Μαρξισμός φεμινισμός

«Διαθεματικότητα» και «Πολιτική των Ταυτοτήτων»

Η νέα τρέλα που σαρώνει τη ριζοσπαστική μικροαστική τάξη είναι η «διαθεματικότητα», το τελευταίο και πιο ακραίο παρακλάδι των αποκαλούμενων πολιτικών ταυτότητας. Αυτή δεν αποτελεί μια μικρή παρεκτροπή ή σύγχυση καλοπροαίρετων νέων, αλλά είναι μια εξολοκλήρου οπισθοδρομική, αντιδραστική και αντεπαναστατική αστική ιδεολογία που πρέπει να πολεμήσουμε με όλα τα μέσα που έχουμε στη διάθεση μας.

Η άρχουσα τάξη πάντα προσπαθούσε να σπείρει διχόνοια στην εργατική τάξη, ακολουθώντας την πανάρχαια τακτική του διαίρει και βασίλευε. Χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να στρέψει το ένα τμήμα των εργατών ενάντια στο άλλο: ρατσισμό, εθνικά ζητήματα, γλώσσα, φύλλο ή θρησκεία – καθένα από αυτά έχει χρησιμοποιηθεί, και ακόμα χρησιμοποιείται, για να διχάσει την εργατική τάξη και να απομακρύνει την προσοχή της από τον ταξικό αγώνα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους.

Αυτό το γεγονός είναι γνωστό και κατανοητό σχεδόν από τον καθένα στην Αριστερά. Όμως στον αγώνα ενάντια στον ρατσισμό, τον σεξισμό και άλλες μορφές καταπίεσης που υπάρχουν στην κοινωνία, είναι πιθανό να περάσει κανείς στο άλλο άκρο, εγκαταλείποντας τη ταξική θεώρηση των πραγμάτων και παίζοντας στην ουσία το παιχνίδι της άρχουσας τάξης βάζοντας τους διαχωρισμούς αυτούς πάνω απ’ όλα, αγνοώντας την πηγή όλων των ειδών καταπίεσης στην ταξική κοινωνία και προωθώντας τα τμηματικά συμφέροντα της μιας ή της άλλης ομάδας σε βάρος της ενωμένης ταξικής πάλης.

Αρκετοί άνθρωποι που πάντα φωνάζουν σχετικά με την «καταπίεση» τείνουν να αγνοούν ή υποβαθμίζουν την πραγματική βάση της καταπίεσης, η οποία είναι το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Είναι αντίθετοι σε κάθε προσπάθεια ένωσης της εργατικής τάξης σε έναν επαναστατικό αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο, επιμένοντας ότι πρέπει να επικεντρωθούμε στο ένα ή στο άλλο θέμα της αρεσκείας τους. Τα αποτελέσματα είναι αρνητικά σε υπερβολικό βαθμό.

Σε όλο και περισσότερες περιπτώσεις, πανεπιστημιακές αρχές και φοιτητικοί σύλλογοι, κρυμμένοι πίσω από την «πολιτική ορθότητα», τις πολιτικές ταυτότητας και την υποτιθέμενη επιθυμία να μην βλάψουν τις ευαισθησίες ορισμένων ανθρώπων, ακούν μια πολιτική κραυγαλέων διακρίσεων και λογοκρισίας, απαγορεύοντας το λόγο σε ορισμένους ανθρώπους – όχι μόνο ρατσιστές και φασίστες αλλά, σε αυξανόμενο βαθμό, σε αριστερούς.

Το ακόλουθο φριχτό παράδειγμα από τον Καναδά είναι αρκετό στο να εκθέσει τις αντεπαναστατικές δραστηριότητες αυτών των ομάδων. Μετά τις αμερικάνικες εκλογές, μια ομάδα νεαρών στο Τορόντο αυθόρμητα προσπαθούσαν να οργανώσουν μια διαδήλωση ενάντια στο Τραμπ μέσω του Facebook. Αμέσως, οι νεαροί αυτοί δέχτηκαν χείμαρρο ύβρεων από το πλήθος των «πολιτικών ταυτότητας» που τους κατάγγειλε με τον πιο μοχθηρό τρόπο διότι δεν είχαν μαύρο ομιλητή στην πλατφόρμα τους, κτλ, κτλ. Ως αποτέλεσμα, οι νεαροί αυτοί φοβισμένοι ακύρωσαν την διαδήλωση. Αυτό δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός, αλλά αποτελεί μια τυπική περίπτωση αντιδραστικής τακτικής της τάσης αυτής.
Ήρθε η ώρα να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: να δηλώσουμε ξεκάθαρα, ότι οι πολιτικές ταυτότητας και όλες οι σχετικές ανοησίες που έχουν ξεπηδήσει τα τελευταία χρόνια, αντιπροσωπεύουν μια ξεκάθαρα αντιδραστική τάση, η οποία πρέπει να καταπολεμηθεί με σθένος.

Το εθνικό ζήτημα

Είναι δυνατόν να κάνουμε ένα παραλληλισμό μεταξύ των αποκαλούμενων πολιτικών ταυτότητας και του εθνικού ζητήματος. Φυσικά, κάθε αναλογία έχει τα όριά της. Αλλά σε αυτή την περίπτωση, η αναλογία είναι πολύ εντυπωσιακή και μπορεί να διατυπωθεί απλά: οι μαρξιστές αντιτίθενται σε οποιαδήποτε μορφή καταπίεσης ή διάκρισης, είτε αυτή αφορά την εθνικότητα, το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία είτε οτιδήποτε άλλο. Και αυτό είναι αρκετό.

Οι μαρξιστές υπερασπίζονται τα μικρά, καταπιεζόμενα έθνη ενάντια στα ισχυρά και αρπακτικά ιμπεριαλιστικά κράτη. Είμαστε κατά της καταπίεσης σε όλες της τις μορφές. Αυτή είναι η αφετηρία μας. Αλλά αυτές οι στοιχειώδεις θέσεις δεν εξαντλούν με τίποτα το ζήτημα της μαρξιστικής στάσης απέναντι στο εθνικό ζήτημα. Μετά το Α, το Β και το Γ υπάρχουν κι άλλα γράμματα στο αλφάβητο.

Ο Μαρξ εξηγούσε ότι το εργατικό ζήτημα ήταν πάντα το πιο σημαντικό, και ότι το εθνικό ζήτημα πάντα υπάγονταν σε αυτό. Το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση δεν είναι ένα απόλυτο δικαίωμα έξω από το χρόνο και το χώρο. Πάντα υπόκειται στα γενικά συμφέροντα της διεθνούς προλεταριακής επανάστασης. Ο Λένιν συχνά τόνιζε αυτό το σημείο. Η πάλη της εργατικής τάξης εναντίον του καπιταλισμού απαιτεί την απόλυτη αλληλεγγύη και την στενότερη ενότητα των εργατών όλων των εθνών.

Ταυτόχρονα με την πάλη ενάντια σε κάθε εκδήλωση εθνικής καταπίεσης ή διάκρισης, είναι απαραίτητη η αντίσταση στις προσπάθειες των αστών και μικροαστών εθνικιστών να υποτάξουν τους εργάτες στις δικές τους απόψεις και πολιτικές. Στο «Δικαίωμα των εθνών στη αυτοδιάθεση», το 1914 έγραφε τα εξής:

«Δεν έχει καμία διαφορά για τον μισθωτό εργάτη αν τον εκμεταλλεύεται κυρίως η μεγαλο-ρωσική μπουρζουαζία σε σχέση με τη μη ρωσική, ή η πολωνική μπουρζουαζία σε σχέση με την εβραϊκή κλπ. Ο μισθωτός εργάτης, που έχει φτάσει στο σημείο να κατανοεί τα ταξικά του συμφέροντα, είναι εξίσου αδιάφορος απέναντι στα κρατικά προνόμια των Μεγαλο-ρώσων καπιταλιστών και στις υποσχέσεις των Πολωνών ή των Ουκρανών καπιταλιστών να δημιουργήσουν έναν επίγειο παράδεισο, όταν αποκτήσουν κρατικά προνόμια. Ο καπιταλισμός αναπτύσσεται και θα συνεχίσει να αναπτύσσεται, τόσο σε κράτη με μεικτό πληθυσμό όσο και σε ξεχωριστά εθνικά κράτη.»

Είναι γνωστό ότι ο Λένιν υποστήριζε με συνέπεια το αίτημα για το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση, μέχρι και την απόσχιση. Αλλά αυτό είναι μόνο το ένα μέρος της εξίσωσης. Ο Λένιν, επίσης, υπερασπιζόταν την ενότητα της εργατικής τάξης και των οργανώσεών της και ήταν κάθετα αντίθετος με κάθε πρόταση δημιουργίας εργατικών οργανώσεων βασισμένων σε εθνικές γραμμές (να τολμήσουμε να πούμε, στη βάση «πολιτικών ταυτότητας»;).

Στα γραπτά του πάνω στο εθνικό ζήτημα, μαζί με την επιμονή του υπέρ του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση μέχρι και την απόσχιση, ο Λένιν, επίσης, τόνιζε την ανάγκη οι μαρξιστές να διαχωρίζονται ξεκάθαρα από τους μικροαστούς εθνικιστές και τους δημοκράτες:

«Δεύτερον, στη χώρα μας, η αναπόφευκτη πάλη για το διαχωρισμό του προλεταριάτου από τη γενική αστική και μικροαστική δημοκρατία – μια πάλη που είναι θεμελιωδώς η ίδια σε κάθε χώρα – διεξάγεται υπό τις συνθήκες της πλήρους θεωρητικής επικράτησης τους μαρξισμού στη Δύση και στη χώρα μας. Η μορφή που παίρνει, επομένως, αυτή η πάλη δεν είναι τόσο αυτή μιας πάλης για το μαρξισμό όσο αυτή μιας πάλης υπέρ ή κατά όλων των μικροαστικών θεωριών που κρύβονται πίσω από «σχεδόν μαρξιστικές» φράσεις.» (Το εθνικό πρόγραμμα του ΣΔΕΚΡ, 1913)

Θα υπερασπιζόμαστε πάντα τα δικαιώματα των μικρών καταπιεζόμενων εθνών ενάντια στους καταπιεστές τους. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχόμαστε τις απάτες της μπουρζουαζίας των καταπιεζόμενων εθνών ή να υποτάσσουμε τα συμφέροντα της εργατικής τάξης σε αυτά των αστών. Αντίθετα, το πρώτο από όλα τα καθήκοντα των εργατών ενός κατεπιεζόμενου έθνους είναι να διεξάγουν αμείλικτη πάλη εναντίον της δικιάς τους μπουρζουαζίας, εκθέτοντας τις δημαγωγικές της αξιώσεις και αντιστεκόμενοι σε όλες τις απόπειρες υποταγής των εργατών του καταπιεζόμενου έθνους στη «δικιά τους» μπουρζουαζία.

Στο «Δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση», γραμμένο το Φλεβάρη-Μάη του 1914, ο Λένιν γράφει: «Η μπουρζουαζία τοποθετεί πάντα τα εθνικά της αιτήματα στο προσκήνιο, και το κάνει αυτό με κατηγορηματικό τρόπο. Για το προλεταριάτο, ωστόσο, τα αιτήματα αυτά υπάγονται στα συμφέροντα της ταξικής πάλης».

Οι Εβραίοι υπέφεραν την πιο φρικτή καταπίεση στην τσαρική Ρωσία. Οι Εβραίοι εργάτες ήταν διπλά καταπιεσμένοι – ως εργάτες και ως Εβραίοι. Οι Μπολσεβίκοι ήταν υπέρ των πλήρων δικαιωμάτων των Εβραίων και πολέμησαν ενάντια στα αντισημιτικά πογκρόμ. Ωστόσο, ο Λένιν καταδίκασε με τον πιο εμφατικό τρόπο τις προσπάθειες της εβραϊκής «Μπουντ» να διεκδικήσει ειδικό καθεστώς μέσα στο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας. Αρνήθηκε το δικαίωμα να μιλούν αποκλειστικά στο όνομα των Εβραίων εργατών. Έλεγε ότι η αποδοχή τέτοιων διεκδικήσεων θα ήταν παρέκκλιση από την προλεταριακή πολιτική και υποταγή των εργατών στην πολιτική των αστών. Οι «Μπουντιστές» επιτέθηκαν στον Λένιν για την υποτιθέμενη έλλειψη ευαισθησίας του απέναντι στα προβλήματα του εβραϊκού λαού, αλλά ο Λένιν απλά ανασήκωσε τους ώμους του. Οι αρχές της προλεταριακής ταξικής ενότητας και του διεθνισμού έπρεπε να υπερισχύσουν έναντι του εθνικού ζητήματος.

Ας κάνουμε ένα παραλληλισμό ανάμεσα στη στάση του Λένιν απέναντι στην εθνική καταπίεση και το ζήτημα των «πολιτικών ταυτότητας» εν γένει και απέναντι στο φεμινισμό συγκεκριμένα. Οι αστές και μικροαστές φεμινίστριες, όπως οι αστοί εθνικιστές, απαιτούν κατηγορηματικά ότι το ζήτημα του φύλου πρέπει να τίθεται πάνω από όλα τα άλλα και ότι οι γυναίκες της εργατικής τάξης πρέπει να κατατάσσουν αυτές πρώτα και περισσότερο με τις άλλες γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων και πάνω όλα, με τις «έξυπνες» αστές και μικροαστές διανοούμενες γυναίκες που κυριαρχούν στο φεμινιστικό κίνημα.

Απαντάμε στις επίμονες απαιτήσεις τους ως εξής: ενώ αγωνιζόμαστε για την υπεράσπιση των γυναικείων δικαιωμάτων, δεν είμαστε διατεθειμένοι να υποταχθούμε στην ηγεσία αστών και μικροαστών γυναικών, που επιδιώκουν να ικανοποιήσουν τα δικά τους συμφέροντα με το μανδύα του αγώνα για το σκοπό «όλων των γυναικών». Τα συμφέροντα των γυναικών της εργατικής τάξης είναι θεμελιωδώς τα ίδια με εκείνα των αντρών εργατών. Όλοι καταπιέζονται και γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους τραπεζίτες και τους καπιταλιστές, και δεν έχει καμία διαφορά για αυτούς αν οι τραπεζίτες και οι καπιταλιστές είναι άντρες ή γυναίκες.

Αποδεχόμαστε πλήρως ότι οι εργάτριες καταπιέζονται όχι μόνο ως εργάτριες, αλλά και ως γυναίκες, και αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα προβλήματα, που πρέπει να ληφθούν υπόψιν στα προγραμματικά μας αιτήματα. Ωστόσο, δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε αστικά και μικροαστικά στοιχεία να παλέψουν για τα αιτήματα των εργατριών, αφού, σε τελική ανάλυση, τα συμφέροντά τους δε συμπίπτουν και είναι αμοιβαίως ανταγωνιστικά.

Στην περίπτωση του εθνικού ζητήματος, ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργατών, των αγροτών και της εθνικής αστικής τάξης εκφραζόταν συχνά με τη μορφή ενός εμφυλίου πολέμου. Ποια ήταν η στάση των Μπολσεβίκων σε τέτοιες περιπτώσεις; Ας πάρουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα από τη Ρωσική Επανάσταση. Ήταν το εθνικό κίνημα στην Φινλανδία προοδευτικό ή αντιδραστικό; Οι Μπολσεβίκοι κατοχύρωσαν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση σε καταπιεσμένες εθνότητες, συμπεριλαμβανομένων των Φιλανδών και των Πολωνών. Στην Φινλανδία, έγινε εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Μπολσεβίκων και των Λευκών, με τους τελευταίους να μάχονται υπό τη σημαία της φινλανδικής ανεξαρτησίας.

Δεν υπάρχει απολύτως καμία αμφιβολία ότι, αν οι Μπολσεβίκοι είχαν αρκετή στρατιωτική δύναμη, θα είχαν παρέμβει στην Φινλανδία, για να συντρίψουν τους αστούς εθνικιστές και να στηρίξουν τους εργάτες και η νίκη των Φινλανδών εργατών δε θα είχε οδηγήσει στην ανεξαρτησία, μα στην είσοδο της Φινλανδίας στη Σοβιετική Δημοκρατία.

Ο Τρότσκι έγραψε κάποτε ότι ο εθνικισμός μπορεί να είναι το «εξωτερικό κέλυφος ενός ανώριμου μπολσεβικισμού». Αυτή η δήλωση είναι απόλυτα σωστή – σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Αλλά δεν είναι αληθής σε κάθε περίπτωση. Ο εθνικισμός καταπιεζόμενων εθνοτήτων μπορεί να είναι το εξωτερικό κέλυφος ενός ανώριμου μπολσεβικισμού· όμως μπορεί εξίσου να είναι το εξωτερικό κέλυφος ενός εκκολαπτόμενου φασισμού. Αυτό εξαρτάται από συγκεκριμένες συνθήκες.

Για παράδειγμα, αν ο συσχετισμός δύναμης ήταν διαφορετικός, το δικαίωμα των Φιλανδών στην αυτοδιάθεση θα είχε υποταχθεί πλήρως στα συμφέροντα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Δυστυχώς, η Σοβιετική Δημοκρατία δεν είχε ακόμα στο οπλοστάσιό της τον Κόκκινο Στρατό, και η επανάσταση θα συντριβόταν από τους Λευκούς. Είναι δυνατό να επιχειρηματολογήσουμε ότι ο φινλανδικός εθνικισμός ήταν το «εξωτερικό κέλυφος ενός ανώριμου μπολσεβικισμού»; Κάποιος θα μπορούσε να παραθέσει πολλά παρόμοια παραδείγματα.

Ρατσισμός και πολιτικές ταυτοτήτων

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια εξαιρετικά ποικιλόμορφη χώρα κι αυτό εξαιτίας της μακράς και βίαιης ιστορίας της, των πολέμων, των κατακτήσεων και της δουλείας. Σε μια εποχή που ο νέος Αμερικάνικός καπιταλισμός ήταν γεμάτος αυτοπεποίθηση για τη κατάσταση και τις προοπτικές του και μπορούσε να απορροφήσει ατελείωτα κύματα μεταναστών, είχε χαραχτεί στο Άγαλμα της Ελευθερίας η επιγραφή: «Δώστε μου τους κουρασμένους σας, τους φτωχούς σας, τις μάζες σας που λαχταρούν να αναπνέουν ελεύθερα.» Όλα αυτά άλλαξαν στο αντίθετό τους. Η γεροντική αποσύνθεση του αμερικανικού καπιταλισμού βρίσκει τη γραφική της αναπαράσταση στις αντιδραστικές, στενόμυαλες και ξενοφοβικές πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ. Η πολιτική του «Η Αμερική πρώτα», σηματοδοτεί την απόπειρα επιστροφής σε παλιές πολιτικές απομονωτισμού σε μια περίοδο, στην οποία είναι αδύνατο για τις ΗΠΑ να απαλλαγούν από τον υπόλοιπο κόσμο και επομένως, από την παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού.

Η αντιδραστική δημαγωγία του Τραμπ στοχεύει να συγχύσει τους εργάτες των ΗΠΑ με την μετάθεση των ευθυνών για την ανεργία και τη φτώχεια στους μετανάστες και τους αλλοδαπούς. Υπάρχει όξυνση του ρατσισμού και ένα κλίμα τρόμου μεταξύ των μεταναστών και των μη λευκών. Μεταξύ αυτών των στρωμάτων η ιδέα των «πολιτικών ταυτότητας» μπορεί να βρει σημαντική απήχηση. Αυτό είναι αρκετά κατανοητό. Αλλά όπως οτιδήποτε άλλο, μια σωστή ιδέα, όταν καταλήγει στα άκρα, μετατρέπεται στο αντίθετό της.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει μακρά ιστορία σε ό,τι αφορά την «ταυτότητα», η οποία προηγείται χρονικά των πιο πρόσφατων «πολιτικών ταυτότητας». Η ιδέα της ταυτότητας με την έννοια της ταυτοποίησης ως Ιρλανδο-αμερικάνος, Ιταλο-αμερικάνος, Εβραιο-αμερικάνος και πάει λέγοντας, χρησιμοποιούταν, για να προωθηθεί η ιδέα ότι οι Ιρλανδο-αμερικάνοι εργάτες θα έπρεπε να ταυτίζονται με τα ιρλανδο-αμερικανικά αφεντικά, οι Ιταλο-αμερικάνοι εργάτες με τα ιταλο-αμερικανικά αφεντικα, οι Εβραιο-αμερικάνοι εργάτες με τα εβραιο-αμερικανικά αφεντικα, και πιο πρόσφατα, οι Αφρο-αμερικάνοι εργάτες με τα αφρο-αμερικανικά αφεντικά. Αυτό χρησιμοποιούταν με έναν αντιδραστικό τρόπο, για να διαχωρίζονται οι εργάτες σύμφωνα με την εθνική τους καταγωγή, με σκοπό να αποδυναμωθεί η εργατική τάξη στο σύνολό της.

Παρόλα αυτά, για έναν Αφρο-αμερικάνο που επιθυμεί να διεκδικήσει την ταυτότητά του και να νιώθει υπερήφανος γι’ αυτήν, αυτό είναι μια κατανοητή και δικαιολογημένη αντίδραση ενάντια στο θεσμοθετημένο ρατσισμό, ο οποίος για γενιές κρατούσε τους Αφρο-αμερικάνους στην περιφρόνηση και τους αρνούνταν οποιαδήποτε θέση στην ιστορία και στην κουλτούρα της γης στην οποία γεννήθηκαν. Αυτή είναι η ίδια διάθεση που αναπτύχθηκε από ορισμένες αυτόχθονες ομάδες στη Λατινική Αμερική, οι οποίες, κουρασμένες από την εκμετάλλευση και την υποταγή, αισθάνονται υπερήφανοι για την καταγωγή τους και επιθυμούν να υπερασπιστούν τη γλώσσα και τον πολιτισμό τους.

Ομοίως, είναι αυτονόητο ότι οι μαρξιστές πρέπει να αντιταχθούν ενεργά σε κάθε διάκριση και σε κάθε καταπίεση ανθρώπων για τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους, την εθνικότητα ή την προτίμηση του φύλου τους, πρέπει να αγωνίζονται για την κατάργηση όλων των αντιδραστικών νομοθετημάτων για το γάμο κτλ. Αυτό είναι αναπόσπαστο μέρος ενός γενικού αγώνα κατά της δεξιάς και της άρχουσας τάξης. Οι μαρξιστές καταγγέλλουν όλες τις μορφές καταπίεσης και την αδικία που γεννά ο καπιταλισμός, άσχετα με το ποιος είναι το θύμα αυτής της καταπίεσης. Όλες οι πληγές του καπιταλισμού, από την καταπίεση των γυναικών, τις περιβαλλοντικές καταστροφές, ή την καταπίεση των μικρών Εθνών, μας γεμίζουν με αγανάκτηση ενάντια στο σύστημα. Υπερασπιζόμαστε το σύνθημα «το πλήγμα σε έναν είναι πλήγμα σε όλους». Ο Μαρξισμός είναι μία ολόπλευρη θεωρία για την απελευθέρωση της ανθρωπότητας και τοποθετεί την εργατική τάξη στην κεφαλή αυτού του αγώνα γιατί είναι η πιο επαναστατική καταπιεσμένη κοινωνική τάξη, έχει έναν ιδιαίτερο ρόλο στην παραγωγή και την κοινωνία, και επειδή είναι ένα άμεσο προϊόν του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτός ο ηγετικός ρόλος της εργατικής τάξης στον αγώνα ενάντια σε κάθε είδους καταπίεση προέρχεται επίσης από τις δικές της συνθήκες ζωής και εργασίας που περιέχουν, σε εμβρυακή μορφή, τα μελλοντικά στοιχεία μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, η οποία εξαφανίζει τη διαίρεση σε κοινωνικά τάξεις, την καταπίεση ενός έθνους ή ανθρώπων από έναν άλλο, και, φυσικά, την καταπίεση των γυναικών από τους άνδρες. Αυτή η ενεργή αλληλεγγύη είναι εντελώς ασυμβίβαστη με την αντίληψη της συμμαχικότητας (allyship), που προκύπτει από την επιμονή της πολιτικής ταυτοτήτων στην υπεροχή της υποκειμενικής εμπειρίας. Επειδή υποστηρίζεται ότι μόνο όσοι έχουν ζήσει κάθε είδους καταπίεση την κατανοούν και είναι σε θέση να την καταπολεμήσουν, όσοι είναι αλληλέγγυοι με τις διάφορες καταπιεσμένες και περιθωριοποιημένες ομάδες υποβιβάζονται σε δευτερεύοντα ρόλο ως παθητικοί υποστηρικτές.

Αλλά οι αποκαλούμενες «πολιτικές ταυτότητας» είναι πραγματικά επιζήμιες στον αγώνα των γυναικών, των Αφρο-αμερικάνων, των μεταναστών και των ΛΟΑΤ ατόμων. Εμβαθύνουν τις φυλετικές διακρίσεις, ενώ ισχυρίζονται ότι τις γεφυρώνουν και καταστέλλουν την ελευθερία του λόγου και καθιστούν αδύνατη μια λογική συζήτηση. Οι πολιτικοί δημαγωγοί και οι φανατικοί μικροαστοί, που αντικαθιστούν τα επιχειρήματα με υστερικές καταγγελίες, αποδοκιμάζουν οποιονδήποτε τολμήσει να αμφισβητήσει την «πολιτική τους ορθότητα». Δημιουργείται ένα κλίμα υστερίας.

Τέτοιοι άνθρωποι υποθέτουν ότι τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα μπορούν να απλουστευθούν στα προβλήματα καταπιεσμένων ομάδων. Δείχνουν να νομίζουν ότι τα αιτήματα για χρωματική – και φυλετική – δικαιοσύνη μπορούν να λύσουν όλα τα προβλήματα. Στην πραγματικότητα, τα προβλήματα των καταπιεσμένων μειονοτήτων είναι αντανάκλαση των βαθιών αντιφάσεων του καπιταλισμού, όχι η αιτία. Με αυτό τον τρόπο στρέφουν την προσοχή από τα πραγματικά προβλήματα και σπέρνουν ατελείωτη σύγχυση και το διχασμό. Αυτοί οι άνθρωποι κατηγορούν τους μαρξιστές ότι αγνοούν τον αγώνα των καταπιεσμένων. Λένε ότι περιμένουμε μια επανάσταση που θα λύσει όλα τα προβλήματα και ότι δεν έχουμε απαντήσεις για το εδώ-και-τώρα. Τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Προτείνουμε μαχητικές ταξικές μεθόδους πάλης ενάντια σε κάθε αδικία. Είναι οι ρεφορμιστές υπέρμαχοι των πολιτικών ταυτότητας που προσπαθούν να λύσουν το πρόβλημα με ποσοστώσεις και νομικίστικα επιχειρήματα, αφήνοντας τον καπιταλισμό στο απυρόβλητο. Σπέρνουν σύγχυση και χωρίζουν τους ανθρώπους σε μικρότερες και μικρότερες ομάδες, αφήνοντας τους ανίσχυρους να αντιμάχονται την πραγματική πηγή καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Απλώς εξηγούμε ότι τα προβλήματα των καταπιεσμένων αποτελούν αντανάκλαση των βαθιών αντιφάσεων της ταξικής κοινωνίας και είναι ουτοπικό να πιστεύουμε ότι αυτά τα προβλήματα μπορούν να επιλυθούν πλήρως, ενώ παραμένει η μισθωτή δουλεία. Μόνο η ευρύτερη ενότητα όλων των καταπιεσμένων και εκμεταλλευομένων τμημάτων του πληθυσμού μπορεί να καταπολεμήσει την καταπίεση σήμερα και να προετοιμάσει το δρόμο για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος.

Συνεχίζεται

Απόσπασμα από κείμενο της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT) με τίτλο «Μαρξισμός εναντίον Διαθεματικότητας».