karl-marx_cc.jpg

 

«Τα πάντα ρει ουδέν μένει» (Ηράκλειτος)

Η διαλεκτική είναι μια μέθοδος σκέψης και ερμηνείας του κόσμου, τόσο της φύσης ό­σο και της κοινωνίας. Είναι ένας τρόπος αντίληψης του σύμπαντος, ο οποίος ξεκινάει α­πό το αξίωμα πως τα πάντα είναι σε μια μόνιμη κατάσταση αλλαγής και κίνησης. Αλλά ό­χι μόνο αυτό. Η διαλεκτική εξηγεί πως η κίνηση και η αλλαγή εμπεριέχουν αντιθέσεις και μπορεί να πραγματοποιηθούν μόνο διαμέσου αντιθέσεων. Έτσι, στη θέση μιας ομαλής και αδιάκοπης γραμμής προόδου έχουμε μια γραμμή που διακόπτεται από ξαφνικές και εκρηκτικές περιόδους, στις οποίες οι αργές συσσωρευμένες αλλαγές (ποσοτικές αλλαγές) υφίστανται μια γοργή επιτάχυνση, όπου η ποσότητα μετασχηματίζεται σε ποιότητα. Η δια­λεκτική είναι η λογική της αντίθεσης.

Οι νόμοι της διαλεκτικής ήταν ήδη επεξεργασμένοι λεπτομερώς από τον Χέγκελ αλλά στα γραπτά του εμφανίζονται με μια μυστικιστική και ιδεαλιστική μορφή. Ήταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς εκείνοι που έδωσαν πρώτοι μια επιστημονική βάση στη διαλεκτική, δηλαδή μια υλιστική βάση. «Ο Χέγκελ έγραψε πριν από τον Δαρβίνο και πριν από τον Μαρξ» έγραφε ο Τρότσκι. «Εξαιτίας της τρομερής ώθησης που δόθηκε στη σκέψη από τη Γαλλική Επα­νάσταση, ο Χέγκελ προέβλεψε τη λογική κίνησης της επιστήμης. Αλλά επειδή ήταν μόνο μια πρόβλεψη, αν και ήταν πράγματι μια μεγαλοφυής πρόβλεψη, πήρε από τον Χέγκελ έ­να ιδεαλιστικό χαρακτήρα. Ο Χέγκελ λειτούργησε με ιδεολογικές σκιές, όπως η τελεολογι­κή πραγματικότητα. Ο Μαρξ απέδειξε πως η κίνηση αυτών των ιδεολογικών σκιών δεν α­ντανακλούσε τίποτα άλλο παρά την κίνηση των υλικών σωμάτων»1.

Στα γραπτά του Χέγκελ υπάρχουν πολλά εκπληκτικά παραδείγματα των νόμων της δια­λεκτικής παρμένα από όλη την ιστορία και τη φύση. Αλλά ο ιδεαλισμός του Χέγκελ έδω­σε αναγκαστικά στη διαλεκτική έναν πολύ αφηρημένο και αυθαίρετο χαρακτήρα. Για να κάνει τη διαλεκτική να υπηρετεί την «Απόλυτη Ιδέα», ο Χέγκελ αναγκάστηκε να επιβάλλει ένα σχήμα πάνω στη φύση και στην κοινωνία, σε πλήρη αντίθεση με την ίδια τη διαλεκτι­κή μέθοδο, η οποία απαιτεί να καταλήγουμε στους νόμους ενός δεδομένου φαινομένου μέσα από μια σχολαστική και αντικειμενική μελέτη του υποκείμενου, όπως ο Μαρξ έκανε στο δικό του Κεφάλαιο. Έτσι, η μέθοδος του Μαρξ απείχε πολύ από το να είναι μια απλή αναμάσηση του διαλεκτικού ιδεαλισμού του Χέγκελ, αυθαίρετα επιβεβλημένη πάνω στην ιστορία και στην κοινωνία, όπως συχνά υποστηρίζουν οι κριτικοί του, αλλά ήταν ακριβώς το αντίθετο. Όπως εξηγεί ο ίδιος:

«Η διαλεκτική μου μέθοδος», έγραψε ο Μαρξ, «δεν είναι μόνο διαφορετική από εκεί­νη του Χέγκελ, αλλά είναι ακριβώς το αντίθετο της. Για το Χέγκελ, η διαδικασία της νόησης –που με το όνομα “Ιδέα” το μετατρέπει σε αυθύπαρκτο υποκείμενο– είναι ο δημιουργός του πραγματικού κόσμου και ο πραγματικός κόσμος αποτελεί μονάχα την εξωτερική φαινομενική μορφή της ιδέας. εμένα αντίθετα, το ιδεατό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο υλικός κό­σμος όπως αντανακλάται στο ανθρώπινο μυαλό και μεταφράζεται σε μορφές σκέψης»2.

‘Όταν αντικρίζουμε κατ’ αρχήν τον κόσμο γύρω μας, βλέπουμε μια απέραντη και κατα­πληκτική περιπλοκή μιας σειράς φαινομένων, ένα μπερδεμένο πλέγμα φαινομενικά ατε­λείωτων αλλαγών, αιτιών και αποτελεσμάτων, δράσης και αντίδρασης. Η κινητήρια δύνα­μη της επιστημονικής έρευνας είναι η επιθυμία κατάκτησης μιας λογικής, βαθιάς γνώσης μέσα σε αυτόν το συγχυσμένο λαβύρινθο, η επιθυμία να τον καταλάβουμε έτσι ώστε να τον κατακτήσουμε. Αναζητούμε νόμους οι οποίοι μπορούν να διαχωρίσουν το γενικό από το ειδικό, το τυχαίο από το αναγκαίο, και μας επιτρέπουν να καταλάβουμε τις δυνάμεις που γεννούν τα φαινόμενα τα οποία αντιμετωπίζουμε. Με τα λόγια του Άγγλου φυσικού και φιλόσοφου DavidBohm:

«Στη φύση τίποτα δεν παραμένει σταθερό. Τα πάντα βρίσκονται σε μια ακατάπαυστη κα­τάσταση μετασχηματισμού, κίνησης και αλλαγής. Παρ’ όλα αυτά ανακαλύπτουμε πως τί­ποτα δεν αναδύεται απλά από το τίποτα χωρίς να έχει υπάρξει από τα πριν. Παρόμοια, τί­ποτα δεν εξαφανίζεται χωρίς ίχνος, με την έννοια πως δίνει στη θέση του σε ένα απόλυτο κενό που να υπάρχει μετά. Αυτό το γενικό χαρακτηριστικό του κόσμου μπορεί να εκφρα­στεί με όρους μιας αρχής, η οποία συνοψίζει ένα τεράστιο περιεχόμενο διαφορετικών ει­δών εμπειριών, το οποίο δεν έχει ακόμα βρεθεί ποτέ σε αντίθεση με οποιαδήποτε παρα­τήρηση ή πειραματισμό, επιστημονικό ή άλλο. Αυτό σημαίνει ότι τα πάντα προέρχονται α­πό άλλα πράγματα και δίνουν τη θέση τους σε άλλα πράγματα»3.

Η θεμελιώδης πρόταση της διαλεκτικής είναι πως τα πάντα βρίσκονται σε μια σταθερή και μόνιμη διεργασία αλλαγής, κίνησης και ανάπτυξης. Ακόμα και όταν φαίνεται σε μας πως τίποτα δε συμβαίνει, στην πραγματικότητα η ύλη πάντα αλλάζει. Τα μόρια, τα άτομα και τα υποατομικά σωματίδια αλλάζουν συνεχώς θέση, βρίσκονται συνέχεια σε κίνηση. Η διαλεκτική συνεπώς είναι μια θεμελιώδης δυναμική ερμηνεία των φαινομένων και των διεργασιών, οι οποίες υπάρχουν σε όλα τα επίπεδα, τόσο στην οργανική όσο και στην α­νόργανη ύλη.

«Για τα μάτια μας, τα θνητά μας μάτια, τίποτα δεν αλλάζει», σημειώνει ο Αμερικανός φυ­σικός Richard P. Feymann, «αλλά, εάν μπορούσαμε να το δούμε με μεγέθυνση δισεκατομμυρίων φορών, θα βλέπαμε πως από τη δική του σκοπιά αλλάζει συνέχεια: μόρια ε­γκαταλείπουν την επιφάνεια και άλλα μόρια επιστρέφουν σε αυτή»4.

Είναι τόσο θεμελιώδης αυτή η ιδέα για τη διαλεκτική, που ο Μαρξ και ο Ένγκελς θεώ­ρησαν πως το πιο βασικό χαρακτηριστικό της ύλης είναι η κίνηση. Όπως και σε τόσες άλ­λες περιπτώσεις, αυτή η διαλεκτική ιδέα είχε ήδη προβλεφθεί από τον Αριστοτέλη, ο οποί­ος έγραψε: «συνεπώς… η πρωτεύουσα και κατάλληλη σημασία της «φύσης» είναι η ουσία που τα πράγματα έχουν καθ’ αυτά… η αρχή της κίνησης»5. Αυτή δεν είναι η μηχανιστική αντίληψη της κίνησης, σαν δηλαδή κάτι να μεταδίδεται σε μια αδρανή μάζα, μια εξωτερι­κή «δύναμη», αλλά μια τελείως διαφορετική αντίληψη της ύλης ως αυτοκινούμενης. Γι’ αυτούς, η ύλη και η κίνηση (ενέργεια) ήταν ένα και το ίδιο πράγμα, δύο τρόποι για να εκφρα­στεί η ίδια ιδέα. Αυτή η ιδέα επιβεβαιώθηκε καταπληκτικά από τη θεωρία του Αϊνστάιν για την ισοδυναμία μάζας και ενέργειας. Ο Ένγκελς το εκφράζει με τον ακόλουθο τρόπο:

«Η κίνηση, με την πιο γενική της έννοια, γίνεται αντιληπτή ως ο τρόπος ύπαρξης, ως η έμφυτη ιδιότητα της ύλης που περιλαμβάνει όλες τις αλλαγές και τις διεργασίες που εμφα­νίζονται στο σύμπαν, από την απλή αλλαγή θέσης μέχρι τη σκέψη. Η διερεύνηση της φύ­σης της κίνησης έπρεπε, όπως ήταν φυσικό, να ξεκινήσει από τις χαμηλότερες, τις απλού­στερες μορφές αυτής της κίνησης και να μάθει να τις καταλαβαίνει, πριν μπορέσει να επι­τύχει οτιδήποτε στο δρόμο της ερμηνείας των υψηλότερων και περισσότερο πολύπλοκων μορφών»6.

«Τα Πάντα Ρει»

Τα πάντα βρίσκονται σε μια μόνιμη κατάσταση κίνησης, από τα νετρίνο ως τα υπερ-σμήνη (super-clusters). Η ίδια η Γη κινείται συνεχώς στρεφόμενη γύρω από τον Ήλιο μία φορά το χρόνο και γύρω από το δικό της άξονα μια φορά την ημέρα. Ο Ήλιος με τη σειρά του περιστρέφεται γύρω από τον άξονα του μία φορά κάθε 26 ημέρες, και μαζί με όλα τα άλλα αστέρια στο Γαλαξία μας ταξιδεύει γύρω από το Γαλαξία μια φορά κάθε 230 εκατομμύρια χρόνια. Είναι πιθανό πως ακόμα και μεγαλύτερες δομές (γαλαξίες και γαλαξιακά σμήνη) έχουν επίσης κάποιο είδος γενικής περιστροφικής κίνησης. Αυτό φαίνεται να είναι ένα χαρακτηριστικό της ύλης μέχρι και το ατομικό επίπεδο, όπου τα άτομα τα οποία δη­μιουργούν μόρια στρέφονται το ένα γύρω από το άλλο με διάφορες ταχύτητες. Μέσα στο άτομο τα ηλεκτρόνια περιστρέφονται γύρω από τον πυρήνα με εκπληκτικές ταχύτητες.

Embed from Getty Images

Το ηλεκτρόνιο έχει μια ιδιότητα που είναι γνωστή ως εσωτερικό σπίν. Αυτό σημαίνει πως περιστρέφεται γύρω από το δικό του άξονα με μια ορισμένη ταχύτητα7 και δεν μπορεί να σταματήσει ή να την αλλάξει, εκτός και αν καταστραφεί το ίδιο ως ηλεκτρόνιο. Εάν η στροφορμή του ηλεκτρονίου αυξηθεί, αλλάζει τόσο δραστικά τις ιδιότητες του ώστε προ­κύπτει μια ποιοτική αλλαγή, δημιουργώντας ένα τελείως διαφορετικό σωματίδιο. Η ποσό­τητα που είναι γνωστή ως στροφορμή -η συνδυασμένη μέτρηση της μάζας, του μεγέθους και της ταχύτητας ενός περιστρεφόμενου συστήματος- χρησιμοποιείται για να μετρήσει το εσωτερικό σπιν των στοιχειωδών σωματιδίων8. Η αρχή της κβάντωσης της στροφορμής είναι θεμελιώδης σε υποατομικό επίπεδο, αλλά υπάρχει επίσης και στο μακροσκοπικό κόσμο.

Παρ’ όλα αυτά η επίδραση του είναι τόσο απειροελάχιστη που μπορεί να θεωρείται ως μη­δενική. Ο κόσμος των υποατομικών σωματιδίων βρίσκεται σε μια κατάσταση συνεχούς κί­νησης και αναβρασμού, στην οποία τίποτα δεν είναι ποτέ το ίδιο με τον εαυτό του. Τα σω­ματίδια μετατρέπονται συνεχώς στα αντίθετα τους. έτσι ώστε είναι αδύνατο ακόμα και να αναγνωρίσουμε την ταυτότητα τους σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή. Τα νετρόνια με­τατρέπονται σε πρωτόνια και τα πρωτόνια σε νετρόνια σε μια ακατάπαυστη ανταλλαγή ταυ­τότητας.

Ο Ένγκελς ορίζει τη διαλεκτική ως «την επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης, της ανάπτυξης της φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας, της σκέψης». Στο Αντι-Ντύρινγκ και στη Διαλεκτική της Φύσης ο Ένγκελς κάνει μια παρουσίαση των νόμων της διαλεκτικής, ξεκι­νώντας από τους τρεις πιο θεμελιώδεις:

1.      Ο νόμος του μετασχηματισμού της ποιότητας σε ποσότητα και αντιθέτως

2.      Ο νόμος της αλληλοδιείσδυσης των αντιθέτων

 3.     Ο νόμος της άρνησης της άρνησης

Με μια πρώτη ματιά ένας τέτοιος ισχυρισμός μπορεί να εμφανιστεί υπερβολικά φιλόδο­ξος. Είναι πράγματι δυνατόν να επεξεργαστούμε νόμους οι οποίοι έχουν μια τόσο γενική εφαρμογή; Μπορεί πράγματι να υπάρχει ένα βαθύτερο υπόδειγμα το οποίο επαναλαμβάνεται στις λειτουργίες όχι μόνο της κοινωνίας και της σκέψης αλλά και της ίδιας της φύσης; Παρ’ όλες τις ενστάσεις αυτού τους είδους, γίνεται όλο και περισσότερο καθαρό πως τέ­τοια πρότυπα πράγματι υπάρχουν και επαναλαμβάνονται μόνιμα σε όλων των ειδών τα ε­πίπεδα, με όλων των ειδών τους τρόπους. Και υπάρχει ένας όλο και αυξανόμενος αριθ­μός παραδειγμάτων, παρμένων από επίπεδα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους όπως είναι τα ατομικά σωματίδια και οι πληθυσμιακές μελέτες, τα οποία δίνουν όλο και μεγαλύτερο βά­ρος στη θεωρία του διαλεκτικού υλισμού.

Το θεμελιώδες σημείο της διαλεκτικής σκέψης δεν είναι πως βασίζεται στην ιδέα της αλλαγής και της κίνησης, αλλά το ότι αντιλαμβάνεται την κίνηση και την αλλαγή ως φαινό­μενα που βασίζονται στην αντίθεση. Ενώ η παραδοσιακή τυπική λογική προσπαθεί να ε­ξαφανίσει την αντίθεση, η διαλεκτική σκέψη την περιλαμβάνει. Η αντίθεση είναι μια θεμε­λιώδης ιδιότητα όλων των υπάρξεων. Βρίσκεται στην ίδια την καρδιά της ύλης. Είναι η πη­γή όλης της κίνησης, της αλλαγής και της ανάπτυξης. Ο διαλεκτικός νόμος ο οποίος εκ­φράζει αυτή την ιδέα είναι ο νόμος της ενότητας και αλληλοδιείσδυσης των αντιθέτων. Ο τρίτος νόμος της διαλεκτικής, η άρνηση της άρνησης, εκφράζει το νόημα της ανάπτυξης. Στη θέση ενός κλειστού κύκλου, όπου οι διεργασίες επαναλαμβάνονται συνεχώς, αυτός ο νόμος τονίζει πως η κίνηση μέσω επαναλαμβανόμενων αντιθέσεων στην πραγματικότητα οδηγεί στην ανάπτυξη από το απλό στο σύνθετο, από το χαμηλό στο υψηλότερο. Οι διερ­γασίες δεν επαναλαμβάνονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, παρότι φαίνεται να γίνεται το α­ντίθετο. Αυτοί, με μια πολύ σχηματική περιγραφή, είναι οι τρεις πιο θεμελιώδεις νόμοι της διαλεκτικής. Από αυτούς προέρχεται μια ολόκληρη σειρά επιπρόσθετων προτάσεων που εμπεριέχουν τη σχέση μεταξύ του όλου και του μέρους, της μορφής και του περιεχομένου, του άπειρου και του περατού, της έλξης και της άπωσης κτλ. Θα προσπαθήσουμε να ασχο­ληθούμε με όλα αυτά. Ας αρχίσουμε με την ποσότητα και την ποιότητα.

(1)Trotsky, In Defence of Marxism, σελ. 66.

(2)Marx, Capital, ΤόμοςΙ, σελ. 19.

(3)David Bohm, Causality and Chance in Modern Physics, σελ. 1.

(4) R. P. Feynman, Lectures on Physics, κεφάλαιοΙ, σελ. 8.

(5) Aristotle, ο.α., σελ. 9.

(6)Engels, Dialectics of Nature, σελ. 92.

(7) Η περιστροφή αυτή λαμβάνει χώρα ακόμη κι όταν θεωρούμε το σωματίδιο ακίνητο. Αυτός είναι άλλωστε και ένας εναλλακτικός ορισμός του εσωτερικού σπιν: η ιδιοπε-ριστροφή που εμφανίζει το σωματίδιο ακόμη κι όταν θεωρείται ακίνητο.

(8) Η στροφορμή ενός σώματος δίνεται από τη σχέση , όπου m η μάζα του, v η ταχύτητά του και r η διάστασή του (πχ, η ακτίνα του), και αποτελεί το αντίστοιχο της ορμής για την περιστροφική κίνηση – δηλαδή την “ποσότητα κίνησης”, σύμφωνα με το Νεύτωνα, για ένα σώμα που περιστρέφεται.