Η μπροσούρα του Λένιν «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς πρέπει να την καταπολεμήσουμε» αποτελεί ένα σημαντικό ντοκουμέντο με ιστορική αξία, αλλά και εξαιρετικά επίκαιρο περιεχόμενο. Γραμμένο λιγότερο από ενάμιση μήνα πριν από την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους, όταν ο Λένιν κρυβόταν στο Ελσίνκι, το κείμενο πραγματεύεται το ζήτημα της καταστροφής των μαζών από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τη δημοσιονομική χρεοκοπία και αποτελεί υποδειγματική παρουσίαση ενός προγράμματος που συνδέει τα άμεσα και επείγοντα καθήκοντα για τη σωτηρία των μαζών – που από μόνα τους δεν έχουν κανένα σοσιαλιστικό χαρακτήρα – με το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Η μετάφραση του έργου έγινε από την 5η έκδοση των Απάντων του Β.Ι. Λένιν του Ινστιτούτου Μαρξισμού – Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ. Την παρούσα περίληψη επιμελήθηκε ο Άγγελος Ηρακλείδης. Αποτελεί απόσπασμα από την υπό ανατύπωση (από τις εκδόσεις «Μαρξιστική Φωνή») έκδοση που έγινε από τις «Εκδόσεις ΠΡΟΓΚΡΕΣ»( Μόσχα 1984).

Η παρούσα συντομευμένη μορφή περιλαμβάνει τα τρία πρώτα κεφάλαια της μπροσούρας, οπού ο Λένιν αναφέρεται συνοπτικά στα αναγκαία άμεσα επαναστατικά μέτρα, καθώς και τα τέσσερα τελευταία, όπου αναλύεται διεξοδικά η επείγουσα αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Α.Η

 

Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς πρέπει να την καταπολεμήσουμε[i]

 

Β. Ι. Λένιν

 

Ζυγώνει η πείνα

Τη Ρωσία την απειλεί αναπότρεπτη καταστροφή. Οι σιδηροδρομικές μεταφορές έχουν ξεχαρβαλωθεί σε απίστευτο βαθμό και ξεχαρβαλώνονται όλο και περισσότερο. Οι σιδηρόδρομοι θα σταματήσουν. Θα διακοπεί η μεταφορά πρώτων υλών και κάρβουνου στα εργοστάσια. Θα διακοπεί η μεταφορά σιτηρών. Οι καπιταλιστές σαμποτάρουν (χαλούν, σταματούν, υποσκάπτουν, φρενάρουν) σκόπιμα και ακατάπαυστα την παραγωγή, ελπίζοντας ότι η πρωτάκουστη καταστροφή θα σημάνει την κατάρρευση της Δημοκρατίας και του δημοκρατισμού, κατάρρευση των Σοβιέτ και γενικά των προλεταριακών και αγροτικών ενώσεων, διευκολύνοντας την επιστροφή στη μοναρχία και την αποκατάσταση της παντοδυναμίας της αστικής τάξης και των τσιφλικάδων.

Μας απειλεί αναπότρεπτα μια καταστροφή πρωτάκουστης έκτασης και πείνα. Γι’ αυτό μίλησαν ήδη αμέτρητες φορές όλες οι εφημερίδες. Και τα κόμματα και τα Σοβιέτ των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών αντιπροσώπων έχουν ψηφίσει αφάνταστο αριθμό αποφάσεων, όπου αναγνωρίζεται πως η καταστροφή είναι αναπόφευκτη, ότι ζυγώνει άμεσα, ότι πρέπει να την αντιπαλέψουμε απεγνωσμένα, ότι ο λαός πρέπει να κάνει «ηρωικές προσπάθειες», για να αποτραπεί ο αφανισμός και τα λοιπά.

Όλοι το λένε. Όλοι το παραδέχονται. Όλοι το έχουν σίγουρο.

Και τίποτε δεν γίνεται.

Πέρασε μισός χρόνος επανάστασης. Η καταστροφή ζύγωσε ακόμη πιο κοντά. Φτάσαμε ως τη μαζική ανεργία. Σκεφθείτε μόνο: στη χώρα δεν υπάρχουν εμπορεύματα, η χώρα αφανίζεται από έλλειψη προϊόντων, από έλλειψη εργατικών χεριών, τη στιγμή που υπάρχει αρκετή ποσότητα σιτηρών και πρώτων υλών και σε μια τέτοια χώρα, σε μια τέτοια κρίσιμη στιγμή φουντώνει η μαζική ανεργία! Τι άλλο χρειάζεται για να αποδειχτεί ότι μέσα στο μισό χρόνο επανάστασης (που μερικοί την ονομάζουν μεγάλη, μα που για την ώρα θα ήταν, ίσως, πιο σωστό να την ονομάσουμε σάπια), σε μια ρεπουμπλικανική δημοκρατία, με μια πληθώρα από ενώσεις, όργανα, ιδρύματα, που με καμάρι αυτοαποκαλούνται «επαναστατικά-δημοκρατικά», στην πραγματικότητα δεν έγινε απολύτως τίποτε το σοβαρό ενάντια στην καταστροφή, ενάντια στην πείνα; Πλησιάζουμε όλο και πιο γρήγορα στην κατάρρευση, γιατί ο πόλεμος δεν περιμένει, και το ξεχαρβάλωμα, που δημιουργεί σε όλες τις πλευρές της ζωής του λαού, εντείνεται όλο και περισσότερο.

Κι ωστόσο, φτάνει να προσέξει κανείς λίγο και να σκεφθεί, για να πειστεί πως υπάρχουν τρόποι να καταπολεμηθεί η καταστροφή και η πείνα, ότι τα μέτρα πάλης που πρέπει να παρθούν είναι απολύτως καθαρά και απλά, απολύτως πραγματοποιήσιμα, απολύτως προσιτά στις λαϊκές δυνάμεις, και πως τα μέτρα αυτά δεν παίρνονται αποκλειστικά και μόνο γιατί η εφαρμογή τους θα θίξει τα πρωτάκουστα κέρδη μιας χούφτας τσιφλικάδων και καπιταλιστών.

Πραγματικά. Μπορώ να σας εγγυηθώ ότι δεν θα βρείτε ούτε ένα λόγο, ούτε ένα άρθρο σ’ εφημερίδα οποιασδήποτε κατεύθυνσης, ούτε μια απόφαση οποιασδήποτε συνέλευσης είτε ιδρύματος, όπου να μην αναγνωρίζεται πεντακάθαρα και συγκεκριμένα το βασικό και κύριο μέτρο πάλης, το μέτρο αποτροπής της καταστροφής και της πείνας. Το μέτρο αυτό είναι: ο έλεγχος, η επίβλεψη, η καταγραφή, η ρύθμιση από το κράτος, ο καθορισμός μιας σωστής κατανομής των εργατικών δυνάμεων στην παραγωγή και τη διανομή των προϊόντων, η φειδώ στις λαϊκές δυνάμεις, η αποφυγή κάθε σπατάλης δυνάμεων, η οικονομία αυτών των δυνάμεων. Ο έλεγχος, η επίβλεψη, η καταγραφή – αυτά έχουν τον πρώτο λόγο στην αντιμετώπιση της καταστροφής και της πείνας. Αυτό είναι αναμφισβήτητο και πανθομολογούμενο. Κι αυτό ακριβώς είναι που δεν κάνουν, από φόβο μήπως θίξουν την παντοδυναμία των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, τα αμέτρητα, πρωτάκουστα, σκανδαλώδη κέρδη τους, κέρδη που βγαίνουν από την ακρίβεια, τις πολεμικές προμήθειες (και για τον πόλεμο «δουλεύουν» τώρα, άμεσα ή έμμεσα, σχεδόν όλοι), κέρδη που όλοι τα ξέρουν, όλοι τα βλέπουν, και που προκαλούν σ’ όλους κατάπληξη κι αναστεναγμούς.

Και το κράτος δεν κάνει απολύτως τίποτε για έναν κάπως σοβαρό έλεγχο, για μια κάπως σοβαρή καταγραφή και επίβλεψη.

Ολοκληρωτική αδράνεια της κυβέρνησης

Παντού γίνεται ένα συστηματικό, αδιάκοπο σαμποτάζ κάθε ελέγχου, επίβλεψης και καταγραφής, κάθε προσπάθειας του κράτους να τακτοποιήσει αυτή τη δουλειά: Και πρέπει να είσαι αφάνταστα αφελής, για να μην καταλαβαίνεις – πρέπει να είσαι πολύ υποκριτής για να κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις – από πού ξεκινάει αυτό το σαμποτάζ, με τι μέσα γίνεται. Γιατί το σαμποτάζ αυτό που κάνουν οι τραπεζίτες και οι καπιταλιστές, αυτό το τορπίλισμα από μέρους τους κάθε ελέγχου, επίβλεψης και καταγραφής, το προσαρμόζουν στις κρατικές μορφές της δημοκρατίας, το προσαρμόζουν στην ύπαρξη «επαναστατικών- δημοκρατικών» θεσμών. Οι κύριοι καπιταλιστές έχουν αφομοιώσει θαυμάσια την αλήθεια, που στα λόγια την παραδέχονται όλοι οι οπαδοί του επιστημονικού σοσιαλισμού, μα που οι Μενσεβίκοι και οι Εσέροι προσπάθησαν αμέσως να την ξεχάσουν μόλις οι φίλοι τους πήραν θεσούλες υπουργών, υφυπουργών κτλ. Συγκεκριμένα πρόκειται για την αλήθεια ότι η οικονομική ουσία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης δεν θίγεται καθόλου από την αντικατάσταση των μοναρχικών μορφών διακυβέρνησης με τις ρεπουμπλικάνικες-δημοκρατικές και ότι, συνεπώς, -και αντίστροφα: φτάνει να αλλάξουν απλώς τη μορφή του αγώνα για το απαραβίαστο και την ιερότητα του καπιταλιστικού κέρδους, για να υπερασπίσουν το κέρδος αυτό μέσα στη ρεπουμπλικανική δημοκρατία με την ίδια ακριβώς επιτυχία, όπως το υπεράσπιζαν και στην απολυταρχική μοναρχία.

Το σημερινό, νεότατο, ρεπουμπλικανικό-δημοκρατικό σαμποτάρισμα κάθε ελέγχου, καταγραφής και επίβλεψης συνίσταται στο ότι οι καπιταλιστές στα λόγια αναγνωρίζουν «θερμά» την «αρχή» του ελέγχου και την ανάγκη του (όπως είναι αυτονόητο και όλοι οι Μενσεβίκοι και οι Εσέροι), μόνο που επιμένουν σε μια «βαθμιαία», σχεδιασμένη, «κρατικά ρυθμισμένη» εφαρμογή του ελέγχου αυτού. Στην πραγματικότητα όμως με τα καθώς πρέπει αυτά λογάκια συγκαλύπτεται το τορπίλισμα του ελέγχου, η μετατροπή του σε μηδενικό, σε έλεγχο πλασματικό, συγκαλύπτεται το παιχνίδι με τον έλεγχο, η κωλυσιεργία κάθε σοβαρού και πρακτικού μέτρου, η δημιουργία εξαιρετικά πολύπλοκων, δυσκίνητων, γραφειοκρατικών και νεκρών οργάνων ελέγχου που εξαρτώνται πέρα για πέρα από τους καπιταλιστές και δεν κάνουν κι ούτε μπορούν να κάνουν απολύτως τίποτε.

Για να μη λέμε λόγια, θα επικαλεστούμε σαν μάρτυρες τους Μενσεβίκους και τους Εσέρους, δηλαδή ακριβώς τους ανθρώπους που είχαν την πλειοψηφία στα Σοβιέτ στους πρώτους έξι μήνες της επανάστασης, που πήραν μέρος στην «κυβέρνηση συνασπισμού» και γι’ αυτό είναι πολιτικά υπεύθυνοι απέναντι στους Ρώσους εργάτες και αγρότες, γιατί ανέχτηκαν τους καπιταλιστές, γιατί οι τελευταίοι τορπίλισαν κάθε έλεγχο.

Στο επίσημο όργανο του πιο ανώτερου από τα λεγάμενα «πληρεξούσια» (όχι αστεία!) όργανα της «επαναστατικής δημοκρατίας», στην «Ιζβέστιγια της ΚΕΕ» (δηλαδή της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής του πανρωσικού συνεδρίου των Σοβιέτ των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών αντιπροσώπων) στο φυλ. αρ. 164, της 7 του Σεπτέμβρη 1917, δημοσιεύτηκε η απόφαση ενός ειδικού θεσμού για τα ζητήματα του ελέγχου, θεσμού που δημιουργήθηκε από τους ίδιους τους Μενσεβίκους και τους Εσέρους και βρίσκεται στα χέρια τους. Ο ειδικός αυτός θεσμός είναι το «Οικονομικό τμήμα» της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής. Η απόφασή του παραδέχεται επίσημα σαν γεγονός, «την  ο λ ο κ λ η ρ ω τ ι κ ή αδράνεια των κεντρικών οργάνων ρύθμισης της οικονομικής ζωής που έχουν δημιουργηθεί δίπλα στην κυβέρνηση».

Αλήθεια, μήπως μπορεί να φανταστεί κανείς πιο εύγλωττη μαρτυρία για τη χρεοκοπία της πολιτικής των Μενσεβίκων και των Εσέρων, μαρτυρία που την υπόγραψαν με τα ίδια τους τα χέρια οι Μενσεβίκοι και οι Εσέροι;

Ακόμη από τον καιρό του τσαρισμού είχε αναγνωριστεί ότι είναι ανάγκη να ρυθμιστεί η οικονομική ζωή και είχαν δημιουργηθεί ορισμένοι θεσμοί γι’ αυτό το σκοπό. Μα επί τσαρισμού η αποσύνθεση μεγάλωνε όλο και περισσότερο και έπαιρνε τερατώδεις διαστάσεις. Από την πρώτη στιγμή είχε αναγνωριστεί ότι καθήκον της δημοκρατικής, επαναστατικής κυβέρνησης ήταν να πάρει σοβαρά, αποφασιστικά μέτρα για να μπει τέρμα στην αποσύνθεση. Όταν σχηματίστηκε η κυβέρνηση «συνασπισμού» με τη συμμετοχή των Μενσεβίκων και των Εσέρων, στην πανηγυρικότατη διακήρυξή της, στις 6 του Μάη, προς όλο το λαό είχε δώσει την υπόσχεση και ανέλαβε την υποχρέωση να επιβάλει κρατικό έλεγχο και κρατική ρύθμιση. Και οι Τσερετέλι και οι Τσερνόφ, καθώς και όλοι οι Μενσεβίκοι και οι Εσέροι ηγέτες ορκίζονταν σε θεούς και δαίμονες ότι δεν είναι μόνο αυτοί υπεύθυνοι για την κυβέρνηση, αλλά και ότι τα «πληρεξούσια όργανα της επαναστατικής δημοκρατίας», που βρίσκονται στα χέρια τους παρακολουθούν στην πράξη τη δουλειά της κυβέρνησης και την ελέγχουν.

Πέρασαν τέσσερις μήνες ύστερα από τις 6 του Μάη, τέσσερις ολόκληροι μήνες, και στο διάστημα αυτό η Ρωσία θυσίασε εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες για μια ανόητη, ιμπεριαλιστική «επίθεση», το χάος και η καταστροφή ζύγωναν με γιγάντια βήματα, η θερινή περίοδος πρόσφερε εξαιρετικές δυνατότητες να γίνουν πολλά και στον τομέα των ατμοπλοϊκών μεταφορών και στον τομέα της γεωργίας και στον τομέα των γεωλογικών ερευνών κτλ. κτλ., κι ύστερα από τέσσερις μήνες οι Μενσεβίκοι και οι Εσέροι αναγκάζονται να ομολογήσουν επίσημα την «ολοκληρωτική αδράνεια» των οργάνων ελέγχου που δημιουργήθηκαν δίπλα στην κυβέρνηση!!

Κι αυτοί οι Μενσεβίκοι και οι Εσέροι με σοβαρό ύφος πολιτικών ανδρών φλυαρούν τώρα (τις γραμμές αυτές τις γράφουμε ακριβώς την παραμονή της Δημοκρατικής σύσκεψης της 12ης του Σεπτέμβρη[ii]) ότι μπορεί κανείς να βοηθήσει την υπόθεση αν αντικαταστήσει το συνασπισμό με τους Καντέτους μ’ ένα συνασπισμό με τους μεγαλοκαρχαρίες του εμπορίου και της βιομηχανίας, τους Κιτ Κίτιτς, Ριαμπουσίνσκι, Μπούμπλικοφ, Τερέστσενκο και Σία!

Γεννιέται το ερώτημα, πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτή η καταπληκτική τύφλωση των Μενσεβίκων και των Εσέρων; Πρέπει να τους θεωρεί κανείς νήπια της πολιτικής που από υπερβολική απερισκεψία και αφέλεια δεν ξέρουν τι κάνουν και ξεγελιούνται από καλή πίστη; Είτε οι άφθονες θεσούλες υπουργών και υφυπουργών, γενικών διοικητών, επιτρόπων κτλ., που πήραν έχουν την ιδιότητα να προκαλούν μιαν ιδιαίτερη, «πολιτική» τύφλωση;

Τα μέτρα ελέγχου είναι πασίγνωστα και μπορούν εύκολα να εφαρμοστούν

Μπορεί να γεννηθεί το ερώτημα, δεν αποτελούν άραγε οι μέθοδοι και τα μέτρα ελέγχου κάτι το εξαιρετικά πολύπλοκο, δύσκολο, αδοκίμαστο, ακόμη και άγνωστο; Δεν εξηγείται άραγε η κωλυσιεργία με το ότι, ενώ οι κρατικοί παράγοντες του Κόμματος των Καντέτων, της τάξης των εμπόρων και των βιομηχάνων, των κομμάτων των Εσέρων και των Μενσεβίκων εδώ και μισό χρόνο μοχθούν με τον ιδρώτα του προσώπου τους να βρουν, να μελετήσουν, να ανακαλύψουν μέτρα και μεθόδους ελέγχου, αποδείχτηκε ωστόσο ότι το πρόβλημα είναι απίστευτα δύσκολο και παραμένει ακόμη άλυτο;

Αλίμονο! Πρόκειται για προσπάθεια να ρίξουν «στάχτη στα μάτια» των αμόρφωτων, αγράμματων και κακομοιριασμένων μουζίκων και των μικροαστών που τα πιστεύουν όλα και δεν βαθαίνουν σε τίποτε, και να τους παρουσιάσουν έτσι τα πράγματα. Στην πραγματικότητα όμως ακόμη και ο τσαρισμός, ακόμη και το «παλιό καθεστώς», όταν δημιουργούσε τις Επιτροπές πολεμικής βιομηχανίας, ήξερε το βασικό μέτρο, τον κύριο τρόπο και το δρόμο του ελέγχου: συνένωση του πληθυσμού κατά επαγγέλματα, σκοπούς δραστηριότητας, κλάδους δουλειάς κτλ. Ο τσαρισμός όμως φοβόταν τη συνένωση του πληθυσμού και γι’ αυτό περιόριζε με κάθε τρόπο, εμπόδιζε τεχνητά αυτό τον πασίγνωστο, ευκολότατο, απόλυτα εφαρμόσιμο τρόπο και δρόμο του ελέγχου.

Όλα τα εμπόλεμα κράτη που σηκώνουν εξαιρετικά βάρη και υποφέρουν από τις μεγάλες συμφορές του πολέμου, που – στον ένα ή στον άλλο βαθμό – δοκιμάζονται από την αποσύνθεση και την πείνα, έχουν από καιρό χαράξει, καθορίσει, εφαρμόσει, δοκιμάσει ολόκληρη σειρά από μέτρα ελέγχου που σχεδόν πάντα καταλήγουν στη συνένωση του πληθυσμού, στη δημιουργία ή την ενθάρρυνση κάθε λογής ενώσεων, με τη συμμετοχή εκπροσώπων του κράτους, με την επίβλεψη από μέρους του κτλ. Όλα αυτά τα μέτρα ελέγχου είναι πασίγνωστα, πολλά έχουν ειπωθεί και πολλά έχουν γραφτεί γι ’ αυτά, οι σχετικοί με τον έλεγχο νόμοι που έχουν εκδώσει οι εμπόλεμες προχωρημένες Δυνάμεις έχουν μεταφραστεί στα ρωσικά, είτε έχουν εκτεθεί λεπτομερειακά στο ρωσικό Τύπο.

Αν πραγματικά το κράτος μας ήθελε να εφαρμόσει τον έλεγχο με πρακτικό και σοβαρό τρόπο, αν τα όργανά του με τη δουλοπρέπεια τους απέναντι στους καπιταλιστές δεν αυτοκαταδικάζονταν σε «ολοκληρωτική αδράνεια», τότε στο κράτος δεν θ’ απόμενε άλλο παρά να αντλεί και με τα δυο του τα χέρια από το πλουσιότατο τούτο απόθεμα μέτρων ελέγχου που είναι ήδη γνωστά, που έχουν ήδη εφαρμοστεί. Το μοναδικό εμπόδιο γι αυτό – εμπόδιο που το κρύβουν από τα μάτια του λαού οι Καντέτοι, οι Εσέροι και οι Μενσεβίκοι – ήταν και παραμένει το γεγονός ότι ο έλεγχος θα ξεσκέπαζε τα εξωφρενικά κέρδη των καπιταλιστών και θα υπόσκαπτε αυτά τα κέρδη.

Για να εξηγήσουμε πιο παραστατικά το σπουδαιότατο αυτό ζήτημα (που στην ουσία ισοδυναμεί με το ζήτημα προγράμματος κάθε πραγματικά επαναστατικής κυβέρνησης που θα ήθελε να σώσει τη Ρωσία από τον πόλεμο και την πείνα), θ’ απαριθμήσουμε τα σπουδαιότατα αυτά μέτρα ελέγχου και θα εξετάσουμε το καθένα απ’ αυτά.

Θα δούμε πώς για μια κυβέρνηση που δεν λέγεται απλώς από ειρωνεία επαναστατική-δημοκρατική, θα ήταν αρκετό να εκδώσει από την πρώτη ήδη εβδομάδα του σχηματισμού της. Ένα διάταγμα (ν’ αποφασίσει, να διατάξει) για την πραγματοποίηση των κυριότερων μέτρων ελέγχου, να καθορίσει μια σοβαρή και όχι αστεία ποινή για τους καπιταλιστές που θα προσπαθούσαν με την απάτη να αποφύγουν τον έλεγχο και να καλέσει τον ίδιο τον πληθυσμό να επιβλέπει τους καπιταλιστές, να επιβλέπει αν εκτελούν ευσυνείδητα τις αποφάσεις για τον έλεγχο και ο έλεγχος από καιρό ήδη θα είχε εφαρμοστεί στη Ρωσία.

Να ποιά είναι τα κυριότερα αυτά μέτρα:

1) Συνένωση όλων των τραπεζών σε μια και κρατικός έλεγχος πάνω στις πράξεις της ή εθνικοποίηση των τραπεζών.

2) Εθνικοποίηση των καπιταλιστικών συνδικάτων, δηλαδή των μεγαλύτερων μονοπωλιακών ενώσεων των καπιταλιστών (των συνδικάτων ζάχαρης, πετρελαίου, κάρβουνου, μεταλλουργίας κτλ.).

3) Κατάργηση του εμπορικού απόρρητου.

4) Αναγκαστικός συνδικαλισμός (δηλαδή υποχρεωτική οργάνωση σε ενώσεις) των βιομηχάνων, των εμπόρων και των επιχειρηματιών γενικά.

5) Αναγκαστική συνένωση του πληθυσμού σε καταναλωτικούς συνεταιρισμούς είτε ενθάρρυνση μιας τέτοιας συνένωσης και έλεγχος πάνω σ’ αυτή.

Ας εξετάσουμε τι σημασία θα είχε το καθένα απ’ αυτά τα μέτρα, με τον όρο ότι θα πραγματοποιούνταν επαναστατικά- δημοκρατικά.

***

Η δημοσιονομική χρεοκοπία και τα μέτρα για την αντιμετώπισή της

Το ζήτημα της αύξησης των σταθερών τιμών των σιτηρών έχει και μια άλλη πλευρά. Η αύξηση αυτή σημαίνει πως θα έχουμε μια νέα χαώδη αύξηση της έκδοσης χαρτονομίσματος, ότι το προτσές της ανόδου της ακρίβειας θα κάνει ένα ακόμη βήμα προς τα μπρος, πως θα ενταθεί το δημοσιονομικό ξεχαρβάλωμα και θα πλησιάσει πιο πολύ η δημοσιονομική κατάρρευση. Όλοι ομολογούν ότι η έκδοση χαρτονομίσματος αποτελεί τη χειρότερη μορφή αναγκαστικού δανείου, ότι χειροτερεύει περισσότερο από καθετί άλλο ακριβώς την κατάσταση των εργατών, της πιο φτωχής μερίδας του πληθυσμού, ότι είναι το κύριο κακό της δημοσιονομικής ακαταστασίας.

Και ακριβώς σ’ αυτό το μέτρο καταφεύγει η κυβέρνηση Κέρενσκι που την υποστηρίζουν οι Εσέροι και οι Μενσεβίκοι!

Για να αντιμετωπιστεί σοβαρά το δημοσιονομικό ξεχαρβάλωμα και η αναπόφευκτη δημοσιονομική κατάρρευση, δεν υπάρχει άλλος δρόμος, εκτός από την επαναστατική ρήξη με τα συμφέροντα του κεφαλαίου και την οργάνωση ενός πραγματικά δημοκρατικού ελέγχου, δηλαδή «από τα κάτω», ελέγχου πάνω στους καπιταλιστές από μέρους των εργατών και των φτωχών αγροτών – ένας δρόμος για τον οποίο μιλήσαμε σε όσα εκθέσαμε ως τώρα.

Η απεριόριστη έκδοση χαρτονομίσματος ενθαρρύνει την κερδοσκοπία, δίνει τη δυνατότητα στους καπιταλιστές να κερδίζουν μ’ αυτήν εκατομμύρια και δημιουργεί τεράστιες δυσκολίες για την τόσο αναγκαία διεύρυνση της παραγωγής, γιατί η ακρίβεια των υλικών, των μηχανών κτλ., μεγαλώνει και προχωρεί με άλματα. Πώς θα βοηθηθεί η κατάσταση, όταν οι πλούσιοι κρύβουν τα πλούτη που αποκτούν με την κερδοσκοπία;

Μπορεί να επιβληθεί προοδευτικός φόρος εισοδήματος με πολύ μεγάλα ποσοστά φορολογίας για τα μεγάλα και τα πολύ μεγάλα εισοδήματα. Η κυβέρνησή μας, ακολουθώντας τις άλλες ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις, καθιέρωσε αυτό το φόρο. Παραμένει όμως σε σημαντικό βαθμό πλασματικός, νεκρό γράμμα, πρώτο, γιατί η αξία του χρήματος πέφτει ολοένα και πιο γρήγορα, και δεύτερο, γιατί η απόκρυψη των εισοδημάτων γίνεται τόσο μεγαλύτερη, όσο πιο πολύ έχουν για πηγή τους την κερδοσκοπία κι όσο πιο σίγουρα φυλάγεται το εμπορικό απόρρητο.

Για να γίνει ο φόρος πραγματικός κι όχι πλασματικός, χρειάζεται πραγματικός έλεγχος που να μη μένει στα χαρτιά. Είναι αδύνατο όμως να γίνει έλεγχος στους καπιταλιστές, αν ο έλεγχος αυτός παραμένει γραφειοκρατικός, γιατί η ίδια η γραφειοκρατία συνδέεται και είναι μπλεγμένη με χιλιάδες νήματα με την αστική τάξη. Γι’ αυτό, στα δυτικοευρωπαϊκά ιμπεριαλιστικά κράτη, αδιάφορο αν είναι μοναρχίες ή δημοκρατίες, η ρύθμιση των δημόσιων οικονομικών πετυχαίνεται μονάχα με την καθιέρωση μιας τέτοιας «υποχρεωτικής εργασίας» που δημιουργεί για τους εργάτες καθεστώς στρατιωτικού κάτεργου ή στρατιωτικής δουλείας.

Αντιδραστικός – γραφειοκρατικός έλεγχος – να ποιο είναι το μοναδικό μέσο που ξέρουν τα ιμπεριαλιστικά κράτη, χωρίς να εξαιρούνται και οι Δημοκρατίες, η Γαλλία και η Αμερική, για να φορτώνουν τα βάρη του πολέμου στο προλεταριάτο και στις εργαζόμενες μάζες.

Η βασική αντίφαση της πολιτικής της κυβέρνησής μας συνίσταται ακριβώς στο ότι είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει – για να μην τα χαλάσει με την αστική τάξη, για να μη διαλύσει το «συνασπισμό» μαζί της – έναν αντιδραστικό – γραφειοκρατικό έλεγχο που τον ονομάζει «επαναστατικό – δημοκρατικό», εξαπατώντας σε κάθε βήμα το λαό, ερεθίζοντας και εξοργίζοντας τις μάζες που μόλις τώρα ανάτρεψαν τον τσαρισμό.

Στο μεταξύ, ακριβώς τα επαναστατικά – δημοκρατικά μέτρα που θα οργάνωναν σε ενώσεις ίσα ίσα τις καταπιεζόμενες τάξεις, τους εργάτες και τους αγρότες, ίσα ίσα τις μάζες –  θα έδιναν τη δυνατότητα να επιβληθεί ο πιο πραγματικός έλεγχος στους πλούσιους και να διεξαχθεί με τη μεγαλύτερη επιτυχία η πάλη ενάντια στην απόκρυψη των εισοδημάτων.

Προσπαθούν να ενθαρρύνουν την κυκλοφορία επιταγών για να καταπολεμήσουν την υπέρμετρη έκδοση χαρτονομίσματος. Για τους φτωχούς αυτό το μέτρο δεν έχει σημασία, γιατί η φτωχολογιά έτσι είτε αλλιώς ζει μεροδούλι – μεροφάι, έτσι είτε αλλιώς κλείνει μέσα σε μια βδομάδα τον «οικονομικό της κύκλο», επιστρέφοντας στους καπιταλιστές τις λιγοστές δεκάρες που κατάφερε να βγάλει. Για τους πλούσιους η κυκλοφορία επιταγών θα μπορούσε να έχει τεράστια σημασία, θα επέτρεπε στο κράτος ιδιαίτερα αν συνδυαζόταν με τέτοια μέτρα, όπως η εθνικοποίηση των τραπεζών και η κατάργηση του εμπορικού απόρρητου, να ελέγχει πραγματικά τα εισοδήματα των καπιταλιστών, να τους φορολογεί πραγματικά, να «εκδημοκρατίσει» (και ταυτόχρονα να τακτοποιήσει) πραγματικά το δημοσιονομικό σύστημα.

Το εμπόδιο όμως εδώ είναι ακριβώς ο φόβος μήπως παραβιάσουν τα προνόμια της αστικής τάξης, μήπως ξεκόψουν από το «συνασπισμό» μαζί της. Γιατί χωρίς αληθινά επαναστατικά μέτρα, χωρίς σοβαρότατο καταναγκασμό οι καπιταλιστές δεν θα υποταχθούν σε κανένα έλεγχο, δεν θα φανερώσουν τους προϋπολογισμούς τους, δεν θα θέσουν «κάτω από τον έλεγχο» του δημοκρατικού κράτους τα αποθέματά τους σε χαρτονόμισμα.

Οι οργανωμένοι σε ενώσεις εργάτες και αγρότες, εθνικοποιώντας τις τράπεζες, καθιερώνοντας με νόμο για όλους τους πλούσιους την υποχρεωτική κυκλοφορία επιταγών, καταργώντας το εμπορικό απόρρητο, εφαρμόζοντας τη δήμευση της περιουσίας για την απόκρυψη των εισοδημάτων κτλ., θα μπορούσαν με εξαιρετική ευκολία να κάνουν τον έλεγχο και πραγματικό και καθολικό, τον έλεγχο ακριβώς πάνω στους πλούσιους, έναν τέτοιο ακριβώς έλεγχο που θα επέστρεφε στο δημόσιο ταμείο τα χαρτονομίσματα που εκδίδει, παίρνοντάς τα πίσω από εκείνους που τα έχουν, από εκείνους που τα κρύβουν.

Για να γίνει αυτό χρειάζεται η επαναστατική δικτατορία της δημοκρατίας, με επικεφαλής το επαναστατικό προλεταριάτο, δηλαδή για να γίνει αυτό πρέπει η δημοκρατία να γίνει επαναστατική στην πράξη. Εδώ βρίσκεται όλος ο κόμπος. Αυτό ακριβώς είναι που δεν θέλουν οι Εσέροι και οι Μενσεβίκοι μας που εξαπατούν το λαό με τη σημαία της «επαναστατικής δημοκρατίας», ενώ στην πράξη υποστηρίζουν την αντιδραστική – γραφειοκρατική πολιτική της αστικής τάξης που, όπως πάντα, καθοδηγείται από την αρχή: «après nous le deluge» – ύστερα από μας ας έρθει ο κατακλυσμός!

Συνήθως ούτε καν προσέχουμε πόσο βαθιά έχουν φωλιάσει μέσα μας οι αντιδημοκρατικές συνήθειες και προλήψεις για την «ιερότητα» της αστικής ιδιοκτησίας. Όταν ένας μηχανικός ή ένας τραπεζίτης δημοσιεύει τα έσοδα και τα έξοδα του εργάτη, τα στοιχεία για τα μεροκάματά του και για την παραγωγικότητα της εργασίας του, αυτό θεωρείται υπερνόμιμο και δίκαιο. Κανενός δεν του περνάει από το μυαλό να δει σ’ αυτό επιβουλή στην «ιδιωτική ζωή» του εργάτη, «χαφιεδισμό ή κατάδοση» από μέρους του μηχανικού. Η αστική κοινωνία θεωρεί την εργασία και το μεροκάματο των μισθωτών εργατών δικό της ανοιχτό βιβλίο, όπου ο κάθε αστός έχει πάντα το δικαίωμα να ρίχνει μια ματιά, πάντα να ξεσκεπάζει την τάδε «πολυτέλεια» του εργάτη, την τάδε δήθεν «τεμπελιά» του κτλ.

Και ο αντίστροφός έλεγχος; Τί θα γινόταν, αν το δημοκρατικό κράτος καλούσε τα συνδικάτα των υπαλλήλων, των εμποροϋπαλλήλων, των υπηρετών να ελέγξουν τα έσοδα και τα έξοδα των καπιταλιστών, να δημοσιεύσουν τα σχετικά στοιχεία, να βοηθήσουν την κυβέρνηση στην πάλη ενάντια στην απόκρυψη των εισοδημάτων;

Τι άγρια ουρλιαχτά θα έβγαζε η αστική τάξη ενάντια στους «χαφιεδισμούς», ενάντια στις «καταδόσεις»! Όταν τα «αφεντικά» ελέγχουν τους υπηρέτες, οι καπιταλιστές τους εργάτες, αυτό θεωρείται ότι είναι μέσα στα πράγματα, η ιδιωτική ζωή του εργαζόμενου και του εκμεταλλευόμενου δεν θεωρείται απαραβίαστη, η αστική τάξη έχει το δικαίωμα να ζητάει λογαριασμό από κάθε «μισθωτό δούλο», να βγάζει κάθε στιγμή στη δημοσιότητα τα έσοδα και τα έξοδά του. Όταν όμως οι καταπιεζόμενοι αποτολμήσουν να ελέγξουν τον καταπιεστή, να αποκαλύψουν τα έσοδα και τα έξοδά του, να ξεσκεπάσουν την πολυτέλειά του, έστω και σε καιρό πολέμου, τότε που η πολυτέλεια αυτή προκαλεί άμεσα την πείνα και το χαμό των στρατιών στο μέτωπο – ε, όχι, η αστική τάξη δεν θα επιτρέψει «χαφιεδισμούς» και «καταδόσεις»!

Το ζήτημα καταλήγει πάντα στο ίδιο πράγμα: η κυριαρχία της αστικής τάξης δεν συμβιβάζεται με τον αληθινά επαναστατικό, τον αληθινό δημοκρατισμό. Στον 20ο αιώνα, σε μια καπιταλιστική χώρα δεν μπορείς να είσαι επαναστάτης δημοκράτης, αν φοβάσαι να βαδίσεις προς το σοσιαλισμό.

Μπορούμε να πάμε μπροστά, αν φοβόμαστε να βαδίσουμε προς το σοσιαλισμό;

Η ανάλυση που κάναμε ως τώρα μπορεί να προκαλέσει στον αναγνώστη που έχει διαπαιδαγωγηθεί με τις συνηθισμένες οπορτουνιστικές ιδέες των Εσέρων και των Μενσεβίκων, τούτη την αντίρρηση: τα περισσότερα από τα μέτρα που περιγράφονται εδώ, στην ουσία δεν είναι μέτρα δημοκρατικά, αλλά σοσιαλιστικά ήδη μέτρα!

Η συνηθισμένη αυτή αντίρρηση που τη συναντάμε κάθε τόσο (με τούτη ή μ’ εκείνη τη μορφή) στον αστικό Τύπο, στον Τύπο των Εσέρων και των Μενσεβίκων, αποτελεί αντιδραστική υπεράσπιση του πισωδρομικού καπιταλισμού, υπεράσπιση στολισμένη αλά Στρούβε. Δεν είμαστε τάχα ώριμοι για το σοσιαλισμό, είναι νωρίς να «εισαγάγουμε» το σοσιαλισμό, η επανάστασή μας είναι αστική – γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε τον υπηρέτη της αστικής τάξης (παρά το γεγονός ότι πριν από 125 χρόνια οι μεγάλοι αστοί επαναστάτες της Γαλλίας έκαναν την επανάστασή τους μεγάλη  χάρη στην τρομοκρατία ενάντια σε όλους τους καταπιεστές, και τους τσιφλικάδες και τους καπιταλιστές!).

Οι μαρξιστές της κακιάς ώρας που υπηρετούν την αστική τάξη, στους οποίους πέρασαν και οι Εσέροι και οι οποίοι σκέπτονται έτσι, δεν καταλαβαίνουν (αν εξετάσουμε τις θεωρητικές βάσεις των αντιλήψεών τους) τι είναι ιμπεριαλισμός, τι επαναστατική δημοκρατία. Γιατί, όποιος το έχει καταλάβει αυτό, δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι δεν μπορούμε να πάμε μπροστά χωρίς να βαδίσουμε προς το σοσιαλισμό.

Όλοι μιλάνε για ιμπεριαλισμό. Ο ιμπεριαλισμός όμως δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μονοπωλιακός καπιταλισμός.

Ότι και στη Ρωσία ο καπιταλισμός έχει γίνει μονοπωλιακός, αυτό το δείχνουν αρκετά παραστατικά οι εταιρίες «Προντούγκολ», «Προνταμέτ», της ζάχαρης κτλ. Η ίδια η εταιρία της ζάχαρης μας δείχνει ξεκάθαρα τη μετεξέλιξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό.

Και τι είναι κράτος; Είναι η οργάνωση της κυρίαρχης τάξης, λόγου χάρη των γιούνκερ και των καπιταλιστών στη Γερμανία. Γι’ αυτό, εκείνο που οι γερμανοί Πλεχάνοφ (Σάιντεμαν, Λενς και άλλοι) ονομάζουν «πολεμικό σοσιαλισμό», στην πραγματικότητα είναι πολεμικός – κρατικός μονοπωλιακός καπιταλισμός ή, για να μιλήσουμε πιο απλά και πιο καθαρά, στρατιωτικό κάτεργο για τους εργάτες, στρατιωτική περιφρούρηση των κερδών των καπιταλιστών.

Για δοκιμάστε όμως να βάλετε στη θέση του κράτους των γιούνκερ και των καπιταλιστών, στη θέση του κράτους των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών το επαναστατικό – δημοκρατικό κράτος, δηλαδή το κράτος που καταλύει επαναστατικά κάθε λογής προνόμια, που δεν φοβάται να πραγματοποιήσει επαναστατικά τον πιο πλήρη δημοκρατισμό. Θα δείτε ότι σ’ ένα πραγματικά επαναστατικό – δημοκρατικό κράτος ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός σημαίνει αναπότρεπτα και αναπόφευκτα ένα βήμα ή μάλλον βήματα προς το σοσιαλισμό!

Γιατί, αν μια πολύ μεγάλη καπιταλιστική επιχείρηση μετατρέπεται σε μονοπώλιο, σημαίνει ότι το κράτος (δηλαδή η ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού, πρώτα απ’ όλα των εργατών και των αγροτών, με τον όρο ότι θα υπάρχει επαναστατικός δημοκρατισμός) – το κράτος διευθύνει όλη την επιχείρηση – προς το συμφέρον τίνος;

– είτε προς το συμφέρον των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, και τότε δεν έχουμε επαναστατικό – δημοκρατικό, αλλά αντιδραστικό – γραφειοκρατικό κράτος, ιμπεριαλιστική δημοκρατία,

– είτε προς το συμφέρον της επαναστατικής δημοκρατίας και τότε αυτό ακριβώς είναι ένα βήμα προς το σοσιαλισμό:

Γιατί ο σοσιαλισμός δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το άμεσο βήμα προς τα μπρος, πέρα από το κρατικό – καπιταλιστικό μονοπώλιο. Ή με άλλα λόγια: ο σοσιαλισμός δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το κρατικό-καπιταλιστικό μονοπώλιο, που χρησιμοποιείται προς όφελος όλου του λαού και γι’ αυτό το λόγο έπαψε να είναι καπιταλιστικό μονοπώλιο.

Εδώ μέσος δρόμος δεν υπάρχει. Η αντικειμενική πορεία της ανάπτυξης είναι τέτοια που από τα μονοπώλια (και ο πόλεμος δεκαπλασίασε τον αριθμό, το ρόλο και τη σημασία τους) δεν μπορείς να πας μπροστά, χωρίς να βαδίσεις προς το σοσιαλισμό.

Είτε είσαι επαναστάτης δημοκράτης στην πράξη, και τότε δεν πρέπει να φοβάσαι τα βήματα προς το σοσιαλισμό.

Είτε φοβάσαι τα βήματα προς το σοσιαλισμό, τα καταδικάζεις σαν τον Πλεχάνοφ, τον Νταν, τον Τσερνόφ, με επιχειρήματα πως η επανάστασή μας είναι αστική, ότι δεν μπορεί «να εισαχθεί» ο σοσιαλισμός κτλ. – και τότε κατρακυλάς αναπόφευκτα στους Κέρενσκι, Μιλιουκόφ και Κορνίλοφ, δηλαδή πνίγεις με αντιδραστικό – γραφειοκρατικό τρόπο τους «επαναστατικούς-δημοκρατικούς» πόθους των εργατικών και αγροτικών μαζών.

Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.

Κι εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση της επανάστασής μας.

Στην ιστορία γενικά, και ιδιαίτερα σε καιρό πολέμου, δεν μπορείς να στέκεσαι στο ίδιο σημείο. Είσαι υποχρεωμένος να πας είτε μπροστά, είτε πίσω. Στη Ρωσία του 20ου αιώνα που κατάκτησε τη δημοκρατία και το δημοκρατισμό με τον επαναστατικό δρόμο, δεν μπορείς να πας μπροστά, χωρίς να βαδίσεις προς το σοσιαλισμό, χωρίς να κάνεις βήματα προς αυτόν (βήματα που υπαγορεύονται και καθορίζονται από το επίπεδο της τεχνικής και του πολιτισμού: δεν μπορείς «να εισαγάγεις» τη μεγάλη μηχανική παραγωγή στη γεωργία, των αγροτών, δεν μπορείς να την καταργήσεις στην παραγωγή της ζάχαρης).

Κι αν φοβάσαι να πας μπροστά, αυτό σημαίνει πως πας πίσω, κι αυτό κάνουν οι κ.κ. Κέρενσκι με την ανόητη συνδρομή των Τσερετέλι και των Τσερνόφ, προκαλώντας τον ενθουσιασμό των Μιλιουκόφ και των Πλεχάνοφ.

Αυτή ακριβώς είναι η διαλεκτική της ιστορίας: ότι ο πόλεμος επιτάχυνε σε εξαιρετικό βαθμό τη μετατροπή του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό και έφερε έτσι την ανθρωπότητα πάρα πολύ κοντά στο σοσιαλισμό.

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Κι αυτό όχι μόνο γιατί ο πόλεμος γεννάει με τις φρίκες του την προλεταριακή εξέγερση – καμιά εξέγερση δεν θα δημιουργήσει το σοσιαλισμό, αν δεν έχει ωριμάσει οικονομικά – αλλά και γιατί ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός είναι η πληρέστερη υλική προετοιμασία του σοσιαλισμού, είναι τα πρόθυρά του, είναι το σκαλοπατάκι εκείνο της ιστορικής κλίμακας που ανάμεσα σ’ αυτό και στο σκαλοπατάκι που λέγεται σοσιαλισμός δεν υπάρχουν άλλα ενδιάμεσα σκαλοπάτια.

* * *

Οι Εσέροι και Μενσεβίκοι μας εξετάζουν το ζήτημα του σοσιαλισμού δογματικά, από την άποψη της διδασκαλίας που την αποστήθισαν και που την κατάλαβαν άσχημα. Φαντάζονται το σοσιαλισμό σαν κάποιο μακρινό, άγνωστο, σκοτεινό μέλλον.

Ο σοσιαλισμός όμως μας κοιτάζει τώρα απ’ όλα τα παράθυρά του σύγχρονου καπιταλισμού, ο σοσιαλισμός διαφαίνεται άμεσα, πρακτικά, από κάθε μεγάλο μέτρο που αποτελεί ένα βήμα προς τα μπρος στη βάση αυτού του νεότατου καπιταλισμού.

Τι είναι η γενική υποχρεωτική εργασία;

Είναι ένα βήμα προς τα μπρος πάνω στη βάση του νεότατου μονοπωλιακού καπιταλισμού, ένα βήμα προς τη ρύθμιση της οικονομικής ζωής στο σύνολό της σύμφωνα με ένα καθορισμένο γενικό σχέδιο, ένα βήμα προς την εξοικονόμηση της λαϊκής εργασίας, για την αποτροπή της αλόγιστης σπατάλης της από τον καπιταλισμό.

Στη Γερμανία οι γιούνκερ (τσιφλικάδες) και οι καπιταλιστές καθιερώνουν τη γενική υποχρεωτική εργασία κι έτσι τη μετατρέπουν αναπόφευκτα σε στρατιωτικό κάτεργο για τους εργάτες.

Πάρτε όμως αυτόν τον ίδιο θεσμό και καλοσκεφθείτε τη σημασία του μέσα σ’ ένα επαναστατικό – δημοκρατικό κράτος. Η γενική υποχρεωτική εργασία που καθιερώνεται, ρυθμίζεται και κατευθύνεται από τα Σοβιέτ των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών αντιπροσώπων, δεν είναι ακόμη σοσιαλισμός, όμως δεν είναι πια και καπιταλισμός. Είναι ένα τεράστιο βήμα προς το σοσιαλισμό, ένα τέτοιο βήμα που με την προϋπόθεση ότι θα διατηρηθεί ατόφια η δημοκρατία, θα ήταν πια αδύνατη η πισωδρόμηση απ’ αυτό το βήμα προς τον καπιταλισμό, χωρίς να γίνουν ανήκουστες βιαιοπραγίες πάνω στις μάζες.

Ο αγώνας ενάντια στην ερείπωση και ο πόλεμος

Το ζήτημα των μέτρων για την αντιμετώπιση της επερχόμενης καταστροφής μας οδηγεί στο φώτισμα ενός άλλου σπουδαιότατου ζητήματος: της σύνδεσης της εσωτερικής πολιτικής με την εξωτερική ή, για να εκφραστούμε αλλιώς, της σχέσης ανάμεσα στον κατακτητικό, ιμπεριαλιστικό πόλεμο και στον επαναστατικό, προλεταριακό πόλεμο, ανάμεσα στον εγκληματικό – ληστρικό πόλεμο και στον δίκαιο – δημοκρατικό πόλεμο.

Όλα τα μέτρα αντιμετώπισης της καταστροφής που έχουμε περιγράψει, θα δυνάμωναν εξαιρετικά, όπως το έχουμε ήδη τονίσει, την αμυντική ικανότητα ή, για να το πούμε με άλλα λόγια, τη στρατιωτική ισχύ της χώρας. Αυτό από το ένα μέρος. Και από το άλλο, τα μέτρα αυτά δεν μπορούμε να τα εφαρμόσουμε στην πράξη χωρίς να μετατρέψουμε τον κατακτητικό πόλεμο σε πόλεμο δίκαιο, τον πόλεμο που κάνουν οι καπιταλιστές προς το συμφέρον των καπιταλιστών, σε πόλεμο που κάνει το προλεταριάτο προς το συμφέρον όλων των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων.

Πραγματικά. Η εθνικοποίηση των τραπεζών και των καπιταλιστικών συνδικάτων, σε συνδυασμό με την κατάργηση του εμπορικού απόρρητου και με τον έλεγχο των εργατών πάνω στους καπιταλιστές, θα σήμαινε όχι μόνο μια τεράστια εξοικονόμηση λαϊκής εργασίας, όχι μόνο τη δυνατότητα να εξοικονομηθούν δυνάμεις και μέσα, αλλά θα σήμαινε επίσης μια βελτίωση της κατάστασης των εργαζόμενων μαζών του πληθυσμού, της πλειοψηφίας του. Είναι πασίγνωστο πως στο σύγχρονο πόλεμο η οικονομική οργάνωση έχει αποφασιστική σημασία. Στη Ρωσία επαρκούν τα σιτηρά, το κάρβουνο, το πετρέλαιο, το σίδερο – απ’ αυτή την άποψη είμαστε σε καλύτερη θέση από οποιαδήποτε άλλη εμπόλεμη ευρωπαϊκή χώρα. Και αν αντιμετωπίζαμε την ερείπωση με τα μέσα που υποδείξαμε, ξεσηκώνοντας σ’ αυτό τον αγώνα την πρωτοβουλία των μαζών, βελτιώνοντας την κατάστασή τους, εθνικοποιώντας τις τράπεζες και τα καπιταλιστικά συνδικάτα, η Ρωσία θα χρησιμοποιούσε την επανάστασή της και το δημοκρατισμό της για την άνοδο όλης της χώρας σε μια ασύγκριτα πιο υψηλή βαθμίδα οικονομικής οργάνωσης.

Αν τον Απρίλη οι Εσέροι και οι Μενσεβίκοι αντί «να συνασπιστούν» με την αστική τάξη που εμποδίζει όλα τα μέτρα ελέγχου και σαμποτάρει την παραγωγή, πραγματοποιούσαν το πέρασμα της εξουσίας στα Σοβιέτ και κατεύθυναν τις δυνάμεις τους όχι για να παίζουν τα «υπουργικά βαρελάκια», όχι για να κάθονται γραφειοκρατικά δίπλα στους Καντέτους, στις θεσούλες των υπουργών, των υφυπουργών κτλ. κτλ., αλλά για να καθοδηγούν τους εργάτες και τους αγρότες στον έλεγχό τους πάνω στους καπιταλιστές, στον πόλεμό τους ενάντια στους καπιταλιστές – η Ρωσία θα ήταν σήμερα μια χώρα με την οικονομία της ολοκληρωτικά μετασχηματισμένη, με τη γη στα χέρια των  αγροτών, με εθνικοποιημένες τις τράπεζες, δηλαδή θα βρισκόταν στο ζήτημα αυτό (και πρόκειται για εξαιρετικά σπουδαίες οικονομικές βάσεις της σύγχρονης ζωής) πιο ψηλά απ’ όλες τις υπόλοιπες καπιταλιστικές χώρες.

Η αμυντική ικανότητα, η στρατιωτική ισχύς μιας χώρας με εθνικοποιημένες τις τράπεζες είναι ανώτερη, παρά μιας χώρας που οι τράπεζες παραμένουν σε χέρια ιδιωτικά. Η στρατιωτική ισχύς μιας αγροτικής χώρας με τη γη στα χέρια των επιτροπών των αγροτών είναι ανώτερη, παρά μιας χώρας με τσιφλικάδικη γαιοκτησία.

Επικαλούνται συνεχώς τον ηρωικό πατριωτισμό και τα θαύματα της πολεμικής ανδρείας των Γάλλων του 1792-1793. Ξεχνάνε όμως τους υλικούς, τους ιστορικο-οικονομικούς όρους που μόνο αυτοί έκαναν κατορθωτά αυτά τα θαύματα. Το πραγματικά επαναστατικό ξεκαθάρισμα των λογαριασμών με τον ξεπερασμένο φεουδαρχισμό, το πέρασμα όλης της χώρας σε ανώτερο τρόπο παραγωγής, στην ελεύθερη κατοχή της γης από τον αγρότη και μάλιστα με αληθινά επαναστατική – δημοκρατική ταχύτητα, αποφασιστικότητα, δραστηριότητα, αυταπάρνηση – να ποιοι είναι οι υλικοί, οικονομικοί όροι που έσωσαν με «θαυμαστή» ταχύτητα τη Γαλλία, αφού αναγέννησαν και ανανέωσαν την οικονομική της βάση.

Το παράδειγμα της Γαλλίας μας λέει ένα και μόνο ένα πράγμα: για να κάνουμε τη Ρωσία ικανή για άμυνα, για να πετύχουμε και σ’ αυτή «θαύματα» μαζικού ηρωισμού, πρέπει να σαρώσουμε με «γιακωβίνικη» σκληρότητα καθετί το παλιό και να ανανεώσουμε, να αναγεννήσουμε τη Ρωσία οικονομικά. Και στον 20ο αιώνα αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε μόνο με το σάρωμα του τσαρισμού (η Γαλλία πριν από 125 χρόνια δεν περιορίστηκε σ ’αυτό). Αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε ακόμη ούτε μόνο με την επαναστατική εκμηδένιση της τσιφλικάδικης γαιοκτησίας (εμείς ούτε κι αυτό δεν κάναμε, γιατί οι Εσέροι και οι Μενσεβίκοι πρόδωσαν την αγροτιά!), μόνο με τη μεταβίβαση της γης στους αγρότες. Γιατί ζούμε στον 20ο αιώνα. Η κυριαρχία πάνω στη γη, χωρίς την κυριαρχία πάνω στις τράπεζες δεν είναι σε θέση να φέρει την αναγέννηση, την ανανέωση στη ζωή του λαού.

Η υλική, η παραγωγική ανανέωση της Γαλλίας στα τέλη του 18ου αιώνα ήταν συνδεμένη με την πολιτική και πνευματική ανανέωση, με τη δικτατορία της επαναστατικής δημοκρατίας και του επαναστατικού προλεταριάτου (η δημοκρατία δεν είχε απομονωθεί από το προλεταριάτο που ήταν σχεδόν συγχωνευμένο μαζί της),- με τον ανελέητο πόλεμο που είχε κηρυχθεί ενάντια σε καθετί το αντιδραστικό. Ένας απεριόριστος επαναστατικός ενθουσιασμός είχε αγκαλιάσει όλο το λαό και ιδιαίτερα τις μάζες, δηλαδή τις καταπιεζόμενες τάξεις. Τον πόλεμο όλοι τον θεωρούσαν δίκαιο, αμυντικό και ήταν στην πραγματικότητα τέτοιος. Η επαναστατική Γαλλία αμυνόταν ενάντια στην αντιδραστική – μοναρχική Ευρώπη. Όχι το 1792-1793, αλλά πολλά χρόνια αργότερα, ύστερα από τη νίκη της αντίδρασης στο εσωτερικό της χώρας, η αντεπαναστατική δικτατορία του Ναπολέοντα μετέτρεψε τους πολέμους από την πλευρά της Γαλλίας από αμυντικούς σε κατακτητικούς.

Και στη Ρωσία; Εξακολουθούμε να διεξάγουμε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο για τα συμφέροντα των καπιταλιστών, σε συμμαχία με τους ιμπεριαλιστές, με βάση τα μυστικά σύμφωνα που είχε συνάψει ο τσάρος με τους καπιταλιστές της Αγγλίας κτλ. που υπόσχονταν με τα σύμφωνα αυτά στους Ρώσους καπιταλιστές την καταλήστευση ξένων χωρών, την Κωνσταντινούπολη, το Λβοφ, την Αρμενία κτλ.

Όσο η Ρωσία δεν προτείνει δίκαιη ειρήνη και δεν ξεκόβει από τον ιμπεριαλισμό, ο πόλεμος από την πλευρά της παραμένει άδικος, αντιδραστικός, κατακτητικός. Ο κοινωνικός χαρακτήρας του πολέμου, η αληθινή του σημασία δεν καθορίζονται από το πού βρίσκονται τα εχθρικά στρατεύματα (όπως νομίζουν οι Εσέροι και οι Μενσεβίκοι που ξέπεσαν ως τις αγοραίες αντιλήψεις ενός αμόρφωτου μουζίκου). Ο χαρακτήρας αυτός καθορίζεται από το ποιά πολιτική συνεχίζει ο πόλεμος («ο πόλεμος είναι συνέχιση της πολιτικής»), ποιά τάξη και με ποιους σκοπούς κάνει τον πόλεμο.

Δεν μπορείς να οδηγείς τις μάζες σ’ ένα ληστρικό πόλεμο που υπαγορεύεται από μυστικά σύμφωνα και να βασίζεσαι στον ενθουσιασμό τους. Η πρωτοπόρα τάξη της επαναστατικής Ρωσίας, το προλεταριάτο, αποκτά όλο και καθαρότερα επίγνωση πως ο πόλεμος είναι εγκληματικός και η αστική τάξη όχι μόνο δεν μπόρεσε να κάνει τις μάζες να αλλάξουν γνώμη στο ζήτημα αυτό, μα αντίθετα δυναμώνει σ’ αυτές η συνείδηση ότι ο πόλεμος είναι εγκληματικός. Το προλεταριάτο και στις δυο πρωτεύουσες της Ρωσίας έγινε οριστικά διεθνιστικό!

Από πού κι ως πού μπορεί κανείς εδώ να μιλάει για μαζικό ενθουσιασμό υπέρ του πολέμου!

Το ένα συνδέεται αδιάρρηκτα με το άλλο, η εσωτερική πολιτική με την εξωτερική. Δεν μπορείς να κάνεις τη χώρα ικανή για άμυνα, χωρίς τον υπέρτατο ηρωισμό του λαού που πραγματοποιεί τολμηρά, αποφασιστικά τους μεγάλους οικονομικούς μετασχηματισμούς. Και δεν μπορείς να προκαλέσεις τον ηρωισμό στις μάζες, αν δεν ξεκόψεις από τον ιμπεριαλισμό, αν δεν προτείνεις σ’ όλους τους λαούς δημοκρατική ειρήνη, αν δεν μετατρέψεις μ’ αυτό τον τρόπο τον πόλεμο από κατακτητικό, ληστρικό, εγκληματικό σε δίκαιο, αμυντικό, επαναστατικό.

Μόνο η ανεπιφύλακτη, συνεπής ρήξη με τους καπιταλιστές και στην εσωτερική και στην εξωτερική πολιτική είναι σε θέση να σώσει την επανάστασή μας και τη χώρα μας που τη σφίγγει η σιδερένια τανάλια του ιμπεριαλισμού.

Η επαναστατική δημοκρατία και το επαναστατικό προλεταριάτο

Για να είναι πραγματικά επαναστατική η δημοκρατία της σημερινής Ρωσίας πρέπει να βαδίζει σε στενότατη συμμαχία με το προλεταριάτο, να το υποστηρίζει στον αγώνα του σαν τη μόνη ως το τέλος επαναστατική τάξη.

Σ’ αυτό το συμπέρασμα μας φέρνει η εξέταση του ζητήματος των μέσων αντιμετώπισης της αναπόφευκτης καταστροφής που η έκτασή της θα είναι πρωτάκουστη.

Ο πόλεμος δημιούργησε τέτοια απέραντη κρίση, προκάλεσε τέτοια ένταση στις υλικές και ηθικές δυνάμεις του λαού, κατάφερε τέτοια χτυπήματα σε όλη τη σημερινή κοινωνική οργάνωση που η ανθρωπότητα βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα: ή να χαθεί ή να αναθέσει τις τύχες της στην πιο επαναστατική τάξη για να περάσει πιο γρήγορα και πιο ριζοσπαστικά σ’ έναν ανώτερο τρόπο παραγωγής.

Χάρη σε μια σειρά ιστορικά αίτια – μεγαλύτερη καθυστέρηση της Ρωσίας, ιδιαίτερες δυσκολίες που δημιούργησε ο πόλεμος γι’ αυτή, πολύ μεγάλη σαπίλα του τσαρισμού, εξαιρετική ζωντάνια των παραδόσεων του 1905 – η επανάσταση ξέσπασε στη Ρωσία πιο γρήγορα από τις άλλες χώρες. Η επανάσταση συντέλεσε ώστε μέσα σε μερικούς μήνες η Ρωσία να φτάσει, όσον αφορά το πολιτικό της καθεστώς, τις προηγμένες χώρες.

Αυτό όμως δεν αρκεί. Ο πόλεμος είναι αδυσώπητος, βάζει με αμείλικτη οξύτητα το ζήτημα: είτε θα χαθούμε, είτε θα φτάσουμε και θα ξεπεράσουμε ακόμη και οικονομικά τις προηγμένες χώρες.

Αυτό μπορεί να γίνει, γιατί έχουμε μπροστά μας έτοιμη την πείρα πολλών προηγμένων χωρών, έχουμε έτοιμα τα αποτελέσματα της τεχνικής και του πολιτισμού τους. Η αυξανόμενη διαμαρτυρία κατά του πολέμου στην Ευρώπη και η ατμόσφαιρα της αναπτυσσόμενης παγκόσμιας εργατικής επανάστασης αποτελούν ηθική υποστήριξη για μας. Μας σπρώχνει, μας κεντρίζει μια εξαιρετικά σπάνια σε καιρό ιμπεριαλιστικού πολέμου επαναστατική-δημοκρατική ελευθερία.

Ή θα χαθούμε, ή θα τραβήξουμε ολοταχώς μπροστά. Έτσι μπαίνει το ζήτημα από την ιστορία.

Και η στάση του προλεταριάτου απέναντι στην αγροτιά σε μια τέτοια στιγμή επιβεβαιώνει – ανάλογα προσαρμοσμένη – την παλιά μπολσεβίκικη θέση: να αποσπάσουμε την αγροτιά από την επιρροή της αστικής τάξης. Σ’ αυτό μόνο βρίσκεται η εγγύηση για τη σωτηρία της επανάστασης.

Και αριθμητικά η αγροτιά είναι ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος όλης της μικροαστικής μάζας.

Οι Εσέροι και οι Μενσεβίκοι μας ανέλαβαν έναν αντιδραστικό ρόλο: να κρατήσουν την αγροτιά κάτω από την επιρροή της αστικής τάξης, να οδηγήσουν την αγροτιά σε συνασπισμό με την αστική τάξη και όχι με το προλεταριάτο.

Η πείρα της επανάστασης διδάσκει γρήγορα τις μάζες. Και η αντιδραστική πολιτική των Εσέρων και των Μενσεβίκων χρεοκοπεί: στα Σοβιέτ και των δυο πρωτευουσών[iii] ηττήθηκαν. Και στα δυο μικροαστικά – δημοκρατικά κόμματα μεγαλώνει η «αριστερή» αντιπολίτευση. Στην Πετρούπολη στις 10 του Σεπτέμβρη 1917 η συνδιάσκεψη πόλης των Εσέρων έδωσε πλειοψηφία δυο τρίτων στους αριστερούς Εσέρους που τείνουν προς τη συμμαχία με το προλεταριάτο και απορρίπτουν τη συμμαχία (το συνασπισμό) με την αστική τάξη.

Οι Εσέροι και οι Μενσεβίκοι επαναλαμβάνουν την αντιπαράθεση που τόσο πολύ αρέσει στην αστική τάξη: αστική τάξη και δημοκρατία. Η αντιπαράθεση όμως αυτή στην ουσία είναι τόσο παράλογη, όσο μια σύγκριση ανάμεσα σε πούτια και πήχεις.

Υπάρχει δημοκρατική αστική τάξη, υπάρχει και αστική δημοκρατία: να το αρνηθεί αυτό μπορεί μόνο όποιος δεν έχει ιδέα ούτε από ιστορία, ούτε από πολιτική οικονομία.

Η λαθεμένη αυτή αντιπαράθεση χρειάστηκε στους Εσέρους και στους Μενσεβίκους για να σκεπάσουν το αναμφισβήτητο γεγονός, ότι ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο βρίσκεται η μικροαστική τάξη. Αυτή, εξαιτίας της οικονομικής ταξικής της θέσης ταλαντεύεται αναπόφευκτα ανάμεσα στην αστική τάξη και στο προλεταριάτο.

Οι Εσέροι και οι Μενσεβίκοι τραβούν τη μικροαστική τάξη να συμμαχήσει με την αστική τάξη. Εδώ βρίσκεται η ουσία όλου του «συνασπισμού» τους, όλης της κυβέρνησης συνασπισμού, όλης της πολιτικής του Κέρενσκι που είναι κλασικός μισοκαντέτος. Μέσα στο μισό χρόνο της επανάστασης η πολιτική αυτή χρεοκόπησε ολοκληρωτικά.

Οι καντέτοι λένε με χαιρεκακία: βλέπετε, η επανάσταση χρεοκόπησε, η επανάσταση δεν τα έβγαλε πέρα ούτε με τον πόλεμο, ούτε με την οικονομική κατερείπωση.

Δεν είναι αλήθεια. Χρεοκόπησαν οι Καντέτοι και οι Εσέροι με τους Μενσεβίκους, γιατί αυτός ο συνασπισμός (συμμαχία) μισό χρόνο κυβερνούσε τη Ρωσία και μέσα στο μισό αυτό χρόνο μεγάλωσε την ερείπωση, έμπλεξε και δυσκόλεψε τη στρατιωτική κατάσταση.

Όσο πιο ολοκληρωτική είναι η χρεοκοπία της συμμαχίας της αστικής τάξης με τους Εσέρους και τους Μενσεβίκους, τόσο πιο γρήγορα θα διδαχτεί ο λαός. Τόσο πιο εύκολα θα βρει τη σωστή διέξοδό: τη συμμαχία της φτωχής αγροτιάς, δηλαδή της πλειοψηφίας των αγροτών, με το προλεταριάτο.

10-14 του Σεπτέμβρη 1917.

(Δημοσιεύτηκε στα τέλη του Οχτώβρη 1917 σε χωριστή μπροσούρα στην Πετρούπολη από το εκδοτικό «Πριμπόι».)

Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 34ος, σελ. 151-199

Σημειώσεις

[i] Η εργασία «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς πρέπει να την καταπολεμήσουμε» γράφτηκε από τον Λένιν στην παρανομία στο Έλσινγκφορς στις 10-14 (23-27) του Σεπτέμβρη 1917. Στην εφημερίδα «Ραμπότσι Πουτ», αρ. φυλ. 25 της 14 (1) του Οκτώβρη 1917, δημοσιεύτηκαν τα δυο τελευταία κεφάλαιά της: «Ο αγώνας ενάντια στην ερείπωση και ο πόλεμος» και «Η επαναστατική δημοκρατία και το επαναστατικό προλεταριάτο» και ύστερα από μερικές μέρες, στις 19 (6) του Οκτώβρη, στην εφημερίδα δημοσιεύτηκε ανακοίνωση, στην οποία αναφερόταν ότι «Βγήκε νέα μπροσούρα του Ν. Λένιν «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς πρέπει να την καταπολεμήσουμε»».

Το βιβλίο «Η καταστροφή που μας απειλεί και πως πρέπει να την καταπολεμήσουμε» εκδόθηκε στα χρόνια της Σοβιετικής εξουσίας δεκάδες φορές σε πολλές γλώσσες των λαών της ΕΣΣΔ. Εκτός απ αυτό, το βιβλίο αυτό βγήκε στην αγγλική, τη βουλγαρική, την ισπανική, την κινεζική, τη γερμανική, την πολωνική, την τσεχική, την ιαπωνική και σε άλλες ξένες γλώσσες (σελ. 2)

[ii] Η Πανρωσική δημοκρατική σύσκεψη συγκλήθηκε από τη μενσεβίκικη – εσέρικη ΚΕΕ των Σοβιέτ για τη λύση του ζητήματος της εξουσίας. Ο πραγματικός όμως σκοπός της σύσκεψης που έταξαν οι οργανωτές της ήταν να αποτραβήξουν την προσοχή των λαϊκών μαζών από την επανάσταση που φούντωνε. Η σύσκεψη ορίστηκε αρχικά για τις 12 (25) του Σεπτέμβρη, σε συνέχεια μεταφέρθηκε και έγινε στις 14-22 του Σεπτέμβρη (27 του Σεπτέμβρη-5 του Οκτώβρη) 1917 στην Πετρούπολη. Πήραν μέρος σ’ αυτήν πάνω από 1500 άτομα. Οι ηγέτες των Μενσεβίκων και των Εσέρων πήραν όλα τα μέτρα για να εξασθενίσουν τη αντιπροσώπευση των εργατικών και των αγροτικών μαζών και να αυξήσουν τον αριθμό των αντιπροσώπων από τις διάφορες μικροαστικές και αστικές οργανώσεις, εξασφαλίζοντας έτσι δική τους πλειοψηφία στη σύσκεψη. ‘Έτσι, δόθηκε αυξημένη αντιπροσώπευση στις αυτοδιοικήσεις των πόλεων που πήραν 300 θέσεις, στα ζέμστβο που πήραν 200 θέσεις, στους συνεταιρισμούς που βρίσκονταν στα χέρια των Μενσεβίκων και Εσέρων δόθηκαν 120 θέσεις. Συνάμα, στα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών αντιπροσώπων που αντιπροσώπευαν την τεράστια πλειοψηφία του λαού παραχωρήθηκαν συνολικά 230 θέσεις.

Η ΚΕ του ΣΔΕΚΡ(μπ) στη συνεδρίασή της, της 3(16) του Σεπτέμβρη ψήφισε απόφαση για συμμετοχή στη σύσκεψη και έστειλε στις τοπικές κομματικές οργανώσεις εγκύκλιο επιστολή στην οποία υπόδειχνε ότι είναι απαραίτητο «να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για τη δημιουργία όσο το δυνατό πιο σημαντικής και συσπειρωμένης ομάδας από τα μέλη της σύσκεψης, μέλη του Κόμματός μας» («Η Αλληλογραφία της γραμματείας της ΚΕ του ΣΔΕΚΡ(μπ) με τις τοπικές κομματικές οργανώσεις (Μάρτης-Οκτώβρης του 1917)», 1957, σελ. 35). Οι Μπολσεβίκοι πήραν μέρος στη σύσκεψη με σκοπό να τη χρησιμοποιήσουν σαν βήμα για το ξεσκέπασμα των Μενσεβίκων και των Εσέρων.

Ο Λένιν στο γράμμα του «Οι Μπολσεβίκοι πρέπει να πάρουν την εξουσία» προς την Κεντρική Επιτροπή, τις Επιτροπές Πετρούπολης και Μόσχας του ΣΔΕΚΡ(μπ), και στο γράμμα προς την Κεντρική Επιτροπή του ΣΔΕΚΡ(μπ) «Ο Μαρξισμός και η εξέγερση» (βλ. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 34ος, σελ. 239-241, 242-247) χάραξε την τακτική των Μπολσεβίκων απέναντι στη Δημοκρατική σύσκεψη.

Η Δημοκρατική σύσκεψη ψήφισε απόφαση για τη συγκρότηση του Προκοινοβούλιου (Προσωρινό συμβούλιο της Δημοκρατίας). Ήταν προσπάθεια να δημιουργηθεί επίφαση ότι στη Ρωσία εισάχθηκε κοινοβουλευτικό καθεστώς. Από τον κανονισμό του όμως που ψήφισε η Προσωρινή κυβέρνηση, το Προκοινοβούλιο έπρεπε να είναι μόνο συμβουλευτικό όργανο της κυβέρνησης.

Η ΚΕ του ΣΔΕΚΡ(μπ) στις 21 του Σεπτέμβρη (4 του Οκτώβρη) ψήφισε απόφαση να ανακαλέσει τους Μπολσεβίκους από το προεδρείο της σύσκεψης, χωρίς όμως να αποχωρήσουν από τη σύσκεψη. Με ψήφους υπέρ 9 κατά 8 αποφασίστηκε να μη συμμετάσχουν οι Μπολσεβίκοι στο Προκοινοβούλιο. Μια που οι ψήφοι μοιράστηκαν στη μέση, το ζήτημα διαβιβάστηκε για να παρθεί τελική απόφαση στην κομματική σύσκεψη που έπρεπε «αμέσως κιόλας να συγκροτηθεί από τα μέλη της μπολσεβίκικης ομάδας της Δημοκρατικής σύσκεψης». Παραπέρα, στα πρακτικά της συνεδρίασης της ΚΕ γράφτηκε ότι στη σύσκεψη πάρθηκε απόφαση με ψήφους 77 υπέρ και 50 κατά να πάρουν μέρος οι Μπολσεβίκοι στο Προκοινοβούλιο και η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από την ΚΕ.

Ο Λένιν στα άρθρα του «Οι ήρωες της καλπιάς και τα λάθη των Μπολσεβίκων», «Από το ημερολόγιο ενός δημοσιολόγου. Τα λάθη του Κόμματός μας» και «Η κρίση ωρίμασε» (βλ. Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 34ος, σελ. 248-256, 257-263, 272-283) έκανε κριτική στα λάθη τακτικής των Μπολσεβίκων απέναντι στη Δημοκρατική σύσκεψη. Ο Λένιν απαίτησε κατηγορηματικά την αποχώρηση των Μπολσεβίκων από το Προκοινοβούλιο και υπογράμμισε την ανάγκη συγκέντρωσης όλων των δυνάμεων στην προετοιμασία της εξέγερσης. Η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος συζήτησε την πρόταση του Λένιν και πήρε απόφαση για την αποχώρηση των Μπολσεβίκων από το Προκοινοβούλιο, υπερνικώντας την αντίσταση του Κάμενεφ, του Ρίκοφ και των άλλων συνθηκολόγων που υποστήριζαν τη συμμετοχή στο Προκοινοβούλιο. Στις 7 (20) του Οκτώβρη, την πρώτη μέρα της έναρξης των εργασιών του Προκοινοβουλίου, οι Μπολσεβίκοι αφού διάβασαν τη διακήρυξή τους, αποχώρησαν.  (σελ 5).

[iii] Στις 31 του Αυγούστου (13 του Σεπτέμβρη) 1917 το Σοβιέτ Πετρούπολης για πρώτη φορά από την ημέρα της οργάνωσής του, στη συνεδρίαση της ολομέλειάς του με 279 ψήφους υπέρ, 115 κατά και 50 αποχές ψήφισε την απόφαση που πρότεινε η ομάδα των Μπολσεβίκων και η οποία απέκρουσε αποφασιστικά την πολιτική του συμβιβασμού με την αστική τάξη. Η απόφαση καλούσε να περάσει όλη η εξουσία στα χέρια των Σοβιέτ και χάραξε το πρόγραμμα των επαναστατικών μετασχηματισμών στη χώρα. Ύστερα από μερικές μέρες το μπολσεβίκικο κόμμα κέρδισε ακόμη μια μεγάλη νίκη. Στις 5 (18) του Σεπτέμβρη το Σοβιέτ Μόσχας των εργατών και στρατιωτών αντιπροσώπων με πλειοψηφία 355 ψήφων ψήφισε ανάλογη απόφαση που την πρότειναν οι Μπολσεβίκοι. (σελ 39).

 

Κοινοποιήστε