prague_68.jpg

«Λένιν ξύπνα, ο Μπρέζνιεφ τρελάθηκε!». Αυτό ήταν ένα από τα συνθήματα που ακούγονταν στους δρόμους της Πράγας, όταν τα ρωσικά τανκς εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία. Οι αναταραχές ξεκίνησαν, όταν το σωματείο συγγραφέων πέρασε ένα ψήφισμα υποστήριξης του αγώνα του Ρώσου συγγραφέα Σολζενίτσιν ενάντια στη λογοκρισία.

Το κλίμα ανάμεσα στην διανόηση γρήγορα πέρασε στη νεολαία. Οι φοιτητές ξεκίνησαν διαδηλώσεις ενάντια στις συχνές διακοπές ρεύματος στους ξενώνες τους. Οι ειρηνικές διαδηλώσεις όμως δέχθηκαν τη βίαιη επίθεση από τη μυστική αστυνομία, η οποία τραυμάτισε πολλούς φοιτητές. Οι φοιτητές απαίτησαν αγανακτισμένοι να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι της επίθεσης και η υπόθεση να δημοσιευθεί στον Τύπο.

Οι αναταραχές οδήγησαν στη διάσπαση στις γραμμές της γραφειοκρατίας, στην πτώση του Νοβότνι και στην άνοδο του Ντούπτσεκ. Βέβαια, η πολιτική κρίση που ξέσπασε δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τις κινητοποιήσεις των φοιτητών, αλλά πρέπει να εξεταστεί κάτω από το πρίσμα της οικονομικής κρίσης, που άρχισε να αναπτύσσεται στην Τσεχοσλοβακία την περίοδο εκείνη.

 Οι σταλινικοί και η πολιτική του Ντούπτσεκ

Η παράνοια των διαφόρων σταλινικών γραφειοκρατιών στην Ανατολική Ευρώπη, οι οποίες προσπαθούσαν να χτίσουν το σοσιαλισμό στις χώρες τους, οδήγησε αυτές τις οικονομίες σε βαθιά κρίση. Η προσπάθεια να πετύχουν την αυτάρκεια, χτίζοντας ξεχωριστά κάθε κλάδο της βιομηχανίας, δε λάμβανε υπόψη τους οικονομικούς περιορισμούς που έβαζαν τα στενά όρια που κληρονόμησαν από τον καπιταλισμό.

Ο γραφειοκρατικός κεντρικός σχεδιασμός «από τα πάνω», η διαφθορά και η κακοδιαχείριση σήμαιναν ότι η ανάγκη να «πιαστεί ο στόχος» θα αντικαθιστούσε αναπόφευκτα την ποιότητα με την ποσότητα. Τα προϊόντα που παράγονταν δεν μπορούσαν να πωληθούν στις διεθνείς αγορές, ενώ οι τιμές τους ήταν απρόσιτες για τους Τσέχους εργάτες.

Η τσεχική οικονομία ακροβατούσε στα όρια της στασιμότητας, «παραφορτωμένη» με την ανυπόφορη γραφειοκρατία. Η ανάγκη για την εκλογίκευση της οικονομίας και ο φόβος για τις αντιδράσεις εκ μέρους των εργατών οδήγησε σε μία διάσπαση στις κορυφές τις τσεχικής γραφειοκρατίας και στην άνοδο της πτέρυγας του Ντούπτσεκ. Στη Δύση, η άνοδος του Ντούπτσεκ χειροκροτήθηκε από τα ΜΜΕ. Αλλά τι πραγματικά αντιπροσώπευε; Ο Ντούπτσεκ προσπαθούσε να περάσει μια οικονομική μεταρρύθμιση, κατά την οποία οι ντιρεκτίβες του κεντρικού σχεδίου θα αντικαθιστούνταν από τον σχεδιασμό ανά επιχείρηση ή ανά κλάδο επιχειρήσεων. Μακριά από το να καταργήσει τα προνόμια της γραφειοκρατίας, ο Ντούπτσεκ σκόπευε να οξύνει τις μισθολογικές διαφορές και να δώσει επιπλέον «κίνητρα» στους διευθυντές των εργοστασίων. Αυτή ήταν μια κλασσική βοναπαρτιστική μανούβρα, ισορροπώντας ανάμεσα σε δύο διαφορετικά στρώματα της γραφειοκρατίας (τους διευθυντές εργοστασίων και τους γραφειοκράτες του κράτους).

Αρχικά, ο δυτικός Τύπος ανέφερε ότι οι εργάτες ήταν καχύποπτοι με τον Ντούπτσεκ και είχαν ένα καλό λόγο γι’ αυτό. Σε τελική ανάλυση, οι μεταρρυθμίσεις αυτές στόχευαν ενάντια στα συμφέροντα των Τσέχων εργατών. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις κρατικές επιχειρήσεις θα οδηγούσε πολλές από αυτές στη χρεοκοπία, κάτι που με τη σειρά του θα γεννούσε μεγάλης κλίμακας ανεργία.

Ο Ντούπτσεκ αρχικά έψαχνε να βρει υποστήριξη ανάμεσα στη διανόηση και τους φοιτητές. Ένα τμήμα της τσέχικης γραφειοκρατίας όμως φοβόταν ότι το κλίμα που επικρατούσε στη διανόηση θα μεταδιδόταν στους εργάτες. Αυτό ήταν ένα μάθημα που έμαθαν από την Πολωνία και ιδιαίτερα από την Ουγγαρία, όπου είχαμε και το επαναστατικό κίνημα το 1956.

Το μαζικό κίνημα που αναπτύχθηκε στην Τσεχοσλοβακία τρομοκράτησε τον Μπρέζνιεφ και τη ρωσική γραφειοκρατία. Οι μεταρρυθμίσεις του Ντούπτσεκ ήταν μετριοπαθέστατες, αλλά αρκετές, για να λειτουργήσουν σαν καταλύτης στην έκφραση της αγανάκτησης που τόσο καιρό συσσωρεύονταν στους Τσέχους εργάτες.

Η διάσπαση στις κορυφές της γραφειοκρατίας προκάλεσε ένα πρωτοφανές ξέσπασμα διαδηλώσεων, εκδηλώσεων, συζητήσεων. Σε κάθε εργοστάσιο, πανεπιστήμιο και χωριό πραγματοποιούνταν πυρετώδεις συζητήσεις. Άρχισαν να εμφανίζονται ψηφίσματα που απαιτούσαν την αποπομπή του Νοβότνι και την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων. Ακόμη και μέσα στο ΚΚ είχαμε έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις. Το κίνημα γινόταν όλο και πιο ανυπόμονο και η γραφειοκρατία όλο και πιο αδύναμη. Κάτω από την πίεση του κινήματος, η γραφειοκρατία αναγκάστηκε να ακολουθήσει το ρεύμα, πραγματοποιώντας τη μία μεταρρύθμιση μετά την άλλη.

Το Κρεμλίνο ισχυρίστηκε ότι πίσω από αυτό το κίνημα βρίσκονταν «δυνάμεις της αντίδρασης που είχαν σκοπό να αναστυλώσουν τον καπιταλισμό». Αυτή ήταν και η κλασική άθλια φόρμουλα που χρησιμοποιούσε η ρωσική γραφειοκρατία, για να τρομοκρατεί τους εργάτες.

Οι σταλινικοί γραφειοκράτες της Ρωσίας και της Ανατολικής Ευρώπης φοβόντουσαν τις διαδηλώσεις σαν την πανούκλα, γιατί μέσα τους έβλεπαν την προοπτική ενός κινήματος που θα μπορούσε να ανατρέψει την κυριαρχία τους. Ή, ακόμα χειρότερα, έβλεπαν την προοπτική του χτισίματος οργανώσεων, που θα πρόβαλαν ένα εναλλακτικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα ενάντια στην καρικατούρα του σοσιαλισμού που υπήρχε σε αυτές τις χώρες.

Η Μόσχα άσκησε μεγάλες πιέσεις στην τσεχική γραφειοκρατία για να «τακτοποιήσουν την κατάσταση». Οι «μεταρρυθμιστές», από την άλλη, συνειδητοποίησαν ότι πλέον δεν μπορούσαν να επιβληθούν με τις παλιές μεθόδους. Αν οι μεταρρυθμίσεις δημιούργησαν μία επικίνδυνη κατάσταση για τη γραφειοκρατία, μια προσπάθεια να επιστρέψουν στις παλιές πολιτικές τρομοκρατίας θα δημιουργούσε μία κατάσταση 10 φορές πιο επικίνδυνη.

Ο Ντούπτσεκ και το κίνημα

Οι άμεσοι στόχοι του Ντούπτσεκ ήταν να κάνει παραχωρήσεις που θα μετρίαζαν τη δυσαρέσκεια, αλλά θα άφηναν άθικτα τα προνόμια και την εξουσία της άρχουσας κλίκας. Βέβαια, δεν μπορούσε να επιτρέψει στο κίνημα να πάει πολύ μακριά.

Η πίεση από τη Μόσχα δεν ήταν το βασικό αίτιο που οδήγησε στην αλλαγή της στάσης του Νούπτσεκ. Ο βασικός του στόχος ήταν να περιορίσει το κίνημα των Τσέχων εργατών. Με το ένα χέρι οι γραφειοκράτες έκαναν παραχωρήσεις, ενώ με το άλλο έστελναν προειδοποιήσεις στους εργάτες να αποφύγουν το παράδειγμα της Ουγγαρίας με κάθε κόστος.

Αυτοί οι υποτιθέμενοι μεταρρυθμιστές καλούσαν διαρκώς σε «ηρεμία και τάξη», σε μια προσπάθεια να αποκοιμίσουν τους εργάτες. Όσο όμως oι πιέσεις από τις διάφορες τρομοκρατημένες σταλινικές κλίκες άρχισε να οξύνεται, η τσέχικη γραφειοκρατία άρχισε να υποχωρεί βήμα-βήμα από τις παραχωρήσεις που έκανε.

Ο τσέχικος Τύπος δέχτηκε αυστηρές προειδοποιήσεις να μη δημοσιεύσει άρθρα που θα κριτίκαραν έντονα την ΕΣΣΔ. Σε μία συνάντηση με τον σταλινικό ηγέτη της Ρουμανίας Τσαουσέσκου, ο Ντούπτσεκ ανακοίνωσε: «χρειαζόμαστε τάξη στη χώρα μας. Αν οι ανοιχτές εκδηλώσεις στην Πράγα συνεχιστούν, θα έχουν μία αρνητική επίδραση στην πορεία μας προς τον εκδημοκρατισμό» (Times, 17 Αυγούστου 1968). Ο Ντούπτσεκ άρχισε να παίρνει στα σοβαρά τις προειδοποιήσεις του Κρεμλίνου.

Η ρωσική γραφειοκρατία είχε τρομοκρατηθεί από μια ενδεχόμενη άρση της λογοκρισίας στην Τσεχοσλοβακία. Αν γινόταν κάτι τέτοιο, δε θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν εύκολα τη λογοκρισία και τους περιορισμούς που επέβαλε το νεκρό χέρι της γραφειοκρατίας πάνω στα γραπτά της σοβιετικής διανόησης. Πιο σοβαρή βέβαια θα ήταν η επίπτωση που κάτι τέτοιο θα είχε στην εργατική τάξη.

Η ελεύθερη έκφραση στον Τύπο θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην ομαδοποίηση των απόψεων και ενδεχόμενα στην γέννηση ενός νέου κόμματος.

Στην Τσεχοσλοβακία, όπως και στην Ουγγαρία το 1956 (όπου οι εργάτες ίδρυσαν εργατικά συμβούλια, σοβιέτ σε όλα εκτός από το όνομα), η εργατική τάξη αδιαμφισβήτητα θα κινείτο στην κατεύθυνση του προγράμματος που ο Λένιν έθεσε το 1919, το οποίο θα βασιζόταν στα παρακάτω βασικά αιτήματα:

  • Ελεύθερες δημοκρατικές εκλογές με το δικαίωμα ανάκλησης.
  • Κανένας αξιωματούχος να μη παίρνει μισθό υψηλότερο από αυτόν ενός ειδικευμένου εργάτη.
  • Όχι τακτικός στρατός αλλά ένοπλος λαός.
  • Όχι σταθερή γραφειοκρατία: «κάθε μάγειρας να μπορεί να γίνει πρωθυπουργός».

Τουλάχιστον μία εφημερίδα έβαζε εκείνη την περίοδο στην Τσεχοσλοβακία το ζήτημα του γνήσιου εργατικού ελέγχου και της δημιουργίας εργατικών συμβουλίων. Οι εργάτες, μέσα από την εμπειρία τους, θα διαπίστωναν γρήγορα την ανάγκη να ξεπεράσουν τα εμπόδια που τους έβαζε η κλίκα του Ντούπτσεκ.

Το 1956, οι εργάτες πήγαν πολύ πιο μακριά από ό,τι είχαν προβλέψει οι «μεταρρυθμιστές» τύπου Νάγκι και Ντούπτσεκ. Οι εργάτες ξεκίνησαν μία γνήσια εργατική επανάσταση όχι για να ανατρέψουν τη σχεδιασμένη οικονομία, όπως θα ήθελαν να πιστέψουμε οι σταλινικοί, αλλά για να ξεμπερδεύουν με τη γραφειοκρατία και να χτίσουν μία γνήσια εργατική δημοκρατία. Το κίνημα τσακίστηκε μόνο από την αιματηρή επέμβαση των ρωσικών τανκς. Ξανά, το 1968, η Μόσχα αντιμετώπισε ένα μεγάλο δίλημμα. Είτε να επέμβουν στρατιωτικά, κάτι που θα έπληττε ανεπανόρθωτα το κύρος του σταλινισμού, είτε να μείνουν απ’ έξω και να αφήσουν να σχηματιστεί ένα ζωντανό παράδειγμα εργατικής δημοκρατίας για τους Ρώσους εργάτες.

Μια επιφανειακή προσέγγιση

Με μία ρηχή εξέταση, η εμφάνιση των ρωσικών τανκς στους δρόμους της Πράγας σήμαινε και την ήττα των Τσέχων εργατών. Από μια καθαρά στρατιωτική σκοπιά, η Τσεχοσλοβακία υπολειπόταν κατά πολύ της γιγαντιαίας στρατιωτικής μηχανής της ΕΣΣΔ. Για τους μαρξιστές, όμως, ο στρατιωτικός παράγοντας από μόνος του δεν είναι αποφασιστικός στον πόλεμο. Αν αυτό ίσχυε, τότε η νεαρή σοβιετική δημοκρατία θα τσακιζόταν από την εισβολή 21 ιμπεριαλιστικών στρατών. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε εξαιτίας της διεθνιστικής στάσης που κράτησαν οι μπολσεβίκοι κάνοντας εκκλήσεις στο προλεταριάτο των χωρών που εισέβαλαν, τόσο στις μητροπόλεις όσο και στους εργάτες που συμμετείχαν στις επιθέσεις. Το αποτέλεσμα ήταν μαζικές λιποταξίες στα ιμπεριαλιστικά στρατεύματα, τα οποία μολύνθηκαν με την «μπολσεβίκικη γρίπη».

Μία γνήσια λενινιστική ηγεσία θα προετοίμαζε τους εργάτες για το αναπόφευκτο μίας τέτοιας εισβολής, τόσο πολιτικά όσο και στρατιωτικά. Αν τα ρωσικά στρατεύματα βρίσκονταν αντιμέτωπα με μία εξοπλισμένη εργατική τάξη, οργανωμένη σε σοβιέτ, θα σήμαινε ένα τρομερό αντίκτυπο στους Ρώσους ένστολους εργάτες. Πολλοί αυτόπτες μάρτυρες μιλούσαν για τη σύγχυση και την αποθάρρυνση των Ρώσων στρατιωτών, όταν διαπίστωναν ότι είχαν εξαπατηθεί. Υπήρχαν στιγμές που οι Ρώσοι στρατιώτες ξέσπαγαν σε δάκρυα στη μέση του δρόμου, φωνάζοντας ότι δεν ήξεραν καν ότι βρίσκονταν στην Τσεχοσλοβακία. Σε αυτές τις συνθήκες, ήταν ξεκάθαρο ότι μία διεθνιστική έκκληση θα οδηγούσε σε στάση μεγάλα τμήματα του Κόκκινου Στρατού. Οι Τσέχοι εργάτες και νεολαίοι έδειξαν μία ενστικτώδη τάση να αδελφωθούν με τους Ρώσους στρατιώτες. Μόνη η παθητική αντίσταση όμως δεν είναι αρκετή. Οι στρατιώτες που εισέβαλαν έπρεπε να νιώσουν την αποφασιστικότητα των Τσέχων εργατών να υπερασπιστούν τις κατακτήσεις τους μέχρι τέλους. Αντιμετωπίζοντας μία σθεναρή αντίσταση, οι Ρώσοι στρατιώτες θα έβρισκαν το θάρρος να εναντιωθούν στους αξιωματικούς τους. Χωρίς αυτήν την αντίσταση, όμως, η απειλή του εκτελεστικού αποσπάσματος θα τους επανέφερε διαρκώς στη γραμμή της μάχης.

Η τραγωδία της Τσεχοσλοβακίας συνίστατο στο ότι την κρίσιμη στιγμή οι Τσέχοι εργάτες βρέθηκαν χωρίς ηγεσία, άοπλοι και απροετοίμαστοι. Η δειλή κλίκα του Ντούπτσεκ προτίμησε να δει τη χώρα υπό κατοχή, παρά να οπλίσει τους εργάτες. Αυτό και μόνο δείχνει τις πραγματικές της προθέσεις.

Αναμφισβήτητα, η εισβολή των ρωσικών τανκς ήταν μία ήττα για τους Τσέχους εργάτες. Όπως το 1956, ο καπιταλιστικός Τύπος εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση σαν απόδειξη της «βαρβαρότητας του κομμουνισμού». Έχυσαν κροκοδείλια δάκρυα, αλλά δεν κούνησαν ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι για να βοηθήσουν, γιατί γνώριζαν ότι δεν επρόκειτο για μία αντεπανάσταση, όπως ισχυριζόταν το Κρεμλίνο. Οι Τσέχοι εργάτες δεν είχαν την παραμικρή πρόθεση να επαναφέρουν τον καπιταλισμό, αντίθετα, πάλεψαν για το χτίσιμο ενός υγιούς εργατικού κράτους. Και βέβαια, οι καπιταλιστές δεν έχουν καμία διάθεση να επιτρέψουν κάτι τέτοιο να συμβεί. Έτσι, παρά την υποκρισία του Τύπου, οι καπιταλιστές έμειναν ικανοποιημένοι από την εισβολή της Μόσχας τόσο για να στηρίξουν την προπαγάνδα τους, όσο και για να ξεφορτωθούν ένα παράδειγμα υγιούς εργατικής δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα, οι καπιταλιστές της Δύσης και οι γραφειοκράτες της Ανατολής βασίζονταν ο ένας πάνω στον άλλο για υποστήριξη. Οι καπιταλιστές χρησιμοποιούσαν τα εγκλήματα των γραφειοκρατών για την προπαγάνδα τους, ενώ οι γραφειοκράτες απειλούσαν τους εργάτες με την ενδεχόμενη αντεπανάσταση.

Στο τέλος, αποδείχθηκε ότι ήταν η ίδια η γραφειοκρατία που, όταν πια ήταν αδύνατο να εξασφαλίζει τα προνόμια της στη βάση της σχεδιασμένης οικονομίας, επανέφερε τον καπιταλισμό και αποκαλύφθηκε ως η κύρια αντεπαναστατική δύναμη μέσα στη Ρωσία.

Το πέρασμα της Ανατολικής Ευρώπης στον καπιταλισμό δημιούργησε έναν εφιάλτη για την εργατική τάξη. Την επόμενη περίοδο, όμως, οι εργάτες της Ανατολικής Ευρώπης θα ξαναβρούν τις παραδόσεις του 1956 και 1968 και τους άλλους θαυμάσιους αγώνες της τάξης, καθώς και τις γνήσιες ιδέες του μαρξισμού. Οι ιδέες του Μαρξ και του Λένιν θα ξεπλυθούν από τη λάσπη που τους έχει φορτώσει ο σταλινισμός και οι εργάτες της Ανατολής θα ενώσουν τις δυνάμεις τους με τα αδέρφια τους στη Δύση στον αγώνα για το σοσιαλιστικό μέλλον ολόκληρης της ανθρωπότητας.


Μετάφραση:
Ηλίας Κυρούσης