Για την αύξηση του κατώτατου μισθού

Η θέση μας σχετικά με την αύξηση του κατώτατου μισθού που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στις 28/1.

Χωρίς ούτε στιγμή να ξεχνάμε τον αντιδραστικό χαρακτήρα της παρούσας κυβέρνησης με «κορμό» πρώην αριστερούς ρεφορμιστές που πρόδωσαν βάναυσα για λόγους καριέρας στον αστικό κρατικό μηχανισμό όλες τις βασικές πολιτικές δεσμεύσεις τους έναντι της εργατικής τάξης (κατάργηση Μνημονίων, ελεύθερες συλλογικές συμβάσεις, μαζικές προσλήψεις στο κράτος για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών, επαναφορά του κατώτατου μισθού στα προ Μνημονίων επίπεδα κ.α), καλωσορίζουμε την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11% από την 1η Φεβρουαρίου, που ανακοίνωσε το Υπουργείο Εργασίας στις 28/1, κατόπιν, όπως φαίνεται, χορήγησης της σχετική άδειας από την τρόικα, προς μια κυβέρνηση που, κατά τα άλλα, υποτίθεται ότι «έβγαλε τη χώρα από τα Μνημόνια και την επιτήρηση των δανειστών».

Μετά από αυτή την αύξηση θα έχουμε πλέον τη διαμόρφωση του μισθού για όλους τους ανειδίκευτους, άγαμους και χωρίς προϋπηρεσία μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα ανεξάρτητα από την ηλικία τους, στα 650 ευρώ «μεικτά», από τα 586 ευρώ και τα 510 ευρώ για τους νέους έως 25 ετών που ήταν έως σήμερα. «Καθαρά», δηλαδή με αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών, πλέον οι ανειδίκευτοι, άγαμοι και χωρίς προϋπηρεσία μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα θα λαμβάνουν 546 ευρώ από 492 ευρώ που λάμβαναν όσοι από αυτούς είναι άνω των 25 ετών και από 420 ευρώ που λάμβαναν όσοι είναι κάτω των 25 χρονών και αμείβονταν με τον λεγόμενο «υποκατώτατο» μισθό. Με άλλα λόγια, οι άνω των 25 ετών δικαιούχοι του κατώτατου μισθού θα λάβουν «καθαρή» αύξηση 54 ευρώ, ενώ οι νέοι κάτω των 25 ετών θα λάβουν «καθαρή» αύξηση 126 ευρώ. Επίσης, σαν αποτέλεσμα της αύξησης αυτής, αναπροσαρμόζονται ανοδικά, αναλογικά και ακόμα 22 επιδόματα (ανεργίας, γάμου κ.α).

Παρά το αυτονόητα θετικό γεγονός της αύξησης του κατώτατου μισθού, θα πρέπει να υπογραμμιστεί η συνεχιζόμενη άρνηση της κυβέρνησης  να καταργήσει τον αντιδραστικό, μνημονιακό «νόμο Βρούτση» με τον οποίο καταργήθηκαν μόνιμα οι συλλογικές διαπραγματεύσεις για το ύψος του κατώτατου μισθού. Έτσι, με τη συναίνεση της κυβέρνησης, ο κατώτατος μισθός θα συνεχίζει να καθορίζεται με υπουργικές αποφάσεις, κατά βάση με κριτήριο το τι εξυπηρετεί τα καπιταλιστικά συμφέροντα.

Πάνω απ’ όλα, η αύξηση που ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση είναι εντελώς ανεπαρκής. Οι μισθοί αυτού του μεγέθους δεν επαρκούν για τις στοιχειώδες ανάγκες ενός εργαζόμενου ανθρώπου. Αν συνυπολογιστεί η ανάγκη καταβολής ενοικίου στέγης και κανονικής πληρωμής των λογαριασμών τηλεφώνου, ρεύματος και νερού αυτοί οι μισθοί δεν επαρκούν ούτε για 7 με 10 μέρες. Μάλιστα, η προβλεπόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού αναμένεται σε μεγάλο βαθμό να εξανεμιστεί από την επικείμενη αύξηση του αφορολογήτου ορίου, σύμφωνα με τις ήδη ψηφισμένες από την παρούσα κυβέρνηση στη Βουλή, γενικές μνημονιακές δεσμεύσεις.

Επιπλέον, είναι προσβλητικό για τους ανθρώπους του μόχθου να εμφανίζεται αυτή η αύξηση ως μεγάλο πολιτικό κατόρθωμα από «αριστερά» κυβερνητικά στελέχη που αμείβονται μηνιαία με «καθαρούς» μισθούς δεκαπλάσιους από τον κατώτατο μισθό. Αξίζει να σημειωθεί χαρακτηριστικά, ότι σε «καθαρές» αποδοχές, ο πρωθυπουργός λαμβάνει 7.644,79 ευρώ, ο πρόεδρος της Βουλής 5.713 ευρώ, οι υπουργοί 4.412 ευρώ, οι βουλευτές 4.026 ευρώ.

Την ίδια στιγμή που οι μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες συνεχίζουν να εμφανίζουν αθροιστικά πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ως νέα, ετήσια «καθαρά» κέρδη, ο ΣΕΒ (βιομήχανοι) μαζί με τον ΣΕΤΕ (τουριστικές επιχειρήσεις) με μία προκλητική κοινή ανακοίνωσή τους εξέφρασαν, «ήπια» αλλά σαφώς, τη δυσφορία τους για την αύξηση του κατώτατου μισθού. 

Η συνειδητοποίηση από τη μία πλευρά της ευάλωτης φάσης στην οποία βρίσκεται η κυβέρνηση, η οποία την αναγκάζει για λόγους εκλογικής διάσωσης να κάνει μικροπαραχωρήσεις στην εργατική τάξη και από την άλλη, του εντελώς ανεπαρκούς χαρακτήρα της αύξησης του κατώτατου μισθού, αλλά και της τρομακτικής ταξικής αδικίας που αντανακλά το ύψος του σε σύγκριση με τα καπιταλιστικά υπερκέρδη και τους παχυλούς μισθούς των κρατικών αξιωματούχων, πρέπει να γίνει αφορμή για να ξεκινήσουν άμεσα μαζικοί, διεκδικητικοί εργατικοί αγώνες.

Το εργατικό κίνημα, πρέπει να παλέψει μέσα από τα συνδικάτα και με απαραίτητη την κοινή μετωπική δράση των πιο μαχητικών και πρωτοπόρων δυνάμεων σε αυτά, με «κορμό» το ΠΑΜΕ και τις άλλες αριστερές αγωνιστικές δυνάμεις, για την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, ως βάση για ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς στα επίπεδα των αληθινών αναγκών των εργαζομένων και των οικογενειών τους και ως μέρος της πάλης για την κατάργηση των Μνημονίων, τη διαγραφή του ληστρικού κρατικού χρέους, την κοινωνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων για τον δημοκρατικό σχεδιασμό της οικονομίας προς όφελος των εργαζόμενων.