Ο ιστορικός ρόλος της εργατικής τάξης

Η ιστορική κρίση του καπιταλισμού, η συνείδηση των μαζών και ο ρόλος των μαζικών οργανώσεων της εργατικής τάξης αποτελούν τις συνιστώσες ενός θεωρητικού ζητήματος ιδιαίτερα απαιτητικού. Ουσιαστικά αποτελεί το θέμα της διαφωνίας των περισσοτέρων τάσεων μέσα στους κόλπους του σοσιαλιστικού κινήματος. Το κείμενο επιχειρεί να συμπυκνώσει τη μαρξιστική απάντηση.

Οι αστοί όλων των χωρών, με αυτούς των ΗΠΑ επικεφαλής, όπως έγραφε στο Μεταβατικό Πρόγραμμα ο Τρότσκι, «οδεύουν προς την καταστροφή με τα μάτια κλειστά». Δεν έχουν μία πραγματική κατανόηση της ιστορικής πραγματικότητας και, όπως έδειξε η επέμβαση στο Ιράκ, αντιδρούν εμπειρικά στα γεγονότα και μετά βρίσκονται αντιμέτωποι με εξελίξεις που δεν μπορούν να ελέγξουν.

Στην πραγματικότητα, το καπιταλιστικό σύστημα βρίσκεται σε αδιέξοδο σε παγκόσμια κλίμακα. Οι αστοί γυρίζουν γύρω-γύρω, προσπαθώντας να βρουν μια διέξοδο από την κρίση, αλλά με τις ενέργειές τους της προσδίδουν έναν ακόμα πιο εκρηκτικό χαρακτήρα.

Η κοινωνική εξέλιξη δεν κινείται σε μια ευθεία γραμμή. Υπάρχουν άνοδοι και κάθοδοι. Είναι απαραίτητο να εξετάζει κανείς την εξέλιξη στο σύνολό της. Ο Τρότσκι έγραψε κάποτε: «Οι ρεφορμιστές βλέπουν μόνο ανόδους και οι σεχταριστές μόνο καθόδους, αλλά οι μαρξιστές βλέπουν ολόκληρη τη διαδικασία». Τα αποτελέσματα των αλλαγών στο οικονομικό περιβάλλον δεν αντανακλώνται αυτόματα στις συνειδήσεις, αλλά με μια καθυστέρηση. Η ανθρώπινη συνείδηση, γενικά, είναι βαθιά συντηρητική και καθυστερεί σε σχέση με τα γεγονότα.

Στη παρούσα φάση, η συνείδηση των μαζών έχει ρίζες ακόμα στο παρελθόν. Μετά από μια μεγάλη περίοδο σχετικής ευημερίας, υπάρχει μια φυσική απροθυμία να αναγνωριστεί ότι αυτή η «λεωφόρος» είναι τώρα κλειστή και ότι δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή. Οι ρεφορμιστές βασίζονται και οι ίδιοι σε αυτήν την ψυχολογία, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ο θρίαμβος της ελπίδας πέρα και έξω από την πραγματικότητα». Θα χρειαστεί μια αρκετά μεγάλη περίοδος και πολλά σκληρά χτυπήματα, για να σβήσουν αυτές οι προκαταλήψεις και οι αυταπάτες από τη συνείδηση των μαζών.

Αλλά, κάθε μέρα, οι μάζες αποκτούν νέα εμπειρία και μαθαίνουν μέσα από επώδυνα μαθήματα. Η νέα κατάσταση δεν επιτρέπει στην άρχουσα τάξη την πολυτέλεια σοβαρών μεταρρυθμίσεων και παραχωρήσεων. Αντίθετα, οι αστοί προσπαθούν με «νύχια και με δόντια» να ξεριζώσουν τις μεταρρυθμίσεις του παρελθόντος. Αυτό αποκαλύπτεται με χαρακτηριστικό τρόπο με την επίθεση στις συντάξεις στην Ευρώπη. Έχοντας δουλέψει σκληρά όλη τους τη ζωή, οι εργαζόμενοι πληροφορούνται τώρα ότι πρέπει να εργάζονται έως ότου γίνουν 70 ετών, πριν από τα οποία πολύ πιθανά να έχουν πεθάνει: «Εργασία μέχρι τελικής πτώσεως»! Αυτό είναι το σύνθημα της αστικής τάξης, το οποίο βέβαια δεν την εμποδίζει να λεηλατεί τα συνταξιοδοτικά ταμεία των εργαζομένων, για να γεμίζει τις τσέπες της.

Αυτή η επιθετικότητα της αστικής τάξης έχει γίνει αντιληπτή όχι μόνο από την εργατική τάξη, αλλά και από τη μεγάλη μάζα των μικροαστών, οι οποίοι παίρνουν τώρα πια κάποια πολύ καλά μαθήματα για το τι σημαίνει καπιταλισμός. Εάν οι εργατικοί ηγέτες ήταν κάποιας αξίας, θα μπορούσαν εύκολα να απευθυνθούν στη μεσαία τάξη και σε αυτή τη βάση να τους ζητήσουν να υποστηρίξουν το σοσιαλισμό. Όμως, αυτοί οι ηγέτες ενδιαφέρονται περισσότερο για τη γνώμη των δισεκατομμυριούχων από αυτήν της μεσαίας τάξης και των εργαζομένων.

Εάν ο καπιταλισμός θα μπορούσε να επιτύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, δε θα υπήρχε καμία ανάγκη να μειωθούν οι συντάξεις. Αλλά δεν μπορούν πλέον να πετύχουν τα αποτελέσματα που πέτυχαν στο παρελθόν. Πολλά πράγματα απορρέουν από αυτό, προ πάντων το γεγονός ότι οι παραχωρήσεις που έδωσαν στο παρελθόν δεν είναι πλέον δυνατό να δοθούν σήμερα. Αυτό το γεγονός δε γίνεται κατανοητό ακόμα από τις μάζες στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, οι οποίες έχουν την ψευδαίσθηση ότι η παρούσα κρίση είναι μόνο μια προσωρινή διακοπή της προηγούμενης κατάστασης. Αυτή η αυταπάτη ενισχύεται από τους εργατικούς ηγέτες, που ζουν ακόμα στο παρελθόν.

Το παράδειγμα της Ισπανίας 1931-1937

Λόγω της αδυναμίας του υποκειμενικού παράγοντα, η διαδικασία των επαναστατικών εξελίξεων θα τραβήξει σε μάκρος, με αναπόφευκτες υποχωρήσεις και ανόδους. Θα μοιάζει με τις εξελίξεις στην Ισπανία μεταξύ 1930 και 1937. Το 1931, η πτώση της μοναρχίας και η ανακήρυξη της Δημοκρατίας άνοιξαν μια θυελλώδη επαναστατική περίοδο. Οι μάζες κατέβηκαν στους δρόμους σε τεράστιες διαδηλώσεις και η διάθεση που κυριαρχούσε ήταν αυτή μιας διάχυτης ευφορίας.

Οι «δημοκρατικοί» αστοί και οι σοσιαλιστές ήρθαν στην εξουσία. Αλλά η βαθιά κρίση του ισπανικού καπιταλισμού δεν επέτρεψε μια «ενδιάμεση» λύση. Αυτή η περίοδος τελείωσε με μια κολοσσιαία άνοδο της ταξικής πάλης, με μια ανοικτή σύγκρουση μεταξύ της Αριστεράς και της Δεξιάς, καταλήγοντας στην Αστουριανή Κομούνα του 1934 και τη νίκη της Δεξιάς στα δύο «μαύρα έτη» ( «El Bienio Negro»).

Αυτή ήταν μια διετής περίοδος «μαύρης» αντίδρασης, αλλά δεν έλυσε κανένα από τα προβλήματα του ισπανικού καπιταλισμού. Το 1936 είχαμε την ανάληψη της εξουσίας από το Λαϊκό Μέτωπο και το άνοιγμα μιας νέας επαναστατικής περιόδου, που οδήγησε στον Εμφύλιο Πόλεμο. Η εργατική τάξη είχε πολλές ευκαιρίες να πάρει τη εξουσία σε αυτήν την περίοδο, αλλά εμποδίστηκε από όλες τις οργανώσεις της: Σοσιαλιστικό Κόμμα, Κομμουνιστικό Κόμμα, CNT και POUM. Η τελευταία ευκαιρία ήταν το 1937, στις ημέρες του Μαΐου στη Βαρκελώνη.

Φυσικά, υπάρχουν πολλές διαφορές και δεν μπορεί να υπάρξει μια μηχανιστική επανάληψη αυτών των γεγονότων. Αλλά το βασικό συμπέρασμα που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι η Ισπανική Επανάσταση ξετυλίχτηκε σε μια περίοδο επτά ετών. Μέσα σε αυτήν τη περίοδο, υπήρξαν μεγάλα επαναστατικά προχωρήματα, αλλά υπήρξαν επίσης περίοδοι κούρασης, αποθάρρυνσης, υποχώρησης, ηττών και ακόμη και μαύρης αντίδρασης. Αλλά με δεδομένη την αδυναμία της λύσης των βασικών προβλημάτων στη βάση του σάπιου ισπανικού καπιταλισμού, κάθε υποχώρηση ήταν μόνο μια προετοιμασία για μια νέα και ακόμα πιο θυελλώδη εφόρμηση. Αυτός είναι ο κύριος παραλληλισμός που μπορούμε να κάνουμε με την περίοδο στην οποία έχουμε μπει τώρα σε μια παγκόσμια κλίμακα.

Η άνοδος της ταξικής πάλης και οι μαζικές εργατικές οργανώσεις

Η παρούσα κρίση όχι μόνο δεν είναι μια προσωρινή υπόθεση, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι απολογητές του καπιταλισμού, αλλά είναι μια βαθιά οργανική κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η βασική αντίφαση της εποχής μας μπορεί να οριστεί με ένα απλό τρόπο: η αστική τάξη δεν μπορεί να αντέξει σοβαρές παραχωρήσεις και οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να αντέξουν άλλες περικοπές. Οποιαδήποτε προσπάθεια από την αστική τάξη να βρεθεί διέξοδος από την κρίση μπορεί να είναι μόνο εις βάρος της εργατικής τάξης των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών και των μαζών στον λεγόμενο τρίτο κόσμο. Αυτή είναι η αντικειμενική βάση για μια έκρηξη της ταξικής πάλης παντού.

Στο τωρινό στάδιο, η συνείδηση βρίσκεται ακόμα αρκετά πίσω από τις αντικειμενικές συνθήκες. Αυτή είναι και η βαθύτερη αιτία για την αδυναμία της επαναστατικής τάσης στη παρούσα φάση. Αλλά η συνείδηση των μαζών θα καλύψει το χαμένο έδαφος με μια έκρηξη. Η βάση του ρεφορμισμού μέσα στις μαζικές οργανώσεις θα υπονομευτεί.

Περίοδοι μεγάλων κοινωνικών αναταραχών αναπόφευκτα επιδρούν πάνω στις μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης με έναν καθοριστικό τρόπο. Στην προηγούμενη περίοδο, οι μαζικές οργανώσεις κυριαρχούνταν πλήρως από το δεξιό ρεφορμισμό. Αυτό ήταν αντανάκλαση εν μέρει των αντικειμενικών συνθηκών, εν μέρει της καθυστέρησης στη συνείδηση της εργατικής τάξης. Αλλά η τωρινή κρίση «τραβά το χαλί» κάτω από τα πόδια των ρεφορμιστών.

Η ουσία του ρεφορμισμού ήταν οι μεταρρυθμίσεις. Αλλά  ρεφορμισμός χωρίς μεταρρυθμίσεις, και πολύ περισσότερο ρεφορμισμός με αντιμεταρρυθμίσεις, δεν έχει κανένα νόημα. Αντίθετα, είναι η συνταγή για κρίσεις και μεγάλες διασπάσεις στις ρεφορμιστικές οργανώσεις. Σε ένα ορισμένο στάδιο, οι δεξιοί ρεφορμιστές (Μπλερ κλπ.) θα διωχτούν από τις μαζικές οργανώσεις. Αυτό θα προετοιμάσει το δρόμο για μια περίοδο αριστερού ρεφορμισμού ή ακόμα και κεντρισμού. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι μαρξιστικές ιδέες μπορούν να αναπτυχθούν με ταχύτατους ρυθμούς στις μαζικές οργανώσεις.

Η εμπειρία της Ισπανικής Επανάστασης του 1931-37 είναι ένα αντικειμενικό μάθημα για το πώς οι μαζικές οργανώσεις αντανακλούν τη γενική κίνηση της εργατικής τάξης. Οι ηγέτες του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος είχαν συνεργαστεί με τη δικτατορία του Πρίμο ντε Ριβέρα. Ο Λάργκο Καμπαγιέρο, ο ηγέτης του σοσιαλιστικού συνδικάτου, του UGT, ήταν ακόμη και υπουργός της για σύντομο διάστημα. Στην περίοδο 1931-33, οι σοσιαλιστές υπουργοί συμμετείχαν επίσης σε μια κυβέρνηση που κατέστειλε άγρια τις εξεγέρσεις των εργαζομένων και των αγροτών αναρχικών.

Το 1934, οι σοσιαλιστές υπό τον Λάργκο Καμπαγιέρο οργάνωσαν την Αστουριανή Κομούνα. Ένα χρόνο αργότερα, οι νέοι σοσιαλιστές, μια οργάνωση 100.000 μελών, στράφηκαν ενάντια στη Δεύτερη και Τρίτη Διεθνή και υπέρ της τέταρτης διεθνούς. Ζήτησαν από τους Ισπανούς τροτσκιστές να ενωθούν μαζί τους και να τους εκπαιδεύσουν στις ιδέες του γνήσιου μπολσεβικισμού. Αλλά ο «τροτσκιστής» Αντρέ Νιν αρνήθηκε να το κάνει, υποστηρίζοντας ότι ήταν «αδύνατο να ενωθούν οι επαναστάτες με την σοσιαλδημοκρατία». Λόγω αυτής της σεχταριστικής τακτικής, χάθηκε μια χρυσή ευκαιρία και οι νέοι σοσιαλιστές κερδήθηκαν αργότερα από τους σταλινικούς. Αυτό δεν ήταν ένα δευτερεύον γεγονός, αλλά αντίθετα καθόρισε την ίδια τη μοίρα της Ισπανικής επανάστασης. Ο Τρότσκι μετά από αυτό διέκοψε τις σχέσεις του με τον Νιν, τις ενέργειες του οποίου θεώρησε «προδοσία».

Ο ρόλος των μαζικών οργανώσεων στην παρούσα εποχή είναι ένα αποφασιστικό ζήτημα. Λόγω ολόκληρης της ιστορίας των τελευταίων πενήντα ετών, οι ρεφορμιστικές και οι σταλινικές οργανώσεις έχουν τεράστια αποθέματα υποστήριξης στον πληθυσμό, ενώ οι δυνάμεις του γνήσιου μαρξισμού αντίθετα έχουν υποχωρήσει. Θα χρειαστεί χρόνος και η εμπειρία των μαζών βγαλμένη μέσα από μεγάλα γεγονότα για να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Αλλά ένα πράγμα είναι κρυστάλλινα σαφές: η κρίση του καπιταλισμού θα προκαλέσει σπασμούς και διασπάσεις σε όλες τις μαζικές οργανώσεις. Η πόλωση της κοινωνίας στα αριστερά και τα δεξιά θα εκφραστεί αναπόφευκτα με πόλωση στα αριστερά και τα δεξιά μέσα στις μαζικές οργανώσεις – όχι μόνο στα συνδικάτα – αλλά και στα ρεφορμιστικά κόμματα.

Η δύναμη του ρεφορμισμού δεν είναι τυχαία, αλλά έχει τις ρίζες της στους αντικειμενικούς όρους της προηγούμενης περιόδου. Η τωρινή συνείδηση της εργατικής τάξης στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες έχει διαμορφωθεί μέσα από δεκαετίες μεταρρυθμίσεων και σχετικής βελτίωσης στο βιοτικό επίπεδο. Οι ταξικές αντιθέσεις, φυσικά, δεν καταργήθηκαν, αλλά περιορίστηκαν σε ένα βαθμό. Η αιχμή της ταξικής πάλης αμβλύνθηκε και οι μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης βρέθηκαν κάτω από την πίεση της αστικής τάξης, ειδικά μέσω του ηγετικού της στρώματος. Όλα τα είδη των ξένων μικροαστικών και αστικών ιδεών εισχώρησαν μέσα στο εργατικό κίνημα.

Αυτό εκφράστηκε με μια ορισμένη μαλθακότητα στη συνείδηση ακόμη και των τμημάτων των δραστήριων εργατών, οι οποίοι είχαν ξεχάσει τα σκληρά μαθήματα του παρελθόντος. Αυτή η κατάσταση τους φάνηκε κανονική, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μια ιστορική εξαίρεση. Αλλά τώρα ο καπιταλισμός τείνει προς τον ιστορικό του κανόνα. Η χαμογελαστή ρεφορμιστική-δημοκρατική μάσκα θα πέσει, για να αποκαλύψει το πραγματικό άσχημο και αρπακτικό πρόσωπο της αστικής τάξης. Οι τωρινές επιθέσεις στο κράτος πρόνοιας και ο επιθετικός μιλιταρισμός του αμερικανικού ιμπεριαλισμού είναι μόνο μια ένδειξη αυτού που μπορούμε να αναμένουμε.

Στην προηγούμενη περίοδο, ο ρεφορμισμός σε όλες τις εκφάνσεις του (κεϋνσιανισμός, φεμινισμός, φιλειρηνισμός, μαύρος εθνικισμός κλπ.) είχε αμβλύνει την ταξική συνείδηση των ακτιβιστών εργατών και τους έχει εκτρέψει μακριά από την προσπάθεια για το σοσιαλισμό και την επαναστατική πολιτική. Αλλά, μόλις αρχίσει να φυσά ξανά ο φρέσκος άνεμος της ταξικής πάλης, όλα αυτά θα πεταχτούν στην άκρη. Στις σκληρές ταξικές μάχες που αναμένονται, όλη η μαλθακότητα και οι δουλικές και συμβιβαστικές τάσεις θα αποβληθούν από τη συνείδηση της εργατικής τάξης. Οι εργαζόμενοι θα φτάσουν να καταλάβουν τη σοβαρότητα της κατάστασης και ότι μόνο μια επαναστατική αλλαγή στην κοινωνία μπορεί να λύσει τα προβλήματά τους.

Η σημασία του χτισίματος της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης σήμερα

Το κύμα των απεργιών, των γενικών απεργιών και των μαζικών διαδηλώσεων που σάρωσε ολόκληρη την Ευρώπη τα τελευταία δύο χρόνια δεν ήταν τυχαίο. Είναι ένα σύμπτωμα της αρχής μιας αφύπνισης της εργατικής τάξης. Ο Τρότσκι επισημαίνει, στα γραπτά του για την Ισπανία το 1930, ότι αυτό είναι ένα απολύτως αναπόφευκτο στάδιο. Αλλά, επίσης επισήμανε ότι ούτε οι πιο θυελλώδεις απεργίες δε λύνουν τίποτα το θεμελιώδες, πόσο μάλλον εκείνες που ηττώνται. Χωρίς μια θεμελιώδη αλλαγή στην κοινωνία, οι απεργίες και οι διαδηλώσεις δεν μπορούν να λύσουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη. Η κρίση του καπιταλισμού έχει φτάσει σε ένα τέτοιο σημείο, που οι αστοί δεν μπορούν να κάνουν σοβαρές παραχωρήσεις. Μέσω της εμπειρίας πολλών αγώνων, η εργατική τάξη, ξεκινώντας απ’ την πρωτοπορία της, θα αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι είναι απαραίτητα σοβαρότερα πολιτικά μέτρα από την πλευρά της. Μετά από μια ορισμένη περίοδο, οι εργάτες θα αρχίσουν να βγάζουν επαναστατικά συμπεράσματα.

Απαιτούνται μεγάλα γεγονότα, για να αλλάξουν την ψυχολογία της εργατικής τάξης και να καθαρίσουν τις «αραχνιασμένες» συνειδήσεις. Μετά από μια παρατεταμένη περίοδο αδράνειας, η τάξη πρέπει να «τεντώσει τους μυς της», η νέα γενιά πρέπει να μάθει μέσα από μερικά σκληρά μαθήματα, για να αντιληφθεί τη σοβαρότητα των γεγονότων που συνέβησαν πριν από αυτή. Αυτό θα πάρει χρόνο. Είναι όπως ακριβώς η διαδικασία που οι αθλητές αποκαλούν προθέρμανση. Οι γενικές απεργίες και οι μαζικές διαδηλώσεις της πρόσφατης περιόδου αντιστοιχούν λίγο πολύ σε αυτό το είδος προπαρασκευαστικής άσκησης. Είναι μια γενική δοκιμή για τα σοβαρότερα κινήματα που προετοιμάζονται.

Το κύριο πρόβλημα είναι η σοβαρή αδυναμία του υποκειμενικού παράγοντα, η έλλειψη ενός επαναστατικού κόμματος. Εάν υπήρχε ένα ισχυρό μαρξιστικό κόμμα ή τάση, οι εργαζόμενοι, αρχίζοντας με το ενεργό τους κομμάτι στα συνδικάτα και τα μαζικά κόμματα, θα μάθαιναν πολύ πιο γρήγορα. Αλλά το κύρος του μαρξισμού έχει τραυματιστεί εξαιτίας των δεκαετών σταλινισμού και τώρα από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Το κίνημα στο σύνολό του έχει προσωρινά οπισθοχωρήσει. Για αρκετές δεκαετίες, οι δυνάμεις του γνήσιου μαρξισμού είχαν περιοριστεί σε μια μικρή μειοψηφία και είχαν απομονωθεί σε μεγάλο βαθμό από την τάξη. Αυτός είναι ο κύριος παράγοντας που καθιστά τη διαδικασία τόσο αργή και μακροχρόνια.

Εννοείται ότι η πλειοψηφία της εργατικής τάξης, ακόμα και τα πιο πρωτοπόρα στρώματα συνδικαλιστών, δεν έχουν το πλεονέκτημα μιας επεξεργασμένης επιστημονικής προοπτικής. Επομένως, γίνονται εύκολα επιρρεπείς σε διαθέσεις απογοήτευσης σκεπτικισμού και απελπισίας. Είναι απαραίτητο να σταθούμε σταθερά απέναντι από τέτοιες διαθέσεις, οι οποίες μερικές φορές έχουν επιπτώσεις ακόμη και στους μαρξιστές. Είναι απαραίτητο οι μαρξιστές να διεξάγουν μια ασυμφιλίωτη ιδεολογική πάλη, για να προστατευθεί το κίνημα από ξένες ιδέες. Αυτό είναι ο πρωταρχικός όρος, από τον οποίο όλα τα άλλα εξαρτώνται.

Είναι απολύτως απαραίτητο να επισημάνουμε ότι οι υποχωρήσεις και οι εξάρσεις στην ταξική πάλη είναι αναπόφευκτες. Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν πάντα να είναι σε απεργία! Το κίνημα δεν μπορεί να κρατηθεί σε μια κατάσταση ετοιμότητας επ’ αόριστον. Μόνο οι υπεραριστεροί σεχταριστές θα μπορούσαν να φανταστούν ένα τέτοιο πράγμα. Θα υπάρξουν αναπόφευκτα μερικές μικρές διακοπές, δεδομένου ότι οι εργάτες θα προσπαθούν να κάνουν έναν απολογισμό της δράσης τους και να προετοιμάσουν το επόμενο βήμα προς τα εμπρός. Αλλά η επιθετικότητα των αφεντικών σημαίνει ότι τέτοιες μικρές διακοπές θα είναι μόνο το προοίμιο για νέες και ακόμα πιο θυελλώδεις κινητοποιήσεις.

Παντού τα αφεντικά υιοθετούν μια επιθετική στάση. Αυτή θα είναι μια περίοδος σκληρής ταξικής πάλης, στην οποία ο μόνος τρόπος που οι εργαζόμενοι μπορούν να αποσπάσουν παραχωρήσεις είναι μέσα από μια μαχητική δράση. Στο παρελθόν, οι εργαζόμενοι των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών θα μπορούσαν να αποσπάσουν σημαντικές παραχωρήσεις με μια σχετική ευκολία. Συχνά δεν χρειαζόταν ούτε καν να απεργήσουν: η απειλή και μόνο για απεργιακή δράση θα ήταν επαρκής για να αναγκάσει τα αφεντικά να υποχωρήσουν. Αλλά αυτές οι ημέρες έχουν προ πολλού.

Το κίνημα δεν προχωρά ποτέ σε μια ευθεία γραμμή. Οι υποχωρήσεις και οι εξάρσεις είναι αναπόφευκτες. Θα υπάρξουν πολλές ήττες, καθώς επίσης και νίκες. Θα υπάρξουν περίοδοι κούρασης και απάθειας, απελπισίας, ακόμη και αντίδρασης. Αλλά κάθε περίοδος στασιμότητας δε θα είναι παρά μόνο το προοίμιο στις νέες περιόδους αναταραχών και συγκλονισμών και ακόμα σκληρότερων ταξικών συγκρούσεων. Το εκκρεμές θα μετατοπιστεί απότομα προς στα αριστερά για μια ολόκληρη περίοδο. Αυτή είναι η κύρια τάση και πρέπει να το τονίσουμε αυτό και όχι οι προσωρινές περίοδοι αδράνειας που είναι ένα αναπόφευκτο στάδια της εξέλιξης.

Η εκπαίδευση ενός όλο και πιο μεγάλου τμήματος των πρωτοπορών εργατών και νεολαίων στη θεωρία και τις ιδέες του Μαρξ, του Ένγκελς, του Λένιν και του Τρότσκι, στη βάση τους συνθήματος του Λένιν «υπομονετική εξήγηση», αυτό είναι το βασικό καθήκον της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης σήμερα. Το είδος των έντονων καταγγελιών και της υστερίας που ακολουθούν ως πρακτική οι σεχταριστές είναι ανώφελο και αντιπαραγωγικό. Χρησιμεύει μόνο να αποστρέφει τους εργαζομένους και να δυσφημεί τις ιδέες του μαρξισμού. Όλοι οι αξιοθρήνητοι σεχταριστές, δυστυχώς, στο όνομα του Λένιν και του Τρότσκι, ασχολούνται με το να χτίζουν «επαναστατικά κόμματα» στα σύννεφα, αποτελούμενα από «τρία άτομα και ένα σκυλί», όντας οργανικά ανίκανοι να συνδεθούν με το πραγματικό κίνημα της εργατικής τάξης.

Ακριβώς πριν από μια δεκαετία, με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, η αστική τάξη είχε μια διάχυτη ευφορία. Ονειρεύτηκαν το μέλλον με ειρήνη, ευημερία και δημοκρατία παντού. Τώρα όλα αυτά τα όνειρα έχουν γίνει στάχτη. Η παλιά τάξη θρυμματίζεται μπροστά στα μάτια μας. Οι κρίσεις και οι κλονισμοί διαδέχονται ο ένας τον άλλο με συναρπαστική ταχύτητα. Κοιτώντας προς τα πίσω, η κατάρρευση του σταλινισμού θα θεωρηθεί μόνο ως προοίμιο σε ένα πολύ μεγαλύτερο ιστορικό δράμα. Οι φοβερές σκηνές στην Ανατολική Ευρώπη, όταν οι μάζες των ανθρώπων βγήκαν στους δρόμους απαιτώντας μια ριζική αλλαγή του καθεστώτος, θα επαναληφθούν σε ένα πολύ πιο υψηλό επίπεδο στο Λονδίνο, το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη. Το σκηνικό θα στηθεί για τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης σε κάποια χώρα. Λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό αλληλεπίδρασης της παγκόσμιας οικονομίας, αυτό θα είναι το σήμα για τα επαναστατικά κινήματα σε μια παγκόσμια κλίμακα.

Η παρούσα εποχή είναι μοναδική στην ανθρώπινη ιστορία. Οι επαναστάσεις 1848-9 επηρέασαν μόνο την Ευρώπη. Το επαναστατικό κύμα που ακολούθησε την μπολσεβίκικη επανάσταση του 1917 είχε επιπτώσεις στο σύνολο της Ευρώπης και είχε σημαντικό αντίκτυπο στην Περσία, την Ινδία, την Αίγυπτο, την Τουρκία και την Κίνα. Αλλά τώρα ολόκληρος ο κόσμος έχει συνδεθεί με έναν τρόπο που δεν είχε υπάρξει ποτέ πριν.

Οι υπερασπιστές του καπιταλισμού καυχήθηκαν για την παγκοσμιοποίηση. Αλλά η παγκοσμιοποίηση φανερώνεται τώρα ως παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού. Αυτό δημιουργεί τους αντικειμενικούς όρους για μια παγκόσμια επαναστατική κίνηση του προλεταριάτου.  Ο στόχος της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης είναι να δώσει σε αυτό το διεθνές κίνημα συνειδητή και οργανωμένη έκφραση, να το οπλίσει με πρόγραμμα και προοπτική. Αυτός είναι ο πρωταρχικός όρος για τη νίκη!