Θρησκεία

Πρώτα απ’ όλα, θα πρέπει να δούμε το ζήτημα της μεθόδου, με την οποία προσεγγίζουμε το ζήτημα της θρησκείας σαν φαινόμενο γενικά, αλλά και της κάθε συγκεκριμένης θρησκείας. Οι μαρξιστές δεν προσεγγίζουμε το ζήτημα με την ιδεαλιστική μέθοδο, αλλά με τη μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού. Βλέπουμε τη γέννηση και εξέλιξη των θρησκευτικών αντιλήψεων και των θρησκευμάτων σε συνάρτηση με τις υλικές συνθήκες και την εξέλιξή τους.

Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί: ποιος ο λόγος να ασχοληθούμε με την καταγωγή της θρησκείας ή του χριστιανισμού. Ποια η χρησιμότητα μιας τέτοιας μελέτης; Θα απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, δανειζόμενοι κάποια σύντομα αποσπάσματα του Καρλ Κάουτσκι από τον πρόλογό του στο βιβλίο του «Η καταγωγή του χριστιανισμού»:

«Ο μοναδικός τρόπος, για να νιώσουμε ένα φαινόμενο, είναι να μάθουμε πώς διαμορφώθηκε. Δεν μπορώ να γνωρίσω τη σημερινή κοινωνία, αν δε μάθω πώς γεννήθηκε, πώς εξελίχθηκαν τα ιδιαίτερά της φαινόμενα, ο καπιταλισμός, η φεουδαρχία, ο χριστιανισμός, ο ιουδαϊσμός κλπ.

Αν θέλω να ξέρω καλά την κοινωνική τοποθέτηση, τα καθήκοντα και τη μελλοντική τύχη της τάξης, όπου ανήκω ή έχω προσχωρήσει, πρέπει να γνωρίσω καλά το σημερινό κοινωνικό οργανισμό, πρέπει να τον καταλάβω απ’ όλες τις μεριές του κι αυτό δεν μπορεί να γίνει, αν δεν τον έχω παρακολουθήσει στην εξέλιξή του.

Κανένας σε μια τάξη δεν μπορεί να είναι αγωνιστής της με βαθιά επίγνωση και με μεγάλη προοπτική, αν δε νιώσει την ιστορική πορεία της κοινωνικής εξέλιξης. Χωρίς αυτό εξαρτάται από τις εντυπώσεις της στιγμής και εκείνες που του δίνει το άμεσο περιβάλλον, δεν είναι ποτέ βέβαιος πως οι εντυπώσεις αυτές δεν τον τραβούν σ’ ένα δρόμο, που πρώτα πάει ίσια μπρος, μα που σε λίγο θα τον ρίξει σε ξέρες, από όπου δε θα μπορεί να ξεφύγει». (Η καταγωγή του Χριστιανισμού, Καρλ Κάουτσκι, Εκδόσεις «Αναγνωστίδη», σελ. 16-17)

Και παρακάτω: «Για να αποκτήσει το προλεταριάτο κοινωνική επίγνωση, συνείδηση της ίδιας του της θέσης και πολιτική ωριμότητα, είναι απαραίτητο να μελετήσει την ιστορική εξέλιξη με την ιστορικο-υλιστική αντίληψη. Έτσι, η έρευνα για τις περασμένες εποχές δεν είναι καθόλου μια αρχαιολογική ερασιτεχνία, αλλά γίνεται ένα γερό όπλο στους σημερινούς αγώνες, για να κατακτήσουμε πιο γρήγορα ένα καλύτερο μέλλον». (Η καταγωγή του Χριστιανισμού, Καρλ Κάουτσκι, Εκδόσεις «Αναγνωστίδη», σελ. 16-17)

Η καταγωγή της θρησκείας

Προσπαθώντας να αναλύσουμε την καταγωγή του φαινομένου της θρησκείας, πρέπει πρωτίστως να αναφέρουμε ότι η θρησκεία δεν είναι κάτι που είναι έμφυτο στον άνθρωπο. Αυτό το πιστοποιούν όλες οι σύγχρονες επιστημονικές μελέτες. Αντίθετα, το θρησκευτικό αίσθημα είναι κάτι που δημιουργήθηκε σε κάποια φάση της ανθρώπινης εξέλιξης στον «άγριο», πρωτόγονο άνθρωπο. Συγκεκριμένα, ο πρόγονος της θρησκείας είναι ο «ανιμισμός» ή αλλιώς, η πίστη στα πνεύματα. Ο φόβος των πνευμάτων αποτελεί τη βάση ή ορθότερα, την πρώτη εκδήλωση του θρησκευτικού αισθήματος του πρωτόγονου ανθρώπου.

Εδώ οφείλουμε να πούμε ότι υπάρχουν δύο είδη φόβου: ο φόβος για κάτι καθορισμένο και ο «μυστικιστικός» φόβος, δηλαδή ο φόβος για κάτι άγνωστο. Αυτά τα δύο είδη φόβου τα συναντάμε τόσο στα ζώα όσο και στους ανθρώπους. Για παράδειγμα, ένας σκύλος, βλέποντας ένα μαστίγιο, γνωρίζει τι φοβάται. Δεν ισχύει όμως το ίδιο, όταν φοβάται ένα κομμάτι από χαρτί εφημερίδας, το οποίο το «παίρνει» ο αέρας. Αυτό το δεύτερο είδος φόβου, ο μυστικιστικός φόβος, είναι ο πρόγονος του θρησκευτικού αισθήματος.

Σε αντιδιαστολή με τα ζώα, όμως, ο άνθρωπος έχει ανώτερη διανοητική ικανότητα, μπορεί να συσχετίζει το ένα φαινόμενο με το άλλο και να βρίσκει την αιτιολογική σχέση των φαινομένων. Αυτή η ανακάλυψη της αιτιολογικής σχέσης των φαινομένων από τον άνθρωπο αναπτύσσεται διαρκώς. Ωστόσο, πάντα υπάρχουν όρια σε αυτό, πάντα υπάρχουν φαινόμενα, των οποίων την αιτία δεν έχει καταφέρει ακόμα να βρει ο άνθρωπος. Όσα αναφέρθηκαν μόλις, εξηγούν γιατί οι άνθρωποι έφτασαν στο σημείο να αναπτύξουν θρησκευτικές αντιλήψεις, ενώ τα ζώα όχι.

Από την άλλη, οι άνθρωποι, δεν αναρωτιούνται για «συνηθισμένα» πράγματα. Επί παραδείγματι, κανένας δεν αναρωτιέται γιατί είναι κόκκινο το αίμα, γιατί το χέρι μας έχει πέντε δάχτυλα κ.λπ. Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει μέσα «συνηθισμένους» όρους, χωρίς να διερωτάται για διάφορα φαινόμενα. Αν αυτό ισχύει για το σημερινό άνθρωπο, με το υψηλό επίπεδο γνώσης και παραγωγικών δυνάμεων, ισχύει σε πολλαπλάσιο βαθμό για τον πρωτόγονο άνθρωπο. Η προσπάθεια του ανθρώπου να εξηγήσει διάφορα φαινόμενα προέκυψε στην πορεία της εξέλιξής του και στη βάση των εκάστοτε υλικών του αναγκαιοτητών.

Οι πρωτόγονοι άνθρωποι λοιπόν, έβλεπαν τους νεκρούς αδερφούς τους να αποσυντίθενται, να βρωμάνε και να κάνουν τους γύρω τους να αρρωσταίνουν ή ακόμα και να πεθαίνουν. Έτσι, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι νεκροί είναι επικίνδυνοι. Επίσης, παρατήρησε ότι ο ύπνος είναι μια κατάσταση παρόμοια με το θάνατο φαινομενικά, «εξωτερικά». Στον ύπνο, ο άνθρωπος μπορεί να δει νεκρούς ή ακόμα και τον εαυτό του, τον σωσία του, να κάνει διάφορα πράγματα. Αυτό το φαινόμενο οδηγεί ιστορικά στην αντίληψη του ανθρώπου ότι έχει σώμα και ψυχή, αλλά και ότι η ψυχή μπορεί να χωριστεί από το σώμα και να επιστρέψει ξανά σε αυτό.

Η «προ-θρησκεία» ξεκινάει, λοιπόν, με τον ανιμισμό. Συνεχίζει με τον τοτεμισμό, δηλαδή τη λατρεία ενός συγκεκριμένου ζώου ή φυτού από την εκάστοτε ορδή, που συνήθως ήταν κομβικό για τη ζωή της ορδής. Η ορδή παίρνει το όνομα του τοτέμ της, το οποίος θεωρείται ο κοινός πρόγονος. Στις περισσότερες περιπτώσεις – όχι όμως χωρίς εξαιρέσεις – αν το τοτέμ είναι ζώο, απαγορεύεται να το πιάσουν ή να το αγγίζουν, αν πρόκειται για ζώο, ενώ απαγορεύεται να κάθονται κάτω από τη σκιά του ή να κόβουν τα κλαδιά του, αν πρόκειται για δέντρο.

Σε αυτό το στάδιο, αρχίζουν μεταξύ των ορδών να εμφανίζονται «αρχηγοί», δηλαδή σοφοί γέροντες, οι οποίοι γνωρίζουν πώς να κυνηγάνε το κάθε ζώο, πώς να ψαρεύουν, να χτίζουν καλύβες κλπ. και μεταδίδουν αυτές τις γνώσεις τους στα υπόλοιπα μέλη της ορδής. Μετά το θάνατο, τα πνεύματα των «αρχηγών» αναπαύονται στις κουφάλες του δέντρου-τοτέμ ή μετενσαρκώνονται με τη μορφή του ζώου-τοτέμ. Κατάλοιπα του τοτεμισμού βρίσκουμε και στις κατοπινές θρησκείες, όπως π.χ. τη θεά Αθηνά στη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων. Είναι ξεκάθαρο πως η κουκουβάγια, που συνηθίζεται να συνοδεύει τη θεά Αθηνά, αποτελούσε τοτέμ αρχαιοελληνικών ορδών.

Στη συνέχεια, καθώς ο άνθρωπος συνεχίζει να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις, αρχίζει να δίνει όλο και πιο ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά στα τοτέμ του, μέχρι που τους δίνει πλέον απόλυτα ανθρώπινη μορφή. Σε αυτή τη φάση περνάμε στην προγονολατρεία, που αποτελεί και την πρώτη, ουσιαστικά, θρησκεία του ανθρώπου. Σε αυτό το στάδιο, έχουμε και την εμφάνιση της θυσίας και της προσευχής. Ο πρωτόγονος άνθρωπος έχει σαν κύριο μέλημά του την εξασφάλιση της τροφής. Άρα, θεωρεί ότι και τα πνεύματα έχουν πρωτίστως την ίδια ανάγκη. Το πεινασμένο πνεύμα είναι επικίνδυνο και μπορεί να προξενήσει ζημιές. Έτσι, ο άγριος πρέπει να το ταΐσει.

Παράλληλα, ο άνθρωπος είναι ακόμη ανθρωποφάγος και το ανθρώπινο κρέας θεωρείται το καλύτερο. Επομένως, γι’ αυτό οι θυσίες που προσφέρονται στα πνεύματα είναι άνθρωποι, συνήθως γέροι και παιδιά. Επίσης, καθώς ο άνθρωπος τείνει όλο και περισσότερο να θεωρεί ότι υπάρχουν παντού πνεύματα, πιστεύει ότι μπορεί να επικοινωνήσει μαζί τους. Έτσι, προκύπτει και η προσευχή: ο άγριος θεωρεί ότι πρέπει να απευθύνεται με ευγένεια στα πνεύματα, για να πραγματοποιήσουν τις επιθυμίες του.

Στη συνέχεια, περνάμε στη γεωργική περίοδο, κατά την οποία η φύση και τα φυσικά φαινόμενα αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία για τον άνθρωπο. Αρχίζει λοιπόν να αποδίδει πνεύματα στη φύση. Σε αυτό το στάδιο, έχουμε και τη γέννηση των μύθων, οι οποίοι συνδέονται με κάποιο φυσικό φαινόμενο. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων μύθων είναι αυτός του καλού Θεού Ήλιου που σκοτώνεται και ανασταίνεται, συνήθως και με τη βοήθεια του υιού-Θεού. Ο μύθος αυτός, τον οποίο συναντάμε σε πολλές θρησκείες, συμβολίζει τη μεταβολή των εποχών. Το φθινόπωρο, ο Θεός ήλιος σκοτώνεται και επικρατεί το κρύο και το σκοτάδι, ενώ την άνοιξη ανασταίνεται και επανέρχεται το φως και ο καλός καιρός.

Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης της αρχαιοελληνικής θρησκείας. Η Δήμητρα επιτρέπεται να βλέπει την κόρη της, Περσεφόνη, μόνο το μισό χρόνο. Ο μύθος αυτός συμβολίζει την καλλιέργεια του σιταριού, το οποίο σπέρνεται, δηλαδή ενταφιάζεται στη γη, πεθαίνει και μετά οι καλλιεργητές περιμένουν με λαχτάρα να το δουν να αναστηθεί, να βγει ξανά στην επιφάνεια.

Κατά τη γεωργική περίοδο, αρχίζουν να εμφανίζονται και οι πρώτες ταξικές διαιρέσεις στην ανθρώπινη κοινωνία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αφενός να περάσουμε από τη φυσιολατρία στη θεοποίηση των «ηρώων» – δηλαδή των «ισχυρών» αντρών – και να υπάρξει διαφοροποίηση μεταξύ των πνευμάτων. Όταν πεθαίνει ένας «κοινός θνητός», δε συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο. Όταν, όμως, πεθαίνει κάποιος «αρχηγός», προσφέρονται σαν θυσία δούλοι, γυναίκες και παιδιά. Αφού ήταν δυνατός εν ζωή, σίγουρα θα είναι δυνατός και μετά θάνατον.

Όχι τυχαία, με την εμφάνιση της μοναρχίας, αρχίζει να εμφανίζεται και βασιλιάς μεταξύ των Θεών. Επίσης, αξίζει να αναφέρουμε, για να δούμε πως η θρησκεία εξελίσσεται και προσαρμόζεται σύμφωνα με τις νέες υλικές θρησκείες, ότι ο Δίας της ομηρικής περιόδου – κατά την οποία υπήρχε μοναρχία – παρουσιάζεται σαν ένας άγριος, θυμωμένος και καπριτσιόζος Θεός, κατά τα πρότυπα των βασιλιάδων της εποχής, ενώ στην εποχή της Δημοκρατίας παρουσιάζεται σαν ένας σοφός και δίκαιος πατέρας.

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αναφερθούμε και στην εξέλιξη του «τόπου κατοικίας» των πνευμάτων μετά θάνατον. Είδαμε ήδη ότι στο στάδιο του τοτεμισμού, τα πνεύματα κατοικούν είτε σε κουφάλες δέντρων είτε σε σώματα ζώων. Στην αρχή της γεωργικής περιόδου, δείγμα της μεγάλης σημασίας που απέκτησε η γη για τον άνθρωπο, πλέον τα πνεύματα κατοικούν κάτω από τη γη. Στη συνέχεια, από τη μία πλευρά η ανάπτυξη του εμπορίου οδηγεί στην ανάπτυξη των μέσων συγκοινωνίας και αυτό το γεγονός, με τη σειρά του, οδηγεί στην αντίληψη ότι τα πνεύματα μετά θάνατον πηγαίνουν σε πολύ «μακρινούς» τόπους.

Από την άλλη πλευρά, οι ταξικές διαφορές γίνονται όλο και οξύτερες, η αδικία μέσα στις ανθρώπινες κοινωνίες γίνεται εξαιρετικά έντονη και οι άνθρωποι αρχίζουν να χωρίζονται σε «καλούς» και «κακούς». Έτσι, εμφανίζεται για πρώτη και τόσο η έννοια της «θεϊκής δικαιοσύνης» όσο και η αντίληψη της μεταθανάτιας ζωής με τιμωρίες και βάσανα, από τη μία πλευρά, και με απολαύσεις, από την άλλη. Εμφανίζονται, δηλαδή, οι έννοιες του «παράδεισου» και της «κόλασης».

Καθώς η ανθρώπινη κοινωνία διαιρείται σε τάξεις και οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται, η κοινωνία γίνεται πιο σύνθετη. Πιο σύνθετη, επομένως, γίνεται και η «κοινωνία των Θεών». Αναφερθήκαμε νωρίτερα στη «γέννηση» της προσευχής. Πλέον, η επικοινωνία με τους Θεούς γινόταν όλο και πιο πολύπλοκη και χρειάζονταν «ειδικές λέξεις». Έτσι, δημιουργείται και η ανάγκη για «ειδικούς τεχνίτες» που θα αναλάμβαναν το έργο αυτής της επικοινωνίας.

Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, ιστορικά η καταγωγή του κλήρου. Για να φτάσει η προσευχή επιτυχώς στο Θεό, οι κληρικοί πρέπει να χρησιμοποιούν ανάλογη γλώσσα και να φορούν «ειδικά» ρούχα. Αμέσως, η κάστα των κληρικών γίνεται σύμμαχος της άρχουσας τάξης. Ο ρόλος της κάστας αυτής είναι να κρατάει υποταγμένες τις μάζες, να υποστηρίζει τις αδικίες, καθώς αυτές προκύπτουν ως «θέλημα Θεού», να αποκοιμίζουν τη συνείδηση των ανθρώπων και να υπόσχονται αγαθά και καλύτερη ζωή μετά θάνατον για τους «ταπεινούς» (βλέπε υποτακτικούς).

Είδαμε, λοιπόν, σχετικά λεπτομερώς τη γέννηση και εξέλιξη του θρησκευτικού αισθήματος από τον πρωτόγονο άνθρωπο στην αρχαιότητα, τη διαμόρφωση των πρώτων θρησκειών και των διάφορων φαινομένων, που τις συνόδευαν και τις συνοδεύουν. Αξίζει να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο, εν κατακλείδι, ότι θρησκεία είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να κλείσει συμμαχία με τα πνεύματα. Επίσης, ότι η θρησκεία ικανοποιεί την ανάγκη να δημιουργήσει καθορισμένη σύνδεση με τον κόσμο, το περιβάλλον του και το σύμπαν.

Πηγές
1) Εισαγωγή στην ιστορία των θρησκευμάτων – Η καταγωγή των θρησκειών (Ανατόλ Λουνατσάρσκι, Εκδόσεις «Αλφειός»)
2) Αρχαίες θρησκείες και χριστιανισμός (Γιάννης Κορδάτος, Εκδόσεις «Συλλογή»)
3) Η καταγωγή του χριστιανισμού (Καρλ Κάουτσκι, Εκδόσεις «Αναγνωστίδη»)

Συνεχίζεται