Κομμουνιστική Διεθνής, ίδρυση, Λέον Τρότσκι, Μανιφέστο προς του προλετάριους όλου του κόσμου

Έχουν περάσει 72 χρόνια από τότε που το κομμουνιστικό κόμμα παρουσίασε στον κόσμο το πρόγραμμά του με τη μορφή ενός Μανιφέστου, γραμμένου από τους μεγαλύτερους κήρυκες της προλεταριακής επανάστασης, τον Καρλ Μαρξ και τον Φρίντριχ Ένγκελς. Ήδη από εκείνη την εποχή, ο κομμουνισμός, που μόλις είχε μπει στον αγώνα, αντιμετώπιζε τις παγίδες, τις ψευτιές, το μίσος και τις διώξεις που εξαπέλυαν εναντίον του οι κυρίαρχες τάξεις, βλέποντας δικαιολογημένα στο πρόσωπό του τον θανάσιμο εχθρό τους. Σ’ αυτά τα τρία τέταρτα του αιώνα που πέρασαν από τότε, η εξέλιξη του κομμουνισμού προχώρησε με περίπλοκα βήματα: γνώρισε διαδοχικά περιόδους με θυελλώδεις εξεγέρσεις και περιόδους υποχώρησης, επιτυχίες και σκληρές ήττες. Ουσιαστικά, όμως, το κίνημα ακολούθησε το δρόμο που είχε χαραχτεί από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Η ώρα του τελικού και αποφασιστικού αγώνα έφτασε αργότερα απ’ ό,τι προεξοφλούσαν και ήλπιζαν οι απόστολοι της κοινωνικής επανάστασης. Έφτασε όμως. Εμείς οι κομμουνιστές, οι αντιπρόσωποι του επαναστατικού προλεταριάτου στις διάφορες χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας, συγκεντρωμένοι στη Μόσχα, πρωτεύουσα της Σοβιετικής Ρωσίας, νιώθουμε κληρονόμοι και συνεχιστές του έργου που το πρόγραμμά του αναγγέλθηκε εβδομήντα δύο χρόνια πριν.

Το καθήκον μας είναι να γενικεύσουμε την επαναστατική πείρα της εργατικής τάξης, να απαλλάξουμε το κίνημα από τις προσμίξεις του οπορτουνισμού και του σοσιαλ-πατριωτισμού, να ενώσουμε τις δυνάμεις των πραγματικά επαναστατικών κομμάτων του παγκόσμιου προλεταριάτου και να επιταχύνουμε τη νίκη της κομμουνιστικής επανάστασης σε όλο τον κόσμο.

Σήμερα, που η Ευρώπη είναι γεμάτη από συντρίμμια και ερείπια που καπνίζουν, οι χειρότεροι πυρομανείς της ιστορίας ασχολούνται να βρουν τους υπεύθυνους του πολέμου. Πίσω τους έχουν τους λακέδες τους, καθηγητές, κοινοβουλευτικούς, δημοσιογράφους, σοσιαλ-πατριώτες και τα άλλα πολιτικά στηρίγματα της μπουρζουαζίας.

Στη διάρκεια πολλών ετών, το σοσιαλιστικό κίνημα προειδοποιούσε ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. Τις αιτίες του τις είδε στην ακόρεστη επιθυμία για κέρδος και ιδιοκτησία των κυρίαρχων τάξεων των δύο αντιπάλων παρατάξεων και γενικά όλων των καπιταλιστικών χωρών. Δύο χρόνια πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, στο Συνέδριο της Βασιλείας, οι υπεύθυνοι σοσιαλιστές ηγέτες όλου του κόσμου κατάγγελλαν τον ιμπεριαλισμό σαν την αιτία του μελλοντικού πολέμου. Απειλούσαν τη μπουρζουαζία πως θα εξαπολύσουν εναντίον της την κοινωνική επανάσταση, την εκδίκηση του προλεταριάτου για τα εγκλήματα του μιλιταρισμού.

Τώρα, ύστερα από πείρα πέντε χρόνων, τη στιγμή που η ιστορία (αφού φανέρωσε ήδη τις αρπακτικές ορέξεις της Γερμανίας) αποκαλύπτει τις όχι λιγότερο εγκληματικές ραδιουργίες των Συμμάχων, οι επίσημοι σοσιαλιστές των χωρών της Αντάντ, ακολουθώντας τις κυβερνήσεις τους, δεν παύουν να καταγγέλλουν τον εκθρονισμένο Γερμανό Κάιζερ σαν τον μεγάλο υπεύθυνο του πολέμου. Και οι Γερμανοί σοσιαλ-πατριώτες με την αξιοκαταφρόνητη δουλικότητά τους – αυτοί που τον Αύγουστο του 1914 έκαναν τη διπλωματική «Λευκή Βίβλο» των Χοεντσόλερν ιερό ευαγγέλιο των λαών – κατηγορούν τώρα με τη σειρά τους αυτή τη γκρεμισμένη γερμανική μοναρχία, της οποίας στάθηκαν πιστοί υπηρέτες, ότι είναι η κύρια αιτία του πολέμου. Ελπίζουν έτσι να ξεχαστεί ο ρόλος που έπαιξαν και να κερδίσουν την επιείκεια και τη συγκατάβαση των νικητών. Πλάι όμως στο ρόλο που έπαιξαν οι έκπτωτες δυναστείες των Ρομανόφ, των Χοεντσόλερν, των Αψβούργων και οι καπιταλιστικές κλίκες στις χώρες τους, ο ρόλος των ηγετικών τάξεων της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Ιταλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών παρουσιάζεται σ’ όλη την εγκληματική του έκταση στο φως των γεγονότων και των διπλωματικών αποκαλύψεων.

Ως τη στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος, η αγγλική διπλωματία δεν είχε καθόλου βγάλει τη μυστηριώδη μάσκα της. Η κυβέρνηση του Σίτι φοβόταν ότι αν δήλωνε κατηγορηματικά την πρόθεσή της να συμμετάσχει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, η κυβέρνηση του Βερολίνου θα υποχωρούσε και ο πόλεμος δε θα γινόταν. Γι’ αυτό και ενήργησε με τέτοιο τρόπο, ώστε από τη μια μεριά να κάνει το Βερολίνο και τη Βιέννη να ελπίζουν στην ουδετερότητα της Αγγλίας και, από την άλλη, να επιτρέπει στο Παρίσι και την Πετρούπολη να υπολογίζουν σίγουρα στη δική της επέμβαση.

Ο πόλεμος, που προετοιμάστηκε από την ίδια την πορεία της ιστορίας επί δεκαετίες, εξαπολύθηκε από μια άμεση και συνειδητή πρόκληση της Μεγάλης Βρετανίας. Η κυβέρνηση αυτής της χώρας είχε λογαριάσει να υποστηρίξει αποκλειστικά τη Ρωσία και τη Γαλλία, μόνο στο μέτρο που θα χρειαζόταν για να εξαντληθούν αυτές οι χώρες, εξαντλώντας έτσι και τη Γερμανία, το θανάσιμο εχθρό της. Η δύναμη όμως του γερμανικού στρατιωτικού συστήματος αποδείχτηκε πολύ επικίνδυνη και έτσι έγινε αναγκαία όχι μια φαινομενική αλλά μια πραγματική επέμβαση της Αγγλίας.

Ο ρόλος του χαμογελαστού παρατηρητή, στον οποίο πάντα απέβλεπε η Μεγάλη Βρετανία, πέρασε έτσι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η κυβέρνηση του Ουίλσον δέχτηκε εύκολα τον αγγλικό αποκλεισμό που ελάττωνε τις πιθανότητες κερδοσκοπίας του αμερικάνικου χρηματιστηρίου πάνω στο ευρωπαϊκό αίμα, από τη στιγμή που οι χώρες της Αντάντ αποζημίωσαν την αμερικάνικη μπουρζουαζία με παχυλά κέρδη γι’ αυτή την παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Ωστόσο, η τεράστια στρατιωτική υπεροχή της Γερμανίας ανάγκασε με τη σειρά της την κυβέρνηση της Ουάσιγκτον να βγει από την πλασματική ουδετερότητα απέναντι στην Ευρώπη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέλαβαν την αποστολή που είχε η Αγγλία στους προηγούμενους πολέμους – αποστολή που η Αγγλία είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να πραγματοποιήσει και σ’ αυτό τον τελευταίο πόλεμο – απέναντι στην ευρωπαϊκή ήπειρο: να εξασθενίσει ένα από τα στρατόπεδα, χρησιμοποιώντας το άλλο, και να μην αναμιχτεί στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, παρά μόνο όσο ήταν απαραίτητο για να εξασφαλίσει όλα τα πλεονεκτήματα της κατάστασης. Η συμβολή της Αμερικής δεν ήταν μεγάλη, ήταν όμως εκείνη που τελικά χρειαζόταν κι έτσι της εξασφάλισε το κέρδος σ’ αυτό το παιχνίδι.

Οι αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος αποκαλύφτηκαν στην ανθρωπότητα, από τον πόλεμο και τις συνέπειές του, με τη μορφή φυσικών πόνων: πείνα, κρύο, επιδημίες και ξανακύλισμα στη βαρβαρότητα. Έτσι, καταδικάστηκε ανέκκλητα η παλιά ακαδημαϊκή διαμάχη των σοσιαλιστών γύρω από τη «θεωρία της εξαθλίωσης» και «του βαθμιαίου περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό». Στατιστικολόγοι και σχολαστικοί της «θεωρίας για την άμβλυνση των κοινωνικών αντιφάσεων» αναζητούσαν επί δεκαετίες, σ’ όλες τις γωνιές του κόσμου, γεγονότα πραγματικά ή φανταστικά για να μπορέσουν να αποδείξουν πόση σημαντική πρόοδο σημείωσε το επίπεδο της ευημερίας ορισμένων ομάδων ή κατηγοριών της εργατικής τάξης. Η «θεωρία της εξαθλίωσης των μαζών» ενταφιάστηκε κάτω από τα περιφρονητικά σφυρίγματα των ευνούχων που κατέχουν τις πανεπιστημιακές έδρες της μπουρζουαζίας και των μανδαρίνων του σοσιαλιστικού οπορτουνισμού. Τώρα, δεν είναι πια μόνο η κοινωνική εξαθλίωση, αλλά μια φυσική και βιολογική εξασθένιση που παρουσιάζεται με όλη την αποκρουστική της μορφή.

Η καταστροφή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σάρωσε ολοκληρωτικά όλες τις κατακτήσεις των συνδικαλιστικών και κοινοβουλευτικών αγώνων. Ωστόσο, κι αυτός ο πόλεμος γεννήθηκε από τις εσωτερικές τάσεις του καπιταλισμού, ακριβώς όπως και τα οικονομικά παζαρέματα ή οι κοινοβουλευτικοί συμβιβασμοί που θάφτηκαν μέσα στο αίμα και τη λάσπη.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο, αφού έριξε την ανθρωπότητα στην άβυσσο του πολέμου, γνώρισε και το ίδιο στα χρόνια αυτού του πολέμου μια καταστροφική μεταβολή. Η εξάρτηση του χαρτονομίσματος από την υλική παραγωγή, έπαψε οριστικά να υπάρχει. Το χαρτονόμισμα, χάνοντας ολοένα και περισσότερο την αξία του σαν μέσο και σαν ρυθμιστής της ανταλλαγής των εμπορευμάτων μέσα στο καπιταλιστικό καθεστώς, μετατράπηκε σε μέσο φορολογίας, κατάκτησης και γενικά στρατιωτικής
και οικονομικής βίας.

Ο ολοκληρωτικός εξευτελισμός της αξίας των χαρτονομισμάτων δείχνει τη γενική θανάσιμη κρίση της καπιταλιστικής εμπορευματικής κυκλοφορίας. Αν ο ελεύθερος ανταγωνισμός, σαν ρυθμιστής της παραγωγής και της διανομής, αντικαταστάθηκε στους κύριους τομείς της οικονομίας από το σύστημα των τραστ και των μονοπωλίων πολλές δεκαετίες πριν από τον πόλεμο, η ίδια η πορεία του πολέμου απέσπασε το ρόλο του ρυθμιστή από τα οικονομικά συγκροτήματα για να τον μεταβιβάσει απευθείας στη στρατιωτική και κυβερνητική εξουσία. Η αναδιανομή των πρώτων υλών, η εκμετάλλευση του πετρελαίου του Μπακού ή της Ρουμανίας, του κάρβουνου του Ντόνετσκ, του σιταριού της Ουκρανίας, η χρησιμοποίηση των ατμομηχανών, των βαγονιών και των αυτοκινήτων της Γερμανίας, η έλλειψη ψωμιού και κρέατος στην πεινασμένη Ευρώπη, όλα αυτά τα βασικά ζητήματα της οικονομικής ζωής του κόσμου δε ρυθμίζονται πια από τον ελεύθερο ανταγωνισμό, ούτε από τους συνδυασμούς των τραστ και των εθνικών και διεθνών κονσόρτσιουμ, αλλά από την άμεση εφαρμογή της στρατιωτικής δύναμης για χάρη της διατήρησης της ίδιας της οικονομικής ζωής του κόσμου. Αν η απόλυτη υποταγή της πολιτικής εξουσίας στο χρηματιστικό κεφάλαιο οδήγησε την ανθρωπότητα στο ιμπεριαλιστικό σφαγείο, αυτό το σφαγείο επέτρεψε στο χρηματιστικό κεφάλαιο όχι μόνο να στρατιωτικοποιήσει από την κορφή ως τα νύχια το κράτος αλλά να στρατιωτικοποιηθεί και το ίδιο, σε σημείο που να μην μπορεί πια να ανταποκριθεί στα ουσιώδη οικονομικά του καθήκοντα, παρά μόνο με το σίδερο και το αίμα.

Οι οπορτουνιστές, που πριν από τον πόλεμο καλούσαν τους εργάτες να μετριάσουν τις διεκδικήσεις τους (με το πρόσχημα ότι έτσι θα περάσουν σιγά-σιγά στο σοσιαλισμό) και που στη διάρκεια του πολέμου τους ανάγκασαν τους εργάτες να απαρνηθούν τον ταξικό αγώνα στο όνομα της ιερής ένωσης και της εθνικής άμυνας, ζητούν τώρα από το προλεταριάτο μια καινούργια θυσία, αυτή τη φορά για να κατανικηθούν οι τρομακτικές συνέπειες του πολέμου. Αν τέτοια κηρύγματα γίνονταν αποδεκτά από τις εργατικές μάζες, τότε η ανάπτυξη του κεφαλαίου θα συνεχιζόταν με νέες, ακόμα πιο συγκεντρωτικές και πιο τερατώδεις μορφές και με τη θυσία πολλών γενεών – και με τη μοιραία προοπτική ενός καινούριου παγκόσμιου πολέμου. Ευτυχώς για την ανθρωπότητα, αυτό δεν είναι πια δυνατό.

Η κρατικοποίηση της οικονομικής ζωής, εναντίον της οποίας διαμαρτυρόταν τόσο ο καπιταλιστικός φιλελευθερισμός, είναι ήδη γεγονός τετελεσμένο. Από δω και μπρος, είναι αδύνατο να ξαναγυρίσουμε όχι μόνο στον ελεύθερο ανταγωνισμό, αλλά ούτε και στην κυριαρχία των τραστ, των συνδικάτων και των άλλων ακόρεστων καπιταλιστικών οργανισμών. Όλο το ζήτημα είναι να ξέρουμε ποιος είναι εκείνος που θα πάρει στα χέρια του την κρατικοποιημένη παραγωγή: το ιμπεριαλιστικό κράτος ή το κράτος του νικηφόρου προλεταριάτου.

Με άλλα λόγια: ολόκληρη η εργαζόμενη ανθρωπότητα θα γίνει δούλος μιας κλίκας, που, κάτω από το έμβλημα της Κοινωνίας των Εθνών και μέσω ενός «διεθνούς» στρατού και ενός «διεθνούς» στόλου, θα ληστεύει και θα πνίγει τους μεν, θα υποστηρίζει τους άλλους, αλλά, παντού και πάντοτε, θα αλυσοδένει το προλεταριάτο με αποκλειστικό σκοπό να διατηρήσει την κυριαρχία της. Ή η εργατική τάξη της Ευρώπης και των πιο ανεπτυγμένων χωρών του κόσμου θα πάρει στα χέρια της την οικονομική ζωή, έστω και αποδιοργανωμένη και κατεστραμμένη, για να εξασφαλίσει την ανοικοδόμησή της πάνω σε σοσιαλιστικές βάσεις.

Ο περιορισμός της περιόδου της κρίσης που περνάμε δεν είναι δυνατός, παρά μόνο με τις μεθόδους της δικτατορίας του προλεταριάτου, που δεν κοιτάζει το παρελθόν, που δε λογαριάζει τα κληρονομικά προνόμια και το δίκαιο της ιδιοκτησίας, αλλά μόνο την ανάγκη να σωθούν οι πεινασμένες μάζες, και γι’ αυτό κινητοποιεί όλα τα μέσα και όλες τις δυνάμεις, ψηφίζει την υποχρέωση της εργασίας για όλους, εγκαινιάζει το καθεστώς της εργατικής πειθαρχίας, με σκοπό όχι μονάχα να θεραπευτούν τα ανοιχτά τραύματα που προκάλεσε ο πόλεμος, αλλά και να ανυψωθεί η ανθρωπότητα σε νέες κορυφές, που ούτε καν τις είχαμε διανοηθεί.

Το εθνικό κράτος, αφού έδωσε ισχυρή ώθηση στην καπιταλιστική εξέλιξη, έγινε πολύ περιορισμένος χώρος για την περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό το φαινόμενο έκανε δυσκολότερη την κατάσταση των μικρών κρατών που περικλείονταν ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης και του κόσμου. Τα μικρά αυτά κράτη, που γεννήθηκαν σε διάφορες εποχές σαν ροκανίδια από το πελέκημα των μεγάλων κρατών, σαν μικρο-κέρματα προς ανταπόδοση διαφόρων υπηρεσιών, σαν στρατηγικά ουδέτερες ζώνες, έχουν τις δυναστείες τους, τις διευθύνουσες κάστες τους, τις ιμπεριαλιστικές αξιώσεις τους και τις διπλωματικές τους ραδιουργίες. Μέχρι τον πόλεμο, η φανταστική τους ανεξαρτησία στηρίχτηκε, ακριβώς όπως και η ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη, στον αδιάκοπο ανταγωνισμό των δύο ιμπεριαλιστικών στρατοπέδων. Ο πόλεμος κατέστρεψε αυτή την ισορροπία. Δίνοντας στην αρχή ένα τεράστιο πλεονέκτημα στη Γερμανία, ανάγκασε τα μικρά κράτη να ζητήσουν τη σωτηρία τους στη μεγαλοψυχία του γερμανικού μιλιταρισμού. Όταν νικήθηκε η Γερμανία, η μπουρζουαζία των μικρών κρατών, με σύμφωνους και τους «σοσιαλιστές» πατριώτες, στράφηκε προς την αντίθετη πλευρά, για να χαιρετήσει το θριαμβευτή ιμπεριαλισμό των Συμμάχων, και στα υποκριτικά άρθρα του προγράμματος του Ουίλσον καταπιάστηκε να αναζητάει εξασφαλίσεις για τη διατήρηση της ανεξάρτητης ύπαρξής της. Σύγχρονα, ο αριθμός των μικρών κρατών αυξήθηκε: από την αυστροουγγρική μοναρχία ή από την τσαρική αυτοκρατορία αποσπάστηκαν νέα κράτη που, μόλις γεννήθηκαν, αρπάχτηκαν κιόλας μεταξύ τους από το λαιμό για συνοριακά ζητήματα. Οι ιμπεριαλιστές Σύμμαχοι, σ’ αυτό το διάστημα, ετοιμάζουν συνδυασμούς μικρών κρατών, παλιών και νέων, για να τα συνδέσουν μεταξύ τους με αμοιβαίο μίσος και γενική αδυναμία. Οι Σύμμαχοι ιμπεριαλιστές, συντρίβοντας και βιάζοντας τους μικρούς και αδύνατους λαούς, ακριβώς όπως λίγο πριν έκαναν οι ιμπεριαλιστές των κεντρικών αυτοκρατοριών, δεν παύουν ωστόσο να μιλάνε για τα δικαιώματα των εθνοτήτων που, την ίδια στιγμή, τα καταπατούν στην Ευρώπη και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Μόνο η προλεταριακή επανάσταση μπορεί να εξασφαλίσει στους μικρούς λαούς ελεύθερη ύπαρξη, γιατί θα απελευθερώσει τις παραγωγικές δυνάμεις όλων των χωρών από τις σφιγμένες τανάλιες των εθνικών κρατών, ενώνοντας τους λαούς σε μια στενή οικονομική συνεργασία σύμφωνα με ένα κοινό οικονομικό σχέδιο.

Μόνο η προλεταριακή επανάσταση θα δώσει στους πιο αδύνατους και λιγότερο πολυάριθμους λαούς τη δυνατότητα να ρυθμίσουν με απόλυτη ελευθερία και ανεξαρτησία την εθνική τους κουλτούρα, χωρίς διόλου να βλάψουν την ενοποιημένη και συγκεντροποιημένη οικονομική ζωή της Ευρώπης και του κόσμου.

Ο τελευταίος πόλεμος (που σε μεγάλο μέρος στάθηκε πόλεμος για την κατάκτηση αποικιών) στάθηκε επίσης και πόλεμος που έγινε με τη βοήθεια των αποικιών. Οι αποικιακοί λαοί σύρθηκαν στον ευρωπαϊκό πόλεμο σε άγνωστες ως τότε αναλογίες. Οι Ινδοί, οι Μαύροι, οι Άραβες, οι νησιώτες της Μαδαγασκάρης πολέμησαν στην ευρωπαϊκή γη – για ποιο λόγο; Για να παραμείνουν περισσότερο χρόνο δούλοι της Αγγλίας και της Γαλλίας. Ποτέ ως τώρα το αίσχος και η αδικία της καπιταλιστικής κυριαρχίας στις αποικίες δεν ήταν τόσο παραδειγματικά, ποτέ το πρόβλημα της αποικιακής δουλείας δεν είχε τεθεί με τέτοια οξύτητα.

Αυτός είναι ο λόγος που ξέσπασαν μια σειρά εξεγέρσεις ή επαναστατικά κινήματα σ’ όλες τις αποικίες. Στην ίδια την Ευρώπη, η Ιρλανδία υπενθύμισε με αιματηρές μάχες στους δρόμους ότι ήταν ακόμα και ότι είχε συνείδηση του ότι εξακολουθεί να είναι μια υποδουλωμένη χώρα. Στη Μαδαγασκάρη, στο Ανάμ [περιοχή του Βιετνάμ], και σ’ άλλους τόπους, τα στρατεύματα της αστικής δημοκρατίας αντιμετώπισαν πολλές φορές κατά τη διάρκεια του πολέμου εξεγέρσεις αποικιακών σκλάβων. Στις Ινδίες, το επαναστατικό κίνημα δε σταμάτησε ούτε για μια μέρα και πρόσφατα οδηγήθηκε σε επιβλητικές εργατικές απεργίες, στις οποίες η βρετανική κυβέρνηση απάντησε, στέλνοντας τα τεθωρακισμένα της στη Βομβάη.

Έτσι, το αποικιακό ζήτημα τέθηκε σ’ όλη του την έκταση όχι μόνο στον πράσινο τάπητα του συνεδρίου των διπλωματών στο Παρίσι, αλλά και στις ίδιες τις αποικίες. Το πρόγραμμα του Ουίλσον έχει σαν σκοπό, με την ευνοϊκότερη ερμηνεία, να αλλάξει την ετικέτα της αποικιακής δουλείας. Η απελευθέρωση των αποικιών δεν είναι νοητή, παρά μόνο αν πραγματοποιηθεί σύγχρονα με την απελευθέρωση της εργατικής τάξης στις μητροπόλεις. Οι εργάτες και οι αγρότες όχι μόνο του Ανάμ, της Αλγερίας ή της Βεγγάλης, αλλά ακόμα και της Περσίας και της Αρμενίας, δε θα μπορέσουν να χαρούν μια ανεξάρτητη ύπαρξη, παρά μόνο την ημέρα που οι εργάτες της Αγγλίας και της Γαλλίας, αφού ανατρέψουν τον Λόιντ Τζορτζ και τον Κλεμανσό, θα πάρουν στα χέρια τους την κυβερνητική εξουσία. Από τώρα, στις πιο ανεπτυγμένες αποικίες, ο αγώνας δεν αρχίζει πια κάτω από τη σημαία της εθνικής απελευθέρωσης, αλλά παίρνει αμέσως κοινωνικό χαραχτήρα, περισσότερο ή λιγότερο έντονο. Αν η καπιταλιστική Ευρώπη παρέσυρε, παρά τη θέλησή τους, τα πιο καθυστερημένα τμήματα του κόσμου στη δίνη των καπιταλιστικών σχέσεων, η σοσιαλιστική Ευρώπη θα ‘ρθει με τη σειρά της να βοηθήσει τις απελευθερωμένες αποικίες με την τεχνική, την οργάνωση και την ηθική επιρροή της, ώστε να επιταχυνθεί το πέρασμά τους στην σχεδιασμένη και οργανωμένη σοσιαλιστική οικονομία.

Αποικιακοί σκλάβοι της Αφρικής και της Ασίας: η ώρα της δικτατορίας του προλεταριάτου στην Ευρώπη θα ηχήσει για σας σαν ώρα της απελευθέρωσής σας!

Ολόκληρος ο αστικός κόσμος κατηγορεί τους κομμουνιστές ότι καταστρέφουν την ελευθερία και την πολιτική δημοκρατία. Αυτό είναι ψέμα. Το προλεταριάτο, παίρνοντας στα χέρια του την εξουσία, αποκαλύπτει απλώς το αδύνατον της εφαρμογής των μεθόδων της αστικής δημοκρατίας και δημιουργεί τις συνθήκες και τις μορφές μιας καινούργιας ανώτερης δημοκρατίας, της εργατικής. Όλη η πορεία της καπιταλιστικής εξέλιξης, ιδιαίτερα κατά την τελευταία ιμπεριαλιστική εποχή, υπονόμευσε τις βάσεις της πολιτικής δημοκρατίας, όχι μόνο διαιρώντας το έθνος σε δύο ασυμφιλίωτες εχθρικές τάξεις, αλλά ακόμα και καταδικάζοντας στον οικονομικό μαρασμό και στην πολιτική αδυναμία πολλά στρώματα της μικροαστικής τάξης και του προλεταριάτου, όπως επίσης και τα πιο απόκληρα στρώματα αυτού του προλεταριάτου.

Σε εκείνες τις χώρες που η ιστορική εξέλιξη έδωσε τη δυνατότητα, η εργατική τάξη χρησιμοποίησε το καθεστώς της πολιτικής δημοκρατίας, για να οργανωθεί ενάντια στο κεφάλαιο. Το ίδιο θα συμβεί στο μέλλον στις χώρες στις οποίες δεν έχουν ακόμα ωριμάσει οι συνθήκες για την εργατική επανάσταση. Όμως, πλατιές μάζες του ενδιάμεσου πληθυσμού, όχι μόνο στα χωριά, αλλά και στις πόλεις, κρατιούνται καθυστερημένες από τον καπιταλισμό, μένοντας ολόκληρες εποχές πίσω στην κλίμακα της ιστορικής εξέλιξης.

Ο αγρότης της Βαυαρίας και του Μπάντεν, που εξακολουθεί να μη βλέπει πέρα από το θόλο της εκκλησίας του χωριού του, ο Γάλλος μικρο-αμπελουργός, που έχει χρεοκοπήσει εξαιτίας της νοθείας που κάνουν στο κρασί οι μεγάλοι καπιταλιστές, και ο Αμερικάνος μικρο-καλλιεργητής, που τον έχουν ληστέψει και εξαπατήσει οι τράπεζες και οι αντιπρόσωποι στο Κογκρέσο – όλα αυτά τα κοινωνικά στρώματα που τα απώθησε ο καπιταλισμός από την πορεία της ιστορικής εξέλιξης – καλούνται, στα χαρτιά, από το καθεστώς της πολιτικής δημοκρατίας να δεχτούν τη διακυβέρνηση του κράτους. Στην πραγματικότητα, όμως, σε όλα τα βασικά ζητήματα από τα οποία καθορίζεται η τύχη των εθνών, η οικονομική ολιγαρχία είναι εκείνη που παίρνει τις αποφάσεις πίσω από την πλάτη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αυτό έγινε προηγουμένως στο ζήτημα του πολέμου, αυτό γίνεται και σήμερα στο ζήτημα της ειρήνης. Στο βαθμό που η οικονομική ολιγαρχία εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την επικύρωση των πράξεων βίας της από το κοινοβούλιο, το αστικό κράτος έχει στη διάθεσή του, για να πετύχει τα αναγκαία αποτελέσματα, όλα τα όργανα της ψευτιάς, της δημαγωγίας, του δόλου, της συκοφαντίας, της δωροδοκίας, της τρομοκρατίας, που κληρονόμησε από αιώνες ταξικής υποδούλωσης και πολλαπλασίασε χάρη σε όλα τα θαύματα της καπιταλιστικής τεχνολογίας.

Το να απαιτούμε από το προλεταριάτο, στην τελευταία αποφασιστική μάχη του εναντίον του κεφαλαίου, να τηρεί με ευλάβεια τους νόμους και τους κανόνες της πολιτικής δημοκρατίας είναι σαν να απαιτούμε από έναν άνθρωπο που αγωνίζεται να σώσει τη ζωή του από φονιάδες να τηρεί τους τεχνικούς και περιοριστικούς κανόνες της γαλλικής πυγμαχίας που έχει επιβάλλει αλλά αδυνατεί να τηρήσει ο εχθρός του.

Σε αυτό το βασίλειο της καταστροφής, όπου όχι μόνο τα μέσα παραγωγής και μεταφοράς, αλλά και οι θεσμοί της πολιτικής δημοκρατίας αποτελούν ένα σωρό από αιματοβαμμένα ακρωτηριασμένα μέλη, το προλεταριάτο είναι αναγκασμένο να δημιουργήσει έναν δικό του μηχανισμό που να έχει σχεδιαστεί, πρώτα και κύρια, για να κατοχυρώσει την εσωτερική συνοχή της εργατικής τάξης και να διασφαλίσει τη δυνατότητα της επαναστατικής παρέμβασής της στην κατοπινή εξέλιξη της ανθρωπότητας.

Αυτό το μηχανισμό αντιπροσωπεύουν τα Σοβιέτ των Εργατών. Τα παλιά κόμματα, οι παλιές συνδικαλιστικές οργανώσεις, όπως αναδείχθηκε στις συνόδους κορυφής τους, αποδείχτηκαν ανίκανα όχι μόνο να λύσουν, αλλά ακόμα και να κατανοήσουν τα καθήκοντα που έθετε η νέα εποχή. Το προλεταριάτο δημιούργησε έναν καινούργιο τύπο οργάνωσης, μια πλατιά οργάνωση που αγκαλιάζει τις εργατικές μάζες, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή το επίπεδο της πολιτικής τους εξέλιξης, έναν ευλύγιστο μηχανισμό που επιτρέπει τη συνεχή ανανέωση και επέκταση και που είναι ικανός να παρασύρει στην τροχιά του διαρκώς νέα στρώματα, να ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του στα στρώματα των ανθρώπων του μόχθου που είναι κοντά στο προλεταριάτο, τόσο στην πόλη όσο και στην ύπαιθρο. Αυτή η αναντικατάστατη οργάνωση αυτο-διεύθυνσης της εργατικής τάξης, αυτή η οργάνωση της πάλης της τόσο στην πορεία για την κατάκτηση της εξουσίας όσο και αργότερα, μετά την κατάκτησή της, έχει δοκιμαστεί από την εμπειρία διαφόρων χωρών και αποτελεί την ισχυρότερη κατάκτηση και το ισχυρότερο όπλο του προλεταριάτου στην εποχή μας.

Σε εκείνες τις χώρες όπου οι μάζες του μόχθου είναι συνειδητοποιημένες, συγκροτούνται σήμερα και θα εξακολουθήσουν να συγκροτούνται Σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών. Η ενδυνάμωση των Σοβιέτ, η αύξηση του κύρος τους, η αντιπαράθεσή τους στον κυβερνητικό μηχανισμό της μπουρζουαζίας – αυτό είναι σήμερα το πιο σημαντικό καθήκον των ταξικά συνειδητοποιημένων και τίμιων εργατών όλου του κόσμου. Μέσω των Σοβιέτ, η εργατική τάξη μπορεί να σωθεί από τη διάλυση που δημιουργούν στους κόλπους της τα φριχτά βάσανα του πολέμου, η πείνα, η βία των κυρίαρχων τάξεων καθώς και η προδοσία των προηγούμενων ηγετών της. Μέσω των Σοβιέτ, η εργατική τάξη θα μπορέσει να πάρει την εξουσία, με τον πιο σίγουρο και εύκολο τρόπο, σ’ όλες τις χώρες όπου τα Σοβιέτ θα μπορέσουν να συσπειρώσουν γύρω τους την πλειοψηφία των ανθρώπων του μόχθου. Μέσω των Σοβιέτ, αφού κατακτήσει την εξουσία, η εργατική τάξη θα ασκήσει τον έλεγχό της σε όλους τους τομείς της οικονομικής και πολιτιστικής ζωής της χώρας, όπως γίνεται ήδη στη Ρωσία. Η κατάρρευση του ιμπεριαλιστικού κράτους, με τη μορφή του τσαρικού κράτους μέχρι τις πιο δημοκρατικές μορφές του, πραγματοποιείται ταυτόχρονα με την κατάρρευση του ιμπεριαλιστικού στρατιωτικού συστήματος.

Οι πολυπληθείς στρατοί των εκατομμυρίων στρατιωτών, που επιστράτευσε ο ιμπεριαλισμός, δεν μπορούσαν να διατηρηθούν, παρά μόνο στο βαθμό που το προλεταριάτο παρέμενε υπάκουο κάτω από το ζυγό της μπουρζουαζίας. Η διάλυση της εθνικής ενότητας σημαίνει την αναπόφευκτη διάλυση του στρατού. Αυτό ακριβώς έγινε πρώτα στη Ρωσία κι ύστερα στη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία. Το ίδιο πρέπει να περιμένουμε να γίνει και στις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Η εξέγερση του αγρότη ενάντια στο γαιοκτήμονα, του εργάτη ενάντια στον καπιταλιστή, καθώς και των δυο τους ενάντια στη μοναρχική ή τη «δημοκρατική» γραφειοκρατία, συνοδεύεται αναπόφευκτα και από την εξέγερση των στρατιωτών ενάντια στους αξιωματικούς και, στη συνέχεια, από μια βαθιά ρήξη ανάμεσα στα προλεταριακά και τα αστικά στοιχεία του στρατού. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, που έστρεψε το ένα έθνος ενάντια στο άλλο, μετατράπηκε και μετατρέπεται σε εμφύλιο πόλεμο, που στρέφει τη μια τάξη ενάντια στην άλλη.

Οι γοερές κραυγές του αστικού κόσμου για τον εμφύλιο πόλεμο και την κόκκινη τρομοκρατία αποτελούν την πιο τερατώδη υποκρισία που γνώρισε ποτέ η ιστορία των πολιτικών αγώνων. Δε θα γινόταν εμφύλιος πόλεμος, αν οι κλίκες των εκμεταλλευτών, που οδήγησαν την ανθρωπότητα στο χείλος της καταστροφής, δεν αντιτάσσονταν σε κάθε βήμα προόδου που έκαναν οι μάζες των ανθρώπων του μόχθου, αν δεν οργάνωναν συνωμοσίες και δολοφονίες και αν δεν ζητούσαν τη βοήθεια των ξένων κρατών, για να διατηρήσουν ή να ανακτήσουν τα προνόμια που είχαν κλέψει.

Ο εμφύλιος πόλεμος επιβάλλεται στην εργατική τάξη από τους θανάσιμους εχθρούς της. Η εργατική τάξη δεν μπορεί να αποφύγει να απαντήσει με χτυπήματα στα χτυπήματα που καταφέρονται εναντίον της, χωρίς να απαρνηθεί την ίδια τη φύση της και το μέλλον της, που είναι και το μέλλον όλης της ανθρωπότητας. Τα κομμουνιστικά κόμματα δεν προκαλούν ποτέ τεχνητά τον εμφύλιο πόλεμο, αντίθετα προσπαθούν να μειώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο την διάρκειά του κάθε φορά που αναγκαστικά ξεσπάει, επιδιώκουν να περιορίσουν στο ελάχιστο τον αριθμό των θυμάτων και, πάνω απ’ όλα, να εξασφαλίσουν τη νίκη του προλεταριάτου. Από εδώ προκύπτει η αναγκαιότητα του έγκαιρου αφοπλισμού της μπουρζουαζίας, του έγκαιρου εξοπλισμού των εργατών, της έγκαιρης δημιουργίας ενός κομμουνιστικού στρατού, για να υπερασπίσει την εξουσία του προλεταριάτου και να διατηρήσει απαραβίαστη τη σοσιαλιστική του οικοδόμηση. Τέτοιος είναι ο Κόκκινος Στρατός της Σοβιετικής Ρωσίας, που δημιουργήθηκε και εξακολουθεί να υπάρχει σαν προπύργιο των κατακτήσεων της εργατικής τάξης εναντίον όλων των επιθέσεων, τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό. Ο σοβιετικός στρατός είναι αδιαχώριστος από το σοβιετικό κράτος.

Οι πιο προχωρημένοι εργάτες, συνειδητοποιώντας τον παγκόσμιο χαραχτήρα των καθηκόντων τους, πάσχισαν, από τα πρώτα βήματα του οργανωμένου σοσιαλιστικού κινήματος, να το ενοποιήσουν σε διεθνή κλίμακα. Η αρχή έγινε το 1864, στο Λονδίνο, από την 1η Διεθνή. Ο γαλλο-πρωσικός πόλεμος, από τον οποίο αναδύθηκε η Γερμανία των Χοεντσόλερν, ανέτρεψε τα σχέδια της 1ης Διεθνούς και ταυτόχρονα έδωσε ώθηση στη ανάπτυξη εθνικών εργατικών κομμάτων. Αυτά τα κόμματα το 1889 συγκεντρώθηκαν στο Συνέδριο του Παρισιού και ίδρυσαν την οργάνωση της 2ης Διεθνούς. Το κέντρο βάρους, όμως, του εργατικού κινήματος παρέμεινε, εκείνη την περίοδο, σε καθαρά εθνικό έδαφος, ολοκληρωτικά μέσα στα πλαίσια των εθνικών κρατών, στις βάσεις της εθνικής βιομηχανίας, στη σφαίρα του εθνικού κοινοβουλευτισμού.

Οι δεκαετίες ρεφορμιστικής οργανωτικής δράσης δημιούργησαν μια ολόκληρη γενιά ηγετών, η πλειοψηφία των οποίων παραδέχονταν στα λόγια το πρόγραμμα της κοινωνικής επανάστασης, στην πράξη όμως το αρνούνταν, καθώς είχαν βουτηχτεί στο ρεφορμισμό και προσαρμόζονταν δουλικά στο αστικό κράτος. Ο οπορτουνιστικός χαρακτήρας των ηγετικών κομμάτων της 2ης Διεθνούς αποκαλύφτηκε πλήρως και οδήγησε στη μεγαλύτερη κατάρρευση στην παγκόσμια ιστορία, τη στιγμή που η εξέλιξη των ιστορικών γεγονότων απαιτούσε από τα κόμματα της εργατικής τάξης την εφαρμογή επαναστατικών μεθόδων πάλης. Αν ο πόλεμος του 1870 έπληξε την 1η Διεθνή, αποκαλύπτοντας ότι πίσω από το κοινωνικό και επαναστατικό της πρόγραμμα δεν υπήρχε ακόμα μια ενοποιημένη μαζική δύναμη, ο πόλεμος του 1914 σκότωσε τη 2η Διεθνή, αποκαλύπτοντας ότι οι ισχυρότερες οργανώσεις των εργατικών μαζών κυριαρχούνταν από κόμματα που είχαν μετασχηματιστεί σε βοηθητικά όργανα του αστικού κράτους.

Αυτό δεν ισχύει μόνο για τους σοσιαλ-πατριώτες, που σήμερα έχουν πια περάσει ανοιχτά και καθαρά στο στρατόπεδο της μπουρζουαζίας και έχουν γίνει οι αγαπημένοι της πληρεξούσιοι και έμπιστοι και οι πιο αξιόπιστοι εκτελεστές της εργατικής τάξης. Ισχύει επίσης και για την ασαφή και ασταθή τάση του σοσιαλιστικού κέντρου, που επιδιώκει την επανίδρυση της 2ης Διεθνούς, δηλαδή την επαναφορά της στενοκεφαλιάς, του οπορτουνισμού και της επαναστατικής αδυναμίας των ηγετικών συνόδων κορυφής της. Το Ανεξάρτητο Κόμμα της Γερμανίας, η σημερινή πλειοψηφία του Σοσιαλιστικού Κόμματος Γαλλίας, η ομάδα των Μενσεβίκων στη Ρωσία, το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα της Αγγλίας και άλλες παρόμοιες ομάδες προσπαθούν να καλύψουν τη θέση που είχαν προπολεμικά τα παλιά επίσημα κόμματα της 2ης Διεθνούς. Μέχρι στιγμής, προτείνουν τις ιδέες του συμβιβασμού και της συμφιλίωσης και, με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, παραλύουν την ενεργητικότητα του προλεταριάτου, παρατείνοντας έτσι την κρίση και πολλαπλασιάζοντας τα δεινά της Ευρώπης. Ο αγώνας εναντίον του σοσιαλιστικού κέντρου αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση της επιτυχίας του αγώνα εναντίον του ιμπεριαλισμού.

Απορρίπτοντας όλη την απροθυμία, τα ψέματα και τη διαφθορά των ξεπερασμένων επίσημων σοσιαλιστικών κομμάτων, εμείς οι κομμουνιστές, ενωμένοι μέσα στην
3η Διεθνή, θεωρούμε ότι είμαστε οι άμεσοι συνεχιστές των ηρωικών προσπαθειών και δοκιμασιών μιας μεγάλης σειράς γενιών επαναστατών, από τον Μπαμπέφ ως τον Καρλ Λίμπνεχτ και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Αν η 1η Διεθνής προοιώνισε την μελλοντική πορεία της εξέλιξης και υπέδειξε τα μονοπάτια της και αν η 2η Διεθνής συγκέντρωσε και οργάνωσε εκατομμύρια εργατών, η 3η Διεθνής είναι η Διεθνής της ανοιχτής και μαζικής δράσης, η Διεθνής της επαναστατικής πραγμάτωσης, η Διεθνής της πράξης.

Αρκετά έχει μαστιγώσει η σοσιαλιστική κριτική την αστική τάξη πραγμάτων. Το καθήκον του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κόμματος είναι να ανατρέψει αυτό το καθεστώς και να υψώσει στη θέση του το οικοδόμημα της σοσιαλιστικής τάξης πραγμάτων.

Καλούμε τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες όλων των χωρών να ενωθούν κάτω από τη σημαία του κομμουνισμού, που ήδη είναι η σημαία των πρώτων μεγάλων νικών.

Εργάτες όλου του κόσμου, ενωθείτε στον αγώνα ενάντια στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, ενάντια στη μοναρχία και τις προνομιούχες τάξεις, ενάντια στο αστικό κράτος και την αστική ιδιοκτησία, ενάντια σε όλες τις όψεις και τις μορφές της ταξικής και της εθνικής καταπίεσης!

Εργάτες όλου του κόσμου, ενωθείτε κάτω από τη σημαία του επαναστατικού αγώνα για την εξουσία και τη δικτατορία του προλεταριάτου, κάτω από τη σημαία της 3ης Διεθνούς!