Γερμανική Επανάσταση

Η Γερμανική επανάσταση, είναι ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα στην Ιστορία. Εάν την περίοδο 1918-19 οι Γερμανοί εργάτες είχαν πάρει τη εξουσία, η παγκόσμια Ιστορία θα ήταν διαφορετική. Μια νικηφόρα επανάσταση στη Γερμανία θα σήμαινε το σπάσιμο της απομόνωσης της Ρωσικής επανάστασης και την άμεση εξάπλωση της επανάστασης στις ανεπτυγμένες χώρες.

Οι περισσότεροι αγωνιστές γνωρίζουν λίγα πράγματα για τη Γερμανική επανάσταση. Περισσότερα είναι γνωστά για την Ρώσικη επανάσταση. Για τους μαρξιστές τα διδάγματα από τη Γερμανική επανάσταση είναι πολύτιμα. Γιατί τα διδάγματα που βγαίνουν από τις ήττες, είναι εξίσου σημαντικά με εκείνα που βγαίνουν από τις νίκες. Η μαρξιστική θεωρία σε πολιτικό επίπεδο, σε τελική ανάλυση είναι η συλλογική εμπειρία της παγκόσμιας εργατικής τάξης.

Ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος και το SPD

Όπως εξήγησε ο Λένιν, ο πόλεμος συχνά έχει επαναστατικές συνέπειες. Τόσο η Ρώσικη, όσο και η Γερμανική επανάσταση γεννήθηκαν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η επανάσταση ήταν η αιτία που σταμάτησε έναν εφιάλτη που κόστισε 14 εκατομμύρια νεκρούς.

Στα χρόνια πριν από το ξέσπασμα του Παγκόσμιου Πολέμου, είχε γίνει ξεκάθαρο στα κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς ότι ο πόλεμος ερχόταν. Η Δεύτερη Διεθνής, βασισμένη τυπικά στις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς, αποτελούταν από μια σειρά Σοσιαλδημοκρατικών Κομμάτων και είχε στις τάξεις της μια πλειάδα ηγετών, από ρεφορμιστές και «κεντριστές» όπως ο Μπερνστάιν και ο Κάουτσκι, μέχρι επαναστάτες, όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπνεχτ, ο Λένιν και ο Τρότσκι. Ομόφωνα στα συνέδριά της του 1907 και του 1913, η Διεθνής είχε ψηφίσει αποφάσεις που μιλούσαν για εναντίωση και αντίσταση στον πόλεμο, ακόμα και με μια γενική απεργία.

Το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) ήταν το μεγαλύτερο και το πιο ισχυρό κόμμα της Δεύτερης Διεθνούς. Το 1921 είχε 1 εκατομμύριο μέλη, περισσότερους από 15.000 επαγγελματίες και 90 καθημερινές εφημερίδες! Όπως τα υπόλοιπα κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς, το SPD είχε ψηφίσει υπέρ των αντιπολεμικών αποφάσεων της Διεθνούς. Αλλά όπως τα περισσότερα από τα κόμματα αυτά, καταπάτησε αυτές τις αποφάσεις.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, τον Αύγουστο του 1914, τα μέλη του SPD στο γερμανικό κοινοβούλιο (Ράιχσταγκ, Reichstag),ψήφισαν υπέρ των πολεμικών πιστώσεων, δηλαδή πρακτικά υπέρ της αποστολής εκατομμυρίων εργατών στην αλληλοσφαγή για τα συμφέροντα των καπιταλιστών. Όταν ο Λένιν είδε το σχετικό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας του κόμματος, «Φόρβερτς», μίλησε για προβοκάτσια του γερμανικού γενικού επιτελείου. Δυστυχώς όμως, δεν ήταν.

Η υποστήριξη στον πόλεμο ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου εκφυλισμού των ηγετικών τμημάτων πολλών κομμάτων της Δεύτερης Διεθνούς. Μετά από χρόνια καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης οι ηγέτες ήταν σε θέση να διαπραγματεύονται παραχωρήσεις και αυτό τους εξασφάλιζε τη βελτίωση του επιπέδου ζωής τους και την απομάκρυνσή από τη μοίρα των απλών εργατών. Γι’ αυτό ήταν σύμφωνο με το συμφέρον τους το να «υποστηρίζουν» τη δική τους πατρίδα στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ήταν μετά από αυτή την προδοσία που η Ρόζα Λούξεμπουργκ αποκάλεσε την Δεύτερη Διεθνή «ένα πτώμα που ζέχνει».

Η ίδρυση του «Σπάρτακου»

Αρκετοί βουλευτές του SPD είχαν ψηφίσει υπέρ των πολεμικών πιστώσεων, από μια κακώς εννοούμενη κομματική πειθαρχία. Ομόνος που αντιστάθηκε ανοιχτά εκείνους τους μήνες στο κοινοβούλιο, ήταν ο Καρλ Λίμπκνεχτ, που λαθεμένα είχε απόσχει από την ψηφοφορία τον Αύγουστο. Αλλά τελικά, θεωρώντας ότι δεν ήταν αρκετό να διαφωνεί μόνο εντός των τειχών του κόμματος, τον Δεκέμβριο του 1914 καταψήφισε τις πολεμικές πιστώσεις στη γερμανική Βουλή, κερδίζοντας τεράστιο κύρος ανάμεσα στους πρωτοπόρους εργάτες που είχαν αντιπολεμικά αισθήματα.

Η δυσαρέσκεια με την ηγετική πολιτική άρχισε να διαδίδεται μέσα στο SPD και ένας αριθμός τοπικών οργανώσεων υιοθετούσε αντιπολεμικά ψηφίσματα. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Φρανς Μέρινγκ άρχισαν να εκδίδουν την εφημερίδα «Η Διεθνής» και μαζί με τον Κάρλ Λίμπκνεχτ ίδρυσαν την διεθνιστική οργάνωση «Σπάρτακος», τον πυρήνα του μελλοντικού Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Την Πρωτοχρονιά του 1916 η οργάνωση αυτή διεξήγαγε το πρώτο της συνέδριο και αποφάσισε να εκδώσει την εφημερίδα «Σπάρτακος». Από τότε τα μέλη της έγιναν γνωστοί ως «Σπαρτακιστές». Ο «Σπάρτακος» διεξήγαγε δουλειά μέσα στο SPD με σκοπό να κερδίσει την πλειοψηφία σε μια διεθνιστική πολιτική.

Οι Σπαρτακιστές συμμετείχαν στη Διάσκεψη του Τσίμερβαλντ το 1915, μαζί με λίγους ακόμα σοσιαλιστές που έμειναν πιστοί στις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού. Εκείνη την περίοδο οι διεθνιστές ήταν μόνο μια μικρή ομάδα. Όμως καθώς ο πόλεμος εξελισσόταν, οι μάζες μπορούσαν να αντιληφθούν την απάτη του πατριωτισμού και ν’ ανοίξουν τα αυτιά τους στα κηρύγματα των διεθνιστών σοσιαλιστών. Έτσι η μικρή ομάδα του Τσίμερβαλντ, μετά τη νίκη της Οκτωβριανής επανάστασης στη Ρωσία μετεξελίχθηκε στον πυρήνα μιας νέας επαναστατικής Διεθνούς.

Εργατική εναντίωση στον πόλεμο και αντιπολίτευση μέσα στο SPD

Τη Πρωτομαγιά του 1916, μια διαδήλωση πάνω από 10.000 ατόμων έγινε στο Βερολίνο, μετά από έκκληση Σπαρτακιστών εργοστασιακών ηγετών. Ο Λίμπκνεχτ συνελήφθη για αντιπολεμική προπαγάνδα και καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση. Την ημέρα της δίκης του, 50.000 εργάτες απήργησαν και διαδήλωσαν. Στα γεγονότα αυτά συνελήφθησαν εκατοντάδες Σπαρτακιστές στα εργοστάσια του Βερολίνου. Τον Ιούλιο του 1916 συνελήφθη τελικά και η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Αλλά ο πάγος είχε σπάσει. Η εναντίωση στον πόλεμο άρχισε να εξαπλώνεται. Τον Νοέμβριο του 1916, είχαμε μια ακόμα διαδήλωση 30.000 εργατών στη Φρανκφούρτη.

Αυτή η διάθεση πέρασε και μέσα στο SPD. Τον Μάρτιο του 1915, ενάντια στις πολεμικές πιστώσεις ψήφισαν πλέον 25 βουλευτές. Τον Αύγουστο ο αριθμός έγινε 26 και τον Δεκέμβριο 48 από τους 108 συνολικά βουλευτές του κόμματος καταψήφισαν.

Τον Μάρτιο του 1916 οι αντιπολιτευόμενοι βουλευτές κέρδισαν τον έλεγχο των οργανώσεων στο Βερολίνο, τη Βρέμη, τη Λειψία και άλλες βιομηχανικές πόλεις – κλειδιά. Η αντιπολίτευση διοργάνωσε την πρώτη της εθνική συνδιάσκεψη τον Ιανουράριο του 1917. Η πλειοψηφία της ηγεσίας του SPD δεν μπορούσε αυτό να το ανεχθεί και αμέσως διέγραψε την αντιπολίτευση. Από τους διαγραμένους δημιουργήθηκε το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (USPD) με 120.000 μέλη, ενώ στο SPD παρέμειναν 170.000 μέλη.

Το USPD ήταν μια συμμαχία των αντιπολιτευόμενων ομάδων του SPD. Το αποτελούσαν ρεφορμιστές που είχαν μια αντιπολεμική στάση όπως ο Κάουτσκι και ο Μπερνστάιν μαζί με επαναστάτες όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ. Το νέο κόμμα εξέφραζε την δυσαρέσκεια των μαζών και ήταν ένα κλασσικό κεντριστικό κόμμα. Ο κεντρισμός είναι ένα πολιτικό φαινόμενο που κινείται ανάμεσα στις ιδέες του επαναστατικού μαρξισμού και του ρεφορμισμού. Αλλά το σημαντικό ζήτημα σχετικά με τα κεντριστικά κόμματα είναι η κατεύθυνση στην οποία κινούνται. Το 1918 το USPD κινούταν προς μια επαναστατική κατεύθυνση.

Οι συνθήκες στη χώρα ήταν τρομακτικές τον Χειμώνα 1917-18. Χιλιάδες Γερμανοί εργάτες ζούσαν στην πείνα. Σ’ αυτές τις συνθήκες, η ταυτόχρονη νίκη της Ρώσικης επανάστασης είχε μια κολοσσιαία επίδραση. Συζητούταν σε όλη τη χώρα, στα εργοστάσια και στα μαγαζιά. Το πρώτο διάταγμα της νέας μπολσεβίκικης κυβέρνησης ήταν μια έκκληση στους λαούς του κόσμου για μια άμεση επίτευξη ειρήνης, χωρίς προσαρτήσεις και στη βάση της αυτοδιάθεσης των εθνών. Αυτό είχε τρομερή επίδραση στην παγκόσμια εργατική τάξη. Στη Γαλλία είχαμε μαζικές ανταρσίες στο στρατό. Στην Βρετανία, τη Γαλλία και την Αυστροουγγαρία είχαμε κύμα απεργιών. Τον Απρίλιο του 1917 η Γερμανία έζησε το δεύτερο μεγάλο κύμα απεργιών ενάντια στον πόλεμο, με 200.000 απεργούς στο Βερολίνο και τη Λειψία . Τον Ιανουάριο του 1918 είχαμε την μεγαλύτερη απεργία των χρόνων του πολέμου, ενάντια στις αφόρητες πιέσεις που ασκούσε η γερμανική κυβέρνηση στην κυβέρνηση των μπολσεβίκων κατά τις διαπραγματεύσεις του Μπρεστ Λιτόφσκ. Η απεργία ήταν οργανωμένη από μια ομάδα που ονομαζόταν «Επαναστάτες Συνδικαλιστές», η οποία αργότερα μπήκε στο USPD, αλλά διατήρησε την αυτονομία της μέσα στο κόμμα. Όταν η απεργία κατέληξε σε ήττα, περισσότεροι από 100.000 απεργοί κατετάγησαν βίαια στο στρατό και στάλθηκαν στο μέτωπο. Ο Λένιν υποστήριξε ότι αυτή η κινητοποίηση εξέφραζε μια αλλαγή των διαθέσεων στις τάξεις του γερμανικού προλεταριάτου.

Η άρχουσα τάξη στη Γερμανία, ήταν τρομοκρατημένη από την αναπτυσσόμενη δυσαρέσκεια στο μέτωπο. Σύμφωνα με τα λόγια του αντιπροέδρου Χίντζε, «είναι αναγκαίο να εμποδίσουμε έναν ξεσηκωμό από τα κάτω με μια επανάσταση που θα την εισάγουμε τεχνητά». Έτσι μια κοινοβουλευτική κυβέρνηση σχηματίστηκε, με τον ανιψιό του Κάιζερ, πρίγκηπα Μαξ Φον Μπάντεν επικεφαλής. Για να αποπροσανατολιστούν οι μάζες στην κυβέρνηση συμπεριελήφθη και ο ηγέτης του SPD, ο Σάιντεμαν. Τον Οκτώβριο ανακοινώθηκε αμνηστία για τους πολιτικούς κρατούμενους, συμπεριλαμβανομένου του Λίμπκνεχτ, ο οποίος καλωσορίστηκε από 20.000 συγκεντρωμένους Βερολινέζους εργάτες, αλλά η Λούξεμπουργκ ήταν ακόμα στη φυλακή. Όμως, αυτή η από τα πάνω μεταρρύθμιση, είχε έρθει αργά, χωρίς να μπορεί να προλάβει το ξέσπασμα της επανάστασης και να σώσει την άρχουσα τάξη.

Η ανταρσία στο Κίελο και τα εργατικά και στρατιωτικά συμβούλια

Το στρατιωτικό μέτωπο άρχισε να καταρρέει. Το 1918, 400.000 στρατιώτες λιποτάκτησαν. Το Γενικό επιτελείο πρότεινε στην κυβέρνηση να ζητήσει συνθηκολόγηση, αλλά εκείνη αρνήθηκε. Σε μια απελπισμένη κίνηση το Γενικό επιτελείο αποφάσισε στις 28 Οκτωβρίου να ξεκινήσει αντεπίθεση στη Βόρεια Θάλασσα για να σώσει την τιμή του γερμανικού ναυτικού, ρισκάροντας τη ζωή 80.000 αντρών σε μια επιχείρηση αυτοκτονίας. Αυτό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Οι ναύτες εξεγέρθηκαν σε διάφορα πλοία και 1.000 συνελήφθησαν. Οι υπόλοιποι ανησυχώντας για τους συναδέλφους τους, διοργάνωσαν μια ανοιχτή συγκέντρωση και μια διαδήλωση. Η διαδήλωση είχε 9 νεκρούς. Το σοκ κινητοποίησε όλους τους ναύτες στο Κίελο και τη νύχτα έγιναν συνελεύσεις σε όλα τα πλοία. Τις επόμενες μέρες εκλέχτηκαν συμβούλια ναυτών και στρατιωτών. Αξιωματικοί συνελήφθησαν και αφοπλίστηκαν. Από κοινού το SPD και το USPD κάλεσαν μια γενική απεργία για τη υποστήριξη των ναυτών και σχηματίστηκαν εργατικά συμβούλια. Στις 3 Νοεμβρίου η Γερμανική Επανάσταση ξεκίνησε και επίσημα με τη ανταρσία στο Κίελο.

Η επανάσταση απλώθηκε με την ορμή πυρκαγιάς. Στις 6 Νοεμβρίου, τα εργατικά, ναυτικά και στρατιωτικά συμβούλια πήραν την εξουσία στο Αμβούργο, τη Βρέμη και το Λίμπεκ. Τις δύο επόμενες μέρες το ίδιο έγινε στη Δρέσδη, τη Λειψία, το Σέμνιτζ, το Μαγδεμβούργο, το Μπραουνσβάικ, τη Φρανκφούρτη, την Κολωνια, τη Στουτγκάρδη, τη Νυρεμβέργη και το Μόναχο.

Στις 9 Νοεμβρίου, τα εργατικά και τα στρατιωτικά συμβούλια εγκαταστάθηκαν στο αρχηγείο του στρατού. Οι εργάτες και οι στρατιώτες αυθόρμητα σχημάτιζαν συμβούλια, δηλαδή σοβιέτ, όπως στη Ρωσία το 1905 και το 1917. Σε λίγες μέρες μια νέα εξουσία αναδείχθηκε, ανταγωνιστική ως προς το αστικό κράτος, Μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας προέκυψε, ανάλογη με αυτή του Φλεβάρη του 1917 στη Ρωσία.

Στην πραγματικότητα, η εξουσία βρισκόταν στα χέρια των εργατών και των στρατιωτών, αλλά αυτοί δεν το είχαν συνειδητοποιήσει. Όπως στη Ρωσία το Φλεβάρη του 1917, οι εργάτες από παράδοση έμειναν προσανατολισμένοι στο SPD ακόμα κι αν δεν συμφωνούσαν με την πολιτική της ηγεσίας του. Στη Γερμανία, όπως και στη Ρωσία, μόνο μέσα από την εμπειρία τους μπορούσαν να δοκιμάσουν τα κόμματα και να μάθουν να τα διαχωρίζουν. Βραχυπρόθεσμα, οι μάζες έβλεπαν το SPD σαν την δική τους οργάνωση παρά τον προδοτικό ρόλο των ηγετών του και το USPD σε αυτές τις συνθήκες έπαιζε έναν σημαντικό, αλλά δευτερεύοντα ρόλο. Οι εργάτες πέρασαν την εξουσία στα χέρια των ηγετών του SPD.

Η Δυαδική εξουσία και ο προδοτικός ρόλος των ηγετών

Αλλά η ηγεσία δεν είχε την πρόθεση να χρησιμοποιήσει την εξουσία υπέρ των εργατών. Το νέο στρώμα ηγετών, οι Νόσκε, Έμπερτ και Σάιντεμαν, προσπάθησαν να υπνωτίσουν τους εργάτες και να τους παγιδεύσουν. Έκαναν την πιο καθοριστική δουλειά για λογαριασμό της άρχουσας τάξης ώστε να εμποδιστεί η επανάσταση. Όταν ο πρίγκηπας Μαξ Μπάντεν ρώτησε τον Έμπερτ αν θα έπειθε τον Κάιζερ να παραιτηθεί, εκείνος απάντησε: «Αν ο Κάιζερ δεν παραιτηθεί η επανάσταση είναι αναπόφευκτη και εγώ τη μισώ σαν αμαρτία!». Αλλά ο Κάιζερ είχε χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και αρνήθηκε να παραιτηθεί. Αντίθετα απαίτησε να βομβαρδιστεί ο πληθυσμός για να σταματήσει η επανάσταση, μέχρι που ένας στρατηγός του ανέφερε πως δεν έχει στρατό για να πραγματοποιήσει κάτι τέτοιο. Κάτω από την πίεση των μαζών, το SPD αποχώρησε από τη νέα κυβέρνηση και ο Μάξ Φον Μπάντεν ανακοίνωσε ότι Κάιζερ παραιτήθηκε, πριν ακόμα το ανακοινώσει στον ίδιο τον Κάιζερ!

Η άρχουσα τάξη ήταν απελπισμένη και η μόνη διέξοδος που έβλεπε ήταν να διορίσει τον Έμπερτ καγκελάριο για να εκτρέψει την οργή των μαζών σε κοινοβουλευτικές οδούς. Στο μεταξύ, οι μάζες στο Βερολίνο ήταν στους δρόμους. Από νωρίς το πρωί στις 9 Νοέμβρη, προκηρύξεις είχαν τυπωθεί από το USPD και μοιράζονταν στα εργοστάσια του Βερολίνου, καλώντας σε ένοπλη εξέγερση. Ένοπλοι στρατιώτες, γυναίκες και παιδιά μαζί με τις εργαζόμενες μάζες συγκεντρώθηκαν στο κέντρο του Βερολίνου.

Ο Έμπερτ προσπάθησε να έρθει σε συμφωνία με το USPD για να μπει στην κυβέρνηση, αλλά το USPD τηρούσε στάση αναμονής. Το SPD βιάστηκε να σχηματίσει ένα αποκαλούμενο «εργατικό και στρατιωτικό συμβούλιο», που απαίτησε την σοσιαλιστική δημοκρατία. Μια μεγάλη διαδήλωση κατέλαβε το κοινοβούλιο και ο Σάιντεμαν ανακοίνωσε στο πλήθος ότι ο Έμπερτ έγινε καγκελάριος φωνάζοντας «Ζήτω η Μεγάλη Γερμανική Δημοκρατία!». Όταν ο Έμπερτ άκουσε τα νέα, ανησύχησε, παρατηρώντας τον Σάιντεμαν ότι δεν έπρεπε να μιλήσει για Δημοκρατία,. Αλλά ήταν αργά. Το νέο μαθεύτηκε. Αργότερα την ίδια μέρα, ο Λίμπκνεχτ από το ίδιο μπαλκόνι ανακήρυξε την σοσιαλιστική δημοκρατία. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ήταν πραγματικότητα, όμως αυτές οι δηλώσεις δείχνουν το κλίμα που επικρατούσε στο Βερολίνο.

Το ίδιο απόγευμα, οι Επαναστάτες Συνδικαλιστές συναντήθηκαν σε μια μεγάλη συγκέντρωση, διακηρύσσοντας την έναρξη της ζωής του Εργατικού και Στρατιωτικού Συμβουλίου του Βερολίνου. Κάλεσαν για την επόμενη μέρα μια συνάντηση με εκπροσώπους από όλα τα εργοστάσια και τα στρατόπεδα. Το SPD το δέχθηκε αυτό, παρ’ ότι ερχόταν σε αντίθεση με την πρόταση του για συντακτική εθνοσυνέλευση. Όλο το βράδυ κινητοποιούσε τους υποστηρικτές του στα εργοστάσια και τα στρατόπεδα, Στο μεταξύ, το SPD και το USPD συμφώνησαν να σχηματίσουν μια κοινή κυβέρνηση με 3 υπουργούς από το κάθε κόμμα.

Στην αρχή 1.500 αντιπρόσωποι συμμετείχαν στο Συμβούλιο, εργάτες και ένοπλοι στρατιώτες, Το SPD είχε προετοιμάσει τους στρατιώτες λέγοντάς τους ότι πρέπει να υποστηριχθούν τα συμφέροντα ολόκληρου του έθνους κι όχι μόνο μιας τάξης, προετοιμάζοντας τους έτσι να δεχθούν την εξουσία της νέας κυβέρνησης κι όχι αυτή των συμβουλίων. Παρόλα αυτά, εκλέχτηκε ένα συμβούλιο λαϊκών κομισάριων (επιτρόπων, υπουργών) που αποτελούταν κατά το ήμισυ από το SPD και κατά το άλλο ήμισυ από το USPD και δήλωνε πίστη στην κοινοβουλευτική κυβέρνηση. Ξαφνικά ο Έμπερτ βρέθηκε να ηγείται και της κοινοβουλευτικής και της επαναστατικής κυβέρνησης! Το SPD είχε κερδίσει μια κυρίαρχη θέση σε μια επανάσταση που ήθελε να εμποδίσει.

Η Συντακτική συνέλευση

Παρότι η εξουσία τους στηρίζονταν στα συμβούλια, οι κομισάριοι γρήγορα ταυτίστηκαν με το Γενικό στρατιωτικό επιτελείο. Η επιδίωξη των ηγετών του SPD ήταν να παλινορθώσουν την αστική εξουσία. Γι’ αυτόν το σκοπό, ήθελαν να συγκαλέσουν μια συντακτική εθνοσυνέλευση. Αντίθετα, η επιδίωξη των Σπαρτακιστών ήταν να καλέσουν ένα εθνικό συνέδριο των συμβουλίων, σαν βάση για μια γνήσια εργατική δημοκρατία.

Κάτω από την απειλή της επανάστασης, η αστική τάξη έγινε «δημοκρατική», ενώ πριν υποστήριζε τη μοναρχία και στρεφόταν στη σύγκληση συντακτικής εθνοσυνέλευσης για να υπονομεύσει την εξουσία των συμβουλίων.

Το αίτημα για «συντακτική» δίχασε τους επαναστάτες. Κατά τον αγώνα ενάντια στην απολυταρχία, το αίτημα για συντακτική συνέλευση αντιπροσώπευε ένα γνήσιο αίτημα των μαζών, αλλά τώρα υπήρχε ήδη μια άλλη εξουσία : τα εργατικά και στρατιωτικά συμβούλια. Οι μπολσεβίκοι χρησιμοποίησαν το σύνθημα τις συντακτικής συνέλευσης για να συνδεθούν με τους δημοκρατικούς πόθους των μαζών στον αγώνα ενάντια στον Τσαρισμό. Η συντακτική θα μπορούσε να γίνει το μέσο για επαναστατική προπαγάνδα στις μάζες. Από τον Φλεβάρη όμως του 1917, πρόβαλλαν παράλληλα το σύνθημα «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ». Εξηγούσαν τα πλεονεκτήματα της σοβιετικής δημοκρατίας και την αδυναμία να συνδυαστεί το αστικό κράτος με τα εργατικά συμβούλια.

Το ζήτημα της κατάκτησης των μαζών από τους κομμουνιστές

Οι Σπαρτακιστές που ήταν μια μικρή μειοψηφία στην εργατική τάξη σε αυτή τη φάση, υιοθέτησαν μια αριστερίστικη προσέγγιση απέναντι στην συντακτική εθνοσυνέλευση. Είχαν καταλάβει την ζωτική σημασία των εργατικών και στρατιωτικών συμβουλίων, αλλά δεν είχαν καταλάβει ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Γερμανών εργατών ακόμα είχε αυταπάτες για την κοινοβουλευτική δημοκρατία και ότι το καθήκον των επαναστατών ήταν να εξηγούν υπομονετικά για να ξεπεραστούν αυτές οι αυταπάτες.

Σύμφωνα με τα λόγια του Λένιν, «το καθήκον ήταν να κερδηθούν οι μάζες». Αντίθετα, οι Σπαρτακιστές επιτίθονταν γενικά σε κάθε υπερασπιστή της συντακτικής συνέλευσης και περιορίζονταν στο να καταγγέλουν τους ηγέτες του SPD και του USPD σαν «πράκτορες της μπουρζουαζίας». Οι Λούξεμπουργκ και Λήμπκνεχτ καταλάβαιναν ότι οι μάζες πρέπει να περάσουν μέσα από αυτό το στάδιο των πολιτικών αυταπατών, αλλά τα νεαρά μέλη έγιναν ανυπόμονα και υποστήριζαν ότι θα έπρεπε να «τσακίσουν τη συντακτική εθνοσυνέλευση», ακόμα και με τα όπλα Οι Σπαρτακιστές ήταν θαρραλέοι αγωνιστές, αλλά δεν καταλάβαιναν από επαναστατική στρατηγική και τακτική. Έβλεπαν απλοϊκά την κατάσταση σαν να έπρεπε να γίνει μια επιλογή ανάμεσα στην αστική και την εργατική δημοκρατία.

Αυτό έπαιξε έναν πολύ κακό ρόλο, καθώς οι ρεφορμιστές είχαν το άλλοθι για να τους χαρακτηρίσουν αντιδημοκράτες και τρομοκράτες. Αλλά όπως ο Λένιν εξήγησε, είναι άλλο πράγμα να έχεις μια σωστή θεωρητική θέση κι άλλο να την εφαρμόζεις στις συγκεκριμένες συνθήκες. Το καθήκον είναι να την συνδέσεις με τις μάζες, προσπαθώντας υπομονετικά και βήμα – βήμα μέσα από την εμπειρία τους να ανεβάζεις το επίπεδο των μαζών.

Στα τέλη Νοέμβρη, το Γενικό επιτελείο μαζί με τον Έμπερτ σχεδίαζαν να καταλάβουν το Βερολίνο και να διαλύσουν τα συμβούλια, με πιστά σε αυτούς στρατεύματα. Στις 6 Δεκέμβρη, αυτά τα σχέδια τα ματαιώνει προσωρινά μια μεγάλη διαδήλωση 150.000 ατόμων, που κάλεσε ο «Σπάρτακος». Οι φαντάροι άρχισαν να συναδελφώνονται με τους εργάτες του Βερολίνου και έτσι τα σχέδια της αντίδρασης ματαιώθηκαν.

Στις 16 Δεκέμβρη γίνεται το εθνικό συνέδριο των συμβουλίων με 489 αντιπροσώπους από τους οποίους τα 4/5 ήταν μέλη του SPD. Η πλειοψηφία παίρνει απόφαση να στηρίξει την συντακτική συνέλευση, αντανακλώντας τις αυταπάτες. Παρ’ όλα αυτά πέρασαν και σημαντικά ψηφίσματα, όπως η αντικατάσταση της αστυνομίας από μια πολιτοφυλακή και η κατάργηση του αστικού στρατού με το πέρασμα του ελέγχου του στα χέρια των στρατιωτικών συμβουλίων! Ταυτόχρονα, ζήτησε και την εθνικοποίηση των βιομηχανιών – κλειδιά.

Οι υπουργοί του SPD φυσικά δεν κάνουν τίποτα για να εφαρμόσουν αυτές τις αποφάσεις. Στις 23 και 24 Δεκέμβρη, σε συγκρούσεις ανάμεσα στον τακτικό στρατό και τους επαναστάτες ναύτες, δολοφονούνται 67 ναύτες που είχαν αρνηθεί να αφοπλιστούν. Αυτή η σύγκρουση προκαλεί την αποχώρηση των μελών του USPD από την κυβέρνηση και αυτά αντικαθίστανται από μέλη του SPD.

H ίδρυση του KPD και ο αριστερισμός του

Στα τέλη του Δεκέμβρη 1918, η Ένωση Σπάρτακος μετασχηματίζεται σε κόμμα, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD). Κάτω από την πίεση των πιο ανυπόμονων νέων μελών, οι Σπαρτακιστές έφυγαν πρόωρα από το USPD, με μόνο 2.000 μέλη και μόνο 80 μέλη στο Βερολίνο, ισχυριζόμενοι πως «το να παραμείνουμε και άλλο θα έθετε σοβαρά σε κίνδυνο το καθήκον μας απέναντι στο προλεταριάτο». Είναι καθαρό από τα σχετικά αρχεία πως η Ρόζα είχε αμφιβολίες για την αποχώρηση από το USPD και ο Λέο Γιόγκιχες ήταν σταθερά αντίθετος. Αλλά έχοντας αποτύχει στο χτίσιμο εκπαιδευμένων μαρξιστικών στελεχών, αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν την αριστερίστικη διάθεση των νέων μελών, οι οποίοι είχαν κινηθεί πιο μπροστά από την τάξη. Η αποχώρηση έγινε με ένα τελεσίγραφο που έστειλαν οι Σπαρτακιστές στην ηγεσία του USPD ζητώντας να διεξάγει μια έκτακτη συνδιάσκεψη. Εκείνη το απέρριψε και ο Σπάρτακος προχώρησε στην ίδρυση του KPD.

Στο ιδρυτικό συνέδριο του KPD συμμετείχαν127 αντιπρόσωποι, κύρια νεολαίοι. Ενάντια στη συμβουλή Ρόζας, το συνέδριο υιοθέτησε ένα ψήφισμα με 62 «υπέρ», έναντι 23 «κατά», υπέρ του μποϊκοταρίσματος των εκλογών για την Εθνοσυνέλευση, τον Ιανουάριο. Αυτό ήταν ένα αριστερίστικο λάθος ανάλογο του λαθεμένου συνθήματος πολλών μπολσεβίκων το καλοκαίρι του 1917, «Κάτω η Προσωρινή κυβέρνηση, με το οποίο διαφώνησε ο Λένιν, υποστηρίζοντας ότι οι μπολσεβίκοι δεν μπορούν να το προπαγανδίζουν από τη στιγμή που δεν έχουν κερδίσει την πλειοψηφία της οργανωμένης σε σοβιέτ εργατικής τάξης.

Ακόμα πιο σοβαρό αριστερίστικο λάθος ήταν το ψήφισμα που προτάθηκε (στο ζήτημα αυτό δεν πάρθηκε οριστική απόφαση) και υποστήριζε το μποϊκοτάρισμα της δουλειάς μέσα στις παραδοσιακές συνδικαλιστικές οργανώσεις με τίτλο «Αποφασιστική μάχη ενάντια στα συνδικάτα». Είναι χαρακτηριστικό ότι τότε τα γερμανικά συνδικάτα αριθμούσαν 2,2 εκατομμύρια μέλη! Το συνέδριο παρακολούθησαν εκπρόσωποι από τους Επαναστάτες Συνδικαλιστές του USPD, που λόγω του έντονου αριστερισμού αποφάσισαν να μην μπουν στο νέο κόμμα. Το συνέδριο συνιστούσε την απώλεια μιας ευκαιρίας για το χτίσιμο μιας ισχυρής κομμουνιστικής βάσης στους εργάτες.

Η πρόωρη εξέγερση και η δολοφονία της Ρόζας και του Λίμπκνεχτ

Τον Ιανουάριο η κατάσταση έγινε επικίνδυνη. Οι εργάτες του Βερολίνου, εάν ανυπόμονοι και σχετικά απομονωμένοι δοκίμαζαν να καταλάβουν την εξουσία θα προέκυπτε μια κατάσταση όπως εκείνη στη Ρωσία τον Ιούλιο του1917. Οι εργάτες στην Πετρούπολη ήταν έτοιμοι να εξεγερθούν ένοπλα, παρά τις συμβουλές των μπολσεβίκων. Παρ΄ όλα αυτά, οι μπολσεβίκοι συμμετείχαν στην ένοπλη διαδήλωση και προσπάθησαν να της δώσουνε έναν οργανωμένο και ειρηνικό χαρακτήρα. Αυτό έδωσε στους μπολσεβίκους μεγάλο κύρος ανάμεσα στην εργατική τάξη, προετοιμάζοντας τους για την κατάκτηση της πλειοψηφίας στα Σοβιέτ.

Εκμεταλλευόμενη την ανυπομονησία των Βερολινέζων εργατών, η κυβέρνηση προετοίμαζε μία επίθεση στους Σπαρτακιστές για να συντρίψει την επανάσταση. Ο Νόσκε στις 6 Ιανουαρίου έγινε υπουργός Άμυνας και οργάνωσε την επίθεση με τα «Φράικορπς», τα ειδικά τάγματα αντεπαναστατών και λούμπεν στοιχείων. Ταυτόχρονα, ξεκίνησε μια υστερική προπαγάνδα ενάντια στο «Σπάρτακο», τη Λούξεμπουργκ και τον Λίμπκνεχτ, που προετοίμαζε το έδαφος για τη δολοφονία τους.

Η κυβέρνηση έψαχνε μια αφορμή για καταστολή και επιζητούσε μια πρόωρη εξέγερση. Η αφορμή ήρθε με την κυβερνητική απαίτηση να παραιτηθεί ο επικεφαλής της αστυνομίας στο Βερολίνο, Εμίλ Άιχορν, που ήταν μέλος του USPD και δημόσια δηλωμένος επαναστάτης. Πολλοί εργάτες έβλεπαν τον Άιχορν σαν τον υπερασπιστή της επανάστασης στην πόλη. Η επιτροπή Βερολίνου του USPD, σε συντονισμό με επαναστάτες συνδικαλιστές υιοθέτησε ένα ψήφισμα υποστήριξης του Άιχορν και συναντήθηκε με τους ηγέτες του KPD. Από κοινού κάλεσαν μια διαδήλωση για τις 5 Ιανουαρίου του 1919, στην οποία εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες διαδήλωσαν έξω από το αρχηγείο τη αστυνομίας. Δημιουργήθηκε μια επαναστατική επιτροπή από το USPD, το KPD και τους Επαναστάτες Συνδικαλιστές. Όταν πληροφορήθηκαν ότι είχαν την υποστήριξη της στρατιωτικής φρουράς του Βερολίνου, αποφάσισαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση.

Την επόμενη μέρα, 6 Ιανουαρίου 1919, μισό εκατομμύριο εργάτες κατέβηκαν σε απεργία και μια επαναστατική διαδήλωση έλαβε χώρα. Διάφορα εργοστάσια καταλήφθηκαν, ενώ το ίδιο έγινε και με τα γραφεία της εφημερίδας του SPD, τη «Φόρβερτς». Η επαναστατική επιτροπή βρισκόταν σε διαρκή διαβούλευση κατά το διάστημα των κινητοποιήσεων, αλλά δεν είχε κανένα σχέδιο για το τι έπρεπε να γίνει και δεν έδωσε ξεκάθαρη καθοδήγηση, δείχνοντας τάση για τρομερές αμφιταλαντεύσεις.

Η κεντρική ηγεσία του KPD έφτασε στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνο στο οποίο είχαν φτάσει οι μπολσεβίκοι τον Ιούλιο του 1917: ότι ήταν πολύ νωρίς να ανατραπεί η κυβέρνηση, από τη στιγμή που οι πιο πρωτοπόροι εργάτες, οι εργάτες τους Βερολίνου, ήταν απομονωμένοι. Αλλά τα μέλη του KPD στην επαναστατική επιτροπή, ο Λίμπκνεχτ και ο Πικ, παρασύρθηκαν από τη μαζικότητα της διαδήλωσης και άλλαξαν την θέση τους, καλώντας σε εξέγερση. Αλλά ενώ η επαναστατική επιτροπή καλούσε για εξέγερση, δεν έκανε τίποτα για να την προετοιμάσει και δεν είχε κανένα πρακτικό σχέδιο για την κατάληψη της εξουσίας.

Ο Τρότσκι στο έργο του με τίτλο «Τα μαθήματα του Οκώβρη», εξήγησε ότι ο χρόνος είναι ένας αποφασιστικός παράγοντας στην επανάσταση. Μια επαναστατική κατάσταση μπορεί να να χαθεί μέσα σε 24 ώρες. Μια επαναστατική ηγεσία που αμφιταλαντεύεται, είναι μοιραία για την επανάσταση.

Παρά το ότι η ηγεσία του KPD αρχικά ήταν ενάντια στην εξέγερση, όλα τα μέλη της, συμπεριλαμβανομένης της Ρόζας Λούξεμπουργκ, αρνήθηκαν να καλέσουν σε υποχώρηση όταν η μάχη ξεκίνησε. Είπαν ότι αυτό ήταν ένα ζήτημα επαναστατικής τιμής. Αλλά καμιά φορά, η υποχώρηση μπορεί να είναι χρήσιμη στις μάχες, με σκοπό τη σωστή προετοιμασία μιας επόμενης επίθεσης. Μια επανάσταση δεν καθορίζεται από την «τιμή», αλλά από το συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στις τάξεις.

Από τις 10 Ιανουαρίου 1919 και μετά τα «Φράικορπς» και άλλα στρατεύματα που συγκέντρωσε ο Νόσκε εξαπολύθηκαν για να επιβάλουν την «τάξη» στο Βερολίνο. Η κυβέρνηση ήταν αποφασισμένη να πάρει πίσω το κτίριο του «Φόρβερτς» και επιτέθηκε σε αυτό με μεγάλη δύναμη πυρός. Οι 300 εργάτες που το είχαν καταλάβει αιχμαλωτίστηκαν. Μέσα σε μια βδομάδα, εκτελέστηκαν156 από αυτούς.

Γρήγορα, οι δύο ηγέτες του KPD, ο Γιόγκιχες και ο Εμπερλάιν συνελήφθησαν, ενώ ο Λίμπκνεχτ και η Λούξεμπουργκ επικηρύχθηκαν. Ακόμα και η «Φόρβερτς» συμμετείχε στην εκστρατεία που υποστήριζε ότι «αυτοί οι ηγέτες θα ήταν καλύτερο να πεθάνουν»! Στις 15 Ιανουαρίου 1919, αντιδραστικοί αξιωματικοί των «Φράικορπς» συνέλαβαν τον Λίμπκνεχτ και την Λούξεμπουργκ και τους πήγαν για «ανάκριση».

Ο Λίμπκνεχτ εκτελέστηκε πρώτος, επισήμως φερόμενος να «προσπαθεί να δραπετεύσει». Αμέσως μετά, η Λούξεμπουργκ χτυπήθηκε στο κεφάλι με τον υποκόπανο ενός πυροβόλου όπλου και το άψυχο σώμα της μεταφέρθηκε στο Τιέργκαρτεν και πετάχτηκε στο κανάλι. Το σώμα της ανακαλύφθηκε μόλις στις 31 Μαΐου. Οι αξιωματικοί που ευθύνονταν άμεσα για τη δολοφονία της αφέθηκαν ουσιαστικά χωρίς ποινές. Στην πραγματικότητα, υπεύθυνη για τη δολοφονία της ήταν η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση.

Η Γερμανική και η διεθνής εργατική τάξη έχασε δύο από τους σημαντικότερους ηγέτες της. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, μέχρι το τέλος της ζωής της παρέμεινε πιστή στο μέλλον της επανάστασης. Την τελευταία ημέρα της ζωής της, έγραφε στην εφημερίδα «Κόκκινη Σημαία» (Rote Fahne, Ρότε Φάνε) τα ακόλουθα: «Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο… Ηλίθιοι λακέδες! Η τάξη σας στηρίζεται στην άμμο. Αύριο η επανάσταση θα ξανασηκωθεί, συντρίβοντας τα όπλα σας και θα κραυγάσει θριαμβευτικά : Ήμουν, είμαι και θα είμαι!».