αφοπλισμός ΕΣΣΔ Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ΒΠΠ - Στάλιν και Σταλινισμός

[nextpage title=»1″ ]

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν η συνέχεια του Πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός χρειαζόταν να επιβάλει το ξαναμοίρασα του κόσμου. Σύμφωνα με τη ρήση του Κλαούζεβιτς «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα (βίαια) μέσα».

Από νωρίς, από το 1931, ο Τρότσκι προέβλεψε ότι όταν ο Χίτλερ ανέβει στην εξουσία θα κηρύξει τον πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Παρά την ένταξη στην «Κοινωνία των Εθνών» (αυτή την «κουζίνα των κλεφτών», όπως την αποκαλούσε ο Λένιν), οι διπλωματικές προσπάθειες του Στάλιν να κλείσει μια συμφωνία με της «Δυτικές δημοκρατίες», κατέληξαν στο τίποτα.

Μετά τη συμφωνία του Μονάχου το 1938 (1) και με ένα μίνιμουμ δυνάμεων, το 1938 μέσω του Anschluss (2) με την Αυστρία, ο Χίτλερ προσάρτησε την Σουδητία και μετά κατέλαβε την Τσεχοσλοβακία, τον Μάρτιο του 1939. Σε μια απελπισμένη απόπειρα να αποφύγει τον πόλεμο με την Γερμανία, ο Στάλιν, με μια στροφή 180 μοιρών, υπέγραψε ένα «Σύμφωνο μη Επίθεσης» με τον Χίτλερ, στις 23η Αυγούστου 1939 (σ.τ.μ: γνωστό και ως «Σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ από τα ονόματα των υπουργών Εξωτερικών ΕΣΣΔ και Γερμανίας). Μάλιστα λίγο καιρό πριν, για να διευκολύνει τις σχέσεις με τη ναζιστική κυβέρνηση, ο Στάλιν αντικατέστησε τον Επίτροπο Εξωτερικών Υποθέσεων Μαξίμ Λιντβίνωφ, ο οποίος ήταν Εβραίος, με τον Βιατσεσλάβ Μολότωφ.

«Πράγματι» ανέφερε ο Τρότσκι, «η υπογραφή του συμφώνου με τον Χίτλερ παρείχε μόνο μια επιπλέον ένδειξη για το μέγεθος του εκφυλισμού της σοβιετικής γραφειοκρατίας και της περιφρόνησης της διεθνούς εργατικής τάξης, συμπεριλαμβανομένης της Κομιντέρν» (Τρότσκι «Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού», σελ 4-5, Νέα Υόρκη, 1970). Συμπληρωματικά στο Σύμφωνο, υπογράφτηκε και ένα «Πρόσθετο Μυστικό Πρωτόκολλο», με το οποίο η Πολωνία διαμελίστηκε σε Γερμανική και Σοβιετική σφαίρα επιρροής και έπαψε να υπάρχει σαν ενωμένη χώρα. Αυτή η πολιτική ήταν προφανέστατα ντροπιαστική για το Πολωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Ευτυχώς για τον Στάλιν, το Πολωνικό ΚΚ είχε διαλυθεί το 1938, με το πρόσχημα ότι είχε υποστεί διείσδυση από τους φασίστες! Σχεδόν όλοι οι ηγέτες του, εξόριστοι στη Μόσχα, δολοφονήθηκαν.

Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1939, ο σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών έστειλε το ακόλουθο μήνυμα στον πρεσβευτή της Ναζιστικής Γερμανίας στη Μόσχα: «Έχω δεχθεί την πληροφορία σχετικά με την εισβολή των Γερμανικών στρατευμάτων στη Βαρσοβία. Σας παρακαλώ διαβιβάστε τα συγχαρητήριά μου και τους χαιρετισμούς μου στην κυβέρνηση του Γερμανικού Ράιχ. Μολότωφ».

Η Βρετανία και η Γαλλία ήταν έτοιμες να αποδεχτούν την Γερμανική επιθετικότητα, από τη στιγμή που το ενδιαφέρον του γερμανικού ιμπεριαλισμού θα στρεφόταν προς ανατολάς. Η γερμανική επίθεση στην Πολωνία, παρ’ όλα αυτά, προκάλεσε πόλεμο με αυτές τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Ο Τρότσκι είχε προβλέψει ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος θα αποφάσιζε τη μοίρα της Σοβιετικής Ένωσης: είτε θα οδηγούταν σε μια επιτυχημένη πολιτική επανάσταση ενάντια στο σταλινικό καθεστώς, είτε στη νίκη της καπιταλιστικής αντεπανάστασης. Η πρώτη πιθανότητα θα προέκυπτε από την επαναστατική αναταραχή που θα προκαλούταν από τον πόλεμο – όπως συνέβη και το 1917. Η δεύτερη, θα ήταν πιθανή αν οι καπιταλιστικές δυνάμεις επιτύγχαναν να καταλάβουν τη Ρωσία.

Αυτή η πρόγνωση διαψεύστηκε από την απρόβλεπτη πορεία εξέλιξης του πολέμου, η οποία προήλθε από τη μεγαλειώδη νίκη του Κόκκινου Στρατού. Η εξελικτική διαδικασία ήταν πολύ πιο πολύπλοκη από ό,τι ακόμα μπορούσε να προβλέψει και μια ιδιοφυία σαν τον Τρότσκι. Η επαναστατική πλημμυρίδα που ακολούθησε τον πόλεμο, ξεστράτισε, από τους σταλινικούς και ρεφορμιστές ηγέτες.

Παρά τις βρωμερές συκοφαντίες ενάντια στον Τρότσκι από τον σταλινικό Τύπο, που τον κατηγορούσε μαζί με τους υποστηρικτές του, ότι είναι «φασίστες πράκτορες», ο Τρότσκι δεν τηρούσε καθόλου ουδέτερη στάση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ενώ υπεράσπιζε την πολιτική επανάσταση για την ανατροπή της σταλινικής γραφειοκρατίας, έθετε την ανάγκη για μια χωρίς όρους υπεράσπιση της ΕΣΣΔ στην περίπτωση μιας ιμπεριαλιστικής επίθεσης.

Ορισμένοι ηγετικοί Αμερικάνοι Τροτσκιστές, πιο χαρακτηριστικά, οι υποστηρικτές τοης θεωρίας του «γραφειοκρατικού κολεκτιβισμού», Μαξ Σάχτμαν και Τζέιμς Μπάρναμ, αντιτάχθηκαν στην υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης. Αντανακλούσαν τις πιέσεις της μικροαστικής κοινής γνώμης, η οποία στράφηκε κατά του σταλινισμού μετά την υπογραφή του Συμφώνου Χίτλερ – Στάλιν. Ο Μπάρναμ λίγο αργότερα, εγκατέλειψε εντελώς το τροτσκιστικό κίνημα, υποστηρίζοντας στο βιβλίο «Διευθυντική Επανάσταση», ότι ο κόσμος κινείται προς μια νέα μορφή κοινωνίας κυριαρχούμενης από μια διευθυντική ελίτ, της οποίας ο Σταλινισμός, ο Ναζισμός και το «Νιού Ντηλ» (σ.τ.μ: η οικονομική πολιτική του Ρούσβελτ στις ΗΠΑ μετά τη Μεγάλη Υφεση) ήταν απλώς «διαφορετικά στάδια ανάπτυξης της διευθυντικής ιδεολογίας».

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1939, ένα μήνα μετά την υπογραφή του Συμφώνου και την έναρξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Τρότσκι έκανε την θέση του απόλυτα ξεκάθαρη: «Ας υποθέσουμε ότι ο Χίτλερ στρέφει τα όπλα του στην ανατολή και εισβάλει σε εδάφη κατειλημμένα από τον Κόκκινο Στρατό. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, οι μαχητές της Τέταρτης Διεθνούς, χωρίς να αλλάζουν με κανέναν τρόπο τη στάση τους σχετικά με την ολιγαρχία του Κρεμλίνου, θα θέτουν στην πρώτη γραμμή ως το πιο επείγον καθήκον της περιόδου, τη στρατιωτική αντίσταση ενάντια στον Χίτλερ». Οι εργάτες θα πουν: «Δεν μπορούμε να εκχωρήσουμε στον Χίτλερ την ανατροπή του Στάλιν: αυτή είναι το δικό μας καθήκον. Κατά τη διάρκεια του στρατιωτικού αγώνα ενάντια στον Χίτλερ, οι επαναστάτες εργάτες θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν τις στενότερες δυνατές συντροφικές σχέσεις με τους απλούς αγωνιστές του Κόκκινου Στρατού. Ενώ με τα όπλα στα χέρια θα επιφέρουν χτυπήματα στον Χίτλερ, οι Μπολσεβίκοι – Λενινιστές την ίδια στιγμή θα διεξάγουν προπαγάνδα ενάντια στον Στάλιν προετοιμάζοντας την ανατροπή του σε ένα επόμενο και πιθανά πολύ κοντινό στάδιο… Πρέπει να διαμορφώσουμε τα συνθήματά μας με έναν τέτοιο τρόπο, που οι εργάτες να κατανοήσουν ξεκάθαρα ότι εμείς υπερασπίζουμε την ΕΣΣΔ (κρατική ιδιοκτησία και σχεδιασμένη οικονομία), και ότι διεξάγουμε έναν σκληρό αγώνα ενάντια σε αυτήν (την παρασιτική γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ) και την Κομιντέρν της (σ.τ.μ: Κομμουνιστική Διεθνής). Πρέπει σήμερα να μη χάνουμε ούτε μια στιγμή από τα μάτια μας, το γεγονός ότι το ζήτημα της ανατροπής της σοβιετικής γραφειοκρατίας για μας, υποτάσσεται στο ζήτημα της προστασίας της κρατικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής στην ΕΣΣΔ» (Λ. Τρότσκι, Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού, σελ. 20,21, η έμφαση στο πρωτότυπο).

Το Σύμφωνο Χίτλερ – Στάλιν, το οποίο ο Τρότσκι είχε προβλέψει νωρίς, από το 1934, ήταν αδιαμφισβήτητα μια προδοσία της διεθνούς εργατικής τάξης. Αλλά το «θίξιμο» των κυβερνήσεων του Λονδίνου και του Παρισιού ήταν πλήρως υποκριτικό. Ο καθένας που μελετά τα διπλωματικά έγγραφα αυτής της περιόδου, θα δει με μια ματιά ότι η πολιτική του Βρετανικού και Γαλλικού ιμπεριαλισμού ήταν να απομονώσουν τη Σοβιετική Ένωση και να κάνουν παραχωρήσεις στον Χίτλερ στην Ανατολή (Τσεχοσλοβακία), με την ελπίδα ότι αυτός θα ξεχάσει τους ίδιους και θα επιτεθεί στη Ρωσία. Ονειρεύονταν μια κατάσταση, οπού η Γερμανία και η ΕΣΣΔ θα αλληλοεξοντωθούν, ώστε να τελειώσουν εύκολα και με τις δύο. Ο Στάλιν υπογράφοντας το Σύμφωνο με το Βερολίνο, ελευθέρωσε τα χέρια του Χίτλερ για να στραφεί προς τη Δύση.

Μιλώντας γενικότερα, ακόμα και ένα υγιές εργατικό κράτος θα πρέπει να προβαίνει σε τακτικούς ελιγμούς απέναντι στα καπιταλιστικά κράτη, κάνοντας επιδέξια χρήση των αντιθέσεων μεταξύ τους. Για να αποφύγει έναν πόλεμο, ίσως θα ήταν αναγκαίο να υπογράψει μια συμφωνία ακόμα και τα πιο αντιδραστικά καθεστώτα, την ώρα όμως που θα υποστηρίζει και να ενθαρρύνει το κίνημα για να τα ανατρέψει. Αυτή ήταν η τακτική για παράδειγμα, στην περίπτωση της Συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ το 1918 (3). Αλλά καταρχάς, ήταν οι πολιτικές του Στάλιν που επέτρεψαν στον Χίτλερ να έρθει στην εξουσία και να θέσει την ΕΣΣΔ σε μεγάλο κίνδυνο.Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο ο Στάλιν εφάρμοσε αυτή την πολιτική δεν έχει τίποτα κοινό με τις διεθνιστικές μεθόδους του Λένιν. Για μια ακόμα φορά, η διεθνής εργατική τάξη θυσιάστηκε για τα στενά συμφέροντα της Ρωσικής γραφειοκρατίας.

Επιπρόσθετα, όπως θα δούμε, αυτή η τακτική δεν θα σώσει τη Σοβιετική Ένωση, αλλά μόνο θα τη θέση σε έναν ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο. Ο Ίλια Έρενμπουργκ (4) στις αναμνήσεις του ανέφερε την έκπληξή που αισθάνθηκε κατά την επιστροφή του στη Μόσχα από τη Γαλλία, ανακάλυψε πως κάθε επικριτική αναφορά στους Ναζί είχε καταδικαστεί και ότι αναμενόταν να δώσει κάποιες διαλέξεις στις εγκαταστάσεις της Γερμανικής πρεσβείας. Εκεί τίποτα δεν ειπώθηκε για τις αγριότητες των Ναζί. Το εμπόριο με τη Γερμανία εκτοξεύθηκε στα ύψη και στον καθένα δόθηκε να καταλάβει ότι οι σχέσεις με τη Γερμανία ήταν καλές και φιλικές. (Βλέπε Αλεξάντερ Νοβ, «Σταλινισμός και Μετά», 1976, σελ.81).

Από το Φθινόπωρο του 1939 υπήρξε ένα πλήρες σταμάτημα της αντιφασιστικής προπαγάνδας στην ΕΣΣΔ. Γαλλία και Βρετανία τώρα έγιναν οι εχθροί. Όπως ο Μολότωφ έθεσε ξεκάθαρα: «Κατά την διάρκεια των τελευταίων λίγων μηνών εκφράσεις όπως “επιθετικότητα” και “επιτιθέμενος” είχαν προσλάβει ένα νέο συγκεκριμένο περιεχόμενο, είχαν λάβει ένα άλλο νόημα..Τώρα είναι η Γερμανία που προσπαθεί για ένα γρήγορο τέλος στον πόλεμο, για ειρήνη, ενώ η Αγγλία και η Γαλλία, που μόλις χτες έκαναν καμπάνια ενάντια στην επιθετικότητα, είναι υπέρ της συνέχισης του πολέμου και ενάντια στη σύναψη ειρήνης. Οι ρόλοι, όπως βλέπετε, αλλάζουν..Έτσι , δεν είναι μόνο ανόητο, είναι και εγκληματικό να διεξάγεται ένας πόλεμος για την “καταστροφή του Χιτλερισμού”, κάτω από την ψεύτικη σημαία του αγώνα για τη δημοκρατία» (Αναφέρεται στο βιβλίο του Ρόι Μεντβέντεφ, «Ας κρίνει η Ιστορία», 1972, σελ. 730).

Ο Στάλιν και η κλίκα του, έφθασαν στο απίστευτο σημείο να συσχετιστούν στενά με το Βερολίνο. Το ακόλουθο απόσπασμα από το ημερολόγιο ενός Γερμανού διπλωμάτη που περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο γιορτάστηκε η υπογραφή του Συμφώνου Χίτλερ – Στάλιν, δείχνει την έκταση στην οποία ο τελευταίος ήταν έτοιμος να συμφιλιωθεί με τον Χίτλερ:
«Στην πορεία των συζητήσεων, ο Χερ Στάλιν, αυθόρμητα πρότεινε στον Χίτλερ τα ακόλουθα: ξέρω πολύ καλά πόσο πολύ το γερμανικό έθνος αγαπάει τον Φύρερ του. Γι’ αυτό θα ήθελα να πιούμε στην υγεία του. Ο Χερ Μολότωφ ήπιε στην υγεία του Υπουργού Εξωτερικών του Ράιχ και του πρεσβευτή του, Κόμη φον ντερ Σούλενμπουργκ. Ο Χερ Μολότωφ σήκωσε το ποτήρι του στον Στάλιν, παρατηρώντας ότι ήταν ο Στάλιν αυτός που – μέσω της ομιλίας του τον Μάρτιο αυτού του χρόνου και η οποία είχε κατανοηθεί καλά στη Γερμανία – είχε ταχθεί υπέρ της αντιστροφής στης πολιτικές σχέσεις. Οι κύριοι Μολότωφ και Στάλιν ήπιαν επανειλημμένα στο Σύμφωνο Μη Επίθεσης, στη νέα εποχή των Γερμανο-Ρωσικών σχέσεων και στο Γερμανικό έθνος. Ο υπουργός Εξωτερικών (Ρίμπεντροπ) μετά, πρότεινε μια πρόποση στην υγεία του Χερ Στάλιν, στην υγεία της Σοβιετικής κυβέρνησης και σε μια ευνοϊκή ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης..Μόσχα, 24 Αυγούστου, 1939. Χένκε» (Ναζί διπλωμάτης.). («Οι σχέσεις σοβιετικής και ναζιστικής κυβέρνησης», σελ.75,76, παρατίθεται στο έργο του Ρόμπερτ Μπλακ «Σταλινισμός στη Βρετανία», σελ. 130).

Όλα αυτά πηγαίνουν πολύ πέρα από ό,τι είναι επιτρεπτό για μια γνήσια Λενινιστική κυβέρνηση στις σχέσεις της με ένα ξένο, αντιδραστικό καθεστώς για το σκοπό της αυτοάμυνας. Πολύ χειρότερα όμως, ήταν αυτά που ακολούθησαν. Για να δείξει την «καλή του θέληση», ο Στάλιν παρέδωσε Γερμανούς αντι-φασίστες, Εβραίους και Κομμουνιστές στο έλεος της Γκεστάπο. Τουλάχιστον μια από αυτούς, η Μάργκαρετ Μπάμπερ Νόημαν, επέζησε σαν «από θαύμα» και έγραψε βιβλία συγκρίνοντας τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Στάλιν με αυτά του Χίτλερ. Ο Λαβρέντι Μπέρια, επικεφαλής των Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΣΣΔ, έδωσε μια κρυφή διαταγή στη διοίκηση των γκουλάνγκ να απαγορεύει στους φρουρούς να αποκαλούν τους πολιτικούς κρατούμενους «φασίστες»! Αυτό αναθεωρήθηκε μόνο μετά την εισβολή του Χίτλερ στην ΕΣΣΔ το 1941. Όλα αυτά, δεν ήταν ασφαλώς οι κατάλληλοι τρόποι για να προετοιμαστεί ο Σοβιετικός λαός και οι εργάτες του κόσμου για την τρομερή σύγκρουση που πλησίαζε.

Με κάτι που ήταν ξεκάθαρα μια αμυντική κίνηση για να διασφαλίσει τα Δυτικά της σύνορα, η Σοβιετική Ένωση γρήγορα κινήθηκε να ενσωματώσει την Εσθονία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, τη Βεσαραβία και τη Βόρεια Μπουκοβίνα. Αλλά απέτυχε να πάρει τη Φινλανδία σε μια καταστροφική εκστρατεία, η οποία αποκάλυψε σε όλο τον κόσμο το πόσο ο Κόκκινος Στρατός είχε αποδυναμωθεί από τις σταλινικές Εκκαθαρίσεις. Ο Χίτλερ είχε επισημάνει αυτό το γεγονός, σχολιάζοντάς το μάλιστα και στους στρατηγούς του. Ήταν ήδη έτοιμος να επιτεθεί στη Ρωσία. Αλλά ο Στάλιν αρνήθηκε να παραδεχθεί αυτή τη βέβαιη προοπτική, αποκλείοντάς την ακόμα και ως πιθανότητα και συνέχισε να συνεργάζεται με τη Γερμανία.

Όταν μάλιστα ο Χίτλερ βάδισε ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, ο Στάλιν έκλεισε της πρεσβείες της Γιουγκοσλαβίας, της Ελλάδας και του Βελγίου, δείχνοντας την επιδοκιμασία του στις Γερμανικές αρχές.

Όταν δε, η Γερμανία εισέβαλε στη Γαλλία το 1940, ο Στάλιν ήταν πεπεισμένος ότι ο ελιγμός του είχε ωθήσει τον Χίτλερ να στραφεί στη Δύση αντί να επιτεθεί στη Σοβιετική Ένωση. Ο Μολότωφ έστειλε ακόμα και μήνυμα στον Φύρερ με συγχαρητήρια!

Όλα τα τμήματα της Κομιντέρν διατάχθηκαν να ακολουθήσουν την ίδια γραμμή. Αυτή η πολιτική οδήγησε τους ηγέτες του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος να ελπίζουν για μια νόμιμη ύπαρξη και έκδοση της «Ουμανιτέ» στην κατεχόμενη Γαλλία. Αυτό εγκαταλείφθηκε μόνο όταν μέλη του ΚΚΓ συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν μαζικά. Εν τω μεταξύ, η «Πράβδα» παρέθεσε δηλώσεις από το ναζιστικό Τύπο που έλεγαν ότι η συμφωνία με τη Ρωσία είχε επιτρέψει στη Γερμανική «επίθεση στη Δύση να αναπτυχθεί επιτυχώς» («Πράβδα», 26/8/1940).

Οι αφέντες του Κρεμλίνου, σκέφτονταν στ’ αλήθεια, ότι θα μπορούσαν να καθίσουν αναπαυτικά και να απολαύσουν το θέαμα των γρονθοκοπημάτων μεταξύ Γερμανίας και Βρετανίας. Έχοντας εγκαταλείψει κάθε πίστη σε μια επαναστατική, διεθνιστική προοπτική, μέθυσαν με αυταπάτες, ενώ ο Χίτλερ ήταν έτοιμος να επιφέρει ένα καταστροφικό χτύπημα εναντίον τους. Αυτή η τακτική αφόπλισε τη Σοβιετική Ένωση προς όφελος του πιο τρομερού της εχθρού.

Σημειώσεις
(1) Συμφωνία που υπογράφτηκε στο Μόναχο στις 29 Σεπτεμβρίου 1938, μεταξύ της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και της Ιταλίας.
(2) Anschluss (προφ. Άνσλους) : η ονομασία της προσάρτησης της Αυστρίας στο Γερμανικό Ράιχ το 1938.
(3) Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ: η Συνθήκη ειρήνευσης που αναγκάστηκε να υπογράψει το νεαρό σοβιετικό καθεστώς με τη Γερμανία λόγω της αδύναμης αρχικής του θέσης.
(4) Ίλια Έρενμπουργκ: σοβιετικός συγγραφέας και δημοσιογράφος, διανοούμενος της σταλινικής γραφειοκρατίας.

[/nextpage]

[nextpage title=»2″ ]

Απογορευμένα βιβλία από τον Στάλιν

Η διάλυση του Κόκκινου Στρατού από τις Εκκαθαρίσεις

Το 1941, η ΕΣΣΔ ήταν σε μια πολύ δυσχερή κατάσταση για έναν πόλεμο. Οι δίκες των Εκκαθαρίσεων είχαν εξολοθρεύσει το κύριο τμήμα του γενικού επιτελείου, συμπεριλαμβανομένων των πιο ταλαντούχων αξιωματικών. Αλλά η ζημιά που έκαναν οι εκκαθαρίσεις δεν περιορίστηκε στο στρατιωτικό δυναμικό της ΕΣΣΔ. Επέφεραν ένα τρομερό χτύπημα στην οικονομία επίσης. Αυτό πλέον, αναγνωρίζεται ακόμα και από αυτούς που χθες δικαιολογούσαν τις Εκκαθαρίσεις και κάθε τι άλλο που έκανε ο Στάλιν.

Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε από το Πανεπιστήμιο του Γιέηλ για την ίδια περίοδο, η προσοχή επικεντρώθηκε στις επιζήμιες επιπτώσεις που είχαν οι Εκκαθαρίσεις στη σοβιετική οικονομία. Αυτό αναφέρθηκε χωρίς σχόλιο στην ημερήσια εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Μεγάλης Βρετανίας, στις αρχές του της δεκαετίας του 1980: «Επιπρόσθετα, στις Εκκαθαρίσεις του 1937-38, πολύ από τους πιο ικανούς διευθυντές και επιστήμονες της χημικής βιομηχανίας φυλακίστηκαν ή είχαν εκτελεστεί» γράφει ο Ρόμπερτ Άμαν. «Σε όσους δεν υπέφεραν άμεσα από τις Εκκαθαρίσεις, υπήρξε μια παραλυτική επίδραση. Οι ποινές για αποτυχίες ήταν τόσο ακραίες που όλες οι αποφάσεις περιείχαν ρίσκο και κάθε καινοτόμα, προσωπική πρωτοβουλία αποφευγόταν με κάθε κόστος.

«Θα ήταν δύσκολο να υπερβάλει κανείς με την έκταση στην οποία αυτές οι παρατεταμένες ενέργειες έχουν ασκήσει επιζήμια επίδραση στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της χημικής βιομηχανίας και σε άλλους βιομηχανικούς τομείς. Δεν εξαιρέθηκε η αμυντική βιομηχανία. Από όλες τις πολιτικές του Στάλιν σχετικά με το σοβιετικό στρατό και τη βιομηχανία, οι Εκκαθαρίσεις και η καταστολή της δεκαετίας του 1930 αποδυνάμωσαν τρομερά τη Σοβιετική Ένωση και την ικανότητά της να υπερασπίσει τον εαυτό της.» (εφημερίδα «Morning Star», 5/8/82, η έμφαση δική μας).

Ο κύριος παράγοντας που υπονόμευσε την ικανότητα του Κόκκινου Στρατού να παλέψει από την αρχή του πολέμου ήταν η εξόντωση των καλύτερων στρατηγών και αξιωματικών κατά τις Εκκαθαρίσεις. Η Οκτωβριανή επανάσταση ανέδειξε ένα ολόκληρο στρώμα ταλαντούχων νέων αξιωματικών, κάποιοι από αυτούς όπως ο Τουχατσέφσκι, ο Γιακίρ και ο Γκαμίρ ήταν λαμπροί εκπρόσωποι της στρατιωτικής σκέψης.

Είναι γενικά όχι γνωστό, ότι η θεωρία του Blitzkrieg («Κεραυνοβόλος Πόλεμος») δεν ήταν μια γερμανική ανακάλυψη. Η Βέρμαχτ το αντέγραψε από τους Ρώσους. Πολύ πριν τον πόλεμο, όταν οι επικεφαλής του Βρετανικού και του Γαλλικού στρατού ακόμα θεωρούσαν ότι ο επόμενος πόλεμος θα είναι ένας πόλεμος θέσεων όπως ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος, η μεγαλοφυΐα του Τουχατσέφσκι, τον οδήγησε να συμπεράνει ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος θα διεξαχθεί με τανκς και αεροπλάνα.

Όταν ο Τουχατσέφσκι και οι σύντροφοί του εκτελέστηκαν στις Εκκαθαρίσεις, στη θέση τους μπήκαν φίλοι του Στάλιν όπως ο Βοροσίλωφ, ο Τιμοσένκο και ο Μπούντγιονι, που πίστευαν ότι ο επερχόμενος πόλεμος θα διεξαχθεί με το ιππικό. Ο δευτεροκλασάτος και ανόητος Βοροσίλωφ, έγινε επικεφαλής του Επιτροπάτου της Άμυνας, περικυκλωμένος από άλλους του ίδιου είδους. Αυτά τα «δημιουργήματα» του Στάλιν, προωθηθήκαν σε θέσεις κλειδιά, όχι για τις προσωπικές ικανότητες, αλλά για τη δουλική πίστη τους στην άρχουσα κλίκα.

Ο πρώην στρατηγός Πέτρο Γκρικγορένκο, ο οποίος υπηρετούσε τότε σαν λέκτορας στην κεντρική Σοβιετική Στρατιωτική Ακαδημία, θυμάται την καταστροφική επίδραση που είχαν οι Εκκαθαρίσεις πάνω στην ποιότητα της στρατιωτικής εκπαίδευσης: «Όχι νωρίτερα από τότε που η Ακαδημία είχε κάνει τα πρώτα βήματά της, ξεκίνησαν και οι διεργασίες που οδήγησαν στην κατασκευασμένη δίκη των Τουχατσέφσκι, Ουμπόρεβιτς, Γιακίρ και άλλων. Ο Στάλιν είδε την ακαδημία ως «ένα αντισταλινικό στρατιωτικό κέντρο» και τα πογκρόμ ξεκίνησαν. Οι συλλήψεις άρχισαν τον Χειμώνα του 1936 και εντάθηκαν το 1937. Το ανώτερο ποιοτικά προσωπικό που είχε συγκεντρωθεί από τον Τουχατσέφσκι, εξολοθρεύτηκε σχεδόν ολοκληρωτικά.
Τις θέσεις τους πήραν ατάλαντοι και άπειροι άνθρωποι. Με τη σειρά τους, κάποιοι από τους νέους δασκάλους συνελήφθησαν, τρομάζοντας έτσι τους υπόλοιπους και αφήνοντάς τους χωρίς κανένα ενθουσιασμό στις νέες εργασίες τους. Κείμενα που είχαν γραφτεί από τους «εχθρούς του λαού», τους πρώτους δασκάλους, τώρα δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Οι νέου δάσκαλοι έγραψαν βιαστικές περιλήψεις των κειμένων αυτών, αλλά φοβούμενοι ότι θα μπορούσαν να κατηγορηθούν ότι διακινούσαν απόψεις εχθρικές στον Στάλιν, γέμισαν τις διαλέξεις τους με ιδιότροπα δόγματα». Και προσθέτει: «Η θεωρία της μάχης σε βάθος, που είχαν επεξεργαστεί οι Τουχατσέφσκι, Γιεγκόροφ, Ουμπόρεβιτς, παραμερίστηκε.» (Π. Γκριγκορένκο, «Αναμνήσεις», σελ. 91-92).

Όλα αυτά, έγιναν παραδεκτά από τον Χρουστσώφ το 1956: «Πολύ θλιβερές συνέπειες, ιδιαίτερα αναφορικά με την αρχή του πολέμου, ακολούθησαν την εξόντωση πολλών στρατιωτικών επιτελών και αξιωματικών κατά τη διάρκεια της περιόδου 1937-1941 από τον Στάλιν, εξαιτίας της καχυποψίας του και των συκοφαντικών κατηγοριών που εκτόξευσε εναντίον τους. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, ασκήθηκε καταπίεση ενάντια σε μεγάλα τμήματα στρατιωτικών στελεχών, ξεκινώντας από τους διοικητές των λόχων και των ταγμάτων και φτάνοντας μέχρι τα ανώτατα στρατιωτικά κέντρα. Σε αυτή την περίοδο, τα ηγετικά στελέχη που είχαν κερδίσει στρατιωτική εμπειρία στην Ισπανία και στην Άπω Ανατολή, σχεδόν ολοκληρωτικά εξολοθρεύτηκαν.

Η πολιτική της καταπίεσης μεγάλης κλίμακας ενάντια στα στρατιωτικά στελέχη, οδήγησε επίσης στην υπονόμευση της στρατιωτικής πειθαρχίας, επειδή για αρκετά χρόνια, αξιωματικοί όλων των βαθμίδων ακόμα και στρατιώτες, στο κόμμα και στους πυρήνες της Κομσομόλ διδάσκονταν να «ξεσκεπάζουν» τους ανωτέρους τους σαν «κρυφούς εχθρούς». Είναι φυσικό το ότι αυτά προκάλεσαν μια αρνητική επίδραση στην στρατιωτική πειθαρχία κατά την πρώτη περίοδο του πολέμου.

Και όπως ξέρετε, είχαμε πριν από τον πόλεμο εξαιρετικά στρατιωτικά στελέχη, τα οποία ήταν αδιαμφισβήτητα πιστά στο κόμμα και την Πατρίδα. Αρκεί να πούμε ότι όσοι από αυτούς κατάφεραν να επιζήσουν, παρά τα διάφορα βασανιστήρια τα οποία υπέστησαν στις φυλακές, είχαν δείξει από τις μέρες του πρώτου πολέμου ότι είναι αληθινοί πατριώτες και ότι πολέμησαν ηρωικά για τη δόξα της πατρίδας. Έχω στο μυαλό μου τέτοιους συντρόφους, όπως ο Ροκοσόφσκι (ο οποίος όπως ξέρετε έχει φυλακιστεί ), ο Γκορμπάτωφ, ο Μαρέτσκωφ (ο οποίος είναι αντιπρόσωπος στο παρόν συνέδριο), ο Πόντλας, (ήταν ένας εξαιρετικός αξιωματικός που εξοντώθηκε στο μέτωπο) και πολλοί, πολλοί άλλοι. Παρ’ όλα αυτά, πολύ τέτοιοι διοικητές εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα και τις φυλακές και ο στρατός δεν τους ξαναείδε. Όλα αυτά προκάλεσαν την κατάσταση που υπήρξε στην αρχή του πολέμου και η οποία αντιπροσώπευε μια μεγάλη απειλή για την πατρίδα μας.» («Ειδική Έκθεση στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ από τον Ν.Σ. Χρουστσώφ», 24-25 Φεβρουαρίου 1956).

Υπάρχουν πολλές διαστρεβλώσεις για τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, ιδιαίτερα σχετικά με τον ρόλο του Στάλιν. Ο Άλεκ Νοβ (συνήθως αρκετά έξυπνος σχολιαστής σχετικά με τη Ρωσία) έγραψε: «Η κολοσσιαία δύναμη της Γερμανίας ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή της Ρωσίας και είχε στη διάθεσή της, τις βιομηχανίες της κατειλημμένης Ευρώπης. Οι στρατιές της ήταν καλά εξοπλισμένες και ο εξοπλισμός της δοκιμάστηκε στο πεδίο της μάχης. Παρά τις πολύ μεγάλες προσπάθειες και θυσίες κατά την προηγούμενη δεκαετία, η Σοβιετική Ένωση είδε τον εαυτό της οικονομικά αλλά και στρατιωτικά σε μειονεκτική της θέση». (Αλ. Νοβ, «Η Οικονομική Ιστορία της ΕΣΣΔ», σελ. 273).

Στην πραγματικότητα, την ώρα της επίθεσης των Ναζί στη Σοβιετική Ένωση, η συνδυασμένη δύναμη πυρός του Κόκκινου Στρατού ήταν μεγαλύτερη από εκείνη της Βέρμαχτ. Αλλά οι Σοβιετικές δυνάμεις περικυκλώθηκαν γρήγορα και αποδεκατίστηκαν. Η δίχως προηγούμενο καταστροφή δεν ήταν το αποτέλεσμα της αντικειμενικής αδυναμίας, αλλά της κακής ηγεσίας. Έχοντας εξοντώσει τα καλύτερα στελέχη του Κόκκινου Στρατού, ο Στάλιν έδειξε τόσο τυφλή εμπιστοσύνη στον «έξυπνο» ελιγμό του έναντι του Χίτλερ (σ.τ.μ: Σύμφωνο «Μολότωφ- Ρίμπεντροπ») που αγνόησε πολυάριθμες αναφορές που έλεγαν ότι οι Γερμανοί ετοιμάζονται να επιτεθούν. Η οχυρωματική γραμμή του Μινσκ, μια ισχυρή αμυντική γραμμή, η οποία χτίστηκε στα δυτικά σύνορα της ΕΣΣΔ εν αναμονή μιας Γερμανικής επίθεσης, στην πραγματικότητα κατεδαφίστηκε με διαταγές του Στάλιν, πιθανά ως μια κίνηση καλής θέλησης προς το Βερολίνο.

Ο Γκριγκορένκο, ο οποίος είχε δουλέψει πριν τον πόλεμο σε αυτές τις οχυρώσεις, περιέγραψε τα αισθήματα της αγανάκτησης που ένιωσε όταν κατεδαφίστηκαν: «Αυτές οι οχυρώσεις υπήρχαν για να θωρακίζουν από την ανάπτυξη επιτιθέμενων ομάδων και για να αποτρέψουν κάθε απόπειρα από τον εχθρό να σπάσει την γραμμή άμυνας. Αν ο στρατός επετίθετο, οι οχυρωματικές γραμμές θα έπρεπε να υποστηρίξουν τα στρατεύματα με δύναμη πυρός. Αντιθέτως, τα δυτικά μας οχυρά δεν εκπλήρωσαν κανένα από αυτά τα καθήκοντα. Ανατινάχτηκαν χωρίς να έχουν πυροβολήσει ούτε μια φορά σε εχθρό.

Δεν ξέρω πως οι ιστορικοί του μέλλοντος θα εξηγήσουν αυτό το έγκλημα ενάντια στο λαό μας. Οι σύγχρονοι ιστορικοί το αγνοούν. Δεν μπορώ να παράσχω κάποια εξήγηση από μόνος μου. Η Σοβιετική κυβέρνηση απομύζησε δισεκατομμύρια ρούβλια (με τους υπολογισμούς μου όχι λιγότερο από 120 δισ) από το λαό για να κατασκευαστούν απόρθητα οχυρά κατά μήκος ολόκληρης της δυτικής συνοριογραμμής, από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη θάλασσα. Τότε, αμέσως πριν τον πόλεμο την Άνοιξη του 1941, ισχυρές εκρήξεις έγιναν σε ολόκληρα τα 1.200 χιλιόμετρα που ήταν το μήκος αυτών των οχυρώσεων. Με προσωπικές διαταγές του Στάλιν, χτισμένες με σκυρόδεμα οχυρώσεις, με ένα, δύο ή τρεις πολεμίστρες, επιτελικές θέσεις, παρατηρητήρια – δεκάδες χιλιάδες μόνιμες οχυρώσεις –τινάχτηκαν στον αέρα. Κανένα καλύτερο δώρο δεν θα μπορούσε να δοθεί στο σχέδιο «Μπαρμπαρόσα» του Χίτλερ». (Γκριγορένκο, στο προαναφερόμενο έργο, σελ. 46-47, οι εμφάσεις από το πρωτότυπο).

Αν δεν υπήρχαν αυτές οι εγκληματικές πράξεις από τον Στάλιν, η ΕΣΣΔ δεν θα είχε πιαστεί στον ύπνο από τη Γερμανική επίθεση, όπως εξήγησε ο Χρουστσώφ: «Είχαμε χρόνο και δυνατότητες για τέτοιες προετοιμασίες; Ναι είχαμε και χρόνο και δυνατότητες. Η βιομηχανία μας ήταν ήδη τόσο αναπτυγμένη που ήταν ικανή να προμηθεύσει πλήρως το Σοβιετικό στρατό με ό,τι χρειαζόταν. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός πως – παρότι κατά τα διάρκεια του πολέμου χάσαμε τη μισή μας βιομηχανία και σημαντικές βιομηχανικές περιοχές και τις περιοχές με σημαντική παραγωγή τροφίμων σαν αποτέλεσμα της κατοχής από τον εχθρό στην Ουκρανία, τον Βόρειο Καύκασο και άλλα δυτικά τμήματα της χώρας – το Σοβιετικό έθνος ήταν ακόμα ικανό να οργανώσει το στρατιωτικό εφοδιασμό στα ανατολικά τμήματα της χώρας, να εγκαταστήσει εκεί τον εξοπλισμό που μεταφέρθηκε από τις δυτικές βιομηχανικές περιοχές και να προμηθεύσει τις ένοπλες δυνάμεις μας με οτιδήποτε ήταν αναγκαίο για να καταστραφεί ο εχθρός.

Αν η βιομηχανία μας είχε κινητοποιηθεί σωστά και στην ώρα της, με το αναγκαίο υλικό, οι απώλειές μας στον πόλεμο θα ήταν αποφασιστικά μικρότερες. Τέτοια κινητοποίηση δεν είχε γίνει παρ’ όλα αυτά. Και ήδη τις πρώτες μέρες του πολέμου, έγινε εμφανές ότι ο στρατός μας ήταν άσχημα εξοπλισμένος, ότι δεν είχαμε επαρκή αριθμό από πυροβόλα, τανκς και αεροπλάνα για να κάνουν τον εχθρό να υποχωρήσει.

Η Σοβιετική επιστήμη και τεχνολογία παρήγαγε εξαιρετικά μοντέλα από τανκς και πυροβόλα πριν τον πόλεμο. Αλλά η μαζική παραγωγή όλων αυτών δεν ήταν οργανωμένη και ως αποτέλεσμα αυτού, αρχίσαμε να εκσυγχρονίζουμε τον στρατιωτικό μας εξοπλισμό μόνο την παραμονή του πολέμου. Έτσι, τη στιγμή της εισβολής του εχθρού στη σοβιετική γη, δεν είχαμε επαρκείς ποσότητες παλιών ή νέων μηχανών για την παραγωγή εξοπλισμού.

Η κατάσταση με τα αντιαεροπορικά πυροβόλα ήταν ιδιαίτερα κακή. Δεν είχαμε οργανώσει την παραγωγή των αντιαρματικών πυροβόλων. Πολλές οχυρωμένες περιφέρειες αποδείχθηκαν ότι είναι ανυπεράσπιστες, επειδή τα παλιά όπλα είχαν αποσυρθεί και τα νέα δεν ήταν διαθέσιμα εκεί. Αυτό αφορούσε, δυστυχώς, όχι μόνο τα τανκς, τα πυροβόλα και τα αεροπλάνα. Κατά το ξέσπασμα του πολέμου δεν είχαμε επίσης, έναν επαρκή αριθμό τουφεκιών για να εξοπλίσουμε τις κινητοποιούμενες δυνάμεις.

Θυμάμαι ότι εκείνες τις μέρες τηλεφώνησα στον σύντροφο Μαλένκωφ από το Κίεβο και του είπα: «Εθελοντές έχουν τεθεί στη διάθεση του νέου στρατού και ζητούν όπλα. Πρέπει να μας στείλετε όπλα». Ο Μαλένκωφ μου απάντησε: «Δεν μπορούμε να σας στείλουμε όπλα. Στέλνουμε όλα μας τα όπλα στο Λένινγκραντ, εσείς θα πρέπει μόνοι σας να εξοπλίσετε τους εαυτούς σας». Αυτή ήταν η κατάσταση του εξοπλισμού» («Ειδική Έκθεση στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ από τον Ν.Σ. Χρουστσώφ», σελ. 24-25 Φεβρουάριος 1956.)

Παρά το γεγονός ότι η συνδυασμένη δύναμη πυρός του Κόκκινου Στρατού ήταν μεγαλύτερη από αυτή των Γερμανών, οι Εκκαθαρίσεις τον είχαν πλήξει αποτελεσματικά. Αυτό ήταν το αποφασιστικό στοιχείο που έπεισε τον Χίτλερ να επιτεθεί το 1941. Στις Δίκες της Νυρεμβέργης, ο στρατηγός Κάιτελ κατέθεσε ότι πολλοί Γερμανοί στρατηγοί είχαν προειδοποιήσει τον Χίτλερ να μην επιτεθεί στη Ρωσία, υποστηρίζοντας ότι ο Κόκκινος Στρατός ήτανε ένας καταπληκτικός αντίπαλος. Απορρίπτοντας αυτές τις προειδοποιήσεις, ο Χίτλερ ανέφερε στον Κάιτελ την αιτιολόγηση της θέσης του: «Οι πρώτης σειράς ανώτατοι αξιωματικοί εξοντώθηκαν από τον Στάλιν το 1937 και η νέα γενιά δεν μπορεί να παράσχει τα μυαλά που χρειάζονται». Στις 9 Ιανουαρίου 1941, ο Χίτλερ ανέφερε σε μια συνάντηση στρατηγών για το σχεδιασμό της επίθεσης στη Ρωσία: «Δεν έχουν καλούς στρατηγούς». (Μαντβέντεφ: «Ας κρίνει η Ιστορία», σελ. 214).

«Η αρχική μας ήττα», γράφει ο Γκριγκορένκο, «προκλήθηκε από αυτούς που βρίσκονταν στις πολύ υψηλές θέσεις. Χιλιάδες ικανοί επιτελείς του στρατού εκκαθαρίστηκαν, οι συνοριακοί μας αεροδιάδρομοι ήταν φτωχά αναπτυγμένοι, είχαμε ανεπαρκή αντι-αεροπορική άμυνα, οι μονάδες τεθωρακισμένων και η αντι-αρματική άμυνα είχαν μειωθεί έντονα (σύμφωνα με την ιδιοτροπία του Στάλιν) αμέσως πριν τον πόλεμο, οι οχυρώσεις μας είχαν ανατιναχτεί και τα στρατεύματά μας είχαν εκπαιδευτεί στη λογική της ύπαρξης ειρήνης. Δεν ήμασταν προετοιμασμένοι. Πληρώσαμε γι’ αυτή την εγκληματική έλλειψη προετοιμασίας, τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου, όσο και μετά από αυτόν. Σημείωσα ήδη τον Στάλιν ως κύριο ένοχο, αλλά επίσης θα πρέπει να αναφέρουμε και τον Βοροσίλωφ, τον Τιμοσένκο, τον Γκολόκωφ και τον Ζούκωφ. Οι αποτυχίες μας δεν θα πρέπει να αποδοθούν στους φασίστες, αλλά σε εμάς.» (Γκριγκορένκο, στο προαναφερόμενο, σελ. 332)

[/nextpage]

[nextpage title=»3″ ]

Γιατί η Μόσχα αγνόησε τις πληροφορίες για τη Γερμανική επίθεση

Από τα μέσα του 1941, ο Χίτλερ είχε κινητοποιήσει τρομερές στρατιωτικές δυνάμεις στα Σοβιετικά σύνορα. Τέσσερα εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες συγκεντρώθηκαν στα σύνορα, έτοιμοι να εισβάλουν. Υπήρχαν επίσης 3.500 τανκς, περίπου 4.000 αεροπλάνα και 50.000 πυροβόλα και όλμοι. Προσπάθειες έγιναν να κρατηθεί αυτή η κινητοποίηση μυστική, αλλά δεδομένου του μεγέθους της, πολυάριθμες πληροφορίες διοχετεύθηκαν προς τη Σοβιετική κυβέρνηση από συνοριακές μονάδες, από τις Σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες, ακόμα και από αξιωματούχους της Βρετανικής και της Αμερικανικής κυβέρνησης. Ο Στάλιν αρνήθηκε να λάβει υπόψη του τα σχετικά έγγραφα ραπόρτα και αντιθέτως, έγραψε πάνω σε αυτά την επιγραφή «Για το αρχείο».

Όλα αυτά, επιβεβαιώθηκαν από τον στρατηγό Ζούκωφ, στο βιβλίο του με τίτλο «Αναμνήσεις και Σκέψεις». Όταν ο Σοβιετικός στρατιωτικός διοικητής ζήτησε άδεια να θέσει τα Σοβιετικά στρατεύματα σε συναγερμό, ο Στάλιν αρνήθηκε. Αρνούταν να πιστέψει ότι ο Χίτλερ θα εισβάλει. «Τα Γερμανικά αεροπλάνα αρχίζουν να μπαίνουν στο Σοβιετικό εναέριο χώρο» ανέφερε ο Διοικητής Αεροπορίας Νοβίκωφ, «αλλά δεν μας επιτρεπόταν να τα σταματήσουμε.» (Αναφέρεται στο βιβλίο του Μεντβέντεφ «Ας κρίνει η Ιστορία», σελ. 332).

Στην ομιλία του στο 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, ο Χρουστσώφ σημείωσε ότι στις 3 Απριλίου 1941, ο Τσώρτσιλ, μέσω του πρεσβευτή του στην ΕΣΣΔ και ο Βρετανός υπουργός Στάφορντ Κριπς προσωπικά, προειδοποίησαν τον Στάλιν ότι οι Γερμανοί είχαν ξεκινήσει να συντάσσουν τις ένοπλες μονάδες τους με την πρόθεση να επιτεθούν στη Σοβιετική Ένωση. Ο Τσώρτσιλ επιβεβαίωσε στα γραπτά του, ότι επιδίωξε να «προειδοποιήσει τον Στάλιν και να του επιστήσει την προσοχή «στον κίνδυνο που τον απειλούσε». Ο Τσώρτσιλ το τόνισε αυτό επανειλημμένα στις επιστολές του την 18ης Απριλίου και τις επόμενες ημέρες.

«Παρ’ όλα αυτά», είπε ο Χρουστσώφ, «ο Στάλιν δεν έλαβε υπόψη του αυτές τις προειδοποιήσεις. Ακόμα χειρότερα, διέταξε να μη δίδεται προσοχή σε πληροφορίες αυτού του είδους, για να μην προκληθεί η έναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων. Πρέπει να αναφέρουμε ότι οι πληροφορίες αυτού του είδους σχετικά με τις κινήσεις του Γερμανικού στρατού εισβολής στη Σοβιετική επικράτεια, έρχονταν επίσης και από τις δικές μας στρατιωτικές και διπλωματικές πηγές. Παρ’ όλα αυτά, επειδή η ηγεσία ήταν προκατειλημμένη ενάντια σε τέτοιου είδους πληροφόρηση, αυτά τα στοιχεία αποστέλλονταν με φόβο και αξιολογούνταν με επιφύλαξη.

Έτσι για παράδειγμα, το ραπόρτο που στάλθηκε από το Βερολίνο στις 6 Μαΐου 1941, από τον Σοβιετικό στρατιωτικό ακόλουθο Βορόντσωφ, έλεγε: “…πληροφορείστε το ναυτικό ακόλουθο ότι σύμφωνα με μια δήλωση ορισμένων Γερμανών αξιωματικών από το επιτελείο του Χίτλερ, η Γερμανία ετοιμάζεται να εισβάλει στην ΕΣΣΔ στις 14 Μαΐου μέσω της Φινλανδίας, των χωρών της Βαλτικής και της Λετονίας. Την ίδια στιγμή, η Μόσχα και το Λένινγκραντ θα δεχθούν ισχυρή επιδρομή, ενώ έχουν προσεδαφιστεί αλεξιπτωτιστές στις συνοριακές πόλεις».

Στην αναφορά του στις 22 Μάιου 1941, ο στρατιωτικός ακόλουθος στο Βερολίνο, Χλοπώφ, μετέδωσε ότι η επίθεση του Γερμανικού στρατού έχει αναφερθεί ότι προσδιορίστηκε για της 15 Ιουνίου, αλλά είναι πιθανό να αρχίσει στις πρώτες μέρες του Ιουνίου.

Ένα τηλεγράφημα από την Πρεσβεία στο Λονδίνο, με ημερομηνία 18 Ιουνίου 1941, ανέφερε: “Για την ώρα, ο Κριπς είναι βαθειά πεπεισμένος για το αναπόφευκτο μιας ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ, η οποία θα ξεκινήσει όχι αργότερα από τα μέσα Ιουνίου. Σύμφωνα με τον Κριπς, οι Γερμανοί έχουν εμφανώς συγκεντρώσει 147 μεραρχίες (συμπεριλαμβανομένης της αεροπορικής δύναμης και των μονάδων υπηρεσιών) κατά μήκος των Σοβιετικών συνόρων».

Παρά την ύπαρξη όλων αυτών των σοβαρών προειδοποιήσεων, δεν έγιναν τα αναγκαία βήματα για να προετοιμαστεί η χώρα σοβαρά για την άμυνα και να μην πιαστεί στον ύπνο.» («Ειδική Έκθεση στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ από τον Ν.Σ. Χρουστσώφ», σελ. 24-25 Φεβρουάριος 1956).

Και πάλι: «Σχετικά με αυτό δεν μπορούμε να ξεχάσουμε για παράδειγμα, το ακόλουθο γεγονός: Λίγο πριν την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση από τον Χιτλερικό στρατό, ο Κίρπονος, που ήταν επικεφαλής της Ειδικής Στρατιωτικής Περιφέρειας του Κιέβου (αργότερα σκοτώθηκε στο μέτωπο), έγραψε στον Στάλιν ότι τα Γερμανικά στρατεύματα βρίσκονταν στον ποταμό Μπουγκ, έτοιμα για μια επίθεση που θα άρχιζε στο πολύ κοντινό μέλλον. Ο Κίρπονος πρότεινε να οργανωθεί μια ισχυρή άμυνα, 300.000 άνθρωποι να εκκενώσουν τις περιοχές των συνόρων και να οργανωθούν εκεί ισχυρά οχυρά: αντι-αρματικές τάφροι, χαρακώματα για τους στρατιώτες κ.λ.π.

Η Μόσχα απάντησε σε αυτή την πρόταση με τον ισχυρισμό ότι αυτό θα ήταν πρόκληση, ότι δεν θα έπρεπε να γίνει καμία προπαρασκευαστική αμυντική δουλειά, ότι δεν θα πρέπει να δοθεί στους Γερμανούς κανένα πρόσχημα για την έναρξη στρατιωτικής δράσης εναντίον μας. Έτσι, τα σύνορά μας ήταν ανεπαρκώς προετοιμασμένα για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Όταν οι φασιστικές στρατιές εισέβαλαν στη Σοβιετική επικράτεια και ξεκίνησαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, η Μόσχα εξέδωσε τη διαταγή να μην απαντώνται τα Γερμανικά πυρά.

Γιατί συνέβη αυτό; Επειδή ο Στάλιν, παρά τα προφανή γεγονότα, πίστευε ότι ο πόλεμος δεν είχε ακόμα αρχίσει, ότι αυτά αποτελούσαν μόνο προβοκατόρικη δραστηριότητα από μέρους ορισμένων απείθαρχων τμημάτων του Γερμανικού στρατού και πως η αντίδραση ίσως να εξυπηρετούσε ως αιτία τους Γερμανούς για να ξεκινήσουν τον πόλεμο.

Το ακόλουθο γεγονός είναι επίσης γνωστό: Την παραμονή της εισβολής στη Σοβιετική επικράτεια από τον Χιτλερικό στρατό, έναν Γερμανός πολίτης διέσχισε τα σύνορα και ανέφερε ότι τα Γερμανικά στρατεύματα δέχθηκαν διαταγές να ξεκινήσουν την επίθεση ενάντια στη Σοβιετική Ένωση τη νύχτα της 22 Ιουνίου, στις 3.00 π.μ. Ο Στάλιν πληροφορήθηκε σχετικά με αυτό αμέσως, αλλά ακόμα και αυτή η ειδοποίηση αγνοήθηκε.

Όπως βλέπετε, τα πάντα αγνοήθηκαν: προειδοποιήσεις από συγκεκριμένους στρατιωτικούς αξιωματούχους, μαρτυρίες από λιποτάκτες του εχθρικού στρατού, ακόμα και η ανοικτή εχθρότητα του αντιπάλου. Είναι αυτό ένδειξη ετοιμότητας του επιτελείου του κόμματος και του κράτους σε αυτή την ιδιαίτερη και σημαντική ιστορική στιγμή;

Και ποια ήταν τα αποτελέσματα από αυτή την αμελή στάση, αυτή την αγνόηση ξεκάθαρων γεγονότων; Το αποτέλεσμα ήταν κατά τις πρώτες ώρες και μέρες, ο εχθρός να έχει καταστρέψει στα σύνορά μας ένα μεγάλο μέρος της αεροπορικής μας δύναμης, του πυροβολικού και λοιπού στρατιωτικού εξοπλισμού. Εξόντωσε μεγάλους αριθμούς από στρατιωτικά στελέχη και αποδιοργάνωσε το στρατό μας και τη στρατιωτική μας ηγεσία. Συνεπώς, δεν μπορούσαμε να εμποδίσουμε τον εχθρό από το να μπει μέσα στη χώρα» (Στο προαναφερθέν).

Ακούγεται απίστευτο, αλλά δεν υπήρχαν αμυντικά σχέδια για την περίπτωση μιας γερμανικής επίθεσης. Πολλά Σοβιετικά τανκς ήταν χωρίς πλήρωμα. Ακόμα και όταν ο Χίτλερ διεξήγαγε την επίθεση, ο Στάλιν διέταξε τον Κόκκινο Στρατό να μην αντισταθεί. Έτσι, οι πανίσχυρες Σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις είχαν παραλύσει κατά τις πρώτες κρίσιμες 48 ώρες. Η Κόκκινη αεροπορία καταστράφηκε στο έδαφος.

Εξαιτίας της σύγχισης και παράλυσης στην κορυφή, τεράστιες εδαφικές εκτάσεις χάθηκαν στις πρώτες λίγες εβδομάδες. Εκατομμύρια Σοβιετικοί στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Με κανονική ηγεσία, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Γερμανοί εισβολείς θα μπορούσαν να είχαν απωθηθεί πίσω στην Πολωνία κατά το ξεκίνημα του πολέμου. Μια αποφασιστική νίκη θα μπορούσε να έχει σημειωθεί νωρίς, από το 1941. Ο πόλεμος θα μπορούσε να έχει τελειώσει νωρίτερα και να αποφευχθούν οι τρομακτικές απώλειες που υπέστη η Λευκορωσία, η δυτική Ρωσία και η Ουκρανία. Ο εφιάλτης που υπέφεραν οι λαοί της ΕΣΣΔ ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της ανεύθυνης πολιτικής που ακολούθησε ο Στάλιν και η κλίκα του.

[/nextpage]

[nextpage title=»4″ ]

Ο μύθος του «Μεγάλου στρατηλάτη»

Ο Στάλιν φοβήθηκε τον πόλεμο με τη Γερμανία επειδή θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή του. Ιδιαίτερα φοβόταν τους στρατιωτικούς. Μετά την εκστρατεία στη Φινλανδία το 1939-40, διέταξε την απελευθέρωση χιλιάδων αξιωματικών που είχαν φυλακιστεί στις Εκκαθαρίσεις. Αλλά ο Μεντβέντεφ σημειώνει ότι πιο μετά, «στα 1942, ο Στάλιν διέταξε να εκτελεστεί μια ομάδα από ηγετικούς αξιωματικούς του Κόκκινου Στρατού στα στρατόπεδα. Τους θεωρούσε απειλή για τον ίδιο στην περίπτωση μη ευνοϊκών εξελίξεων στο Σοβιετο-Γερμανικό Μέτωπο» (Ρ. Μεντβέντεφ, «Ας Κρίνει η Ιστορία», σελ. 312).

Μετά τον πόλεμο, εντατικές απόπειρες έγιναν από το Κρεμλίνο για να διαδοθεί ο μύθος του Στάλιν ως «μεγάλου πολεμικού ηγέτη». Αυτό δεν αντέχει στην παραμικρή σοβαρή εξέταση. Έχουμε ήδη δει, το πως ο Στάλιν με τις πολιτικές του άφησε τη Σοβιετική Ένωση στο έλεος του Χίτλερ. Όταν ο Χίτλερ εισέβαλε, οι Σοβιετικοί ηγέτες βρίσκονταν σε σύγχυση. Ο Στάλιν στην αρχή πανικοβλήθηκε και πήγε να κρυφθεί. Οι πράξεις του φανέρωναν πλήρη συνθηκολόγηση. Παρά τη στάση του αυτή, έδωσε μόνος στον εαυτό του τον τίτλο του «Στρατάρχη» και εξωράισε τον ρόλο του στον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο».

Η αληθινή στάση του Στάλιν εκφράστηκε από τον Χρουστσώφ: «Θα ήταν λάθος να λησμονήσουμε ότι μετά από την πρώτη δριμεία καταστροφή και τις ήττες στο μέτωπο, ο Στάλιν σκέφτηκε ότι είχε έρθει το τέλος. Σε μία από τις ομιλίες του, εκείνες τις μέρες είπε: “Όλα όσα δημιούργησε ο Λένιν τα χάσαμε για πάντα!”. Μετά από αυτό ο Στάλιν για πολύ καιρό δεν καθοδήγησε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και έπαψε να κάνει οτιδήποτε. Επέστρεψε στην ενεργή καθοδήγηση μόνο όταν κάποια μέλη του Πολιτικού Γραφείου τον επισκέφτηκαν και του είπαν ότι ήταν αναγκαίο να κάνει αμέσως συγκεκριμένα βήματα για να βελτιώσει την κατάσταση στο μέτωπο.

Γι’ αυτό, ο κίνδυνος που επικρεμόταν πάνω από την Πατρίδα μας κατά την πρώτη περίοδο του πολέμου, σε μεγάλο βαθμό δημιουργήθηκε εξαιτίας των ελαττωματικών μεθόδων της καθοδήγησης του έθνους και του κόμματος, από τον Στάλιν προσωπικά. Παρ’ όλα αυτά, δεν μιλάμε μόνο για τη φάση της έναρξης του πολέμου, κατά την οποία οδηγηθήκαμε σε σοβαρή αποδιοργάνωση του στρατού μας και η οποία απέφερε τεράστιες απώλειες. Αλλά ακόμα και μετά την έναρξη του πολέμου, η νευρικότητα και η υστερία που επέδειξε ο Στάλιν κατά την ενασχόλησή του με τις πραγματικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, προκάλεσαν στον στρατό σοβαρή ζημιά.

Ο Στάλιν απείχε πολύ από το να καταλαβαίνει την πραγματική κατάσταση που αναπτυσσόταν στο μέτωπο. Αυτό ήταν φυσικό, επειδή καθ’ όλη τη διάρκεια του Πατριωτικού Πολέμου, ποτέ δεν επισκέφτηκε κανένα τμήμα του μετώπου ή κάποια ελευθερωμένη πόλη, εκτός από μια σύντομη βόλτα στον αυτοκινητόδρομο Μοζάισκ κατά τη φάση της σταθεροποίησης της κατάστασης. Σε αυτό το περιστατικό αφιερώθηκαν πολλά φιλολογικά έργα αποτελούμενα από φαντασίες και όλων των ειδών οι πίνακες. Ταυτόχρονα, ο Στάλιν αναμίχθηκε σε επιχειρήσεις και εξέδωσε διαταγές που δεν έλαβαν υπόψη την πραγματική κατάσταση σε ένα ορισμένο τμήμα του μετώπου και οι οποίες όχι μόνο δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν, αλλά είχαν ως αποτέλεσμα πολύ μεγάλες απώλειες σε έμψυχο υλικό.

Θα αφήσω τον εαυτό μου, σε αυτή την επικοινωνία μαζί σας, να εκθέσει ένα χαρακτηριστικό γεγονός, που φανερώνει το πως ο Στάλιν διεύθυνε τις επιχειρήσεις στα μέτωπα. Υπάρχει σε αυτό το συνέδριο εδώ, ο Στρατηγός Μπαγκραμιάν, ο οποίος ήταν κάποτε επικεφαλής στις επιχειρήσεις στο στρατηγείο του Νοτιο-Δυτικού μετώπου και ο οποίος, μπορεί να επιβεβαιώσει αυτό που θα σας πω.

Το 1942 δημιουργήθηκε μια εξαιρετικά σοβαρή κατάσταση για τον στρατό μας, όταν είχαμε αποφασίσει να διεξάγουμε μια επιχείρηση με σκοπό να περικυκλώσουμε το Χάρκοβο. Αν αυτή η επιχείρηση συνεχιζόταν, θα μπορούσε να απειλήσει τον στρατό μας με μοιραίες συνέπειες. Το μεταφέραμε αυτό στον Στάλιν, αναφέροντάς του ότι η κατάσταση απαιτούσε αλλαγές στα επιχειρησιακά σχέδια, έτσι ώστε ο εχθρός να εμποδιστεί από το να εξοντώσει ένα μεγάλο τμήμα του στρατού μας. Αντίθετα προς το κοινό αίσθημα, ο Στάλιν αρνήθηκε την πρότασή μας και εξέδωσε τη διαταγή για να συνεχιστεί η επιχείρηση που αποσκοπούσε στην περικύκλωση του Χάρκοβο, παρά το γεγονός ότι αυτή τη φορά μεγάλες μονάδες του στρατού στην πράξη απειλούνταν με εξόντωση.

Τηλεφώνησα στον Βασιλιέφσκι και τον παρακάλεσα: “Αλεξάντερ Μηχαήλοβιτς πιάσε έναν χάρτη” – o Βασιλιέφσκι είναι παρόν εδώ – “και δείξε στον Σύντροφο Στάλιν την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί”. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Στάλιν σχεδίαζε επιχειρήσεις σε μια υδρόγειο σφαίρα (Αναστάτωση στην αίθουσα). Ναι σύντροφοι, συνήθιζε να χρησιμοποιεί την υδρόγειο σφαίρα και να εντοπίζει τη γραμμή του μετώπου σε αυτήν.» («Ειδική Έκθεση στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ από τον Ν.Σ. Χρουστσώφ», 24-25 Φεβρουαρίου 1956.)

Εκατοντάδες χιλιάδες Σοβιετικοί στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν κατά τις πρώτες μέρες του πολέμου. Οι απώλειες για τον Κόκκινο Στρατό έγιναν πολύ μεγαλύτερες αργότερα, με την επιμονή του Στάλιν σε μετωπικές επιθέσεις, ανεξάρτητα από το τίμημα σε ζωές. Όταν ο Κόκκινος Στρατός αντεπιτέθηκε στα τέλη του 1941, αντί να προσπαθήσει να υπερφαλαγγίσει τον εχθρό με τακτικούς ελιγμούς, ο Στάλιν απαίτησε την αιχμαλωσία τους ενός χωριού μετά το άλλο. «Εξαιτίας αυτού» εξήγησε ο Χρουστσώφ, «πληρώσαμε με μεγάλες απώλειες – μέχρι οι στρατηγοί μας, στους ώμους των οποίων έπεσε όλο το βάρος της διεξαγωγής του πολέμου, να επιτύχουν την αλλαγή της κατάστασης και να υιοθετήσουν ευέλικτους επιχειρησιακούς ελιγμούς, οι οποίοι αμέσως έφεραν σοβαρές αλλαγές στο μέτωπο, ευνοϊκές για εμάς». (Στο προαναφερόμενο).

Από τα τέλη Νοεμβρίου του 1941, η Σοβιετική υποχώρηση είχε χάσει έδαφος που περιλάμβανε τις παραγωγικές πηγές του 63% του άνθρακα, του 68% του χυτοσιδήρου, του 58% του ατσαλιού, του 60% του αλουμινίου, του 84% της ζάχαρης, του 38% του σιταριού, του 60% του χοιρινού κρέατος, αλλά και το 41% των σιδηροδρομικών γραμμών. Κάποια σπουδαία αστικά κέντρα, ιδίως το Λένινγκραντ, ήταν πλήρως απομονωμένα. Οι προμήθειες σε βασικά είδη και εξοπλισμό ξαφνικά διακόπηκαν ή τέθηκαν σε κίνδυνο από την γρήγορη γερμανική προέλαση.

Αντιμέτωπος με την προοπτική της ήττας και της ανατροπής, ο Στάλιν απρόθυμα αντικατέστησε τα ατάλαντα και ανίκανα ανδρείκελά του με άλλους πιο ικανούς επιτελείς, κάποιοι από τους οποίους, απελευθερώθηκαν από τη φυλακή για το σκοπό αυτό: «Αφού φοβήθηκε για τη ζωή του και για μια πλήρη απώλεια της εξουσίας, κατάλαβε ότι χρειάζεται ειδικούς για να διεξάγει τον πόλεμο επιτυχώς και στην αναζήτησή για τέτοιους, στράφηκε σε αυτούς που είχε συλλάβει. Ορισμένοι άνδρες απελευθερώθηκαν και στάλθηκαν σε υψηλά πόστα, ο Ροκοσόφσκι και ο Γκορμπάτωφ ήταν ανάμεσα σε αυτούς. Αλλά αυτό φυσικά, δεν έλυσε ολόκληρο το πρόβλημα. Ήταν αδύνατο να καλυφθεί με μικρά τούβλα η μεγάλη τρύπα που άνοιξε η τρομοκρατική δραστηριότητα που είχε λάβει χώρα στην ηγεσία και τις ένοπλες δυνάμεις» (Γκριγκορένκο, «Αναμνήσεις», σελ. 211).

[/nextpage]

[nextpage title=»5″ ]

Τα αληθινά αίτια της μεγάλης νίκης

Στάλιν και Σταλινισμός στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο: τα αληθινά αίτια της μεγάλης νίκης
Κάτω από τις πολεμικές συνθήκες, ένα νέο γενικό επιτελείο αναπτύχθηκε γρήγορα. Η νέα γενιά Σοβιετικών αξιωματικών εκπαιδεύτηκε μέσα στη φωτιά. Αυτοί προήλθαν από τους νεαρούς αξιωματικούς που είχαν ανατραφεί με τις παραδόσεις της Οκτωβριανής Επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου. Οι Βοροσίλωφ και οι Μπούντγιονι είχαν σπρωχτεί ήσυχα στο περιθώριο. Άντρες που είχαν συλληφθεί κατά τις Εκκαθαρίσεις, αποφυλακίστηκαν για να αναλάβουν την ηγεσία του Κόκκινου Στρατού. Αυτοί οι ταλαντούχοι αξιωματικοί ήταν δημιουργήματα της επαναστατικής σχολής της στρατιωτικής ιδιοφυίας που άκουγε στο όνομα Τουχατσέφσκι. Καθοδήγησαν τον Κόκκινο Στρατό στην πιο θεαματική προέλαση σε ολόκληρη την Ιστορία των πολέμων.

Έτσι, όχι μόνο στην οικονομική σφαίρα, αλλά και στο πεδίο του στρατιωτικού ταλέντου, η επανάσταση έδειξε τι ήταν ικανή να κάνει. Είναι αρκετό να συγκρίνει κανείς την επίδοση του Κόκκινου Στρατού με εκείνη του Τσαρικού στρατού το 1914-17 για να κατανοήσει τη διαφορά. Η λαμπρή νίκη της ΕΣΣΔ στον πόλεμο ήταν από μόνη της, η πιο εντυπωσιακή επιβεβαίωση του τι μπορεί να επιτευχθεί αν καταργηθεί η καπιταλιστική αναρχία.

Μετά από την αρχική της παράλυση, η Σοβιετική κυβέρνηση προχώρησε σε μια μεταφορά ανθρώπινων και υλικών αποθεμάτων σε μια γιγαντιαία κλίμακα. Από το Νοέμβριο του 1941, όχι λιγότερες από 1.523 βιομηχανικές επιχειρήσεις, από τις οποίες 1.360 ήταν μεγάλης κλίμακας, μεταφέρθηκαν από τις εμπόλεμες περιοχές. Αυτό ήταν ένα απίστευτο επίτευγμα, ανήκουστο στην πολεμική Ιστορία. Με τη Γερμανική προέλαση, δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων μετακινήθηκαν ανατολικά.

Η Σοβιετική οικονομία, παρ’ όλα αυτά, υπέστη βαριά πλήγματα. Το Νοέμβριο του 1941, πάνω από 300 εργοστάσια όπλων καταλήφθηκαν από τους Γερμανούς. Την ίδια χρονιά, το 1941, η βιομηχανική παραγωγή ανήλθε στο 51,7% της παραγωγής του Νοεμβρίου του 1940. Μεταξύ 1940 και 1942, υπήρξε μια μαζική πτώση στην παραγωγή. Η παραγωγή σιδήρου έπεσε από τα 14,9 στα 4,8 εκατομμύρια τόνους. Η παραγωγή ατσαλιού έπεσε από τους 18,3 στους 8,1 τόνους. Το κάρβουνο από 165,9 μειώθηκε σε 75,5 εκατομμύρια, το πετρέλαιο από 31,1 εκατομμύρια σε 22, ο ηλεκτρισμός από 48,3 σε 29,1.

Το 1942, οι Γερμανοί κατέλαβαν τον Βόρειο Καύκασο και το Ντον, κάτι που κόστισε στην ΕΣΣΔ τις καλύτερες από τις σιτοπαραγωγές της περιοχές και την πετρελαιοπηγή του Μάικοπ, ενώ για μια περίοδο, σταμάτησε και η πετρελαιοπηγή του Μπακού. Οι σοδειές καταστράφηκαν. Μόνο τον Μάρτιο του 1942 – παρά τις συνεχόμενες ήττες και υποχωρήσεις – η παραγωγή έδειξε ένα μικρό σημάδι ανάκαμψης.

Ο Ένγκελς κάποτε, σημείωσε ότι σε μια οικονομία σε πολιορκία, οι νόμοι του καπιταλισμού δεν έχουν εφαρμογή. Αντιμετωπίζοντας ένα δίλλημα ζωής ή θανάτου, η αστική τάξη θα καταφύγει σε μεθόδους σχεδιασμού, συγκεντρωτισμού και εθνικοποίησης. Αυτό το γεγονός από μόνο του είναι μια συντριπτική απάντηση σε όλους αυτούς που διαλαλούν την υποτιθέμενη ανωτερότητα της αγοράς. Καθόλου τυχαία, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, τα πραγματικά επίπεδα ζωής ανέβηκαν στη Βρετανία και τις ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι μια μεγάλη ποσότητα παραγωγής κατευθύνθηκε στην πολεμική προσπάθεια.

Έτσι ακόμα και στην καπιταλιστική Δύση, τα πλεονεκτήματα του κεντρικού σχεδιασμού (μερικώς βεβαίως, από τη στιγμή που ο αληθινός σχεδιασμός δεν είναι δυνατός σε μια καπιταλιστική οικονομία) δεν αμφισβητήθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Αλλά στην περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης, η συντριπτική ανωτερότητα της εθνικοποιημένης σχεδιασμένης οικονομίας, εκδηλώθηκε εντυπωσιακά, ειδικά όταν τέθηκε στη μεγαλύτερη δοκιμασία από όλες, δηλαδή στην αιματηρή περίσταση του πολέμου.

Μια εντυπωσιακή αντεπίθεση εξαπολύθηκε, η οποία ήταν το «κλειδί» για τη νίκη. Η βιομηχανία πολέμου ανασυγκροτήθηκε και στήθηκε στα πόδια της πιο αποτελεσματικά. Ταλαντούχοι ειδικευμένοι απελευθερώθηκαν από τα στρατόπεδα του Στάλιν για να δουλέψουν στην πολεμική βιομηχανία. Το 1940, το 15% του εθνικού εισοδήματος κατευθύνθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς. Το 1942 αυτό αυξήθηκε σε 55%. Σύμφωνα με το Νοβ «ίσως το ανώτερο ποσοστό που υπήρξε ποτέ και οπουδήποτε». Η εθνικοποιημένη οικονομία έκανε όλη τη διαφορά.

Όπως ο Νοβ εξήγησε, «…χωρίς αμφιβολία, η πείρα της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας στα προηγούμενα δέκα χρόνια, αποτέλεσε μεγάλη συνεισφορά. Στη διαδικασία της επιβολής ελέγχου στις πλουτοπαραγωγικές πηγές, η κυβέρνηση διαμόρφωσε και εφάρμοσε τρίμηνα, ακόμα και μηνιαία πλάνα, με πολλές περισσότερες λεπτομέρειες από την περίοδο της ειρήνης. Η πρακτική των πλάνων χρησιμοποιήθηκε επιτυχώς για να διανεμηθούν οι πρώτες ύλες και τα καύσιμα σύμφωνα με τις αποφάσεις της πανίσχυρης Κρατικής Επιτροπής Άμυνας. Ένα έκτακτο πολεμικό σχέδιο εφαρμόστηκε τον Αύγουστο του 1941, καλύπτοντας το υπόλοιπο του έτους 1942. Υπήρχαν ετήσια οικονομικο-στρατιωτικά πλάνα για άμεση εφαρμογή, αλλά και μακροπρόθεσμα σχέδια, συμπεριλαμβανομένου ενός για τα Ουράλια, για την κάλυψη της περιόδου 1943-47». (Α. Νοβ: Η οικονομική Ιστορία της ΕΣΣΔ, σελ. 278-9).

Αυτά τα λίγα στοιχεία, είναι αρκετά για να δείξουν τη συντριπτική ανωτερότητατης Σοβιετικής οικονομίας. Η Σοβιετική βιομηχανία όχι μόνο ήταν ικανή να παράγει μια τεράστια ποσότητα στρατιωτικού εξοπλισμού, αλλά τα τανκς, τα αεροπλάνα και τα πυροβόλα που παρήγαγε ήταν  υψηλής ποιότητας και κάτι περισσότερο από ισάξια με τα γερμανικά. Αυτό που καθόρισε την έκβαση της πολεμικής σύγκρουσης, ήταν η αποφασιστικότητα της Σοβιετικής εργατικής τάξης να υπερασπίσει τις κατακτήσεις της Επανάστασης. Αυτό ήταν που έφερε την ολοκλήρωση του πολέμου στην Ευρώπη, ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα μια τιτανομαχία ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τη Ναζιστική Γερμανία.

Παρότι ο Χίτλερ είχε μεγάλο πλεονέκτημα στην αρχή του πολέμου, διαθέτοντας όλες τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της κατεχόμενης Ευρώπης, τελικά ηττήθηκε. Ενώπιον των έκπληκτων ματιών ολόκληρου του κόσμου, ο Κόκκινος Στρατός ανέκαμψε από μια κατάσταση που για κάθε άλλη χώρα θα σήμαινε ένα θανάσιμο πλήγμα, ανασυγκροτήθηκε και αντεπιτέθηκε, σπρώχνοντας τον Γερμανικό στρατό πίσω στο Βερολίνο.

Παρ’ότι το πολεμικό ρεύμα άρχισε να μεταστρέφεται κατά τα τέλη του 1942, η ανακαταλαμβανόμενη επικράτεια, κάποιες φορές προσέθετε λίγα στην Σοβιετική οικονομική δύναμη. Οι Ναζί είχαν διεξάγει μια τακτική καμένης γης. Έτσι το 1943, η μεγάλη βιομηχανική παραγωγή στη (Σοβιετική) Ουκρανία βρίσκόταν μόνο στο 1,2 % της αντίστοιχης του 1940.

Οι Σοβιετικές μάζες μάχονταν σ’ έναν απελευθερωτικό πόλεμο ενάντια στους Ναζί εισβολείς. Αν ο πόλεμος των Ναζί ήταν νικηφόρος, θα είχαμε μια τρομακτική εξέλιξη για τον Ρωσικό λαό. Αυτή η προοπτική εμποδίστηκε οριστικά στο Στάλινγκραντ. Η Μάχη του Κούρσκ, ήταν ένα σημείο καμπής στο Ανατολικό Μέτωπο. Αυτή ήταν αναμφισβήτητα η πιο αποφασιστική μάχη του πολέμου. Σε μια τιτάνια μάχη, με όχι λιγότερα από 10.000 τανκς παρατεταγμένα για κάθε πλευρά, ο Κόκκινος Στρατός βγήκε τελικά νικητής.

Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των γεγονότων, ένας μεγάλος αριθμός Βρετανικών στρατευμάτων στάθμευαν στην Περσία, ακριβώς στα σύνορα της ΕΣΣΔ. Ο Στάλιν ζήτησε από τον Τσώρτσιλ να στείλει τα Βρεατανικά στρατεύματα που δεν έκαναν τίποτα, να βοηθήσουν τον Κόκκινο Στρατό στο Ανατολικό Μέτωπο. Ο Βρετανός του «σύμμαχος» όμως, ο Τσώρτσιλ, περίμενε ότι ο Κόκκινος Στρατός θα ηττηθεί κι ότι έτσι, θα μπορούσε να διατάξει τον Βρετανικό στρατό να καταλάβει το πλούσιο σε πετρέλαιο Μπακού, εφαρμόζοντας την ίδια τακτική, όπως και όταν ο Βρετανικός στρατός εισέβαλε στον Καύκασο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Ακόμα και ο Στάλιν μπορούσε να το καταλάβει αυτό!

Δυστυχώς για τον Τσώρτσιλ, η μάχη τελείωσε με νίκη του Κόκκινου Στρατού, ο οποίος  προέλασε γρήγορα στην καρδιά της Ευρώπης. Οι Γερμανοί σταδιακά υποχώρησαν, παρότι ως αποτέλεσμα των αφρόνων πολιτικών του Στάλιν, οι Ρωσικές απώλειες ήταν τρομερές. Η εξήγηση γι’ αυτό είναι περισσότερο πολιτική παρά στρατιωτική. Αν η Σοβιετική Ένωση είχε υιοθετήσει μια διεθνιστική πολιτική, καλώντας τη Γερμανική εργατική τάξη να ανατρέψει τον Χίτλερ, αυτό θα μπορούσε να έχει φοβερή επίδραση, ιδιαίτερα μετά από τις πρώτες Γερμανικές ήττες. Η προοπτική μιας σοσιαλιστικής Γερμανίας ενωμένης με τη Σοβιετική Ρωσία, θα μπορούσε αναμφίβολα να έχει βρει απήχηση στις καρδιές και τα μυαλά των Γερμανών εργατών και στρατιωτών.

Με αυτό τον τρόπο, θα ήταν δυνατό να αποφευχθούν οι τρομερές απώλειες που υπέφερε ο Κόκκινος Στρατός κατά την προέλασή του προς το Βερολίνο. Η νίκη θα μπορούσε να έχει επιτευχθεί νωρίτερα και με ένα πολύ μικρότερο κόστος. Αλλά η πολιτική που ακολουθήθηκε από τον Στάλιν, έλαβε έναν ολοκληρωτικά σοβινιστικό χαρακτήρα. Αντανακλώντας αυτή την πολιτική, ο Ιλία Έρενμπουργκ (σ.τ.μ: επίσημος συγγραφέας και πολεμικός αρθρογράφος του σταλινικού καθεστώτος) ανακοίνωσε ότι «αν οι Γερμανοί εργάτες μας συναντήσουν με κόκκινες σημαίες θα είναι οι πρώτοι που θα πυροβοληθούν». Με αυτή την πολιτική ήταν σίγουρο ότι ο Γερμανικός στρατός θα μαχόταν απελπισμένα για κάθε ίντσα εδάφους. Αυτό εξηγεί τις φοβερές απώλειες σε ζωές που υπήρξαν και από τις δυο πλευρές.

Ως αποτέλεσμα ενός μνημειώδους κακού υπολογισμού από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ήταν οι Ρώσοι και όχι οι Σύμμαχοι αυτοί που έφτασαν πρώτοι στο Βερολίνο. Ο Τρότσκι εξήγησε ότι ο βασικός κίνδυνος για τη σχεδιασμένη εθνικοποιημένη οικονομία δεν ήταν τόσο η στρατιωτική ήττα, αλλά τα φθηνά καταναλωτικά αγαθά που θα έφθαναν με τα βαγόνια του ιμπεριαλιστικού στρατού. Όμως ο Χιτλερικός στρατός, δεν έφερε μαζί του φθηνά αγαθά, αλλά θαλάμους αερίων. Ως αποτέλεσμα αυτού, όχι μόνο η εργατική τάξη, αλλά και οι αγρότες, πάλεψαν σαν τίγρεις για να υπερασπίσουν τη Σοβιετική Ένωση.

Η νίκη της ΕΣΣΔ στον πόλεμο ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες που επέτρεψαν στο Σταλινικό καθεστώς να επιζήσει για δεκαετίες μετά το 1945. Στους εργάτες της Ρωσίας και ολόκληρου του κόσμου, η σταλινική γραφειοκρατία παρουσιάστηκε να έχει παίξει έναν προοδευτικό ρόλο, όχι μόνο στην υπεράσπιση της σχεδιασμένη οικονομίας ενάντια στον Χίτλερ, αλλά και στην επέκταση του μοντέλου της εθνικοποιημένης ιδιοκτησίας στην Ανατολική Ευρώπη και αργότερα στην Κίνα. Στην πραγματικότητα, αυτές οι επαναστάσεις ξεκίνησαν εκεί που η Ρωσική Επανάσταση τελείωσε – δηλαδή ως τερατωδώς παραμορφωμένα καθεστώτα προλεταριακού Βοναπαρτισμού. Η εγκαθίδρυση τέτοιων καθεστώτων, μακριά από το να αποδυναμώσει τη γραφειοκρατία της Μόσχας, την ισχυροποίησε πάρα πολύ.

Απόσπασμα από το 5ο Μέρος του βιβλίου του Τεντ Γκραντ με τίτλο «Ρωσία: από την επανάσταση στην αντεπανάσταση» (εκδόσεις Well red books, Λονδίνο 1997)

Μετάφραση-επιμέλεια: Σταμάτης Καραγιάννοπουλος

[/nextpage]