας, και βέβαια, την αρχική ενθάρρυνση του Κερένσκι. Όταν τελικά ο Κορνίλωφ ζήτησε τη συνολική παράδοση της ΠΚ αποδείχθηκε ότι δεν μπορούσε να ανεχτεί να συνυπάρχει με τον Κερένσκι. Ήθελε το ρόλο του Βοναπάρτη αποκλειστικά για τον εαυτό του.

Η στάση του Λένιν απέναντι στην ανταρσία του Κορνίλωφ, ήταν υπόδειγμα αριστοτεχνικής τακτικής, ένα κλασσικό δείγμα της τακτικής του Ενιαίου Μετώπου. Υποστήριξε ότι το Μπολσεβίκικο Κόμμα θα έπρεπε να ηγηθεί της αντίστασης ενάντια στον Κορνίλωφ, διότι ένα επιτυχημένο πραξικόπημα της Δεξιάς θα ήταν τρομερή ήττα για την επανάσταση. Αυτό ωστόσο, εξήγησε, δεν σήμαινε ότι θα έδιναν την υποστήριξή τους στην κυβέρνηση. «Ακόμα και τώρα, δεν πρέπει να υποστηρίξουμε την κυβέρνηση του Κερένσκι. Αυτό θα ήταν ενάντια στις αρχές μας… Θα πολεμήσουμε, πολεμάμε τον Κορνίλωφ, όπως κάνουν και τα στρατεύματα του Κερένσκι, αλλά δεν υποστηρίζουμε τον Κερένσκι. Αντίθετα, ξεσκεπάζουμε την αδυναμία του. Αλλάζουμε τη μορφή του αγώνα μας ενάντια στον Κερένσκι».

Πανικόβλητοι από την κινητοποίηση των «άγριων ορδών» του Κορνίλοφ, οι ρεφορμιστές ηγέτες των Σοβιέτ αναγκάστηκαν να οπλίσουν τους εργάτες και να αποφυλακίσουν τους μπολσεβίκους. Ο Τρότσκι και οι υπόλοιποι μπολσεβίκοι ηγέτες αποφυλακίζονται. Η γενναία αντίδραση των εργατών και των στρατιωτών κάτω από την καθοδήγηση των μπολσεβίκων έσωσε την επανάσταση. Οι εργάτες των σιδηροδρόμων, αρνήθηκαν να κινήσουν τα τραίνα ή τα οδηγούσαν σε λάθος κατεύθυνση. Ο στρατός του Κορνίλωφ βρέθηκε χωρίς τροφοδοσία, χωρίς πετρέλαιο, αποδιοργανωμένος και αποπροσανατολισμένος. Μπολσεβίκοι προπαγανδιστές κέρδιζαν τους στρατιώτες στις ιδέες της επανάστασης και ο Κορνίλωφ κατέληξε να είναι ένας στρατηγός χωρίς στρατό. Μέσα σε μόλις τέσσερις μέρες το πραξικόπημα κατέρρευσε. Η τακτική του Λένιν «χτυπάμε μαζί – βαδίζουμε χωριστά» απέδωσε καρπούς και το κύρος των μπολσεβίκων πολλαπλασιάστηκε μέσα στις εργατικές μάζες.

Οι Μπολσεβίκοι κερδίζουν την πλειοψηφία στα σοβιέτ

Στο 6ο Συνέδριο του μπολσεβίκικου κόμματος που έγινε τον Αύγουστο, ο αριθμός των μελών ήταν 240.000. Τον Οκτώβριο πια, το κόμμα αριθμούσε συνολικά 350.000 μέλη. Ήδη κατά τον Ιούνιο στην πρώτη συνδιάσκεψη των εργοστασιακών επιτροπών στην Πετρούπολη, 450 από τους 568 αντιπροσώπους εξέφρασαν την υποστήριξή τους στις μπολσεβίκικες θέσεις.

Οι ψήφοι για τους μπολσεβίκους υποψηφίους στα σοβιέτ ανέβαιναν σταθερά, σε σημείο που τον Σεπτέμβριο, είχαν πλέον κερδίσει την πλειοψηφία σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Την 1η Σεπτεμβρίου κέρδισαν την πλειοψηφία στο Σοβιέτ της Πετρούπολης. Ακολούθησε το Σοβιέτ της Μόσχας στις 5 του Σεπτέμβρη. Στις 9 του ίδιου μήνα, ο Τρότσκι εκλέχτηκε πρόεδρος στο Σοβιέτ του Πετρούπολης. Οι μπολσεβίκοι διέθεταν τώρα την ξεκάθαρη πλειοψηφία της εργατικής τάξης.

Οι ρεφορμιστές και η ΠΚ έκαναν μια απόπειρα να εμποδίσουν την ανάπτυξη της επιρροής των μπολσεβίκων με τη σύγκλιση της λεγόμενης «Δημοκρατικής Συνδιάσκεψης» και του «Προ-κοινοβούλιου» τον Σεπτέμβριο, για να αφοπλίσουν πολιτικά τα σοβιέτ και να οδηγήσουν στην αφομοίωσή  τους σε όργανα μη ταξικά, διακοσμητικά, που εξέφραζαν την αστική κοινοβουλευτική αντίληψη.

Η συζήτηση για την εξέγερση στην Κεντρική Επιτροπή

Στο σημείο αυτό, εκδηλώθηκαν ξανά σοβαρές πολιτικές διαφορές στο εσωτερικό της ηγεσίας του Μπολσεβίκικου κόμματος. Ο Λένιν και ο Τρότσκι υποστήριζαν ότι οι μπολσεβίκοι δεν πρέπει να συμμετάσχουν στη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη και στο Προ-κοινοβούλιο. Έχοντας κατακτήσει πια την πλειοψηφία στα δυο μεγαλύτερα σοβιέτ, θα έπρεπε να κινηθούν δραστήρια για την επαναστατική κατάληψη της εξουσίας.

Οι Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ από την άλλη πλευρά, υποστήριζαν τη συμμετοχή στη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη και στο Προ-κοινοβούλιο, με σκοπό μια κυβέρνηση όλων των σοβιετικών κομμάτων (μενσεβίκοι – εσέροι – μπολσεβίκοι). Πίστευαν ότι τα σοβιέτ θα έπρεπε να παίξουν έναν συμπληρωματικό ρόλο δίπλα σε μια Συντακτική Συνέλευση και τον κοινοβουλευτισμό.

Η ΚΕ αρχικά αποφάσισε κατά πλειοψηφία τη συμμετοχή στη Συνδιάσκεψη και επίσης κατά πλειοψηφία, οι μπολσεβίκοι αντιπρόσωποι στη Δημοκρατική Συνδιάσκεψη αποφάσισαν τη συμμετοχή στο λεγόμενο Προ-κοινοβούλιο. Κάτω όμως από τη σφοδρή πολεμική του Λένιν και του Τρότσκι σε αυτή την απόφαση, η ΚΕ τελικώς αποφάσισε την αποχώρηση των μπολσεβίκων από το Προ-κοινοβούλιο και την απλή ανάγνωση μιας διακήρυξης υπέρ της επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας.

Στη διάρκεια του Σεπτεμβρίου και του Οκτωβρίου, η Κεντρική Επιτροπή συζήτησε πλέον, την προοπτική της ένοπλης εξέγερσης. Πάνω στο ζήτημα διαμορφώθηκαν 3 προτάσεις, οι δύο από τις οποίες, αυτή του Λένιν και του Τρότσκι, κινούνταν στην ίδια κατεύθυνση, δηλαδή αυτή της άμεσης αναγκαιότητας για ένοπλη εξέγερση.

Ο Λένιν υποστήριζε επίμονα ότι το κόμμα έπρεπε να προετοιμαστεί για ένοπλη εξέγερση χωρίς να περιμένει τη σύγκληση του 2ου Πανρωσικού συνεδρίου των σοβιέτ, απειλώντας ακόμα και με παραίτηση από την ΚΕ. Έχοντας το προηγούμενο των ταλαντεύσεων της μπολσεβίκικης ηγεσίας τον Απρίλιο, ο Λένιν φοβόταν ότι αυτές οι ταλαντεύσεις θα επανεμφανιστούν και η κατάλληλη στιγμή για την εξέγερση θα χαθεί.

Η θέση του Τρότσκι ήταν ότι η εξέγερση θα έπρεπε να γίνει συνδυασμένα και ταυτόχρονα με το Πανρωσικό συνέδριο των σοβιέτ, για να έχει τη μεγαλύτερη δυνατή νομιμοποίηση. Ο Τρότσκι εξηγούσε σωστά, ότι ακόμα και σε μια επανάσταση, το ζήτημα της νομιμότητας είναι εξαιρετικά σημαντικό για τις μάζες και τα σοβιέτ είχαν αδιαφιλονίκητο κύρος στη συνείδησή τους. Επιπλέον, η κατάκτηση της πλειοψηφίας στο συνέδριο των σοβιέτ θα ήταν αποφασιστικής σημασίας για την εξασφάλιση μιας ευκολότερης και σχετικά ειρηνικής κατάληψης της εξουσίας, όπως και τελικά συνέβη.

Ο Κάμενεφ και ο Ζηνόβιεφ τέλος, τοποθετήθηκαν ενάντια στην εξέγερση γενικά. Τις απόψεις τους, ουσιαστικά, μοιραζόταν κι ο Λουνατσάρσκι. Τελικώς, η γραμμή της εξέγερσης των Λένιν και Τρότσκι επικράτησε. Σε δυο συνεδριάσεις στις 10 και στις 19 του Οκτωβρίου, ύστερα από σκληρή αντιπαράθεση απόψεων, η Κεντρική Επιτροπή του Μπολσεβίκικου κόμματος ψήφισε υπέρ της εξέγερσης σύμφωνα με τη θέση του Τρότσκι, δηλαδή συνδυασμένα και ταυτόχρονα με τη διεξαγωγή του 2ου Πανρωσικού συνεδρίου των Σοβιέτ.

Η οργάνωση της εξέγερσης

Ο Τρότσκι ανέλαβε όλη την ευθύνη της πρακτικής προετοιμασίας της εξέγερσης. Απέχοντας πολύ από το να διεξάγει την προετοιμασία της ένοπλης εξέγερσης μια μικροσκοπική μυστική ομάδα συνωμοτών, οι προετοιμασίες συμπεριλάμβαναν τη μαζική συμμετοχή των εργατών και των στρατιωτών.

Το έργο του εξοπλισμού των εργατών ήταν αρχικά συγκεντρωμένο στα χέρια των εργοστασιακών επιτροπών, καθώς και των συνοικιακών επιτροπών του Μπολσεβίκικου κόμματος. Ανακάμπτοντας από την Ιουλιανή ήττα όμως, η Στρατιωτική Οργάνωση των μπολσεβίκων, καταπιάστηκε για πρώτη φορά με την εκπαίδευση της Κόκκινης Φρουράς της Πετρούπολης,  προμηθεύοντας τους εργάτες με εκπαιδευτές και όπλα.

Στους εργατικούς της λόχους εντάχθηκαν σχεδόν 25.000 άντρες. Το πέρασμα του Σοβιέτ της Πετρούπολης τον Σεπτέμβριο στα χέρια των μπολσεβίκων μετέβαλε την Κόκκινη Φρουρά σε επίσημο όργανο του Σοβιέτ. Οι εργάτες των εργοστασίων όπλων μοίρασαν τουφέκια στην Κόκκινη Φρουρά. Μαζικές συναντήσεις, διαδηλώσεις, ακόμα και στρατιωτικές επιδείξεις έγιναν ανοικτά στους δρόμους της Πετρούπολης. Στις 23 Οκτωβρίου αντιπρόσωποι από διάφορες μονάδες του μετώπου παρέλασαν μπροστά στο Σοβιέτ της Πετρούπολης απαιτώντας : «Πάρτε την εξουσία!».

Η νίκη της εξέγερσης

Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση προσπαθώντας να επιβληθεί, εξέδωσε διαταγή για τη μετάθεση της φρουράς της Πετρούπολης στο μέτωπο. Το σοβιέτ της Πετρούπολης όμως, που βρίσκεται πλέον κάτω από τον έλεγχο των μπολσεβίκων ακυρώνει την κυβερνητική διαταγή. Η εξέγερση ξεκίνησε λοιπόν, ως ένα μέτρο αυτοάμυνας ενάντια σε αυτή την απόφαση της κυβέρνησης.

Ξαναδημιουργείται στην Πετρούπολη η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή του σοβιέτ που είχε συσταθεί ενάντια στην ανταρσία του Κορνίλωφ και επικεφαλής της τέθηκε ο Τρότσκι. Εξαιτίας της δουλειάς του Τρότσκι κυρίως, η στρατιωτική μονάδα της Πετρούπολης κερδήθηκε εξολοκλήρου από τους μπολσεβίκους. Η υποστήριξη που η Προσωρινή Κυβέρνηση διέθετε στην πρωτεύουσα, κατέρρευσε.

Στις 25 Οκτωβρίου η φρουρά της Πετρούπολης κατέλαβε όλα τα στρατηγικά σημεία της πόλης, ενώ νωρίς το πρωί στις 26 Οκτωβρίου, παράλληλα με τη διεξαγωγή του 2ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ, έγινε γίνεται η κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων, της έδρας της κυβέρνησης, την οποία υπεράσπισαν μόνο λίγοι ευέλπιδες.

Ο απολογισμός της νικηφόρας εξέγερσης, εξαιτίας της μαεστρικής της οργάνωσης και της μεγάλης υποστήριξης που είχε από τις μάζες, ήταν μόνο 15 νεκροί. Συνολικά οι μπολσεβίκοι και οι σύμμαχοί τους, οι αριστεροί εσέροι (αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες) κέρδισαν τη συντριπτική πλειοψηφία στην πρότασή τους για την ανάληψη της εξουσίας από τα σοβιέτ, με 600 από τους 750 αντιπροσώπους να ψηφίζον υπέρ.

Οι Μενσεβίκοι και οι Σοσιαλεπαναστάτες κέρδισαν μόνο 60 αντιπροσώπους συνολικά. Το συνέδριο ψήφισε να περάσει όλη η εξουσία στα σοβιέτ. Οι μενσεβίκοι και οι δεξιοί εσέροι, αποχώρησαν από το συνέδριο και προσχώρησαν στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης.

Ο Λένιν πρότεινε δύο μικρά ψηφίσματα που έγιναν ομόφωνα αποδεκτά από το Συνέδριο, για την άμεση ειρήνη και το μοίρασμα της γης στους αγρότες. Επίσης μια νέα Εκτελεστική Επιτροπή των σοβιέτ εκλέχτηκε, ένα πραγματικό νομοθετικό σώμα για τη νέα εξουσία των σοβιέτ, πάνω σε πλουραλιστική βάση: 67 μπολσεβίκοι, 29 αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες και 20 θέσεις για να καταληφθούν από διαφορετικές επαναστατικές ομάδες.

Η Εκτελεστική Επιτροπή, με τη σειρά της, εξέλεξε την πρώτη κυβέρνηση του νέου εργατικού κράτους που ονομάστηκε «Συμβούλιο των Επιτρόπων του Λαού» με επικεφαλής τον Λένιν, ο οποίος από το βήμα του συνεδρίου δήλωσε ότι : «Ξεκινάει η οικοδόμηση μιας νέας σοσιαλιστικής τάξης πραγμάτων». Η σοσιαλιστική επανάσταση είχε επικρατήσει.

Το κεντρικό πολιτικό δίδαγμα της επανάστασης

Το κεντρικό δίδαγμα της Οκτωβριανής επανάστασης είναι η μεγάλη σημασία του επαναστατικού κόμματος και της επαναστατικής ηγεσίας. Η Ρωσική επανάσταση απέδειξε πιο αυθεντικά αυτό που αποδεικνύει ολόκληρη η Ιστορία της πάλης του προλεταριάτου. Για να πάρει η εργατική τάξη σταθερά  την εξουσία στα χέρια της, το προλεταριάτο χρειάζεται ένα επαναστατικό κόμμα, που να ξεπερνά τα άλλα κόμματα στην καθαρότητα των στόχων και στην επαναστατική αποφασιστικότητα. Αυτό στη Ρωσία ήταν το Μπολσεβίκικο κόμμα.

Όμως εξίσου καθοριστικός παράγοντας ήταν και η συγκεκριμένη ηγεσία του κόμματος αυτού το 1917, δηλαδή ο Λένιν και ο Τρότσκι. Χωρίς αυτούς η Οκτωβριανή επανάσταση δεν θα είχε νικήσει ποτέ. Από την άλλη πλευρά φυσικά, χωρίς το ίδιο το κόμμα, ο Λένιν και ο Τρότσκι θα ήταν τελείως αδύναμοι.

Χρειάσθηκε κοντά δύο δεκαετίες δουλειάς το κτίσιμο και η τελειοποίηση του κόμματος, για να αποκτηθούν βαθιές ρίζες ανάμεσα στις μάζες, στα εργοστάσια και στους στρατώνες. Ένα ή δύο άτομα από μόνα τους, ανεξάρτητα του πόσο σπουδαία μπορεί να είναι, δεν θα  μπορούσαν ποτέ να πάρουν τη θέση αυτού του οργάνου, δηλαδή του κόμματος, το οποίο δεν μπορεί ποτέ να δημιουργηθεί μέσω αυτοσχεδιασμών της στιγμής.

Εάν δεν υπάρξει λοιπόν επαναστατικό κόμμα με μια συνειδητή και αποφασιστική ηγεσία, οι θυσίες και η επαναστατική ενεργητικότητα της εργατικής τάξης μπορεί να χαθούν, με τον ίδιο τρόπο που χάνεται ο ατμός όταν δεν υπάρχει το έμβολο που να μπορεί να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του.

Η συκοφαντία του «πραξικοπήματος»

Η συνηθέστερη συκοφαντία που ακούγεται για την Οκτωβριανή επανάσταση από τους αστούς και τους μικροαστούς διανοούμενους είναι ότι αποτελούσε ένα πραξικόπημα των μπολσεβίκων. Καταρχάς, ολόκληρη η ιστορία του 1917 τους διαψεύδει. Επί μήνες, είχαμε ένα μοναδικό ξέσπασμα ελευθερίας και  δημοκρατικής έκφρασης των μαζών. Οι Ρώσοι εργάτες, στρατιώτες και αγρότες όλο το 1917 ψηφίζουν, εκλέγουν και εκλέγονται  σε διάφορους θεσμούς (τοπικά συμβούλια, συνδικάτα, εργοστασιακές επιτροπές, σοβιέτ κ.α). Στα σοβιέτ ελέγχουν διαρκώς τους αντιπροσώπους τους, έχουν το δικαίωμα να τους ανακαλέσουν ανά πάσα στιγμή.

Οι συκοφάντες μοιάζει να ξεχνούν ότι οι μπολσεβίκοι πήραν δημοκρατικά τη συντριπτική πλειοψηφία στα σοβιέτ. Αποκρύπτουν σκόπιμα, ότι το σύστημα των σοβιέτ ήταν το δημοκρατικότερο σύστημα διακυβέρνησης στην Ιστορία:  οι εκλογείς μπορούσαν να ανανεώσουν τη σύνθεση του Πανρωσικού Συνεδρίου του Σοβιέτ και μέσα από αυτό της Εκτελεστικής Επιτροπής και της ίδιας της κυβέρνησης κάθε 6 μήνες, ενώ μπορούσαν να ανακαλούν άμεσα τους  εκπροσώπους τους στα σοβιέτ, ανά πάσα ώρα και στιγμή.

Ο Τζον Ριντ στο βιβλίο του «Οι 10 μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο», περιγράφει πόσο ακόρεστη ήταν η δίψα για γνώση και καλλιέργεια: «Ολόκληρη η Ρωσία μάθαινε να διαβάζει, και διάβαζε – πολιτική, οικονομικά, ιστορία– γιατί οι άνθρωποι ήθελαν να ξέρουν… Η δίψα για μάθηση, που για τόσον καιρό καταπνίγονταν, ξέσπασε μετά την Επανάσταση με ρυθμούς φρενίτιδας. Κι έπειτα, οι άνθρωποι μιλούσαν… Διαλέξεις, συζητήσεις, ομιλίες – σε θέατρα, σχολεία, λέσχες, στις αίθουσες των Σοβιέτ, στους χώρους των συνδικάτων, στους στρατώνες… Συγκεντρώσεις στα χαρακώματα στο μέτωπο, στις πλατείες των χωριών, στα εργοστάσια…..Πήγαμε στο μέτωπο της Δωδέκατης Στρατιάς, πίσω από τη Ρίγα, όπου ξυπόλυτοι κι αποστεωμένοι άντρες κείτονταν άρρωστοι στις λάσπες άθλιων χαρακωμάτων. Κι όταν μας είδαν πετάχτηκαν, με αδυνατισμένα πρόσωπα και τη σάρκα τους να προβάλλει μελανή κάτω από κουρελιασμένες στολές, για να ρωτήσουν ανυπόμονα: – Φέρατε τίποτα να διαβάσουμε;».

Όλα αυτά τα αισθήματα και τα φαινόμενα, ποτέ και πουθενά δεν θα μπορούσε να τα προκαλέσει κανένα πραξικόπημα. Ακόμα και το τεχνικό μέρος προετοιμασίας της εξέγερσης έγινε δημόσια και με την ευρύτατη συμμετοχή των μαζών. Στην πραγματικότητα, αποτέλεσε τη νόμιμη άμυνα του λαού ενάντια στην αντεπανάσταση, που είχε κινηθεί πρώτη με τον Κορνίλωφ τον Αύγουστο.

Αν τον Οκτώβριο τα σοβιέτ δεν έπαιρναν την εξουσία με την εξέγερση, τότε η εργατική τάξη αργά ή γρήγορα θα κυλιόταν στο αίμα από έναν νέο επίδοξο Κορνίλωφ. Το ιστορικό δίλλημα στη Ρωσία ήταν «σοβιέτ ή βοναπαρτιστική δικτατορία».

Ο εμφύλιος και η καθοριστική υποχώρηση της παγκόσμιας επανάστασης

Ο Λένιν και ο Τρότσκι έβλεπαν πάντα τη Ρωσική επανάσταση σαν τον πρόλογο της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Η νίκη του Οκτώβρη του 1917 είχε έναν ισχυρότατο παγκόσμιο αντίκτυπο και έδωσε νέα μαχητικότητα στους εργάτες σε όλο τον κόσμο. Αργότερα, το 1919 η ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, προσπάθησε να δώσει και το πολιτικό υποκείμενο στην παγκόσμια πάλη των εργατών.

Όταν οι κυβερνήσεις υπέγραψαν την ανακωχή του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, το Νοέμβριο 1918, ήδη πολλές χώρες βρίσκονταν σε επαναστατική κρίση, με πρώτη απ’ όλες τη Γερμανία. Εκεί κρίθηκε και η μοίρα της Ρωσικής επανάστασης για τα επόμενα χρόνια. Ανάμεσα στο 1918 και το 1923, το γερμανικό προλεταριάτο προσπάθησε επανειλημμένα να πάρει την εξουσία.  Όμως δεν διέθετε ένα επαναστατικό κόμμα όπως εκείνο του Λένιν και του Τρότσκι. Μια ενδεχόμενη ένωση ανάμεσα στην πλούσια σε φυσικό πλούτο ΕΣΣΔ και σε μια σοσιαλιστική Γερμανία, που ήταν βιομηχανοποιημένη, θα αποτελούσε έναν θανάσιμο εχθρό για τον παγκόσμιο καπιταλισμό.

Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο,  ένας μεγάλος ιμπεριαλιστικός συνασπισμός δημιουργήθηκε και εισέβαλλε για να τσακίσει το νεαρό σοβιετικό κράτος. Αποτελούταν από 21 ιμπεριαλιστικούς στρατούς – μεταξύ τους και ελληνικά στρατεύματα – συνεπικουρούμενους από τις εσωτερικές δυνάμεις της αντεπανάστασης των Λευκών (με επικεφαλής τους Κολτσάκ, Ντενίκιν, Βράγκελ) επιχείρησαν να πνίξουν την πρώτη επιτυχημένη απόπειρα της εργατικής τάξης για την κατάληψη της εξουσίας.

Ο Κόκκινος στρατός νίκησε την ιμπεριαλιστική εισβολή, αλλά στη Φινλανδία, τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ουγγαρία και την Ιταλία, η προλεταριακή επανάσταση ηττήθηκε. Ο πρώτος κύκλος της παγκόσμιας επανάστασης έκλεισε. Ένας νέος κύκλος ξεκίνησε, αυτός της καπιταλιστικής σταθεροποίησης, σε παγκόσμια κλίμακα και έτσι η ρωσική επανάσταση απομονώθηκε. Αυτή η απομόνωση στάθηκε η βασική αιτία για την ανάπτυξη της σταλινικής γραφειοκρατικής αντεπανάστασης, που τελικά άνοιξε τον δρόμο μετά από δεκαετίες, για την οδυνηρή καπιταλιστική παλινόρθωση.

Ωστόσο, ο εκφυλισμός της επανάστασης και η καπιταλιστική παλινόρθωση καθόλου δεν σημαίνουν ότι η Οκτωβριανή επανάσταση έγινε και νίκησε μάταια. Τα μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά επιτεύγματα της ΕΣΣΔ και οι επαναστατικές παραδόσεις του Οκτώβρη αποτελούν το φάρο που προανήγγειλε ένα φωτεινό μέλλον δικαιοσύνης, αδελφοσύνης, αλληλεγγύης και αλματώδους προόδου για την ανθρωπότητα: το σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό της μέλλον. Εμπρός λοιπόν, στο δρόμο του Οκτώβρη!

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος