Κομμουνιστικό Μανιφέστο, καπιταλιστική κρίση,

Με μια πρώτη ματιά θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η ενασχόληση με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο απαιτεί κάποιες πρόσθετες εξηγήσεις. Πώς θα μπορούσε κανείς να δικαιολογήσει την αξία ενός βιβλίου πού έχει γραφεί σχεδόν εδώ και 150 χρόνια;

Στην πραγματικότητα το Κομμουνιστικό Μανιφέστο είναι ακόμη πιο αληθινό σήμερα, σε σχέση με το 1848 που πρωτογράφτηκε. Ας δούμε ένα παράδειγμα. Τον καιρό που έγραφαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, ο κόσμος των μεγάλων μονοπωλίων ήταν ακόμη μια εικόνα του μακρινού μέλλοντος. Παρά το γεγονός αυτό, εξήγησαν τον τρόπο με τον οποίο οι «ελεύθερες επιχειρήσεις» και ο ανταγωνισμός θα οδηγούσαν αναπόφευκτα στην συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και στη συγκέντρωση των παραγωγικών δυνάμεων σε μονοπώλια.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η διαδικασία αυτή έχει πάρει την πιο ολοκληρωμένη της μορφή, 500 γιγαντιαία μονοπώλια απορρόφησαν το 1994 το 92% των συνολικών εσόδων. Σε παγκόσμια κλίμακα, τα έσοδα των 1.000 μεγαλύτερων εταιριών ήταν 8 δισ. δολάρια, ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο 1/3 των συνολικών κερδών παγκοσμίως. Στις ΗΠΑ, το 0,5% των πλουσιότερων οικογενειών έχει στην κατοχή του το μισό της συνολικής ιδιωτικής περιουσίας. Το πιο πλουσιότερο 1% του πληθυσμού των ΗΠΑ αύξησε το μερίδιό του επί του εθνικού εισοδήματος από 17,6% το 1978, στο εκπληκτικό ποσοστό του 36,3% το 1989.

Αυτή η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου δε σηματοδοτεί μια ανάπτυξη της παραγωγής, αλλά μάλλον το αντίθετο. Σε κάθε περίπτωση, η τάση δεν είναι οι επενδύσεις σε νέες εγκαταστάσεις και νέο εξοπλισμό, αλλά το κλείσιμο των υπαρχόντων εργοστασίων και υπηρεσιών και η απόλυση των εργαζόμενων με σκοπό την αύξηση των περιθωρίων κέρδους χωρίς την αύξηση της παραγωγής.

Η Μάστιγα της Ανεργίας

«Εδώ γίνεται εμφανές ότι οι αστοί δεν μπορούν πλέον να είναι η άρχουσα τάξη της κοινωνίας και να επιβάλλουν τους όρους ύπαρξης της κοινωνίας σαν ένα υπέρτατο κανόνα. Δεν μπορούν πλέον να κυβερνούν, επειδή είναι αδύνατον να εξασφαλίσουν την ύπαρξη του σκλάβου τους μέσα στην σκλαβιά του, επειδή δεν μπορούν να τον βοηθήσουν να βυθιστεί σε μια τέτοια κατάσταση, επειδή πρέπει να τον τρέφουν, αντί να τρέφονται από αυτόν. Η κοινωνία δεν μπορεί πλέον να ζει κάτω από την αστική τάξη». (Κομμουνιστικό Μανιφέστο)

Η μαζική ανεργία έχει επιστρέψει και έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο, σαν καρκίνος που ροκανίζει τα σπλάχνα της σύγχρονης κοινωνίας. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, οι άνεργοι υπολογίζονται διεθνώς σε 120 εκατομμύρια. Όμως αυτό το νούμερο, όπως όλες οι επίσημες στατιστικές για την ανεργία, υποτιμά σημαντικά την πραγματική κατάσταση. Αν συμπεριλάβουμε τον τεράστιο αριθμό των ανθρώπων που είναι αναγκασμένοι να εργάζονται σε όλων των ειδών τις περιθωριακές «εργασίες», ο πραγματικός αριθμός της παγκόσμιας ανεργίας και υποαπασχόλησης είναι πάνω από 1 δισ. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, μόνο στη Δυτική Ευρώπη υπάρχουν 18 εκατομμύρια άνεργοι, που αντιπροσωπεύουν το 10,6% του ενεργού πληθυσμού.

Η ανεργία αυτή δεν είναι ο τύπος της κυκλικής ανεργίας, την οποία οι εργαζόμενοι γνώριζαν καλά στο παρελθόν και η οποία εμφανιζόταν μόνο κατά την περίοδο της ύφεσης, ενώ εξαφανιζόταν, όταν η οικονομία ανέκαμπτε και πάλι. Κάθε μέρα οι εφημερίδες γράφουν για νέα κλεισίματα εργοστασίων και για νέες απολύσεις («μειώσεις», για να χρησιμοποιήσουμε την επίσημη φρασεολογία), που είναι συχνά συνδεδεμένες με τις εξαγορές που περιγράψαμε πιο πάνω. Αυτή δεν είναι κυκλική ανεργία, ούτε αυτό που περιέγραφε ο Μαρξ σαν «μια εφεδρική στρατιά εργατικού δυναμικού», η οποία, από καπιταλιστική σκοπιά, έπαιξε ένα χρήσιμο ρόλο στο παρελθόν. Αυτό είναι ένα εντελώς καινούργιο φαινόμενο: μόνιμη, δομική, οργανική ανεργία, η οποία δε μειώνεται αισθητά, ακόμη και όταν υπάρχει «οικονομική άνθιση».

Επιπλέον, αυτή η ανεργία αγγίζει τμήματα της κοινωνίας που στο παρελθόν δεν επηρέαζε: δάσκαλους, γιατρούς, δημόσιους υπάλληλους, τραπεζικούς, επιστήμονες ή ακόμη και διευθυντικά στελέχη. Η αίσθηση ανασφάλειας έχει πρακτικά γενικευτεί σε ολόκληρη την κοινωνία.

Την περίοδο της καπιταλιστικής ανόδου από το 1948 έως το 1973, οι αστοί είχαν καταφέρει – εν μέρει και για μια προσωρινή περίοδο – να ξεπεράσουν τις δύο θεμελιώδεις αντιφάσεις οι οποίες λειτουργούν σαν φρένο στην πρόοδο: την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και το εθνικό κράτος. Η κολοσσιαία ισχύς των μέσων παραγωγής, που δημιουργήθηκαν από τους αστούς, έχουν εδώ και καιρό ξεπεράσει αυτά τα στενά όρια. Αυτή είναι η πραγματική εξήγηση για την σημερινή κρίση. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι αστοί προσπάθησαν να ξεπεράσουν αυτή την κρίση με την κεϋνσιανή πολιτική των πλασματικών κεφαλαίων, από τη μια πλευρά, και με την τεράστια εντατικοποίηση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και την πρωτοφανή επέκταση του παγκόσμιου εμπορίου, από την άλλη. Τώρα όμως, και οι δύο αυτές διαδικασίες έχουν φτάσει στα όριά τους. Η εφαρμογή των κεϋνσιανών μεθόδων, που ακόμη και σήμερα με απίστευτο τρόπο υιοθετούν οι αριστεροί ρεφορμιστές, οδηγεί τελικά σε έκρηξη του πληθωρισμού και των ελλειμμάτων παντού, όπως είχαν προκαταβολικά προβλέψει οι μαρξιστές.

Ο Μαρξ, μέσα από τις σελίδες του «Κεφαλαίου», είχε εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός μπορεί να ξεπεράσει τα όρια του με την χρήση της πίστης. Όμως και αυτό έχει όρια. Σαν αποτέλεσμα, είναι τώρα αναγκασμένοι να αντιστρέψουν ολόκληρη τη διαδικασία στο αντίθετό της, περικόπτοντας τις δημόσιες δαπάνες σε μια απελπισμένη προσπάθεια να αποκτήσουν «ισχυρή οικονομία». Με άλλα λόγια, να επιστρέψουν στην κατάσταση που επικρατούσε τις δεκαετίες του 1920 και 1930 ή ακόμη και στις ημέρες του Μαρξ.

Με τις περικοπές των δημοσίων δαπανών, μειώνεται ταυτόχρονα η ζήτηση και περιορίζεται η αγορά, ακριβώς την στιγμή που ακόμη και οι αστοί οικονομολόγοι παραδέχονται ότι υπάρχει το σοβαρό πρόβλημα της υπερπαραγωγής («πλεονάζουσας παραγωγικής δυνατότητας») σε παγκόσμιο επίπεδο. Με τον τρόπο αυτό προετοιμάζουν μια μαζική ύφεση την επόμενη περίοδο. Όπως έχει εξηγήσει ο Μαρξ, οι καπιταλιστές μπορούν να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις τους μόνο «ανοίγοντας τον δρόμο για πιο εκτεταμένες και καταστροφικές κρίσεις και καταστρέφοντας τα μέσα παραγωγής εκεί που οι κρίσεις έχουν αποφευχθεί».

Σοσιαλισμός και Διεθνισμός

Τα τελευταία χρόνια, οι οικονομολόγοι είπαν πολλά για την «παγκοσμιοποίηση», πιστεύοντας ότι αυτή θα ήταν η πανάκεια που θα τους επέτρεπε να εξαλείψουν ολοκληρωτικά τους κύκλους ανθίσεων και υφέσεων. Όμως, αυτά τα όνειρα συντρίφθηκαν από το χρηματιστηριακό κραχ του Οκτωβρίου του 1997 και από τις κρίσεις των αποκαλούμενων «ασιατικών τίγρεων». Όλα αυτά τα φαινόμενα δείχνουν την άλλη πλευρά της «παγκοσμιοποίησης».

Όποιος διαβάσει το «Μανιφέστο», μπορεί να δει ότι αυτό ακριβώς ήταν που ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν προβλέψει 150 χρόνια πριν. Εξηγούν ότι ο καπιταλισμός πρέπει να αναπτυχθεί σαν ένα παγκόσμιο σύστημα. Σήμερα, η ανάλυση αυτή έχει αποδειχθεί ότι είναι σωστή από τα ίδια τα γεγονότα. Κανείς δεν μπορεί να μην παραδεχθεί σήμερα την συντριπτική κυριαρχία της παγκόσμιας αγοράς. Στην πραγματικότητα, είναι το πιο καθοριστικό φαινόμενο της εποχής μας. Αυτή είναι η εποχή της παγκόσμιας οικονομίας, της παγκόσμιας πολιτικής, της παγκόσμιας κουλτούρας, της παγκόσμιας διπλωματίας και, ας μην ξεχνάμε, των παγκοσμίων πολέμων. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, είχαμε την εμπειρία δύο παγκόσμιων πολέμων σαν αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κρίσης.

Ο σοσιαλισμός είναι διεθνής, αλλιώς δεν είναι σοσιαλισμός. Αλλά ο σοσιαλιστικός διεθνισμός δεν είναι προϊόν συναισθηματισμού. Δεν είναι απλά μια «καλή ιδέα». Απορρέει από την επιστημονική ανάλυση του Μαρξ και του Ένγκελς, οι οποίοι εξήγησαν ότι η δημιουργία του εθνικού κράτους, μιας από τις ιστορικές προοδευτικές κατακτήσεις των αστών, οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα σύστημα παγκόσμιου εμπορίου. Η τρομακτική ανάπτυξη των μέσων παραγωγής από τον καπιταλισμό δεν μπορεί να περιοριστεί στα στενά όρια του εθνικού κράτους και, για το λόγο αυτό, όλες οι καπιταλιστικές δυνάμεις, ακόμη και οι μεγαλύτερες, είναι υποχρεωμένες να συμμετέχουν σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό στην παγκόσμια αγορά.

Οι αντιθέσεις μεταξύ του τεράστιου δυναμικού των παραγωγικών δυνάμεων και του ασφυκτικού κλοιού του εθνικού κράτους αποκαλύφθηκαν με δραματικό τρόπο το 1914 και το 1939. Αυτές οι αιματηρές συγκρούσεις απέδειξαν ότι, από ιστορική άποψη, το καπιταλιστικό σύστημα έχει ήδη ολοκληρώσει την προοδευτική του αποστολή. Όμως, δεν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν η τελική κρίση του καπιταλισμού με την έννοια της αυτόματης κατάρρευσης. Για την υλοποίηση του μετασχηματισμού της κοινωνίας δεν αρκεί το παλιό σύστημα να βρίσκεται σε κρίση. Ανεξάρτητα από το πόσο σκληρή είναι η κρίση, υπάρχουν πανίσχυρα συμφέροντα, τα οποία εξαρτώνται από τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων σε ό,τι αφορά τις απολαβές, τα προνόμια και το κύρος, τα οποία αντιστέκονται με λύσσα σε κάθε προσπάθεια αλλαγής της κοινωνίας. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραψαν το Μανιφέστο, όχι σαν ένα αφηρημένο θεωρητικό κείμενο, αλλά σαν μια πρόσκληση για δράση, όχι σαν ένα βιβλίο, αλλά σαν ένα πρόγραμμα για την δημιουργία ενός επαναστατικού κόμματος και όχι ενός συλλόγου συζητήσεων.

Για να ανατρέψει τον καπιταλισμό, η εργατική τάξη πρέπει να οργανωθεί σαν τάξη, για να υπερασπίσει τα συμφέροντά της. Για πολλές δεκαετίες, οι εργαζόμενοι όλων των χωρών, και κυρίως των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, έχουν δημιουργήσει πανίσχυρες οργανώσεις, κόμματα και συνδικάτα. Όμως, αυτές οι οργανώσεις δεν υπάρχουν στο κενό. Υπόκεινται σε πιέσεις από τον καπιταλισμό, οι οποίες είναι ιδιαίτερα μεγάλες στα ηγετικά τους στρώματα.

Κάθε έξυπνος άνθρωπος μπορεί να καταλάβει ότι η ελεύθερη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων απαιτεί την ενοποίηση των οικονομιών όλων των χωρών, μέσα από ένα κοινό σχεδιασμό, ο οποίος θα επιτρέπει την αρμονική εκμετάλλευση όλων των πόρων του πλανήτη για το όφελος όλων των ανθρώπων.

Με εκπληκτική έμπνευση, οι συγγραφείς του Μανιφέστου προέβλεψαν τις συνθήκες, μέσα στις οποίες ζει σήμερα η εργατική τάξη σε όλες τις χώρες, όταν έγραφαν:

«Εξ’ αιτίας της εκτεταμένης χρήσης του μηχανολογικού εξοπλισμού και του καταμερισμού της εργασίας, η εργασία των προλετάριων έχει χάσει κάθε ατομικό χαρακτήρα και κατά συνέπεια όλη την γοητεία για τον εργαζόμενο. Ο εργαζόμενος γίνεται εξάρτημα της μηχανής και αυτό που απαιτείται από αυτόν είναι μόνο η πιο απλή, η πιο μονότονη και η πλέον εύκολη επιδεξιότητα. Με τον τρόπο αυτό το κόστος παραγωγής για τον εργαζόμενο περιορίζεται σχεδόν εντελώς και υποχωρεί στα επίπεδα που απαιτεί η συντήρησή του και η διατήρηση του είδους του. Όμως, η τιμή των αγαθών, και κατά συνέπεια, και της εργασίας ισοδυναμεί με το κόστος της παραγωγής τους. Σε αναλογία, συνεπώς, καθώς η αποκρουστική εικόνα της εργασίας εντείνεται, τα ημερομίσθια πέφτουν. Επιπλέον, σε αναλογία με την αύξηση της χρήσης της μηχανολογικού εξοπλισμού και του καταμερισμού της εργασίας, αυξάνει και το φορτίο του μόχθου, είτε με την επέκταση των ωρών εργασίας είτε με την αύξηση του έργου που παράγεται κατά το δεδομένο χρόνο ή με την αύξηση της ταχύτητας λειτουργίας του μηχανολογικού εξοπλισμού κλπ».

Τα τελευταία 20, χρόνια τα πραγματικά ημερομίσθια των εργαζόμενων στις ΗΠΑ έχουν μειωθεί κατά 20%, μαζί με μια αύξηση κατά 10% της εργάσιμης ημέρας. Με τον τρόπο αυτό, η πρόσφατη οικονομική άνθιση πραγματοποιείται σε βάρος της εργατικής τάξης. Την στιγμή αυτή, ένας Αμερικάνος εργαζόμενος εργάζεται κατά μέσο όρο 168 ώρες υπερωρίας ετησίως, που ισοδυναμεί σχεδόν με ένα μήνα. Αυτό συμβαίνει ειδικά στην αυτοκινητοβιομηχανία, όπου ο κανόνας είναι εργάσιμη εβδομάδα 6 ημερών και ημέρα 9 ωρών εργασίας. Σύμφωνα με τα αμερικανικά συνδικάτα των εργαζόμενων, αν η εβδομάδα εργασίας περιοριζόταν σε 40 ώρες μόνο στον τομέα αυτό, θα δημιουργούνταν 59.000 νέες θέσεις εργασίας.

Σύμφωνα με ένα άρθρο στο περιοδικό Time (24/10/94): «Οι εργαζόμενοι παραπονούνται ότι για αυτούς η οικονομική ανάπτυξη σημαίνει εξάντληση. Σε όλη την αμερικανική βιομηχανία, οι εταιρείες χρησιμοποιούν την υπερωριακή απασχόληση, για να απομυζήσουν τη μέγιστη δυνατή εργασία από τους εργαζόμενους των ΗΠΑ. Ο μέσος όρος της εργάσιμης εβδομάδας τώρα προσεγγίζει το ρεκόρ των 42 ωρών, συμπεριλαμβάνοντας 4,6 ώρες υπερωριών».

Η ίδια κατάσταση επικρατεί και στη Βρετανία, όπου από την πολιτική της Θάτσερ καταστράφηκαν 2,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στην βιομηχανία, ενώ έχει διατηρηθεί το ίδιο επίπεδο παραγωγής με το 1979.

Η μέθοδος του Μαρξ

Η εκπληκτική ακρίβεια των προβλέψεων που έγιναν στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» δεν είναι τυχαία. Είναι αποτέλεσμα της επιστημονικής μεθόδου του μαρξισμού, του διαλεκτικού υλισμού, ο οποίος στην εφαρμογή του στην ιστορία είναι γνωστός σαν ιστορικός υλισμός. Η βάση της μαρξιστικής θεωρίας της Ιστορίας είχε ήδη μπει από παλιότερα έργα, όπως η «Αγία Οικογένεια» και η «Γερμανική Ιδεολογία».

Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός δεν ξεκίνησαν με τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Υπήρξαν μεγάλοι στοχαστές πριν από αυτούς, που υπερασπίστηκαν την ιδέα μιας αταξικής κοινωνίας, που θα βασίζεται στην κοινοκτημοσύνη. Ο Ρόμπερτ Όουεν, ο Φουριέ, ο Σαίντ Σιμόν και άλλοι. Στις αρχές του 16ου αιώνα, ο Τόμας Μορ έγραψε το βιβλίο του «Ουτοπία», το οποίο περιγράφει μια κομμουνιστική κοινωνία.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς χαρακτήρισαν όλες αυτές τις τάσεις σαν ουτοπικό σοσιαλισμό, ενώ ταυτόχρονα υπερασπίζονταν κάτι διαφορετικό, τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Πού βρίσκεται η διαφορά; Για τους ουτοπικούς ο σοσιαλισμός ήταν απλά μια καλή ιδέα, κάτι ηθικά σωστό, για το οποίο οι άνθρωποι έπρεπε να πειστούν μέσα από κηρύγματα. Από αυτή την άποψη, αν είχαν δίκιο, μια τέτοια νέα κοινωνία θα μπορούσε να υπάρξει διακόσια χρόνια πριν, κάτι το οποίο σίγουρα θα είχε απαλλάξει την ανθρωπότητα από πολλά προβλήματα.

Όμως, ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξήγησαν ότι ο σοσιαλισμός έχει υλική βάση, η οποία έγκειται στο επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων – της βιομηχανίας, της γεωργίας, της επιστήμης και της τεχνολογίας. Ο ιστορικός υλισμός εξηγεί ότι η ιστορική εξέλιξη, σε τελική ανάλυση, βασίζεται στην ανάπτυξη αυτών των παραγόντων.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανακάλυψαν τον πιο σημαντικό νόμο της εξέλιξης της κοινωνίας, που ακόμη και από μόνος του μπορεί να εξηγήσει την εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας. Εξήγησαν ότι μια δεδομένη μορφή της κοινωνίας μπορεί να διατηρείται, μόνο στο βαθμό που μπορεί να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις, και ότι καμία μορφή κοινωνίας δεν εξαφανίζεται μέχρι να εξαντλήσει το δυναμικό ανάπτυξης που εμπεριέχει. Με την έννοια αυτή, θα μπορούσε κάποιος να συγκρίνει ένα κοινωνικοοικονομικό σύστημα με ένα ζωντανό οργανισμό. Δεν είναι κάτι το στατικό και σταθερό για πάντα, όπως οι υπερασπιστές του καπιταλισμού θα ήθελαν να πιστέψουμε κάνοντας ολοκληρωτικά γελοίους ισχυρισμούς σχετικά με τη γενετική βάση της οικονομίας της αγοράς. Όπως και οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό σύστημα, ο καπιταλισμός γεννήθηκε, αναπτύχθηκε, μπήκε στην περίοδο της πλήρους ωριμότητας, αλλά στην συνέχεια έφτασε στα όριά του και τώρα έχει μπει στην φάση της μοιραίας παρακμής.

Από την στιγμή που βασιζόμαστε σε αυτή την επιστημονική βάση, γίνεται πλέον για πρώτη φορά δυνατόν να κατανοήσουμε την ιστορία όχι σαν μια ανούσια και ασύνδετη αλυσίδα γεγονότων, που καθορίζονται αποκλειστικά από την τύχη, ή σαν μονοσήμαντο αποτέλεσμα των ενεργειών των «μεγάλων ανδρών» (παρά το γεγονός ότι φυσικά ο υποκειμενικός παράγοντας στην ιστορία μπορεί και παίζει ένα αποφασιστικό ρόλο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις), αλλά σαν μια διαδικασία που κυβερνάται από νόμους, οι οποίοι μπορούν να κατανοηθούν, όπως και σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της φύσης.

Μεταρρύθμιση και Επανάσταση

«Η ιστορία όλων των κοινωνιών που εμφανίστηκαν μέχρι σήμερα είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων», λέει το «Μανιφέστο» σε μια πολυσυζητημένη φράση. Αλλά τι είναι η πάλη των τάξεων; Ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο, είναι η πάλη για το μοίρασμα της υπεραξίας που παράγεται από την εργατική τάξη. Και αυτή η πάλη θα είναι πάντα αναπόφευκτη, μέχρι τη στιγμή που οι παραγωγικές δυνάμεις θα έχουν φτάσει σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο ανάπτυξης, ώστε να επιτρέπουν την εξαφάνιση της φτώχειας και την αφθονία των αγαθών, όχι μόνο για την μειοψηφία των προνομιούχων αλλά για όλους. Ο σοσιαλισμός, συνεπώς, δεν είναι μια «καλή ιδέα», η οποία μπορεί να υλοποιηθεί σε κάθε ιστορική περίοδο από την στιγμή που θα το θελήσουν οι άνθρωποι. Ο σοσιαλισμός έχει υλική βάση η οποία καθορίζεται από το επίπεδο της ανάπτυξης της βιομηχανίας, της γεωργίας, της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Στη «Γερμανική Ιδεολογία», που γράφτηκε το 1845-1846, ο Μαρξ και ο Ένγκελς εξηγούσαν ότι «… αυτή η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (η οποία από μόνη της εμπεριέχει την πραγματική εμπειρική ύπαρξη των ανθρώπων στον κόσμο – την ιστορική ύπαρξη και όχι την τοπική), είναι μια απόλυτα αναγκαία πρακτική προϋπόθεση, επειδή χωρίς αυτή η επιθυμία γίνεται απλά γενική και με την ύπαρξη φτώχειας ή αγώνα για επιβίωση, όλες οι παλιές άθλιες εργασίες αναγκαστικά θα αναπαράγονταν …»

Χρησιμοποιώντας την φράση «όλες οι παλιές άθλιες εργασίες», ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν στο μυαλό τους την ανισότητα, την εκμετάλλευση, την καταπίεση, τη διαφθορά, τη γραφειοκρατία, το κράτος και όλα τα υπόλοιπα ενδημικά κακά, που συνοδεύουν την ταξική κοινωνία. Σήμερα, μετά την κατάρρευση του σταλινισμού στη Ρωσία, οι εχθροί του σοσιαλισμού προσπαθούν να δείξουν ότι οι ιδέες του μαρξισμού δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Παραβλέπουν την «μικρή λεπτομέρεια» ότι η Ρωσία πριν από το 1917 ήταν πολύ πιο καθυστερημένη από τη σημερινή Ινδία. Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι, που ήταν καλά εξοικειωμένοι με τα κείμενα του Μαρξ, γνώριζαν καλά ότι δεν υπήρχαν οι υλικές βάσεις για σοσιαλισμό στη Ρωσία. Αλλά ο Λένιν και ο Τρότσκι δεν είχαν ποτέ την ιδέα μιας εθνικής επανάστασης ή «του σοσιαλισμού σε μια χώρα» και, πολύ περισσότερο, σε μια καθυστερημένη χώρα, όπως ήταν η Ρωσία.

Οι μπολσεβίκοι πήραν την εξουσία το 1917, με την προοπτική μιας παγκόσμιας επανάστασης. Η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν μια πανίσχυρη ώθηση για την υπόλοιπη Ευρώπη, ξεκινώντας από την Γερμανία, όπου η επανάσταση θα μπορούσε να είχε επιτύχει, αν δεν υπήρχε η αισχρή προδοσία των σοσιαλδημοκρατών ηγετών που έσωσαν τον καπιταλισμό. Ο κόσμος πλήρωσε ένα τρομακτικό κόστος για το έγκλημα αυτό, με τις οικονομικές και κοινωνικές αναταραχές των δύο δεκαετιών μεταξύ των πολέμων, το θρίαμβο του Χίτλερ στην Γερμανία, τον εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία και τελικά τη φρίκη ενός νέου παγκόσμιου πόλεμου.

Υπάρχει ένα σημαντικό κομμάτι του Μανιφέστου, το οποίο δεν έχει γίνει αρκετά κατανοητό, όπου μπορούμε να διαβάσουμε τα ακόλουθα:

«Ποια είναι η στάση των κομμουνιστών σε σχέση με τους προλετάριους σαν σύνολο; Οι κομμουνιστές δε σχηματίζουν ξεχωριστά κόμματα, που αντιτίθενται στα άλλα κόμματα της εργατικής τάξης. Δεν έχουν ξεχωριστά και διαφορετικά συμφέροντα από το υπόλοιπο προλεταριάτο σαν σύνολο. Δε θέτουν δικές τους σεχταριστικές αρχές, με τις οποίες προσπαθούν να μορφοποιήσουν και  να διαπλάσουν το προλεταριακό κίνημα.

Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα άλλα κόμματα της εργατικής τάξης μόνο στα εξής: 1) Στους εθνικούς αγώνες των προλεταρίων διαφορετικών κρατών υπογραμμίζουν και αναδεικνύουν τα κοινά συμφέροντα όλων των προλεταρίων ανεξάρτητα από τις εθνότητες. 2) Στα διάφορα στάδια ανάπτυξης, από τα οποία πρέπει να περάσει ο αγώνας της εργατικής τάξης ενάντια στους αστούς, αντιπροσωπεύουν πάντα και παντού τα συμφέροντα του κινήματος σαν σύνολο.

Συνεπώς, οι κομμουνιστές, από τη μία μεριά, σε πρακτικό επίπεδο, είναι το πιο πρωτοπόρο και ριζοσπαστικό τμήμα των κομμάτων της εργατικής τάξης σε κάθε χώρα, το κομμάτι που τραβά προς τα εμπρός όλα τα υπόλοιπα. Από την άλλη, σε θεωρητικό επίπεδο, σε σχέση με τη μεγάλη μάζα του προλεταριάτου, έχουν το πλεονέκτημα της καθαρής κατανόησης της εξέλιξης του αγώνα, των συνθηκών και των τελικών γενικών αποτελεσμάτων του προλεταριακού κινήματος».

Οι γραμμές αυτές έχουν εξαιρετική σημασία, επειδή δείχνου την μέθοδο του Μαρξ και του Ένγκελς, οι οποίοι είχαν πάντα σαν σημείο εκκίνησης την πραγματική εργατική τάξη, όπως αυτή είναι και όχι όπως εμείς θα θέλαμε να είναι. Η μέθοδος αυτή είναι χιλιάδες έτη φωτός μακριά από τον στείρο σεχταρισμό εκείνων των «επαναστατών», που υπάρχουν στις παρυφές του εργατικού κινήματος και είναι οργανικά ανίκανοι να δημιουργήσουν δεσμούς με το πραγματικό εργατικό κίνημα.

Για τους μαρξιστές, ένα κόμμα είναι κατ’ αρχάς πρόγραμμα, ιδέες, μέθοδοι και παραδόσεις και μόνο μετά από όλα αυτά είναι μια οργάνωση, με στόχο να μεταφέρει αυτές τις ιδέες στην εργατική τάξη. Στην ιστορική της εξέλιξη, η εργατική τάξη δημιουργεί μαζικές οργανώσεις, για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της και να αλλάξει την κοινωνία. Ξεκινώντας με τα συνδικάτα, τις βασικές οργανώσεις της τάξης, οι εργαζόμενοι έφτασαν να κατανοήσουν σε κάποια δεδομένη στιγμή ότι ο αγώνας για αποσπασματικές οικονομικές απαιτήσεις, από μόνος του είναι ανεπαρκής. Στις σημερινές συνθήκες, αυτό το συμπέρασμα είναι απόλυτα αληθινό. Χωρίς τον καθημερινό αγώνα για πρόοδο κάτω από τον καπιταλισμό, η σοσιαλιστική επανάσταση θα ήταν αδύνατη. Μέσα από την πείρα των απεργιών και των διαδηλώσεων, η εργατική τάξη μαθαίνει και κατανοεί την πραγματική της δύναμη. Αλλά αυτό από μόνο του δεν φτάνει. Ακόμη και η πιο μαζική και επιτυχημένη απεργία δεν μπορεί να δώσει λύσεις στα θεμελιώδη προβλήματα της εργατικής τάξης. Επιπλέον, για κάθε επιτυχημένη απεργία υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός από ήττες. Ακόμη και όταν μια μάχη τελειώνει με νίκη, οι αυξήσεις των μισθών τελικά ακυρώνονται από τον πληθωρισμό.

Όταν οι καπιταλιστές παραχωρούν κάτι με το αριστερό χέρι, το παίρνουν πίσω με το δεξί. Στην περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης, οι μεταρρυθμίσεις αντικαθίστανται από αντι-μεταρρυθμίσεις, όπως βλέπουμε σήμερα από τις «σοσιαλιστικές» ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Το γεγονός αυτό έχει τη δική του λογική. Αν κάποιος αποδέχεται το καπιταλιστικό σύστημα, πρέπει να αποδεχθεί και τους νόμους που διέπουν τον καπιταλισμό. Η ανεργία, οι ιδιωτικοποιήσεις, οι περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, όλα αυτά απορρέουν από τη γενικευμένη κρίση του καπιταλισμού. Αυτό είναι ένα πολιτικό ζήτημα, το οποίο δεν μπορεί να λυθεί μόνο με τη συνδικαλιστική δράση, όσο σημαντική και να είναι αυτή. Είναι αναγκαίο να ξεπεράσει τα όρια της δράσης των συνδικάτων και να περάσει στη σφαίρα του πολιτικού αγώνα.

Ο μόνος δρόμος

Όταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραφαν το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», ήταν δυο νεαροί άντρες, 29 και 27 ετών αντίστοιχα. Έγραφαν σε μια περίοδο μαύρης αντίδρασης. Η εργατική τάξη δεν παρουσίαζε καμία κινητικότητα. Το «Μανιφέστο» γράφτηκε στις Βρυξέλλες, όπου οι δύο συγγραφείς του είχαν αναγκαστεί να καταφύγουν σαν πολιτικοί πρόσφυγες. Και παρ\ όλα αυτά, την στιγμή που το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» είδε για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας, τον Φεβρουάριο του 1848, η επανάσταση είχε ήδη ξεσπάσει στους δρόμους του Παρισιού, ενώ τους επόμενους μήνες είχε διαδοθεί σαν επιδημία σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Αν η μετέπειτα ιστορία έχει κάτι να μας διδάξει, αυτό είναι το εξής: τίποτε και κανείς δεν μπορεί να σταματήσει την υποσυνείδητη επιθυμία της εργατικής τάξης να αλλάξει την κοινωνία. Είναι αλήθεια ότι έχουν υπάρξει τραγικές ήττες, όπως η ήττα της επανάστασης του 1848, η Παρισινή Κομμούνα, και σήμερα η ολοκληρωτική εξαφάνιση των τελευταίων κατακτήσεων που απέμειναν από την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία. Και όμως, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι εργαζόμενοι πάντα ανέκαμπταν από τις επιπτώσεις του κάθε πισωγυρίσματος και επέστρεφαν στον δρόμο του αγώνα. Και αυτό συνέβαινε για ένα πολύ απλό λόγο: γιατί δεν είχαν άλλη εναλλακτική λύση. Έτσι, κοιτώντας την ιστορική πορεία, ακόμη και η πιο οδυνηρή ήττα φαίνεται να είναι ένα ακόμη επεισόδιο στο μακροχρόνιο αγώνα της εργατικής τάξης να επιτύχει την τελική χειραφέτησή της.

Όμως, η ιστορία μας διδάσκει και κάτι ακόμη. Για να πετύχεις, δεν αρκεί να επιθυμείς να αγωνιστείς. Είναι αναγκαίο να παλεύουμε συνειδητά, οπλισμένοι με ένα επιστημονικό πρόγραμμα και μια προοπτική. Χωρίς αυτά, η νίκη θα απομακρύνεται συνεχώς. Αλλά αυτά τα πράγματα δεν πέφτουν από τον ουρανό. Δεν είναι δυνατόν να ασχολούμαστε με τις βελτιώσεις των προγραμμάτων μας, των τακτικών και των στρατηγικών, την στιγμή που οι μάζες έχουν ήδη κινηθεί αμφισβητώντας την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Αυτά τα πράγματα πρέπει να είναι προετοιμασμένα εκ των προτέρων.

Παρ’ όλες τις προσπάθειες των δυσφημιστών του, ο μαρξισμός διατηρεί σήμερα ολόκληρη την αξία του, τόσο σαν μια ακριβής ανάλυση της σημερινής κοινωνίας, όσο και σαν ένα πρόγραμμα μάχης για την αλλαγή της. Μπορεί να υπάρχει αυτή ή εκείνη η λεπτομέρεια που έχει αλλάξει, αλλά όλες οι θεμελιώδεις αρχές και οι ιδέες του Κομμουνιστικού Μανιφέστου είναι αποκαλυπτικές και αληθινές σήμερα, όσο ήταν και τον καιρό που πρωτογράφτηκαν. Μάλιστα σε κάποια ζητήματα είναι ακόμη περισσότερο αληθινές σήμερα. Η επανάσταση του 1848 διαπέρασε ολόκληρη την Ευρώπη αλλά είχε μόνο μια μικρή ηχώ εκτός αυτής. Τα μεγάλα επαναστατικά κύματα, που ακολούθησαν την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, επηρέασαν όχι μόνο την Ευρώπη, αλλά και την Κίνα και την Ινδία. Αλλά τώρα, το γονάτισμα όλου του κόσμου στον παγκόσμιο καπιταλισμό προετοιμάζει μια ακόμη πιο δραματική εξέλιξη. Είναι τέτοιος ο βαθμός της αλληλεξάρτησης, που μπορούμε με σιγουριά να προβλέψουμε ότι η νίκη της εργατικής τάξης σε οποιαδήποτε σημαντική χώρα θα οδηγήσει γρήγορα στην ανατροπή του καπιταλισμού στην μια χώρα μετά την άλλη, θέτοντας τη βάση για την ίδρυση μιας Σοσιαλιστικής Ενωμένης Ευρώπης και μιας Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας ολόκληρου του κόσμου.