Θρησκεία

Πρώτα απ’ όλα, θα πρέπει να δούμε το ζήτημα της μεθόδου, με την οποία προσεγγίζουμε το ζήτημα της θρησκείας σαν φαινόμενο γενικά, αλλά και της κάθε συγκεκριμένης θρησκείας. Οι μαρξιστές δεν προσεγγίζουμε το ζήτημα με την ιδεαλιστική μέθοδο, αλλά με τη μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού. Βλέπουμε τη γέννηση και εξέλιξη των θρησκευτικών αντιλήψεων και των θρησκευμάτων σε συνάρτηση με τις υλικές συνθήκες και την εξέλιξή τους.

Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί: ποιος ο λόγος να ασχοληθούμε με την καταγωγή της θρησκείας ή του χριστιανισμού. Ποια η χρησιμότητα μιας τέτοιας μελέτης; Θα απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, δανειζόμενοι κάποια σύντομα αποσπάσματα του Καρλ Κάουτσκι από τον πρόλογό του στο βιβλίο του «Η καταγωγή του χριστιανισμού»:

«Ο μοναδικός τρόπος, για να νιώσουμε ένα φαινόμενο, είναι να μάθουμε πώς διαμορφώθηκε. Δεν μπορώ να γνωρίσω τη σημερινή κοινωνία, αν δε μάθω πώς γεννήθηκε, πώς εξελίχθηκαν τα ιδιαίτερά της φαινόμενα, ο καπιταλισμός, η φεουδαρχία, ο χριστιανισμός, ο ιουδαϊσμός κλπ.

Αν θέλω να ξέρω καλά την κοινωνική τοποθέτηση, τα καθήκοντα και τη μελλοντική τύχη της τάξης, όπου ανήκω ή έχω προσχωρήσει, πρέπει να γνωρίσω καλά το σημερινό κοινωνικό οργανισμό, πρέπει να τον καταλάβω απ’ όλες τις μεριές του κι αυτό δεν μπορεί να γίνει, αν δεν τον έχω παρακολουθήσει στην εξέλιξή του.

Κανένας σε μια τάξη δεν μπορεί να είναι αγωνιστής της με βαθιά επίγνωση και με μεγάλη προοπτική, αν δε νιώσει την ιστορική πορεία της κοινωνικής εξέλιξης. Χωρίς αυτό εξαρτάται από τις εντυπώσεις της στιγμής και εκείνες που του δίνει το άμεσο περιβάλλον, δεν είναι ποτέ βέβαιος πως οι εντυπώσεις αυτές δεν τον τραβούν σ’ ένα δρόμο, που πρώτα πάει ίσια μπρος, μα που σε λίγο θα τον ρίξει σε ξέρες, από όπου δε θα μπορεί να ξεφύγει». (Η καταγωγή του Χριστιανισμού, Καρλ Κάουτσκι, Εκδόσεις «Αναγνωστίδη», σελ. 16-17)

Και παρακάτω: «Για να αποκτήσει το προλεταριάτο κοινωνική επίγνωση, συνείδηση της ίδιας του της θέσης και πολιτική ωριμότητα, είναι απαραίτητο να μελετήσει την ιστορική εξέλιξη με την ιστορικο-υλιστική αντίληψη. Έτσι, η έρευνα για τις περασμένες εποχές δεν είναι καθόλου μια αρχαιολογική ερασιτεχνία, αλλά γίνεται ένα γερό όπλο στους σημερινούς αγώνες, για να κατακτήσουμε πιο γρήγορα ένα καλύτερο μέλλον». (Η καταγωγή του Χριστιανισμού, Καρλ Κάουτσκι, Εκδόσεις «Αναγνωστίδη», σελ. 19)

Η καταγωγή της θρησκείας

Προσπαθώντας να αναλύσουμε την καταγωγή του φαινομένου της θρησκείας, πρέπει πρωτίστως να αναφέρουμε ότι η θρησκεία δεν είναι κάτι που είναι έμφυτο στον άνθρωπο. Αυτό το πιστοποιούν όλες οι σύγχρονες επιστημονικές μελέτες. Αντίθετα, το θρησκευτικό αίσθημα είναι κάτι που δημιουργήθηκε σε κάποια φάση της ανθρώπινης εξέλιξης στον «άγριο», πρωτόγονο άνθρωπο. Συγκεκριμένα, ο πρόγονος της θρησκείας είναι ο «ανιμισμός» ή αλλιώς, η πίστη στα πνεύματα. Ο φόβος των πνευμάτων αποτελεί τη βάση ή ορθότερα, την πρώτη εκδήλωση του θρησκευτικού αισθήματος του πρωτόγονου ανθρώπου.

Εδώ οφείλουμε να πούμε ότι υπάρχουν δύο είδη φόβου: ο φόβος για κάτι καθορισμένο και ο «μυστικιστικός» φόβος, δηλαδή ο φόβος για κάτι άγνωστο. Αυτά τα δύο είδη φόβου τα συναντάμε τόσο στα ζώα όσο και στους ανθρώπους. Για παράδειγμα, ένας σκύλος, βλέποντας ένα μαστίγιο, γνωρίζει τι φοβάται. Δεν ισχύει όμως το ίδιο, όταν φοβάται ένα κομμάτι από χαρτί εφημερίδας, το οποίο το «παίρνει» ο αέρας. Αυτό το δεύτερο είδος φόβου, ο μυστικιστικός φόβος, είναι ο πρόγονος του θρησκευτικού αισθήματος.

Σε αντιδιαστολή με τα ζώα, όμως, ο άνθρωπος έχει ανώτερη διανοητική ικανότητα, μπορεί να συσχετίζει το ένα φαινόμενο με το άλλο και να βρίσκει την αιτιολογική σχέση των φαινομένων. Αυτή η ανακάλυψη της αιτιολογικής σχέσης των φαινομένων από τον άνθρωπο αναπτύσσεται διαρκώς. Ωστόσο, πάντα υπάρχουν όρια σε αυτό, πάντα υπάρχουν φαινόμενα, των οποίων την αιτία δεν έχει καταφέρει ακόμα να βρει ο άνθρωπος. Όσα αναφέρθηκαν μόλις, εξηγούν γιατί οι άνθρωποι έφτασαν στο σημείο να αναπτύξουν θρησκευτικές αντιλήψεις, ενώ τα ζώα όχι.

Από την άλλη, οι άνθρωποι, δεν αναρωτιούνται για «συνηθισμένα» πράγματα. Επί παραδείγματι, κανένας δεν αναρωτιέται γιατί είναι κόκκινο το αίμα, γιατί το χέρι μας έχει πέντε δάχτυλα κ.λπ. Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει μέσα «συνηθισμένους» όρους, χωρίς να διερωτάται για διάφορα φαινόμενα. Αν αυτό ισχύει για το σημερινό άνθρωπο, με το υψηλό επίπεδο γνώσης και παραγωγικών δυνάμεων, ισχύει σε πολλαπλάσιο βαθμό για τον πρωτόγονο άνθρωπο. Η προσπάθεια του ανθρώπου να εξηγήσει διάφορα φαινόμενα προέκυψε στην πορεία της εξέλιξής του και στη βάση των εκάστοτε υλικών του αναγκαιοτητών.

Οι πρωτόγονοι άνθρωποι λοιπόν, έβλεπαν τους νεκρούς αδερφούς τους να αποσυντίθενται, να βρωμάνε και να κάνουν τους γύρω τους να αρρωσταίνουν ή ακόμα και να πεθαίνουν. Έτσι, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι νεκροί είναι επικίνδυνοι. Επίσης, παρατήρησε ότι ο ύπνος είναι μια κατάσταση παρόμοια με το θάνατο φαινομενικά, «εξωτερικά». Στον ύπνο, ο άνθρωπος μπορεί να δει νεκρούς ή ακόμα και τον εαυτό του, τον σωσία του, να κάνει διάφορα πράγματα. Αυτό το φαινόμενο οδηγεί ιστορικά στην αντίληψη του ανθρώπου ότι έχει σώμα και ψυχή, αλλά και ότι η ψυχή μπορεί να χωριστεί από το σώμα και να επιστρέψει ξανά σε αυτό.

Η «προ-θρησκεία» ξεκινάει, λοιπόν, με τον ανιμισμό. Συνεχίζει με τον τοτεμισμό, δηλαδή τη λατρεία ενός συγκεκριμένου ζώου ή φυτού από την εκάστοτε ορδή, που συνήθως ήταν κομβικό για τη ζωή της ορδής. Η ορδή παίρνει το όνομα του τοτέμ της, το οποίος θεωρείται ο κοινός πρόγονος. Στις περισσότερες περιπτώσεις – όχι όμως χωρίς εξαιρέσεις – αν το τοτέμ είναι ζώο, απαγορεύεται να το πιάσουν ή να το αγγίζουν, ενώ απαγορεύεται να κάθονται κάτω από τη σκιά του ή να κόβουν τα κλαδιά του, αν πρόκειται για δέντρο.

Σε αυτό το στάδιο, αρχίζουν μεταξύ των ορδών να εμφανίζονται «αρχηγοί», δηλαδή σοφοί γέροντες, οι οποίοι γνωρίζουν πώς να κυνηγάνε το κάθε ζώο, πώς να ψαρεύουν, να χτίζουν καλύβες κλπ. και μεταδίδουν αυτές τις γνώσεις τους στα υπόλοιπα μέλη της ορδής. Μετά το θάνατο, τα πνεύματα των «αρχηγών» αναπαύονται στις κουφάλες του δέντρου-τοτέμ ή μετενσαρκώνονται με τη μορφή του ζώου-τοτέμ. Κατάλοιπα του τοτεμισμού βρίσκουμε και στις κατοπινές θρησκείες, όπως π.χ. τη θεά Αθηνά στη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων. Είναι ξεκάθαρο πως η κουκουβάγια, που συνηθίζεται να συνοδεύει τη θεά Αθηνά, αποτελούσε τοτέμ αρχαιοελληνικών ορδών.

Στη συνέχεια, καθώς ο άνθρωπος συνεχίζει να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις, αρχίζει να δίνει όλο και πιο ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά στα τοτέμ του, μέχρι που τους δίνει πλέον απόλυτα ανθρώπινη μορφή. Σε αυτή τη φάση περνάμε στην προγονολατρεία, που αποτελεί και την πρώτη, ουσιαστικά, θρησκεία του ανθρώπου. Σε αυτό το στάδιο, έχουμε και την εμφάνιση της θυσίας και της προσευχής. Ο πρωτόγονος άνθρωπος έχει σαν κύριο μέλημά του την εξασφάλιση της τροφής. Άρα, θεωρεί ότι και τα πνεύματα έχουν πρωτίστως την ίδια ανάγκη. Το πεινασμένο πνεύμα είναι επικίνδυνο και μπορεί να προξενήσει ζημιές. Έτσι, ο άγριος πρέπει να το ταΐσει.

Παράλληλα, ο άνθρωπος είναι ακόμη ανθρωποφάγος και το ανθρώπινο κρέας θεωρείται το καλύτερο. Επομένως, γι’ αυτό οι θυσίες που προσφέρονται στα πνεύματα είναι άνθρωποι, συνήθως γέροι και παιδιά. Επίσης, καθώς ο άνθρωπος τείνει όλο και περισσότερο να θεωρεί ότι υπάρχουν παντού πνεύματα, πιστεύει ότι μπορεί να επικοινωνήσει μαζί τους. Έτσι, προκύπτει και η προσευχή: ο άγριος θεωρεί ότι πρέπει να απευθύνεται με ευγένεια στα πνεύματα, για να πραγματοποιήσουν τις επιθυμίες του.

Στη συνέχεια, περνάμε στη γεωργική περίοδο, κατά την οποία η φύση και τα φυσικά φαινόμενα αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία για τον άνθρωπο. Αρχίζει λοιπόν να αποδίδει πνεύματα στη φύση. Σε αυτό το στάδιο, έχουμε και τη γέννηση των μύθων, οι οποίοι συνδέονται με κάποιο φυσικό φαινόμενο. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων μύθων είναι αυτός του καλού Θεού Ήλιου που σκοτώνεται και ανασταίνεται, συνήθως και με τη βοήθεια του υιού-Θεού. Ο μύθος αυτός, τον οποίο συναντάμε σε πολλές θρησκείες, συμβολίζει τη μεταβολή των εποχών. Το φθινόπωρο, ο Θεός ήλιος σκοτώνεται και επικρατεί το κρύο και το σκοτάδι, ενώ την άνοιξη ανασταίνεται και επανέρχεται το φως και ο καλός καιρός.

Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης της αρχαιοελληνικής θρησκείας. Η Δήμητρα επιτρέπεται να βλέπει την κόρη της, Περσεφόνη, μόνο το μισό χρόνο. Ο μύθος αυτός συμβολίζει την καλλιέργεια του σιταριού, το οποίο σπέρνεται, δηλαδή ενταφιάζεται στη γη, πεθαίνει και μετά οι καλλιεργητές περιμένουν με λαχτάρα να το δουν να αναστηθεί, να βγει ξανά στην επιφάνεια.

Κατά τη γεωργική περίοδο, αρχίζουν να εμφανίζονται και οι πρώτες ταξικές διαιρέσεις στην ανθρώπινη κοινωνία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αφενός να περάσουμε από τη φυσιολατρία στη θεοποίηση των «ηρώων» – δηλαδή των «ισχυρών» αντρών – και να υπάρξει διαφοροποίηση μεταξύ των πνευμάτων. Όταν πεθαίνει ένας «κοινός θνητός», δε συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο. Όταν, όμως, πεθαίνει κάποιος «αρχηγός», προσφέρονται σαν θυσία δούλοι, γυναίκες και παιδιά. Αφού ήταν δυνατός εν ζωή, σίγουρα θα είναι δυνατός και μετά θάνατον.

Όχι τυχαία, με την εμφάνιση της μοναρχίας, αρχίζει να εμφανίζεται και βασιλιάς μεταξύ των Θεών. Επίσης, αξίζει να αναφέρουμε, για να δούμε πως η θρησκεία εξελίσσεται και προσαρμόζεται σύμφωνα με τις νέες υλικές θρησκείες, ότι ο Δίας της ομηρικής περιόδου – κατά την οποία υπήρχε μοναρχία – παρουσιάζεται σαν ένας άγριος, θυμωμένος και καπριτσιόζος Θεός, κατά τα πρότυπα των βασιλιάδων της εποχής, ενώ στην εποχή της Δημοκρατίας παρουσιάζεται σαν ένας σοφός και δίκαιος πατέρας.

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αναφερθούμε και στην εξέλιξη του «τόπου κατοικίας» των πνευμάτων μετά θάνατον. Είδαμε ήδη ότι στο στάδιο του τοτεμισμού, τα πνεύματα κατοικούν είτε σε κουφάλες δέντρων είτε σε σώματα ζώων. Στην αρχή της γεωργικής περιόδου, δείγμα της μεγάλης σημασίας που απέκτησε η γη για τον άνθρωπο, πλέον τα πνεύματα κατοικούν κάτω από τη γη. Στη συνέχεια, από τη μία πλευρά η ανάπτυξη του εμπορίου οδηγεί στην ανάπτυξη των μέσων συγκοινωνίας και αυτό το γεγονός, με τη σειρά του, οδηγεί στην αντίληψη ότι τα πνεύματα μετά θάνατον πηγαίνουν σε πολύ «μακρινούς» τόπους.

Από την άλλη πλευρά, οι ταξικές διαφορές γίνονται όλο και οξύτερες, η αδικία μέσα στις ανθρώπινες κοινωνίες γίνεται εξαιρετικά έντονη και οι άνθρωποι αρχίζουν να χωρίζονται σε «καλούς» και «κακούς». Έτσι, εμφανίζεται για πρώτη και τόσο η έννοια της «θεϊκής δικαιοσύνης» όσο και η αντίληψη της μεταθανάτιας ζωής με τιμωρίες και βάσανα, από τη μία πλευρά, και με απολαύσεις, από την άλλη. Εμφανίζονται, δηλαδή, οι έννοιες του «παράδεισου» και της «κόλασης».

Καθώς η ανθρώπινη κοινωνία διαιρείται σε τάξεις και οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται, η κοινωνία γίνεται πιο σύνθετη. Πιο σύνθετη, επομένως, γίνεται και η «κοινωνία των Θεών». Αναφερθήκαμε νωρίτερα στη «γέννηση» της προσευχής. Πλέον, η επικοινωνία με τους Θεούς γινόταν όλο και πιο πολύπλοκη και χρειάζονταν «ειδικές λέξεις». Έτσι, δημιουργείται και η ανάγκη για «ειδικούς τεχνίτες» που θα αναλάμβαναν το έργο αυτής της επικοινωνίας.

Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, ιστορικά η καταγωγή του κλήρου. Για να φτάσει η προσευχή επιτυχώς στο Θεό, οι κληρικοί πρέπει να χρησιμοποιούν ανάλογη γλώσσα και να φορούν «ειδικά» ρούχα. Αμέσως, η κάστα των κληρικών γίνεται σύμμαχος της άρχουσας τάξης. Ο ρόλος της κάστας αυτής είναι να κρατάει υποταγμένες τις μάζες, να υποστηρίζει τις αδικίες, καθώς αυτές προκύπτουν ως «θέλημα Θεού», να αποκοιμίζουν τη συνείδηση των ανθρώπων και να υπόσχονται αγαθά και καλύτερη ζωή μετά θάνατον για τους «ταπεινούς» (βλέπε υποτακτικούς).

Είδαμε, λοιπόν, σχετικά λεπτομερώς τη γέννηση και εξέλιξη του θρησκευτικού αισθήματος από τον πρωτόγονο άνθρωπο στην αρχαιότητα, τη διαμόρφωση των πρώτων θρησκειών και των διάφορων φαινομένων, που τις συνόδευαν και τις συνοδεύουν. Αξίζει να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο, εν κατακλείδι, ότι θρησκεία είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να κλείσει συμμαχία με τα πνεύματα. Επίσης, ότι η θρησκεία ικανοποιεί την ανάγκη να δημιουργήσει καθορισμένη σύνδεση με τον κόσμο, το περιβάλλον του και το σύμπαν.

Κοινωνικές συνθήκες και τάξεις στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν το μεγαλύτερο και ισχυρότερο κράτος του κόσμου, όταν εμφανίστηκε ο χριστιανισμός. Ωστόσο, πολύ σύντομα θα έμπαινε σε φάση αποσύνθεσης και θα κλονιζόταν. Κατ’ αρχάς, η Ρώμη καταπίεζε και εκμεταλλευόταν σκληρά τις επαρχίες, οι οποίες, σε αντίδραση, εξεγείρονταν εναντίον της. Παράλληλα, η υψηλή φορολογία και η τοκογλυφία «τσάκιζαν» τα λαϊκά στρώματα, ενώ ο κρατικός μηχανισμός ήταν βουτηγμένος στη διαφθορά μέχρι το μεδούλι. Παρ’ όλα αυτά, λόγω των πολλών και συνεχόμενων κατακτητικών πολέμων της Ρώμης, άρχιζαν να αίρονται οι τοπικές ιδιαιτερότητες και να διαμορφώνεται η ταυτότητα του Ρωμαίου πολίτη χωρίς πατρίδα, ο οποίος όμως δε διατηρούσε κάποιον ιδιαίτερο συνεκτικό δεσμό με τη Ρώμη, την οποία έβλεπε σαν καταπιεστή.

Οι μικροί αγρότες συνθλίβονταν ανάμεσα στη Σκύλλα της υψηλής φορολογίας και τη Χάρυβδη της τοκογλυφίας. Επίσης, οι πόλεμοι, που προαναφέρθηκαν, προμήθευαν τους τσιφλικάδες με πολυάριθμους και φτηνούς δούλους. Πολλοί από τους φτωχούς αγρότες δεν άντεχαν τον ανταγωνισμό και ξέπεφταν στο προλεταριάτο. Μαζί τους συμπαρέσυραν και τους τεχνίτες, καθώς το πελατολόγιό τους αποτελείτο, κατά κύριο λόγο, από αυτούς τους αγρότες.

Έτσι, αρχίζει να εμφανίζεται στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας ένα πολυπληθές προλεταριάτο, το οποίο δεν μπορεί να βρει δουλειά. Αυτό ήταν επικίνδυνο για το καθεστώς, το οποίο, για να αποφύγει τα χειρότερα, έδινε μισθό και τρόφιμα στο προλεταριάτο, διοργάνωνε για χάρη του μαζικά, λαϊκά (και βάρβαρα) θεάματα, ενώ τα διάφορα πολιτικά κόμματα εξαγόραζαν την υποστήριξη και την ψήφο του.

Βέβαια, μιλώντας για το προλεταριάτο εκείνης της εποχής, δεν πρέπει να το συγχέουμε με το σύγχρονο προλεταριάτο, τη σύγχρονη εργατική τάξη. Το σύγχρονο προλεταριάτο είναι μια παραγωγική και, παράλληλα, επαναστατική τάξη. Το προλεταριάτο της εποχής εκείνης ήταν μια παρασιτική τάξη, που περισσότερο μοιάζει με το σύγχρονο λούμπεν προλεταριάτο.

Οι προλετάριοι της εποχής, λοιπόν, ζούσαν σαν κοινωνικά παράσιτα, είχαν αποκτήσει απέχθεια προς την εργασία και μια τεμπέλικη νοοτροπία. Αφού ο ρωμαϊκός στρατός αποτελείτο κατά κύριο λόγο από προλετάριους, σαν φυσική συνέπεια η στρατιωτική πειθαρχία αρχίζει να αποσυντίθεται. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, σταδιακά, χάνει τη στρατιωτική υπεροχή της. Δέχεται επιθέσεις από τα γειτονικά κράτη, ενώ η ίδια δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει τους κατακτητικούς πολέμους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να λιγοστεύουν οι δούλοι, άρα η παραγωγή αρχίζει να πέφτει, να υπάρχει μεταστροφή από τη γεωργική στην κτηνοτροφική οικονομία, η οποία έχει μικρότερη ανάγκη από δούλους, και εμφανίζεται η οικονομική κρίση.

Οι κυρίαρχες τάξεις της Ρώμης, δηλαδή οι αυτοκράτορες, οι πατρίκιοι, οι στρατηγοί, οι ύπατοι, οι δήμαρχοι και οι έπαρχοι ήταν βουτηγμένοι στον ηθικό βούρκο. Τα υπερπολυτελή δείπνα και τα τρομερά σεξουαλικά όργια ήταν καθημερινό φαινόμενο. Θα αναφέρουμε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα, που δείχνουν γλαφυρά την αμετροέπεια των κυρίαρχων τάξεων. Ο Ιούλιος Καίσαρας – όπως και πολλοί άλλοι αυτοκράτορες και ευγενείς – είχε το προσωπικό του χαρέμι από γυναίκες. Αυτό, όμως, δεν του ήταν αρκετό: ήθελε να περάσει νόμο που να του δίνει το δικαίωμα να «πλαγιάσει» με οποιαδήποτε γυναίκα του άρεσε.

Ο διαβόητος Λούκουλλος – προς τιμήν του οποίου αποδίδεται η έκφραση «λουκούλλειο γεύμα» – στους κήπους του είχε λίμνες γεμάτες με ψάρια, τα οποία τάιζε με δούλους, που συντηρούσε και στη συνέχεια έσφαζε μόνο για αυτό το σκοπό. Ακόμα, αντί για αγελάδες που συνηθιζόταν να προσφέρονται σαν θυσία προς τους Θεούς, πλέον θυσιάζονταν μαζικά δούλοι. Αυτή η κοινωνική σαπίλα της Ρώμης θα αποτελούσε στη συνέχεια το λίπασμα για τη διάδοση του χριστιανισμού στη ρωμαϊκή επικράτεια.

Οι δούλοι, από τη μεριά τους, δεν είχαν κανένα δικαίωμα. Παρότι ήταν η παραγωγική τάξη του δουλοκτητικού συστήματος, το γεγονός ότι τύχαιναν μεταχείρισης παρόμοιας με των ζώων – τους αντιμετώπιζαν σαν αντικείμενα με φωνή – και το πολύ χαμηλό πνευματικό τους επίπεδο είχαν σαν αποτέλεσμα να μην μπορούν να αναπτύξουν δική τους ιδεολογία. Επίσης, συνήθως δε συμμετείχαν ενεργά στην ταξική πάλη, με κάποιες λαμπρές εξαιρέσεις, όπως η μεγάλη εξέγερση του Σπάρτακου. Ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, η πάλη τους ήταν αρκετά «άναρχη» και κακά οργανωμένη.

Η ταξική πάλη διεξαγόταν κατά κύριο λόγο ανάμεσα σε πατρίκιους και πληβείους. Αυτή η πάλη όμως δεν είχε επαναστατικό χαρακτήρα. Οι πληβείοι δε διεκδικούσαν την πολιτική εξουσία, ούτε στόχευαν στην ανατροπή των θεμελίων του δουλοκτητικού συστήματος, αλλά επιζητούσαν περισσότερα προνόμια στην εκμετάλλευση των δούλων. Αυτό εξηγεί γιατί η κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δε συνέβη απότομα, παρά την τεράστια αποσύνθεσή της.

Από την άλλη πλευρά, τα οργανωτικά καθήκοντα των τσιφλικάδων λιγόστευαν. Ακόμα και ένα μέρος των καθηκόντων αυτών είχαν περάσει σε μια μερίδα δούλων. Η άρχουσα τάξη αποστασιοποιείται σιγά-σιγά από την ενεργή συμμετοχή στην παραγωγή, γίνεται όλο και πιο παρασιτική και ενδιαφέρεται μόνο για την καλοπέραση. Όμως, όλα αυτά την οδηγούν στην απόγνωση και την αποχαύνωση. Η ακραία πολυτέλεια, πλέον, δεν της προσφέρει καμία απόλαυση, έχει φτάσει στον απόλυτο κορεσμό. Αυτό το κενό που ένιωθαν οι κυρίαρχες τάξεις της Ρώμης προσπαθούσαν να καλύψουν δύο φιλοσοφικές σχολές.

Από τη μία πλευρά, μία εκχυδαϊσμένη μορφή της υλιστικής, επικουρικής σχολής. Η σχολή αυτή είχε έναν αθεϊστικό χαρακτήρα και δίδασκε ότι οι άνθρωποι έχουν μόνο μία ζωή και πρέπει σε αυτήν να περάσουν όσο καλύτερα γίνεται. Από την άλλη, όμως, κυρίαρχη ήταν η πανθεϊστική, στωική σχολή σκέψης. Ήταν το καλύτερο αντίδοτο για την απόγνωση: δίδασκε την «αταραξία», μία κατάσταση, στην οποία όλα αντιμετωπίζονται με αδιαφορία και κυνισμό. Οι στωικοί πίστευαν στη μεταθανάτια ζωή. Αυτή η πεσιμιστική αντίληψη, ότι στην πραγματική ζωή τίποτα δε δίνει ευχαρίστηση, ήταν και η βάση που η πίστη στη μεταθανάτια ζωή ήταν τόσο δημοφιλής στον αρχαίο κόσμο.

Η ηθική των κυρίαρχων τάξεων κατρακυλούσε στο βούρκο και μαζί της ξέπεφτε συνολικά η ηθική και πνευματική ζωή στην επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αναπόφευκτα, ξέπεφτε και η θρησκεία. Η άρχουσα τάξη δεν πίστευε πια στη θρησκεία. Μπορεί επισήμως να δήλωναν την πίστη τους στους Θεούς, αλλά στις ιδιωτικές τους συζητήσεις χλεύαζαν τη θρησκεία. Οι αντιθρησκευτικές αντιλήψεις μεταδίδονταν στα λαϊκά στρώματα, το θρησκευτικό συναίσθημα χαλάρωνε ακόμα και για το προλεταριάτο. Αν και οι ιθύνουσες τάξεις της Ρώμης δεν πίστευαν, αναγνώριζαν ότι η αντιθρησκευτική κίνηση των λαϊκών στρωμάτων ήταν ενάντια στο συμφέρον τους και μπορεί να υποσκάψει το καθεστώς τους. Έτσι, ξεκινάει μία περίοδος έντονης θρησκευτικής αντίδρασης, κατά την οποία απαγορεύεται κάθε αντιθρησκευτική εκδήλωση.

Κάθε επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είχε τους δικούς της τοπικούς Θεούς και η άσκηση των τοπικών θρησκειών ήταν νομικά κατοχυρωμένη. Η θρησκεία της Ρώμης δεν ήταν κάτι περισσότερο από τη θρησκεία της περιοχής, που αποτελεί τη σημερινή Ιταλία. Όμως, όπως αναφέραμε και νωρίτερα, άρχιζε να αναπτύσσεται εντός της αυτοκρατορίας η ταυτότητα του Ρωμαίου πολίτη και ο διεθνισμός. Το θρησκευτικό μίσος άρχιζε να εξαφανίζεται. Επομένως, αναπτύσσονταν οι όροι για την υιοθέτηση μιας κοινής θρησκείας στην επικράτεια της αυτοκρατορίας, κάτι που ήταν προς το συμφέρον και της ρωμαϊκής άρχουσας τάξης και που συνέβαλε, σε κάποιο βαθμό, στην ανακήρυξη του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της αυτοκρατορίας στη συνέχεια.

Οι Εβραίοι

Οι Εβραίοι ήταν ένας νομαδικός λαός, που μετανάστευσε από την Ανατολική Αίγυπτο και τη Βόρεια Αραβία στη γης της Χαναάν. Η μόνιμη, πλέον, εγκατάσταση στην περιοχή της Παλαιστίνης, το τέλος της νομαδικής ζωής και η αρχή της αγροτικής ζωής, που επιφέρει, οδηγούν στην εμφάνιση ταξικών διαφορών. Δημιουργείται, επομένως, η ανάγκη για υιοθέτηση ενός μοναρχικού συστήματος με βασιλιά. Η παλιά εβραϊκή θρησκεία δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκης της νέας άρχουσας τάξης, η οποία υιοθετεί στοιχεία των θρησκειών των γειτονικών κρατών (των Φοινίκων, των Σύριων κ.α.), οι οποίες επιτρέπουν τον πλούτο και τις απολαύσεις.

Η φτωχολογιά των Εβραίων ήταν ένας νομαδικός, πολεμικός λαός, που μόλις πριν από λίγο είχε πολεμήσει και καταφέρει να κατακτήσει τη Χαναάν. Δεν μπορούσε να ανεχτεί αυτές τις νέες αντιλήψεις και αντιστεκόταν. Μέχρι πρότινος, οι Εβραίοι είχαν ανάγκη από λαϊκό στρατό, στελεχωμένο από τους φτωχούς αγρότες. Έτσι, ήταν αναγκαίες οι παραχωρήσεις προς τους φτωχούς. Ο Ιεχωβάς ή Γιαχβέ, ο Θεός των Εβραίων, ήταν από την αρχή σύμμαχος των λαϊκών στρωμάτων. Στο πνεύμα αυτό, της προστασίας των μικροϊδιοκτητών και της εναντίωσης στη μεγάλη ιδιοκτησία, ήταν γραμμένος και ο Νόμος του Μωυσή.

Ο εβραϊκός λαός προσέφερε αιματηρές θυσίες στον Ιεχωβά, για τη σύναψη συμμαχίας μαζί του. Οι θυσίες αυτές αρχικά περιελάμβαναν τη θυσία των πρωτότοκων παιδιών, μοσχαριών και αρνιών. Αργότερα,, υιοθετείται η λιγότερο «βάρβαρη», ωστόσο αιματηρή «θυσία» της περιτομής. Ο Ιεχωβάς, σε αντάλλαγμα, υπερασπίζεται τον εβραϊκό λαό – ο οποίος είναι ο εκλεκτός λαός – από τους εχθρικούς λαούς.

Τώρα, όμως, με τις νέες της ανάγκες η άρχουσα τάξη των Εβραίων χρειάζεται ένα μισθοφορικό στρατό. Το χάσμα μεταξύ των τάξεων ολοένα και διογκώνεται, οι κοινωνικές αδικίες γίνονται ανυπόφορες. Έτσι, αρχίζουν να εμφανίζονται οι «προφήτες», οι οποίοι επιτίθενται στους ευγενείς και τους βασιλιάδες και υπερασπίζονται τους φτωχούς, την ισότητα και τη δικαιοσύνη. Σημαντικός προφήτης ήταν ο αρχιερέας Χελκίας, ο οποίος υποτίθεται ότι ανακάλυψε το Δευτερονόμιο, ένα δεύτερο βιβλίο του Μωυσή, στο οποίο συνεχιζόταν η νομοθεσία.

Στην πραγματικότητα, το Δευτερονόμιο γράφτηκε από τον ίδιο το Χελκία, ήταν ένα μισο-σοσιαλιστικό βιβλίο και έμοιαζε αρκετά με τη νομοθεσία του Σόλωνα. Τις μεταρρυθμίσεις του Χελκία εφάρμοσε ο Ιεχωβιστής βασιλιάς, Ιεζεκίας. Εκείνη την περίοδο, επικεφαλής των προφητών ήταν ο Ησαΐας, ο σημαντικότερος ίσως από όλους τους προφήτες. Ήταν, επίσης, ο μόνος προφήτης που συνδέθηκε με την κυβέρνηση, καθώς λειτουργούσε σαν άτυπος υπουργός Εξωτερικών. Ήταν, θα μπορούσαμε να πούμε, αντι-ιμπεριαλιστής και αντιτασσόταν στην επιδίωξη της εβραϊκής άρχουσας τάξης που επεδίωκε το συνασπισμό με άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (μία μερίδα ήθελε συμμαχία με τους Αιγύπτιους, ενώ μια άλλη με τους Ασσύριους).

Διάδοχος του Ησαΐα είναι ο μαθητής του Ιερεμίας. Και εκείνος επικρίνει τους πλούσιους για την απληστία τους, για το ότι έχουν απομακρυνθεί από τον Ιεχωβά, ωστόσο είναι ηττοπαθής, τάσσεται εναντίον της υπεράσπισης της Ιερουσαλήμ, καθώς θεωρεί ότι η μοίρα της θα κριθεί από τη «θέληση του Θεού». Τελικά, η Ιερουσαλήμ κατακτάται και οι Εβραίοι καταλήγουν στη Βαβυλώνα και σε πολύ άσχημη θέση. Οι προφήτες και τα λαϊκά στρώματα ρίχνουν το φταίξιμο για την αιχμαλωσία στην απληστία των πλουσίων.

Οι Εβραίοι αναγνωρίζουν ότι με τις δικές τους δυνάμεις δεν μπορούν να απελευθερωθούν και πέφτουν σε απόγνωση. Αυτή η υλική συνθήκη παράγει δύο πολύ συγκεκριμένα αποτελέσματα. Το ένα είναι η διαμόρφωση του Ιεχωβά σε φιλειρηνικό Θεό και οι αντίστοιχες πασιφιστικές διακηρύξεις των Εβραίων προφητών. Αυτά δεν είναι αποτελέσματα μιας αφηρημένης, «ιδεολογικής» προτίμησης. Η ιδέα της παγκόσμιας ειρήνης αντανακλά τα υλικά συμφέροντα του εβραϊκού λαού, που μόνο έτσι βλέπει την απελευθέρωσή του. Το δεύτερο αποτέλεσμα είναι η γέννηση της ιδέας του Μεσσία, ο οποίος θα έρθει στη γη, για να οδηγήσει τους Εβραίους πίσω στη «Γη της Επαγγελίας».

Όμως, υπάρχουν δύο είδη Μεσσία. Υπάρχει ένας ισχυρός, πρίγκιπας Μεσσίας. Αυτός είναι ο Μεσσίας των πλούσιων Εβραίων, των αριστοκρατών Σαδδουκαίων. Υπάρχει, όμως, και ο Μεσσίας των φτωχών, ένας παθητικός Μεσσίας. Ο Μεσσίας αυτός θα είναι ένας φτωχός που θα υποφέρει, αλλά θα φέρει το βασίλειο της αγάπης και της ειρήνης στη γη. Γίνονται μισο-σοσιαλιστικά κηρύγματα για χάρη αυτού του Μεσσία, ο οποίος θα φέρει ειρήνη μεταξύ των λαών, τέλος των πολέμων και εργασία 100 φορές πιο αποδοτική και με σκοπό το κοινό όφελος.

Εντός των Εβραίων διαμορφώνονται 4 αιρέσεις. Η πρώτη είναι αυτή των Σαδδουκαίων, της άρχουσας τάξης. Οι Σαδδουκαίοι δεν πιστεύουν στη μοίρα, πιστεύουν ότι ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του, ότι οι ψυχές δεν είναι αθάνατες και ότι δεν υπάρχει ούτε αμοιβή ούτε τιμωρία μετά το θάνατο. Οι Σαδδουκαίοι είναι αυστηροί ακόμα και μεταξύ τους, ενώ είναι σκληροί τόσο με τους ξένους όσο και με τους συμπατριώτες τους. Είναι ελευθερόφρονες και έχουν χαλαρή στάση απέναντι στο Μωυσιακό Νόμο. Παράλληλα, θεωρούν «αναγκαίο κακό» την κατάκτηση από τους Ρωμαίους, τα συμφέροντά τους είναι υπέρ του συμβιβασμού με τη Ρώμη και κατά του σοβινιστικού φανατισμού. Αυτό τους κάνει ιδιαίτερα μισητούς ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα.

Οι Φαρισαίοι, οι οποίοι αρχικά έχουν κυρίαρχη επιρροή στις λαϊκές μάζες, αποτελούνται από το παλιό ιερατείο της Ιουδαίας. Είναι εθνικόφρονες, συντηρητικοί, φανατικοί υποστηρικτές και αυστηροί ερμηνευτές του Νόμου του Μωυσή. Πιστεύουν στην αθανασία της ψυχής, ενώ διακήρυτταν τη βίαιη αποτίναξη του ρωμαϊκού ζυγού και ανέμεναν τον ερχομό του Μεσσία. Η κυρίαρχη ομάδα μεταξύ των Φαρισαίων ήταν οι Γραμματείς, οι οποίοι είχαν μελετήσει τις γραφές.

Η τρίτη αίρεση είναι οι Ζηλωτές, οι οποίοι παίρνουν το όνομά τους από τον υπέρμετρο ζήλο τους, το φανατισμό τους. Ονομάζονται αλλιώς και Ναζωραίοι ή Χριστοί – από αυτούς παίρνει και ο Μεσσίας το όνομα Χριστός. Το εβραϊκό προλεταριάτο είναι αρκετά ανομοιογενές. Επίσης, είναι πολύ λιγότερο παρασιτικό και πολύ πιο δραστήριο και επαναστατικό από το προλεταριάτο της Ρώμης και των υπόλοιπων επαρχιών της αυτοκρατορίας. Την κοινωνική βάση των Ζηλωτών αποτελούν το πιο αγωνιστικό τμήμα του προλεταριάτου των Ιεροσολύμων και οι λήσταρχοι της Γαλιλαίας, χωρικοί που είχαν ξεζουμιστεί από τη φορολογία και είτε είχαν απαλλοτριωθεί είτε είχαν μετατραπεί σε δούλους.

Οι Ζηλωτές ήταν μια καθαρά εβραϊκή αίρεση ήταν εναντίον κάθε ξένου πολιτισμού, και ιδιαίτερα του ελληνικού. Ήταν υπέρ του ασκητισμού, της νηστείας και της ζωής στις ερήμους, όπως των προγόνων του εβραϊκού λαού. Όσο εντεινόταν η καταπίεση του ρωμαϊκού ζυγού, αποκαλυπτόταν η ασυνέπεια λόγων και έργων των Φαρισαίων. Οι εβραϊκές μάζες απογοητεύονταν από αυτή την κατάσταση και μεταστρέφονταν όλο και περισσότερο από τους Φαρισαίους στους Ζηλωτές. Ωστόσο, οι Ζηλωτές, δε διέφεραν με τους Φαρισαίους στο σκοπό, διέφεραν μόνο στα μέσα, στη σκληρότητα και τη χρήση βίας. Δε στόχευαν στην ανάπτυξη ενός δικού τους κοινωνικού συστήματος.

Αυτό το επεδίωκαν οι Εσσαίοι, η τέταρτη και τελευταία αίρεση. Αυτοί είχαν, επίσης, προλεταριακή βάση, όμως αφενός δεν ήθελαν να περιμένουν μέχρι την έλευση του Μεσσία, για να επέλθει η δικαιοσύνη και αφετέρου δεν ήταν καθαρά εβραϊκή αίρεση, είχαν έντονες επιρροές από τον ελληνικό και τον ινδικό μυστικισμό. Οι Εσσαίοι είχαν την άποψη ότι οι λαϊκές μάζες είχαν αποτύχει οριστικά να φέρουν την ευτυχία πάνω στη γη. Αυτό τους οδήγησε στην περιφρόνηση των σωματικών απολαύσεων, οι οποίες έπρεπε να «χτυπηθούν», τους έστρεψε στην ασκητική ζωή στις ερήμους, τη νηστεία, τις προσευχές την εγκράτεια και την αυστηρή ηθική. Ήταν οργανωμένοι σε κλειστές μισο-σοσιαλιστικές κομμούνες.

Υπήρχαν αυστηροί όροι, για να μπει κάποιος σε αυτές τις κομμούνες, όπως ο καλός πρότερος βίος. Η ατομική ιδιοκτησία, όπως και οι αγοραπωλησίες μεταξύ των μελών των κομμούνων απαγορεύονταν και, μάλιστα, θεωρούνταν ύψιστο αμάρτημα. Αμοιβή για αυτούς θα ήταν η αιώνια ζωή μετά θάνατον. Ωστόσο, η οργάνωση των Εσσαίων έμοιαζε περισσότερο με καταναλωτικό συνεταιρισμό, παρά με παραγωγική ένωση. Σκοπός τους δεν ήταν μια νέα πολιτική εξουσία, ούτε η κοινή οργάνωση της παραγωγής, μα μόνο η κοινή κατανάλωση, όπως τα κοινά δείπνα, που διοργάνωναν τακτικά.

Στη συνέχεια, συντελέστηκε η αποκαλούμενη «Διασπορά», δηλαδή ο διασκορπισμός των Εβραίων στις διάφορες επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι συνοικίες των Εβραίων ήταν οι πιο φτωχές και βρώμικες. Οι ίδιοι και η θρησκεία τους αντιμετωπίζονταν πολύ υποτιμητικά από τους ντόπιους πληθυσμούς. Ωστόσο, κατάφεραν να κάνουν γνωστή τη θρησκεία τους έξω από τα όρια της Παλαιστίνης. Αυτό, με τη σειρά του, ωφέλησε στη συνέχεια τη διάδοση του χριστιανισμού, καθώς ήταν πιο εύκολο για τους απόστολους του πρωτόγονου χριστιανισμού να κηρύξουν τη νέα θρησκεία έξω από τα σύνορα της Παλαιστίνης.

Ο πρωτόγονος χριστιανισμός

Την περίοδο της γέννησης της χριστιανικής θρησκείας, η ταξική πάλη στην Παλαιστίνη είναι πολύ έντονη. Το παλαιστινιακό προλεταριάτο είναι πολύ πιο επαναστατικό από αυτό της υπόλοιπης αυτοκρατορίας, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, υπήρχε έντονη εθνικιστική παράδοση, οι προφήτες διακήρυτταν τον ερχομό του Μεσσία, ο οποίος θα φέρει την παγκόσμια δικαιοσύνη, οι φόροι και η τοκογλυφία ήταν ανυπόφοροι, οι μικροϊδιοκτήτες ξέπεφταν μαζικά στο προλεταριάτο, οι κοινωνικές αντιθέσεις και αντιφάσεις ήταν τεράστιες. Οι ανταρσίες από τους Ζηλωτές και τους λήσταρχους, αρκετοί εκ των οποίων εντυπώνονται στη λαϊκή συνείδηση σχεδόν σαν ήρωες, είναι πολύ συχνό φαινόμενο. Οι ανταρσίες αυτές είχαν τρομοκρατικό και συνωμοτικό χαρακτήρα, αλλά δεν είχαν καλή οργάνωση. Ο ίδιος ο Ιησούς έτσι περιγράφεται στα Ευαγγέλια: ως δημεγέρτης, συνωμότης και τρομοκράτης. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέθεταν ένα εκρηκτικό μείγμα και μια έντονη επαναστατική ψυχολογία στην Παλαιστίνη.

Η ιδέα ότι ο Μεσσίας έχει έρθει στη γη έχει αρχίσει να κερδίζει έδαφος. Ο πρωτόγονος χριστιανισμός προκύπτει ως σύνθεση της γραμμής των Εσσαίων, Ζηλωτών και Φαρισαίων – κατ’ αυτή τη σειρά ιεραρχικά. Άλλοι ενώνονται στα βουνά με τους ληστές, άλλοι οργανώνονται στους Ζηλωτές και άλλοι πάνε στην έρημο και οργανώνονται σε κοινόβια στα πρότυπα των Εσσαίων. Τη νέα θρησκεία ασπάζονται οι ασκητικές κομμούνες, οι φτωχοί των πόλεων και οι δούλοι. Κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες κομμουνιστικές εκκλησίες, που παράλληλα υπηρετούν μια αναγκαιότητα για το προλεταριάτο και τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Η συμμετοχή στις κομμουνιστικές αυτές εκκλησίες είναι προαιρετική, ωστόσο την απόφαση της συμμετοχής συνοδεύουν πολλοί αυστηροί κανόνες, όπως ίσχυε και στους Εσσαίους. Παίζει σημαντικό ρόλο ο πρότερος βίος, τα υποψήφια μέλη πρέπει να περάσουν πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ως δόκιμα μέλη, ενώ απαραίτητος όρος είναι η προσφορά ολόκληρης της ατομικής περιουσίας. Περιπτώσεις, που αποκαλυπτόταν ότι διατήρησαν μέρος της προσωπικής τους περιουσίας, εκτελούνταν για παραδειγματισμό.

Το ταξικό μίσος είναι πολύ έντονο και έκδηλο σε αυτό τον πρωτόγονο χριστιανισμό. Όταν έλθει η βασιλεία του Θεού, οι πλούσιοι θα περάσουν μια αιωνιότητα τιμωριών και βασάνων. Το ρωμαϊκό κράτος θορυβείται από την εξάπλωση των χριστιανικών εκκλησιών, τις κηρύσσει παράνομες και συνωμοτικές και τις καταδιώκει σκληρά. Αυτό, όμως, δεν πτοεί τους χριστιανούς, οι οποίοι πληθαίνουν, ενώ ο φανατισμός τους μεγαλώνει. Ο πρωτόγονος αυτός χριστιανισμός έχει έντονο εθνικιστικό και επαναστατικό χαρακτήρα.

Η διάδοση του χριστιανισμού, ο παυλιανισμός και η απαλλοτρίωση της νέας θρησκείας από την άρχουσα τάξη

Οι πιστοί του χριστιανισμού, οι απόστολοι, ήταν οι πρώτοι οργανωμένοι οπαδοί της νέας θρησκείας: σιγά-σιγά σχηματίστηκε ένα «κόμμα» πολύ μικρό στην αρχή, όμως πολύ φανατισμένο και αποφασιστικό. Οι απόστολοι στέλνονταν στις άλλες μεσογειακές επαρχίες της αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα τις γειτονικές στην Παλαιστίνη (όπως την Κύπρο και τη Συρία), καθώς η μετακίνηση ήταν σχετικά εύκολη, με σκοπό τη διάδοση της νέας θρησκείας. Αυτό γίνεται πραγματικότητα πολύ γρήγορα. Έτσι, η νέα θρησκεία έρχεται σε επαφή με τα λαϊκά στρώματα και των υπόλοιπων πόλεων της αυτοκρατορίας.

Όμως, το ρωμαϊκό προλεταριάτο δεν έχει τις ίδιες επαναστατικές παραδόσεις με το παλαιστινιακό. Στρέφεται με πολύ πιο ιδιοτελείς σκοπούς προς τις κομμουνιστικές εκκλησίες, με σκοπό την εξασφάλιση κυρίως της τροφής και των υπόλοιπων αναγκαίων αγαθών. Παράλληλα, ο χριστιανισμός αποκτά απήχηση και στα μικρομεσαία στρώματα. Ακόμα και ένα μέρος των κυρίαρχων τάξεων ασπάζεται τη νέα θρησκεία. Αναλύσαμε νωρίτερα την ηθική και πνευματική τους κατάσταση. Ένα μέρος των κυρίαρχων τάξεων μέσα σε αυτόν τον ξεπεσμό αποκτά έντονες θρησκευτικές ανησυχίες και αναζητεί ένα αποκούμπι. Αυτό το βρίσκει στο χριστιανισμό, καθώς ο έντονος φανατισμός και η αφοσίωση των χριστιανών τις γοητεύει.

Την εξάπλωση της επιρροής του χριστιανισμού στα λιγότερο λαϊκά στρώματα βοηθά η παυλιανίτικη εκδοχή του, δηλαδή η διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου. Ο ίδιος ο Παύλος ήταν ένας χειροτέχνης, ανήκε ο ίδιος, δηλαδή, στα μεσαία στρώματα. Αυτός έδωσε ένα άλλο περιεχόμενο στη χριστιανική διδασκαλία. Σε αντίθεση με το προλεταριάτο, που αποστρεφόταν τη δουλειά και μισούσε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, εκείνος δίδασκε τη σκληρή εργασία, την εργατική πειθαρχία και την αφοσίωση στο ρωμαϊκό κράτος. Οι πρωτόγονοι χριστιανοί της Παλαιστίνης πίστευαν στη συντέλεια του κόσμου, στον ερχομό του βασιλείου του Θεού. Αυτό, όμως, δεν το μετέθεταν σε μια άλλη ζωή. Συντέλεια του κόσμου εννοούσαν την καταστροφή του κόσμου, όπως ήταν τότε γνωστός, δηλαδή καταστροφή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ουσιαστικά. Το βασίλειο του Θεού και η δικαιοσύνη θα ερχόταν στη γη και όχι στη μεταθανάτια ζωή. Στη διδασκαλία του Παύλου αυτά όλα μετατίθονταν μετά θάνατον.

Οι διδασκαλίες του Παύλου αρχίζουν να κυριαρχούν στις χριστιανικές εκκλησίες εκτός Παλαιστίνης. Ο κομμουνισμός σε αυτές τις εκκλησίες γίνεται προαιρετικός πλέον. Οι κυρίαρχες τάξεις αρχίζουν να μπαίνουν όλο και περισσότερο στις χριστιανικές εκκλησίες. Κάνουν σημαντικές φιλανθρωπίες, τις οποίες το ρωμαϊκό προλεταριάτο, το οποίο έχει μπει στις εκκλησίες πολύ πιο καιροσκοπικά από το παλαιστινιακό, βλέπει με καλό μάτι. Ο παυλιανίτικος χριστιανισμός είναι διεθνιστικός μεν, αντεπαναστατικός δε. Αφαιρεί όλο το επαναστατικό, ταξικό περιεχόμενο της διδασκαλίας του πρωτόγονου χριστιανισμού. Το παλαιστινιακό προλεταριάτο τα βλέπει όλα αυτά με μεγάλη απογοήτευση, πέφτει στην απόγνωση, πιστεύει ότι όλα αυτά δείχνουν ότι τελικά ο Μεσσίας δεν έχει έρθει ακόμα στη γη, στρέφεται στην παλιά του εβραϊκή θρησκεία και περιμένει από την αρχή την έλευση του Μεσσία στη γη.

Οι λαϊκές μάζες της Παλαιστίνης έφτιαξαν την επαναστατική τους θρησκεία, για να αντιπαλέψουν την αθλιότητα της ζωής τους. Η άρχουσα τάξη μπήκε μέσα στις εκκλησίες τους και, σταδιακά, τις απαλλοτρίωσε και τις μετέτρεψε από εργαλείο του προλεταριάτου στην προσπάθεια του να ξεφύγει από τη μιζέρια του σε όπλο καταπίεσης εναντίον του. Ο χριστιανισμός πια καλούσε το προλεταριάτο να «υπομένει» καρτερικά και να περιμένει την απονομή της δικαιοσύνης και μια καλύτερη ζωή μόνο μετά το θάνατο. Η απαλλοτρίωση του χριστιανισμού από την άρχουσα τάξη ολοκληρώνεται οριστικά και αμετάκλητα με την υιοθέτησή του ως επίσημη θρησκεία του κράτους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ιησούς: ιστορικό ή μυθικό πρόσωπο

Έχουμε ήδη πει ότι ο χριστιανισμός γεννιέται μέσα από την εβραϊκή θρησκεία. Θα ήταν πιο ακριβές, ωστόσο, να πούμε ότι γεννιέται σαν «αίρεση» της εβραϊκής θρησκείας. Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη και όλη την εβραϊκή παράδοση ο Μεσσίας, που αναμενόταν, δε θα ήταν Θεάνθρωπος. Θα ήταν είτε βασιλιάς είτε αγγελιοφόρος, μα σε κάθε περίπτωση άνθρωπος. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν καλό, σε αυτό το σημείο, να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα στο αν ο Ιησούς υπήρξε σαν ιστορικό πρόσωπο.

Ο Ιησούς, με τη δράση, τα κηρύγματα και το θάνατό του, όπως περιγράφονται από τη χριστιανική παράδοση, θα ήταν μία αναμφισβήτητα πολύ σημαντική προσωπικότητα της εποχής του. Παρ’ όλα αυτά, δε βρίσκουμε καμία αναφορά από σύγχρονό του στα ιστορικά βιβλία της εποχής.

Ο Ιώσηπος Φλάβιος ήταν Φαρισαίος, λόγιος Εβραίος της εποχής, ο οποίος γεννήθηκε λίγο μετά το θάνατο του Ιησού και έγραψε το βιβλίο «Ιουδαϊκές Αρχαιότητες», στο οποίο περιγράφει την ιστορία των Ιουδαίων. Παρότι αναφέρει στο βιβλίο ακόμα και μία σειρά από ασήμαντες λεπτομέρειες, δεν αναφέρεται στον Ιησού. Για να είμαστε πιο ακριβείς, υπάρχει ένα χωρίο στο βιβλίο, το οποίο αναφέρεται στον Ιησού. Μα το χωρίο αυτό έχει αποδειχτεί επιστημονικά ότι δεν ανήκει στον Ιώσηπο. Το χωρίο αυτό προστέθηκε αργότερα από κάποιο χριστιανό μελετητή του έργου, ο οποίος προσπάθησε να αποδείξει την ιστορική ύπαρξη του Ιησού, μα με τη λαθροχειρία του μάλλον μας αποδεικνύει το αντίθετο.

Ακόμα και οι χριστιανικές πηγές κάθε άλλο παρά βοηθάνε στην απόδειξη της ιστορικότητας του Ιησού. Τα πρώτα από τα Ευαγγέλια είναι γραμμένα, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μισό αιώνα μετά το θάνατο του Ιησού. Όσο τα διάφορα Ευαγγέλια απομακρύνονται χρονικά από την περίοδο που έζησε ο Ιησούς, τόσο πιο σπουδαία αλλά και περισσότερα γίνονται τα θαύματά του. Μα και ανεξάρτητα από τα θαύματα που περιγράφουν, οι Ευαγγελιστές ήταν αμόρφωτοι άνθρωποι και πολλές από τις διηγήσεις τους είναι αδύνατο να είναι αληθείς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δίκη του Ιησού από τον Πόντιο Πιλάτο, η οποία δεν ανταποκρίνεται ούτε στο ρωμαϊκό ούτε στο ιουδαϊκό δίκαιο της εποχής. Εκτός αυτού, με τα μέσα της εποχής δεν υπήρχε η δυνατότητα τόσο ακριβής καταγραφής των λόγων του Ιησού, που υπάρχουν στα Ευαγγέλια, αλλά ακόμα και των λόγων των Αποστόλων. Ακόμα και λαμβάνοντας υπόψιν τα διάφορα Ευαγγέλια, εντοπίζονται πολλές αντιφάσεις μεταξύ τους, όσον αφορά τη ζωή και το έργο του Ιησού. Άρα, αυτοί οι λόγοι μάλλον αντανακλούν αυτά που θέλουν να μεταφέρουν οι ίδιοι οι Ευαγγελιστές, παρά είναι πραγματικοί λόγοι του «Μεσσία».

Κάνοντας όλες αυτές τις διαπιστώσεις, οφείλουμε να καταλήξουμε σε κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα. Είδαμε ότι η ταξική πάλη την περίοδο, που υποτίθεται πως έζησε ο Ιησούς, αλλά και τους επόμενους λίγους αιώνες ήταν πολύ έντονη στην περιοχή της Παλαιστίνης. Το ένα επαναστατικό κίνημα διαδεχόταν το άλλο. Το κάθε ένα από αυτά είχε και τον επίδοξο «Μεσσία» του. Αρκετά ονόματα των αρχηγών αυτών των εξεγέρσεων έμειναν γνωστά στην ιστορία και κανείς από αυτούς δεν ονομαζόταν Ιησούς.

Όμως, ακόμα κι έτσι, δεν αποκλείεται να υπήρξε κάποιος αρχηγός ενός τέτοιου κινήματος με το όνομα του Ιησού, το οποίο ήταν πολύ κοινό στους Ιουδαίους. Μα, κι αυτό το ενδεχόμενο δεν αλλάζει τη γενική εικόνα. Η υιοθέτηση από τη χριστιανική θρησκεία της πίστης της έλευσης του Μεσσία, του Ιησού, στη γη εξυπηρετούσε την υλική αναγκαιότητα, της συσπείρωσης όλων αυτών των επαναστατικών κινημάτων γύρω από ένα πρόσωπο, ως σημείο αναφοράς. Η διδασκαλία δε του Ιησού δεν είναι τίποτα άλλο, στην πραγματικότητα, παρά μια σύνθεση των διδασκαλιών των διάφορων «Μεσσίων», που εμφανίστηκαν σε όλη αυτή την περίοδο. Μια σύνθεση, βέβαια, όχι απόλυτη: υπήρχαν διάφορες τάσεις εντός της χριστιανικής θρησκείας. Υιοθετούνταν ή απορρίπτονταν κομμάτια από τις διδασκαλίες αυτές ως διδασκαλίες του Ιησού ανάλογα με τις ιδέες των κυρίαρχων τάσεων. Ο Ιησούς της χριστιανικής θρησκείας, συμπερασματικά, είτε δεν υπήρξε ποτέ είτε υπήρξε ως ένας ηγέτης κάποιου επαναστατικού κινήματος στην Παλαιστίνη, μα σίγουρα όχι σαν ο «Μεσσίας».

Μαρξιστές και χριστιανοί: ομοιότητες και διαφορές

Φτάνοντας προς το τέλος της ομιλίας, οφείλουμε να δούμε και τη σχέση μαρξιστών και χριστιανών, τις ομοιότητες και τις διαφορές τους. Κατά καιρούς, ισχυρίζονται διάφοροι ότι ο μαρξισμός είναι σαν θρησκεία ή ότι η διδασκαλία χριστιανισμού είναι σχεδόν κομμουνιστική σε αρκετά σημεία. Κατά πόσο είναι σωστοί ή λανθασμένοι αυτοί οι ισχυρισμοί; Είδαμε ότι η κοινωνική βάση των πρώτων χριστιανικών εκκλησιών ήταν προλεταριακή και ότι οι εκκλησίες αυτές είχαν κομμουνιστικό χαρακτήρα. Από την άλλη πλευρά, μπορούμε να βρούμε μεγάλη ομοιότητα στην πίστη των μαρξιστών στις ιδέες τους – μια πίστη όμως που δεν έχει θρησκευτικό, αλλά επιστημονικό χαρακτήρα – με την αντίστοιχη πίστη των πρωτόγονων χριστιανών. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν ιστορικά οι Ρώσοι μπολσεβίκοι, που ήταν πολύ αφοσιωμένοι στο σκοπό τους και διατεθειμένοι να κάνουν πολύ μεγάλες αυτοθυσίες για το σκοπό αυτό. Ο ζήλος τους αυτός μοιάζει πολύ με το ζήλο των πρωτόγονων χριστιανών.

Ένας άλλος ιστορικός παραλληλισμός, που μπορεί να γίνει, είναι η προσπάθεια των κυρίαρχων τάξεων να διαφθείρουν ή και να απαλλοτριώσουν την ιδεολογία των λαϊκών τάξεων. Οι κυρίαρχες τάξεις της Ρώμης μπήκαν σταδιακά στις χριστιανικές εκκλησίες, αλλοίωσαν το χαρακτήρα τους, μέχρι που τις έκαναν «δικές τους». Το ίδιο επιδιώκει συστηματικά να κάνει και η σύγχρονη αστική τάξη, προσπαθώντας να επιβάλλει την ιδεολογία της μέσα στις πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης. Ιστορική αναλογία μπορούμε να βρούμε ανάμεσα στο χριστιανισμό και τη σοσιαλδημοκρατία. Η σοσιαλδημοκρατία και η Δεύτερη Διεθνής, η διεθνής οργάνωση των σοσιαλδημοκρατών, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα μιλούσαν στο όνομα του μαρξισμού και της εργατικής τάξης. Υπό την πίεση, όμως, της αστικής τάξης και των ιδεών της, η σοσιαλδημοκρατία γίνεται οπορτουνιστική, μέχρι που μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περνάει πια οριστικά και αμετάκλητα στο πολιτικό στρατόπεδο της αστικής τάξης.

Ωστόσο, όπως είδαμε, το προλεταριάτο της εποχής, που γεννήθηκε ο χριστιανισμός, δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σχέση με το σύγχρονο προλεταριάτο, με εξαίρεση ότι και στις δύο περιπτώσεις μιλάμε για δύο τάξεις χωρίς ατομική ιδιοκτησία. Οι αρχαίοι προλετάριοι ζούσαν σαν κοινωνικά παράσιτα, που τρέφονταν από το κράτος, ενώ οι σύγχρονοι αποτελούν την πιο παραγωγική – και ταυτόχρονα την πιο σκληρά εκμεταλλευόμενη – κοινωνική τάξη.

Ο διαφορετικός τους χαρακτήρας είχε αντίκτυπο και στον κομμουνισμό τους. Ο κομμουνισμός των αρχαίων προλετάριων, που εκδηλώθηκε αρχικά με τους Εσσαίους και στη συνέχεια με τις πρώτες χριστιανικές εκκλησίες, ήταν μια ένωση με καταναλωτικό χαρακτήρα κατά κύριο λόγο. Ο κομμουνισμός τους δεν είχε σκοπό την κοινή οργάνωση της παραγωγής, ούτε την επέκταση και ανάπτυξή της και την κοινωνική πρόοδο, ούτε στόχευε στο να αντικαταστήσει συνολικά το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα της δουλοκτησίας. Ίσα-ίσα, ήταν προς το συμφέρον του προλεταριάτου η διατήρηση της δουλοκτησίας. Καθώς οι δούλοι ήταν η βασική παραγωγική τάξη της εποχής, η διατήρησή τους σαν τάξη και η εκμετάλλευσή τους, ήταν απαραίτητος όρος για τη συνέχιση της παρασιτικής ζωής των προλετάριων, οι οποίοι καρπώνονταν ένα μέρος της παραγόμενης υπεραξίας των δούλων μέσω των «ευεργεσιών» του κράτους.

Από την άλλη πλευρά, ο κομμουνισμός, που είναι η ιστορική αποστολή του σύγχρονου προλεταριάτου, στοχεύει συνολικά στην κοινωνική απελευθέρωση και την κοινωνική πρόοδο. Όπως αναφέρουν οι Μαρξ και Ένγκελς στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, το προλεταριάτο απελευθερώνοντας τον εαυτό του, απελευθερώνει και τα υπόλοιπα καταπιεζόμενα κοινωνικά στρώματα, αλλά και συνολικά όλη την κοινωνία. Η σύγχρονη αστική τάξη έχει γίνει πλέον μια τάξη αντιδραστική και αντεπαναστατική. Τα συμφέροντά της έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την κοινωνική ευημερία και την κοινωνική πρόοδο.

Το βλέπουμε αυτό στη σημερινή εποχή με τον ξεπεσμό που υπάρχει γύρω μας σε οικονομικό, κοινωνικό, ηθικό και πνευματικό επίπεδο. Έχουμε στον ένα πόλο της κοινωνίας ακραία συσσώρευση πλούτου και στον άλλο πόλο ακραία συσσώρευση φτώχειας και βασάνων. Η επιστημονική έρευνα προσανατολίζεται, σύμφωνα με τις ανάγκες των καπιταλιστών, σε όλο και πιο παρασιτικές κατευθύνσεις, ενώ και τα οφέλη της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου δε συνεπάγονται τη συνολική πρόοδο της ανθρώπινης κοινωνίας, γιατί δεν τίθενται στην υπηρεσία της. Η σύγχρονη εργατική τάξη, συντρίβοντας την οικονομική και πολιτική εξουσία της αστικής τάξης, θα απελευθερώσει τις τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες του σημερινού ανθρώπου, που σήμερα είναι εγκλωβισμένες από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Ο κομμουνισμός του πρωτόγονου χριστιανισμού είναι ένας ουτοπικός κομμουνισμός. Δεν υπήρχαν ακόμα, έτσι κι αλλιώς, οι υλικοί όροι για την εμφάνιση του επιστημονικού σοσιαλισμού. Το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων δεν επέτρεπε ακόμα στα λαϊκά στρώματα να αναλάβουν τα ίδια τη διεύθυνση και την οργάνωση της παραγωγής. Ο χριστιανισμός καλεί τους ανθρώπους των λαϊκών στρωμάτων να παραμένουν «ταπεινοί» και να «υπομένουν» καρτερικά τα βάσανά τους, ο μαρξισμός τους καλεί σε ενεργό δράση, για να πάρουν αυτό που δικαιωματικά τους αξίζει.

Ο κομμουνισμός του μαρξισμού είναι επιστημονικός. Οι χριστιανοί περίμεναν και περιμένουν τη δικαιοσύνη να έρθει μετά θάνατον και να επιβληθεί από το Θεό. Οι μαρξιστές, κάνοντας μια επιστημονική ανάλυση τόσο της σημερινής ανθρώπινης κοινωνίας όσο και της ιστορικής εξέλιξης της ανθρωπότητας, προσπαθούν να καθοδηγήσουν το προλεταριάτο, το οποίο πρέπει και μπορεί να φέρει την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική αρμονία στην πραγματική ζωή, όχι σε μια «φαντασιακή» ζωή σε έναν άλλο κόσμο. Αυτός ο σκοπός είναι ο πιο ευγενής σκοπός για τον οποίο αξίζει κανείς να αγωνιστεί σήμερα. Για αυτό το σκοπό προσπαθούμε να αγωνιστούμε και καλούμε σε αυτή την προσπάθεια και κάθε αγωνιστή του εργατικού και του φοιτητικού κινήματος.


Πηγές

1) Εισαγωγή στην ιστορία των θρησκευμάτων – Η καταγωγή των θρησκειών (Ανατόλ Λουνατσάρσκι, Εκδόσεις «Αλφειός»)

2) Αρχαίες θρησκείες και χριστιανισμός (Γιάννης Κορδάτος, Εκδόσεις «Συλλογή»)

3) Η καταγωγή του χριστιανισμού (Καρλ Κάουτσκι, Εκδόσεις «Αναγνωστίδη»)