αφοπλισμός ΕΣΣΔ Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ΒΠΠ - Στάλιν και Σταλινισμός

Με το κείμενο που ακολουθεί ξεκινάμε τη δημοσίευση μιας σειράς κειμένων που αποκαλύπτουν τον αληθινό ρόλο του Στάλιν και του σταλινισμού κατά την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του αείμνηστου επαναστάτη μαρξιστή Τεντ Γκραντ (1913-2006), με τίτλο «Ρωσία: από την επανάσταση στην αντεπανάσταση» (εκδόσεις Well red books, Λονδίνο 1997) και αναλύει τη δίχως αρχές και σωστή εκτίμηση της κατάστασης πολιτική του Στάλιν, που κατέστησε την ΕΣΣΔ εντελώς ανοχύρωτη απέναντι στη ναζιστική επίθεση του Ιουνίου του 1941. Η μετάφραση και η επιμέλεια έγινε από τον Σταμάτη Καραγιαννόπουλο.

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν η συνέχεια του Πρώτου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός χρειαζόταν να επιβάλει το ξαναμοίρασα του κόσμου. Σύμφωνα με τη ρήση του Κλαούζεβιτς «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα (βίαια) μέσα».

Από νωρίς, από το 1931, ο Τρότσκι προέβλεψε ότι όταν ο Χίτλερ ανέβει στην εξουσία θα κηρύξει τον πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Παρά την ένταξη στην «Κοινωνία των Εθνών» (αυτή την «κουζίνα των κλεφτών», όπως την αποκαλούσε ο Λένιν), οι διπλωματικές προσπάθειες του Στάλιν να κλείσει μια συμφωνία με της «Δυτικές δημοκρατίες», κατέληξαν στο τίποτα.

Μετά τη συμφωνία του Μονάχου το 1938 (1) και με ένα μίνιμουμ δυνάμεων, το 1938 μέσω του Anschluss (2) με την Αυστρία, ο Χίτλερ προσάρτησε την Σουδητία και μετά κατέλαβε την Τσεχοσλοβακία, τον Μάρτιο του 1939. Σε μια απελπισμένη απόπειρα να αποφύγει τον πόλεμο με την Γερμανία, ο Στάλιν, με μια στροφή 180 μοιρών, υπέγραψε ένα «Σύμφωνο μη Επίθεσης» με τον Χίτλερ, στις 23η Αυγούστου 1939 (σ.τ.μ: γνωστό και ως «Σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ από τα ονόματα των υπουργών Εξωτερικών ΕΣΣΔ και Γερμανίας). Μάλιστα λίγο καιρό πριν, για να διευκολύνει τις σχέσεις με τη ναζιστική κυβέρνηση, ο Στάλιν αντικατέστησε τον Επίτροπο Εξωτερικών Υποθέσεων Μαξίμ Λιντβίνωφ, ο οποίος ήταν Εβραίος, με τον Βιατσεσλάβ Μολότωφ.

«Πράγματι» ανέφερε ο Τρότσκι, «η υπογραφή του συμφώνου με τον Χίτλερ παρείχε μόνο μια επιπλέον ένδειξη για το μέγεθος του εκφυλισμού της σοβιετικής γραφειοκρατίας και της περιφρόνησης της διεθνούς εργατικής τάξης, συμπεριλαμβανομένης της Κομιντέρν» (Τρότσκι «Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού», σελ 4-5, Νέα Υόρκη, 1970). Συμπληρωματικά στο Σύμφωνο, υπογράφτηκε και ένα «Πρόσθετο Μυστικό Πρωτόκολλο», με το οποίο η Πολωνία διαμελίστηκε σε Γερμανική και Σοβιετική σφαίρα επιρροής και έπαψε να υπάρχει σαν ενωμένη χώρα. Αυτή η πολιτική ήταν προφανέστατα ντροπιαστική για το Πολωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Ευτυχώς για τον Στάλιν, το Πολωνικό ΚΚ είχε διαλυθεί το 1938, με το πρόσχημα ότι είχε υποστεί διείσδυση από τους φασίστες! Σχεδόν όλοι οι ηγέτες του, εξόριστοι στη Μόσχα, δολοφονήθηκαν.

Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1939, ο σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών έστειλε το ακόλουθο μήνυμα στον πρεσβευτή της Ναζιστικής Γερμανίας στη Μόσχα: «Έχω δεχθεί την πληροφορία σχετικά με την εισβολή των Γερμανικών στρατευμάτων στη Βαρσοβία. Σας παρακαλώ διαβιβάστε τα συγχαρητήριά μου και τους χαιρετισμούς μου στην κυβέρνηση του Γερμανικού Ράιχ. Μολότωφ».

Η Βρετανία και η Γαλλία ήταν έτοιμες να αποδεχτούν την Γερμανική επιθετικότητα, από τη στιγμή που το ενδιαφέρον του γερμανικού ιμπεριαλισμού θα στρεφόταν προς ανατολάς. Η γερμανική επίθεση στην Πολωνία, παρ’ όλα αυτά, προκάλεσε πόλεμο με αυτές τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Ο Τρότσκι είχε προβλέψει ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος θα αποφάσιζε τη μοίρα της Σοβιετικής Ένωσης: είτε θα οδηγούταν σε μια επιτυχημένη πολιτική επανάσταση ενάντια στο σταλινικό καθεστώς, είτε στη νίκη της καπιταλιστικής αντεπανάστασης. Η πρώτη πιθανότητα θα προέκυπτε από την επαναστατική αναταραχή που θα προκαλούταν από τον πόλεμο – όπως συνέβη και το 1917. Η δεύτερη, θα ήταν πιθανή αν οι καπιταλιστικές δυνάμεις επιτύγχαναν να καταλάβουν τη Ρωσία.

Αυτή η πρόγνωση διαψεύστηκε από την απρόβλεπτη πορεία εξέλιξης του πολέμου, η οποία προήλθε από τη μεγαλειώδη νίκη του Κόκκινου Στρατού. Η εξελικτική διαδικασία ήταν πολύ πιο πολύπλοκη από ό,τι ακόμα μπορούσε να προβλέψει και μια ιδιοφυία σαν τον Τρότσκι. Η επαναστατική πλημμυρίδα που ακολούθησε τον πόλεμο, ξεστράτισε, από τους σταλινικούς και ρεφορμιστές ηγέτες.

Παρά τις βρωμερές συκοφαντίες ενάντια στον Τρότσκι από τον σταλινικό Τύπο, που τον κατηγορούσε μαζί με τους υποστηρικτές του, ότι είναι «φασίστες πράκτορες», ο Τρότσκι δεν τηρούσε καθόλου ουδέτερη στάση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ενώ υπεράσπιζε την πολιτική επανάσταση για την ανατροπή της σταλινικής γραφειοκρατίας, έθετε την ανάγκη για μια χωρίς όρους υπεράσπιση της ΕΣΣΔ στην περίπτωση μιας ιμπεριαλιστικής επίθεσης.

Ορισμένοι ηγετικοί Αμερικάνοι Τροτσκιστές, πιο χαρακτηριστικά, οι υποστηρικτές τοης θεωρίας του «γραφειοκρατικού κολεκτιβισμού», Μαξ Σάχτμαν και Τζέιμς Μπάρναμ, αντιτάχθηκαν στην υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης. Αντανακλούσαν τις πιέσεις της μικροαστικής κοινής γνώμης, η οποία στράφηκε κατά του σταλινισμού μετά την υπογραφή του Συμφώνου Χίτλερ – Στάλιν. Ο Μπάρναμ λίγο αργότερα, εγκατέλειψε εντελώς το τροτσκιστικό κίνημα, υποστηρίζοντας στο βιβλίο «Διευθυντική Επανάσταση», ότι ο κόσμος κινείται προς μια νέα μορφή κοινωνίας κυριαρχούμενης από μια διευθυντική ελίτ, της οποίας ο Σταλινισμός, ο Ναζισμός και το «Νιού Ντηλ» (σ.τ.μ: η οικονομική πολιτική του Ρούσβελτ στις ΗΠΑ μετά τη Μεγάλη Υφεση) ήταν απλώς «διαφορετικά στάδια ανάπτυξης της διευθυντικής ιδεολογίας».

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1939, ένα μήνα μετά την υπογραφή του Συμφώνου και την έναρξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Τρότσκι έκανε την θέση του απόλυτα ξεκάθαρη: «Ας υποθέσουμε ότι ο Χίτλερ στρέφει τα όπλα του στην ανατολή και εισβάλει σε εδάφη κατειλημμένα από τον Κόκκινο Στρατό. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, οι μαχητές της Τέταρτης Διεθνούς, χωρίς να αλλάζουν με κανέναν τρόπο τη στάση τους σχετικά με την ολιγαρχία του Κρεμλίνου, θα θέτουν στην πρώτη γραμμή ως το πιο επείγον καθήκον της περιόδου, τη στρατιωτική αντίσταση ενάντια στον Χίτλερ». Οι εργάτες θα πουν: «Δεν μπορούμε να εκχωρήσουμε στον Χίτλερ την ανατροπή του Στάλιν: αυτή είναι το δικό μας καθήκον. Κατά τη διάρκεια του στρατιωτικού αγώνα ενάντια στον Χίτλερ, οι επαναστάτες εργάτες θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν τις στενότερες δυνατές συντροφικές σχέσεις με τους απλούς αγωνιστές του Κόκκινου Στρατού. Ενώ με τα όπλα στα χέρια θα επιφέρουν χτυπήματα στον Χίτλερ, οι Μπολσεβίκοι – Λενινιστές την ίδια στιγμή θα διεξάγουν προπαγάνδα ενάντια στον Στάλιν προετοιμάζοντας την ανατροπή του σε ένα επόμενο και πιθανά πολύ κοντινό στάδιο… Πρέπει να διαμορφώσουμε τα συνθήματά μας με έναν τέτοιο τρόπο, που οι εργάτες να κατανοήσουν ξεκάθαρα ότι εμείς υπερασπίζουμε την ΕΣΣΔ (κρατική ιδιοκτησία και σχεδιασμένη οικονομία), και ότι διεξάγουμε έναν σκληρό αγώνα ενάντια σε αυτήν (την παρασιτική γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ) και την Κομιντέρν της (σ.τ.μ: Κομμουνιστική Διεθνής). Πρέπει σήμερα να μη χάνουμε ούτε μια στιγμή από τα μάτια μας, το γεγονός ότι το ζήτημα της ανατροπής της σοβιετικής γραφειοκρατίας για μας, υποτάσσεται στο ζήτημα της προστασίας της κρατικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής στην ΕΣΣΔ» (Λ. Τρότσκι, Στην Υπεράσπιση του Μαρξισμού, σελ. 20,21, η έμφαση στο πρωτότυπο).

Το Σύμφωνο Χίτλερ – Στάλιν, το οποίο ο Τρότσκι είχε προβλέψει νωρίς, από το 1934, ήταν αδιαμφισβήτητα μια προδοσία της διεθνούς εργατικής τάξης. Αλλά το «θίξιμο» των κυβερνήσεων του Λονδίνου και του Παρισιού ήταν πλήρως υποκριτικό. Ο καθένας που μελετά τα διπλωματικά έγγραφα αυτής της περιόδου, θα δει με μια ματιά ότι η πολιτική του Βρετανικού και Γαλλικού ιμπεριαλισμού ήταν να απομονώσουν τη Σοβιετική Ένωση και να κάνουν παραχωρήσεις στον Χίτλερ στην Ανατολή (Τσεχοσλοβακία), με την ελπίδα ότι αυτός θα ξεχάσει τους ίδιους και θα επιτεθεί στη Ρωσία. Ονειρεύονταν μια κατάσταση, οπού η Γερμανία και η ΕΣΣΔ θα αλληλοεξοντωθούν, ώστε να τελειώσουν εύκολα και με τις δύο. Ο Στάλιν υπογράφοντας το Σύμφωνο με το Βερολίνο, ελευθέρωσε τα χέρια του Χίτλερ για να στραφεί προς τη Δύση.

Μιλώντας γενικότερα, ακόμα και ένα υγιές εργατικό κράτος θα πρέπει να προβαίνει σε τακτικούς ελιγμούς απέναντι στα καπιταλιστικά κράτη, κάνοντας επιδέξια χρήση των αντιθέσεων μεταξύ τους. Για να αποφύγει έναν πόλεμο, ίσως θα ήταν αναγκαίο να υπογράψει μια συμφωνία ακόμα και τα πιο αντιδραστικά καθεστώτα, την ώρα όμως που θα υποστηρίζει και να ενθαρρύνει το κίνημα για να τα ανατρέψει. Αυτή ήταν η τακτική για παράδειγμα, στην περίπτωση της Συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ το 1918 (3). Αλλά καταρχάς, ήταν οι πολιτικές του Στάλιν που επέτρεψαν στον Χίτλερ να έρθει στην εξουσία και να θέσει την ΕΣΣΔ σε μεγάλο κίνδυνο.Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο ο Στάλιν εφάρμοσε αυτή την πολιτική δεν έχει τίποτα κοινό με τις διεθνιστικές μεθόδους του Λένιν. Για μια ακόμα φορά, η διεθνής εργατική τάξη θυσιάστηκε για τα στενά συμφέροντα της Ρωσικής γραφειοκρατίας.

Επιπρόσθετα, όπως θα δούμε, αυτή η τακτική δεν θα σώσει τη Σοβιετική Ένωση, αλλά μόνο θα τη θέση σε έναν ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο. Ο Ίλια Έρενμπουργκ (4) στις αναμνήσεις του ανέφερε την έκπληξή που αισθάνθηκε κατά την επιστροφή του στη Μόσχα από τη Γαλλία, ανακάλυψε πως κάθε επικριτική αναφορά στους Ναζί είχε καταδικαστεί και ότι αναμενόταν να δώσει κάποιες διαλέξεις στις εγκαταστάσεις της Γερμανικής πρεσβείας. Εκεί τίποτα δεν ειπώθηκε για τις αγριότητες των Ναζί. Το εμπόριο με τη Γερμανία εκτοξεύθηκε στα ύψη και στον καθένα δόθηκε να καταλάβει ότι οι σχέσεις με τη Γερμανία ήταν καλές και φιλικές. (Βλέπε Αλεξάντερ Νοβ, «Σταλινισμός και Μετά», 1976, σελ.81).

Από το Φθινόπωρο του 1939 υπήρξε ένα πλήρες σταμάτημα της αντιφασιστικής προπαγάνδας στην ΕΣΣΔ. Γαλλία και Βρετανία τώρα έγιναν οι εχθροί. Όπως ο Μολότωφ έθεσε ξεκάθαρα: «Κατά την διάρκεια των τελευταίων λίγων μηνών εκφράσεις όπως “επιθετικότητα” και “επιτιθέμενος” είχαν προσλάβει ένα νέο συγκεκριμένο περιεχόμενο, είχαν λάβει ένα άλλο νόημα..Τώρα είναι η Γερμανία που προσπαθεί για ένα γρήγορο τέλος στον πόλεμο, για ειρήνη, ενώ η Αγγλία και η Γαλλία, που μόλις χτες έκαναν καμπάνια ενάντια στην επιθετικότητα, είναι υπέρ της συνέχισης του πολέμου και ενάντια στη σύναψη ειρήνης. Οι ρόλοι, όπως βλέπετε, αλλάζουν..Έτσι , δεν είναι μόνο ανόητο, είναι και εγκληματικό να διεξάγεται ένας πόλεμος για την “καταστροφή του Χιτλερισμού”, κάτω από την ψεύτικη σημαία του αγώνα για τη δημοκρατία» (Αναφέρεται στο βιβλίο του Ρόι Μεντβέντεφ, «Ας κρίνει η Ιστορία», 1972, σελ. 730).

Ο Στάλιν και η κλίκα του, έφθασαν στο απίστευτο σημείο να συσχετιστούν στενά με το Βερολίνο. Το ακόλουθο απόσπασμα από το ημερολόγιο ενός Γερμανού διπλωμάτη που περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο γιορτάστηκε η υπογραφή του Συμφώνου Χίτλερ – Στάλιν, δείχνει την έκταση στην οποία ο τελευταίος ήταν έτοιμος να συμφιλιωθεί με τον Χίτλερ:
«Στην πορεία των συζητήσεων, ο Χερ Στάλιν, αυθόρμητα πρότεινε στον Χίτλερ τα ακόλουθα: ξέρω πολύ καλά πόσο πολύ το γερμανικό έθνος αγαπάει τον Φύρερ του. Γι’ αυτό θα ήθελα να πιούμε στην υγεία του. Ο Χερ Μολότωφ ήπιε στην υγεία του Υπουργού Εξωτερικών του Ράιχ και του πρεσβευτή του, Κόμη φον ντερ Σούλενμπουργκ. Ο Χερ Μολότωφ σήκωσε το ποτήρι του στον Στάλιν, παρατηρώντας ότι ήταν ο Στάλιν αυτός που – μέσω της ομιλίας του τον Μάρτιο αυτού του χρόνου και η οποία είχε κατανοηθεί καλά στη Γερμανία – είχε ταχθεί υπέρ της αντιστροφής στης πολιτικές σχέσεις. Οι κύριοι Μολότωφ και Στάλιν ήπιαν επανειλημμένα στο Σύμφωνο Μη Επίθεσης, στη νέα εποχή των Γερμανο-Ρωσικών σχέσεων και στο Γερμανικό έθνος. Ο υπουργός Εξωτερικών (Ρίμπεντροπ) μετά, πρότεινε μια πρόποση στην υγεία του Χερ Στάλιν, στην υγεία της Σοβιετικής κυβέρνησης και σε μια ευνοϊκή ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης..Μόσχα, 24 Αυγούστου, 1939. Χένκε» (Ναζί διπλωμάτης.). («Οι σχέσεις σοβιετικής και ναζιστικής κυβέρνησης», σελ.75,76, παρατίθεται στο έργο του Ρόμπερτ Μπλακ «Σταλινισμός στη Βρετανία», σελ. 130).

Όλα αυτά πηγαίνουν πολύ πέρα από ό,τι είναι επιτρεπτό για μια γνήσια Λενινιστική κυβέρνηση στις σχέσεις της με ένα ξένο, αντιδραστικό καθεστώς για το σκοπό της αυτοάμυνας. Πολύ χειρότερα όμως, ήταν αυτά που ακολούθησαν. Για να δείξει την «καλή του θέληση», ο Στάλιν παρέδωσε Γερμανούς αντι-φασίστες, Εβραίους και Κομμουνιστές στο έλεος της Γκεστάπο. Τουλάχιστον μια από αυτούς, η Μάργκαρετ Μπάμπερ Νόημαν, επέζησε σαν «από θαύμα» και έγραψε βιβλία συγκρίνοντας τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Στάλιν με αυτά του Χίτλερ. Ο Λαβρέντι Μπέρια, επικεφαλής των Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΣΣΔ, έδωσε μια κρυφή διαταγή στη διοίκηση των γκουλάνγκ να απαγορεύει στους φρουρούς να αποκαλούν τους πολιτικούς κρατούμενους «φασίστες»! Αυτό αναθεωρήθηκε μόνο μετά την εισβολή του Χίτλερ στην ΕΣΣΔ το 1941. Όλα αυτά, δεν ήταν ασφαλώς οι κατάλληλοι τρόποι για να προετοιμαστεί ο Σοβιετικός λαός και οι εργάτες του κόσμου για την τρομερή σύγκρουση που πλησίαζε.

Με κάτι που ήταν ξεκάθαρα μια αμυντική κίνηση για να διασφαλίσει τα Δυτικά της σύνορα, η Σοβιετική Ένωση γρήγορα κινήθηκε να ενσωματώσει την Εσθονία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, τη Βεσαραβία και τη Βόρεια Μπουκοβίνα. Αλλά απέτυχε να πάρει τη Φινλανδία σε μια καταστροφική εκστρατεία, η οποία αποκάλυψε σε όλο τον κόσμο το πόσο ο Κόκκινος Στρατός είχε αποδυναμωθεί από τις σταλινικές Εκκαθαρίσεις. Ο Χίτλερ είχε επισημάνει αυτό το γεγονός, σχολιάζοντάς το μάλιστα και στους στρατηγούς του. Ήταν ήδη έτοιμος να επιτεθεί στη Ρωσία. Αλλά ο Στάλιν αρνήθηκε να παραδεχθεί αυτή τη βέβαιη προοπτική, αποκλείοντάς την ακόμα και ως πιθανότητα και συνέχισε να συνεργάζεται με τη Γερμανία.

Όταν μάλιστα ο Χίτλερ βάδισε ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, ο Στάλιν έκλεισε της πρεσβείες της Γιουγκοσλαβίας, της Ελλάδας και του Βελγίου, δείχνοντας την επιδοκιμασία του στις Γερμανικές αρχές.
Όταν δε, η Γερμανία εισέβαλε στη Γαλλία το 1940, ο Στάλιν ήταν πεπεισμένος ότι ο ελιγμός του είχε ωθήσει τον Χίτλερ να στραφεί στη Δύση αντί να επιτεθεί στη Σοβιετική Ένωση. Ο Μολότωφ έστειλε ακόμα και μήνυμα στον Φύρερ με συγχαρητήρια!

Όλα τα τμήματα της Κομιντέρν διατάχθηκαν να ακολουθήσουν την ίδια γραμμή. Αυτή η πολιτική οδήγησε τους ηγέτες του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος να ελπίζουν για μια νόμιμη ύπαρξη και έκδοση της «Ουμανιτέ» στην κατεχόμενη Γαλλία. Αυτό εγκαταλείφθηκε μόνο όταν μέλη του ΚΚΓ συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν μαζικά. Εν τω μεταξύ, η «Πράβδα» παρέθεσε δηλώσεις από το ναζιστικό Τύπο που έλεγαν ότι η συμφωνία με τη Ρωσία είχε επιτρέψει στη Γερμανική «επίθεση στη Δύση να αναπτυχθεί επιτυχώς» («Πράβδα», 26/8/1940).

Οι αφέντες του Κρεμλίνου, σκέφτονταν στ’ αλήθεια, ότι θα μπορούσαν να καθίσουν αναπαυτικά και να απολαύσουν το θέαμα των γρονθοκοπημάτων μεταξύ Γερμανίας και Βρετανίας. Έχοντας εγκαταλείψει κάθε πίστη σε μια επαναστατική, διεθνιστική προοπτική, μέθυσαν με αυταπάτες, ενώ ο Χίτλερ ήταν έτοιμος να επιφέρει ένα καταστροφικό χτύπημα εναντίον τους. Αυτή η τακτική αφόπλισε τη Σοβιετική Ένωση προς όφελος του πιο τρομερού της εχθρού.

Σημειώσεις
(1) Συμφωνία που υπογράφτηκε στο Μόναχο στις 29 Σεπτεμβρίου 1938, μεταξύ της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και της Ιταλίας.
(2) Anschluss (προφ. Άνσλους) : η ονομασία της προσάρτησης της Αυστρίας στο Γερμανικό Ράιχ το 1938.
(3) Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ: η Συνθήκη ειρήνευσης που αναγκάστηκε να υπογράψει το νεαρό σοβιετικό καθεστώς με τη Γερμανία λόγω της αδύναμης αρχικής του θέσης.
(4) Ίλια Έρενμπουργκ: σοβιετικός συγγραφέας και δημοσιογράφος, διανοούμενος της σταλινικής γραφειοκρατίας.

Τεντ Γκραντ

Απόσπασμα από το 5ο Μέρος του βιβλίου του Τεντ Γκραντ με τίτλο «Ρωσία: από την επανάσταση στην αντεπανάσταση» (εκδόσεις Well red books, Λονδίνο 1997)

Μετάφραση-επιμέλεια: Σταμάτης Καραγιαννόπουλος

Συνεχίζεται

Κοινοποιήστε