Ο Στάλιν και η επικράτηση της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία του μέλους της Συντακτικής Επιτροπής της «Επανάστασης» Παναγιώτη Κολοβού, στο τριήμερο συζητήσεων που διοργάνωσε το Ινστιτούτο «Παντελής Πουλιόπουλος» τον περασμένο Απρίλιο, με τίτλο «Από τις θέσεις του Απρίλη στον Οκτώβρη του σήμερα».

επικράτηση Στάλιν - σταλινισμός - γραφειοκρατικός εκφυλισμός - εργατικό κράτος - ΕΣΣΔ

Το ζήτημα του εκφυλισμού του πρώτου βιώσιμου εργατικού κράτους που γεννήθηκε στην ιστορία, μέσα από την Οκτωβριανή Επανάσταση, είναι ένα ζήτημα θεμελιώδους σημασίας για το κομμουνιστικό και το εργατικό κίνημα ευρύτερα.

Οι πρωτοπόροι εργάτες συχνά αναρωτιούνται, τι μας διασφαλίζει ότι μια επανάσταση δεν θα ακολουθήσει την τύχη της Σοβιετικής Ένωσης και δεν θα γεννηθεί ένα καθεστώς παρόμοιο, για το οποίο δεν αξίζει να θυσιαστούν. Συνεπώς, η εξήγηση των γεγονότων που οδήγησαν σε αυτόν τον εκφυλισμό, είναι πρωταρχικό ζήτημα για όσους έχουν αναφορά στο σοσιαλισμό και την επανάσταση.

Η εργατική τάξη, ευτυχώς ή δυστυχώς κατάφερε να πάρει στα χέρια της την εξουσία, όχι σε μια από τις ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης, με ισχυρό εργατικό κίνημα, όπως περίμεναν οι κλασικοί του Μαρξισμού και οι ίδιοι οι Μπολσεβίκοι μέχρι τις παραμονές της επανάστασης του 1917, αλλά στην καθυστερημένη, μισοφεουδαρχική Ρωσία. Το γεγονός αυτό ήταν καθοριστικό για την εξέλιξη της επανάστασης, όχι φυσικά από μόνο του, αλλά σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες.

Το 80% των 150 εκατομμυρίων κατοίκων της Ρωσίας ζούσε στην ύπαιθρο και ήταν αναλφάβητοι σε ποσοστό που ξεπερνούσε το 70%. Ο αστικός πληθυσμός έφτανε το 13% του συνόλου, την ώρα που στην Ελλάδα για παράδειγμα την ίδια εποχή έφτανε το 30%.

Αυτό σημαίνει, ότι όχι μόνο η εργατική τάξη ήταν μια μικρή μειοψηφία, αλλά ήταν και ελάχιστα εκπαιδευμένη, ελάχιστα ικανή να διοικήσει μόνη της την παραγωγή και το κράτος και άρα περισσότερο εξαρτημένη από τους «ειδικούς».

Η καθυστέρηση αυτή της Ρώσικης οικονομίας και κοινωνίας, επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο από τον παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε. Η Σοβιετική Δημοκρατία επέζησε από τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά με ένα τεράστιο κόστος. Το 1920 η μεγάλης κλίμακας βιομηχανική παραγωγή είχε πέσει στο 14% του επιπέδου του 1913 και η μεταποιητική παραγωγή κάτω από το 13%. Η αγροτική παραγωγή μειώθηκε κατά 16% την περίοδο 1917-1921. Η παραγωγή χάλυβα βρισκόταν στο 5% της παραγωγής του 1913.

Στη Νοτιοανατολική Ρωσία το 1921-22 η πείνα θέριζε, μετρώντας 5 εκατομμύρια νεκρούς και φέρνοντας συνθήκες απόλυτης βαρβαρότητας, ακόμα και κανιβαλισμού σε απομονωμένες περιοχές. Η ορμή του 1917 είχε μετατραπεί σε απελπισία και ο αγώνας για την αλλαγή της κοινωνίας σε μία σκληρή πάλη για επιβίωση.

Σε αυτές τις συνθήκες, η εργατική δημοκρατία γρήγορα εξαντλήθηκε και έδωσε τη θέση της, στις μεθόδους του πολεμικού κομμουνισμού, προκειμένου να μπορέσει να επιβιώσει το εργατικό κράτος.

Ωστόσο, ο σημαντικότερος παράγοντας ήταν η απομόνωση του εργατικού κράτους. Οι Μπολσεβίκοι ποτέ δεν υποστήριξαν ότι ήταν δυνατό να χτιστεί ο σοσιαλισμός σε ένα κράτος, πολύ δε περισσότερο στα όρια της καθυστερημένης Ρωσίας. Πάντοτε ο Μαρξισμός, υποστήριζε ότι για το χτίσιμο της σοσιαλιστικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας ανώτερης από τον καπιταλισμό σε όλα τα επίπεδα, χρειάζεται η συνδυασμένη προσπάθεια τουλάχιστον των ανεπτυγμένων Ευρωπαϊκών κρατών, αν όχι η νίκη της επανάστασης σε όλο τον κόσμο.

Αυτό που πίστευαν ήταν ότι η Ρώσικη Επανάσταση, φέρνοντας το προλεταριάτο στην εξουσία, θα άνοιγε τον δρόμο για την επανάσταση στην Ευρώπη. Σε αυτή τη βάση, με την υποστήριξη του πολύ πιο ισχυρού ευρωπαϊκού προλεταριάτου, που θα είχε μια πολύ περισσότερο προηγμένη οικονομία στα χέρια του, θα μπορούσε να ξεπεραστεί η καθυστέρηση της Ρώσικης οικονομίας και να γίνει δυνατή η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε ένα διεθνές πλαίσιο.
Με τα τεράστια κινήματα της εργατικής τάξης που ακολούθησαν τον Οκτώβρη, η ανατροπή του καπιταλισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο πράγματι μπήκε στην ημερήσια διάταξη. Η νίκη της εργατικής τάξης στις αναπτυγμένες χώρες, με τη σειρά της, θα έδινε τη βάση για να ξεπεραστεί η οικονομική καθυστέρηση της Ρωσίας και θα απομάκρυνε τον κίνδυνο ιμπεριαλιστικής επίθεσης.

Δύο παράγοντες όμως, συνδυάστηκαν με αποτέλεσμα μια σειρά από ήττες: πρώτον, η συνειδητή παρεμπόδιση και προδοσία των σοσιαλδημοκρατικών ηγεσιών και δεύτερον, η ανωριμότητα των επαναστατικών ρευμάτων στο εργατικό κίνημα εκτός της Ρωσίας, δηλαδή με άλλα λόγια, η αδυναμία των γνήσιων μαρξιστικών ηγεσιών, ακόμα και μέσα στις τάξεις της Τρίτης Διεθνούς.

Η Γερμανική επανάσταση του 1918, απέτυχε κάτω από την προδοσία της ηγεσίας της Σοσιαλδημοκρατίας. Το ανώριμο ΚΚ της Ουγγαρίας, δεν στάθηκε ικανό να κρατήσει την εξουσία και ακολούθησε η ήττα. Παρόμοια γεγονότα συνέβησαν στην Πολωνία και την Βουλγαρία. Στην Ιταλία, την Γαλλία, την Ιρλανδία, την Βρετανία, την Ολλανδία και πολλές άλλες χώρες η αστική τάξη κατάφερε να ξανακερδίσει τον έλεγχο χάρις στη βοήθεια των ρεφορμιστών ηγετών. Σε όλες τις περιπτώσεις αυτό κατέστη δυνατό λόγω της έλλειψης μίας αναπτυγμένης μαρξιστικής ηγεσίας, ικανής να εκμεταλλευτεί τις τεράστιες ευκαιρίες και να απομονώσει τους ρεφορμιστές μέσα στο εργατικό κίνημα, όπως είχαν κάνει οι Μπολσεβίκοι στην Ρωσία.

Το 1921 πλέον, η ταξική πάλη διεθνώς βρισκόταν σε μια φάση προσωρινής ύφεσης. Δημιουργούταν όμως μια παράξενη και επικίνδυνη κατάσταση: από τη μια πλευρά η καπιταλιστική τάξη που σταθεροποιούσε τη θέση της διεθνώς και από την άλλη το Ρωσικό εργατικό κράτος απομονωμένο και εξαντλημένο.

Η εξάντληση της Σοβιετικής Δημοκρατίας

Έτσι, η διεθνής απομόνωση και η καταστροφή της οικονομίας από τον πόλεμο, συνδυάστηκαν για να δημιουργήσουν μια ασφυκτική κατάσταση για την οικονομία του νέου εργατικού κράτους. Ταυτόχρονα, η αιμορραγία του πολέμου και οι πιέσεις πάνω στο βιοτικό επίπεδο και την ψυχολογία των μαζών, οδήγησαν σε υποχώρηση της επαναστατικής ανόδου και στην εξάντληση της σοβιετικής δημοκρατίας. Η πολιτική δημοκρατία δεν μπορούσε να επιβιώσει κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση είχε βασιστεί στη συμμαχία εργατών και αγροτών. Οι αγρότες είχαν υποστηρίξει το εργατικό κράτος γιατί τους πρόσφερε ειρήνη και γη. Όμως οι στερήσεις που επέβαλε ο πόλεμος ενάντια στην αντεπανάσταση αδυνάτισαν την υποστήριξη των αγροτών. Τα βιομηχανικά είδη είχαν γίνει εντελώς απρόσιτα ενώ τα αγροτικά προϊόντα επιτάσσονταν για τις ανάγκες του Κόκκινου Στρατού και του πληθυσμού των πόλεων. Μόνο η κτηνωδία των Λευκών και η πρόθεση τους να δώσουν τη γη πίσω στους γαιοκτήμονες εμπόδιζαν μεγάλα κομμάτια των αγροτών να περάσουν στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης. Η ελευθερία του λόγου και της οργάνωσης δεν μπορούσε να διατηρηθεί με τη κοινωνία να είναι χωρισμένη στα δύο και την εργατική εξουσία να κρέμεται από μια κλωστή.

Η περίοδος αυτή έγινε γνωστή ως «πολεμικός κομμουνισμός». Στην οικονομία, η κατανάλωση των περιορισμένων πόρων έπρεπε να ελέγχεται αυστηρά. Την ίδια ώρα, ελπίζοντας στη νίκη της γερμανικής εργατικής τάξης, η Σοβιετική κυβέρνηση επιχειρούσε να περάσει από τον έλεγχο της διανομής στον έλεγχο της παραγωγής, χρησιμοποιώντας τις μεθόδους του πολεμικού κομμουνισμού ως σημείο εκκίνησης για την σχεδιασμένη σοσιαλιστική οικονομία.

Όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα πέρασαν με τη μεριά της αντεπανάστασης και έπρεπε να αντιμετωπιστούν με καταστολή. Η καταστολή, ωστόσο, δεν ήταν για τους Μπολσεβίκους επιλογή, παρά ένα έκτακτο και προσωρινό μέτρο, που τους είχε ολότελα επιβληθεί από τον άμεσο κίνδυνο της αντίδρασης.

Σε κανένα στάδιο οι Μπολσεβίκοι δεν πρόβαλαν την ιδέα ενός «μονοκομματικού κράτους», για την οποία δεν υπάρχει καμιά βάση στον Μαρξισμό. Αυτό που συνέβη είναι ότι στην πράξη αυτοί που υποστήριζαν την επανάσταση εντάχτηκαν μαζικά στο κόμμα των Μπολσεβίκων και στα κόμματα της αντιπολίτευσης απέμεναν όλο και περισσότερο, μόνο δηλωμένοι εχθροί του εργατικού κράτους. Στην πραγματικότητα τα κόμματα αυτά είχαν παλέψει και είχαν ηττηθεί.

Τον Ιούνιο του 1918 τα Σοβιέτ απέβαλαν τους Μενσεβίκους και τους δεξιούς Σοσιαλεπαναστάτες εξαιτίας της ανάμειξής τους στην αντεπανάσταση.

Τον Αύγουστο του 1920 οι Μενσεβίκοι έκαναν το συνέδριό τους στη Μόσχα, με πλήρη κάλυψη από τον Τύπο. Μέχρι το 1921 όμως, σχεδόν όλη η ηγεσία των Μενσεβίκων είχε εγκαταλείψει τη χώρα για να διεξάγει από το εξωτερικό τον αγώνα της ενάντια στο Σοβιετικό κράτος.

Το συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος το 1921 αναγνώρισε ότι η εργατική δημοκρατία έπρεπε να ξαναχτιστεί. Αλλά η βάση για την εργατική δημοκρατία – η ενότητα, η οργάνωση και η επαναστατική ενέργεια της εργατικής τάξης – είχε τσακιστεί από την υπεράνθρωπη προσπάθεια να κερδηθεί ο πόλεμος.

Η κατάρρευση της βιομηχανίας έφερε τον αποδεκατισμό των εργατών: «Μέχρι το 1919 ο αριθμός των βιομηχανικών εργατών είχε πέσει στο 76% του επιπέδου του 1917… Μέχρι το 1920 ο αριθμός των βιομηχανικών εργατών έπεσε από τα 3 εκατομμύρια το 1917 στο 1.240.000, δηλαδή κάτω από το μισό. Σε δύο χρόνια ο εργατικός πληθυσμός της Πετρούπολης είχε μείνει μισός». (Άλαν Γουντς, Τεντ Γκραντ, «Λένιν και Τρότσκι: Τι πραγματικά υποστήριζαν»).

Τα πολιτικά στελέχη των εργατών – οι αγωνιστές με υψηλή ταξική συνείδηση που είχαν κινητοποιήσει τους συναδέλφους τους, είχαν πρωτοστατήσει στις απεργίες, είχαν πάρει τα όπλα, είχαν δημιουργήσει και ηγηθεί στα Σοβιέτ – είχαν σχεδόν εξολοθρευτεί.

Χιλιάδες από αυτούς τους επαναστάτες σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Κι οι πιο πολλοί απ’ αυτούς που επέζησαν απορροφήθηκαν από κάποιο υπουργείο του εργατικού κράτους. Η εργατική δύναμη που παρέμεινε στα εργοστάσια μετατράπηκε στο αντίθετο της επαναστατικής πρωτοπορίας του 1917.

Με τους ταξικά συνειδητοποιημένους εργάτες σκορπισμένους και εξαντλημένους και τη νέα ανώριμη και ημι-αγροτική εργατική δύναμη να παλεύει στα εργοστάσια νύχτα και μέρα για να συνεχίσει την παραγωγή με συνεχείς ελλείψεις και σαραβαλιασμένο εξοπλισμό, τα Σοβιέτ έπαψαν να λειτουργούν.

Εξαιτίας της τρομερής εξάντλησης, οι μάζες αδυνατούσαν να ασκήσουν την εξουσία άμεσα. Ο παράγοντας αυτός ήταν καθοριστικής σημασίας για τον εκφυλισμό του ρωσικού εργατικού κράτους.

Η επανάσταση είχε συντρίψει το παλιό τσαρικό κράτος μόνο μέχρι το σημείο της αποπομπής των πιο αντιδραστικών στρατηγών και ευγενών από τις ηγετικές θέσεις στα υπουργεία και τις ένοπλες δυνάμεις. Τις θέσεις τους πήραν κομμουνιστές, όπου ήταν δυνατό.

Όμως, ένας ριζικός μετασχηματισμός του κρατικού μηχανισμού ήταν αδύνατος με τους πόρους της απομονωμένης Σοβιετικής Ένωσης.

Το Φλεβάρη του 1917 οι Μπολσεβίκοι αριθμούσαν μόλις 23.600 μέλη. Μόνο ένας μικρός αριθμός απ’ αυτά αποτελούσαν στελέχη του κόμματος, ικανά να καθοδηγήσουν άλλους στην υπεράσπιση της πολιτικής του. Από την άλλη πλευρά, η στελέχωση του κράτους απαιτούσε εκατοντάδες χιλιάδες αξιωματούχους.

«Ειδικοί» και τεχνοκράτες διοικητές του παλιού κράτους δεν μπορούσαν ν’ αντικατασταθούν, έπρεπε να διατηρηθούν στις θέσεις τους, ακόμα και με κόστος να «δωροδοκούνται» με ιδιαίτερα προνόμια.

Ο Τρότσκι στην «Προδομένη Επανάσταση» εξήγησε τη σημασία αυτού που συνέβαινε: «Ένα εργατικό κράτος είναι μία γέφυρα ανάμεσα στην αστική (καπιταλιστική) και τη σοσιαλιστική κοινωνία». Σκοπός του είναι να δημιουργήσει μια κοινωνία αφθονίας μέσα από τη σχεδιασμένη χρήση των πλουτοπαραγωγικών πηγών, κάτι που με τη σειρά του θα τερματίσει το διαχωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις και την ίδια την ανάγκη ύπαρξης του κράτους σαν όργανο ταξικής κυριαρχίας.

Όμως, την πρώτη περίοδο το εργατικό κράτος είναι υποχρεωμένο να λειτουργήσει με τα οικονομικά μέσα που κληρονόμησε από τον καπιταλισμό. Είναι υποχρεωμένο να βασιστεί σε ειδικευμένους ανθρώπους εκπαιδευμένους, κατά την περίοδο του καπιταλισμού, καθώς και να χρησιμοποιήσει μερικές από τις μεθόδους του καπιταλισμού: τον καταμερισμό εργασίας, την αμοιβή με μισθό κλπ.

Όλη η εξέλιξη και η ανάπτυξη του εργατικού κράτους καθορίζεται λοιπόν από την «πορεία αλλαγής στη σχέση ανάμεσα στις καπιταλιστικές και σοσιαλιστικές τάσεις», δηλαδή την σχέση ανάμεσα στα εναπομείναντα στοιχεία του παλιού αστικού μηχανισμού και των μεθόδων ελέγχου του από τα πάνω, και την ανάπτυξη των μεθόδων εργατικού ελέγχου και διαχείρισης από τα κάτω.

Μόνο ο αυξανόμενος έλεγχος της εργατικής τάξης πάνω στην κοινωνική ζωή μπορεί να απαλείψει τα απομεινάρια του καπιταλισμού. Στην καθυστερημένη Ρωσία, όμως, τα Σοβιέτ είχαν σταματήσει να λειτουργούν ως όργανα του ένοπλου λαού. Η καθημερινή διαχείριση βρισκόταν στα χέρια ενός στρατού μη κομμουνιστών αξιωματούχων, που διακατέχονταν από την νοοτροπία των προνομιούχων στρωμάτων. Η γραφειοκρατία σε μία καθυστερημένη χώρα, εξήγησε ο Τρότσκι, είναι προϊόν της ίδιας της καθυστέρησης, της αδυναμίας της εργατικής τάξης, της περιορισμένης ειδίκευσής της και της εξουσίας που απολαμβάνουν οι κρατικοί αξιωματούχοι.

«Η βάση για τη γραφειοκρατική εξουσία είναι η ίδια η φτώχεια της κοινωνίας, η έλλειψη καταναλωτικών αγαθών που δημιουργούν συνθήκες πάλης τους ενός ενάντια σε όλους. Όταν υπάρχουν αρκετά αγαθά σε ένα κατάστημα, οι καταναλωτές μπορούν να έρθουν όποτε θέλουν. Όταν υπάρχουν περιορισμένα αγαθά, οι καταναλωτές είναι υποχρεωμένοι να περιμένουν στην ουρά. Όταν η ουρά γίνει υπερβολικά μεγάλη, είναι απαραίτητο να διοριστεί κάποιος αστυνομικός που θα τηρεί την τάξη. Τέτοια είναι η αιτία εμφάνισης της σοβιετικής γραφειοκρατίας. Αυτή «ξέρει» ποιος πρέπει να πάρει κάτι και ποιος πρέπει να περιμένει» («Η Προδομένη Επανάσταση»).

Έτσι η γραφειοκρατία σ’ ένα απομονωμένο, καθυστερημένο εργατικό κράτος δεν μπορεί να γίνει απλά περιττή και να απονεκρωθεί. Στο βαθμό που η «μη αναπτυγμένη» εργατική τάξη αδυνατεί να αναλάβει τις λειτουργίες της, η γραφειοκρατία αποκτά – τουλάχιστον για μια περίοδο – μια αντικειμενική βάση για την ύπαρξή της.

Η πίεση των αντιδραστικών τάξεων πάνω στο ρωσικό εργατικό κράτος εξασκούταν διαμέσου της γραφειοκρατίας. Αυτό άρχισε να γίνεται όλο και πιο προφανές καθώς με την αποδυνάμωση των Σοβιέτ οι γραφειοκράτες άρχισαν ν’ αποκτούν όλο και μεγαλύτερη ελευθερία ανεξέλεγκτης δράσης. Οι πολιτικοί αντιπρόσωποι της εργατικής τάξης, οργανωμένοι στο Κομμουνιστικό Κόμμα, βρέθηκαν σε μια ολοένα και πιο σκληρή πάλη ενάντια σε αυτή τη γραφειοκρατία, την οποία χάσανε.

Σε αυτό το σημείο, μόνο η κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη στις αναπτυγμένες χώρες και η παροχή τεχνικής βοήθειας σε μαζική κλίμακα στα αδέρφια τους στην Ρωσία, θα μπορούσε να αφαιρέσει τη βάση της εξουσίας της γραφειοκρατίας.

Η γραφειοκρατία κατακτάει το Κόμμα

Ωστόσο, ο συνδυασμός όλων αυτών των συνθηκών, δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει το φαινόμενο της γραφειοκρατικής δικτατορίας, αν δεν υπήρχε και ένας άλλος βασικός παράγοντας, ο υποκειμενικός. Αν δεν υπήρχε δηλαδή ένα τμήμα μέσα στο ίδιο το Κομμουνιστικό Κόμμα, που μισοσυνειδητά στην αρχή και απόλυτα συνειδητά στη συνέχεια, πέρασε με το μέρος της παρασιτικής κάστας που διαμορφώθηκε, έγινε όργανό της και πολιτικός εκφραστής της. Αν η γραφειοκρατία, δεν είχε κατακτήσει το ίδιο το ΚΚ, το εργατικό κράτος ίσως να είχε καταρρεύσει, αλλά δεν θα παραμορφωνόταν στο τερατώδες καθεστώς του σταλινισμού. Και ο καλύτερος εκφραστής αυτού του τμήματος και στη συνέχεια της γραφειοκρατικής κάστας συνολικά, ήταν βέβαια ο Στάλιν.

Η εξάντληση της σοβιετικής εργατικής τάξης μεγάλωνε τα καθήκοντα του Κομμουνιστικού Κόμματος και της ηγεσίας του για την προστασία των κατακτήσεων της επανάστασης. Το κόμμα παρέμεινε με άλλα λόγια, ο πυρήνας και η σπονδυλική στήλη του εργατικού κράτους. Η εξουσία ήταν υποχρεωτικά συγκεντρωμένη στα χέρια της Κεντρικής Επιτροπής (Κ.Ε.) και αργότερα του Πολιτικού Γραφείου (Πολιτμπιρό) – σαν αποτέλεσμα του μεγάλου συγκεντρωτισμού που απαιτούταν λόγω του πολέμου. Όμως η συγκεντροποίηση της εξουσίας κάτω από τον Λένιν και τον Τρότσκι, παρ’ ότι αποφασιστική, δεν εκφυλίστηκε ποτέ σε μια συστηματική γραφειοκρατική επιβολή από τα πάνω.

Αναπόφευκτα άρχισε να υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στην «υπεροπτική και αυτάρεσκη» γραφειοκρατία με τις ρίζες της στον κρατικό μηχανισμό και τα εναπομείναντα στελέχη των Μπολσεβίκων. Η γραφειοκρατία δεν μπορούσε ποτέ να εφησυχάσει όσο η εξουσία βρισκόταν στα χέρια των επαναστατών Μαρξιστών. Άρχισαν να διαμορφώνονται συνθήκες σύγκρουσης για τον έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Μέσα στο κόμμα όμως, τα μαρξιστικά στελέχη ήταν υπερφορτωμένα με τις δημόσιες αρμοδιότητες, ενώ στη βάση υπήρχε μια μαζική εισροή νέων μελών. Από 23.600 μέλη το Φλεβάρη του 1917, ο αριθμός έφτασε τις 115.000 στις αρχές του 1918, τις 313.000 ένα χρόνο μετά και 650.000 το Μάρτη του 1922.

Οι περισσότεροι από αυτούς που εντάχθηκαν, ιδιαίτερα κατά τα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου, ήταν μαχητικοί εργάτες και νέοι που εμπνεύστηκαν από το κόμμα της επανάστασης. Όμως, ολοένα και περισσότεροι πρώην Μενσεβίκοι, γραφειοκράτες, «Νέπμεν» και άλλα εχθρικά στοιχεία, αναζητώντας νέους δίαυλους για να υλοποιήσουν τις πολιτικές τους φιλοδοξίες, άρχισαν να στρέφουν την προσοχή τους προς το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Η επιρροή της γραφειοκρατίας άρχισε να γίνεται κυρίαρχη μέσα στο κόμμα. Πολλοί Κομμουνιστές, απορροφημένοι σε σύνθετα διοικητικά καθήκοντα, ήδη βρίσκονταν « υπό την καθοδήγηση» της γραφειοκρατίας.

Η γραφειοκρατία του εργατικού κράτους άρχιζε ν’ απομονώνει τη «σοσιαλιστική τάση» και να διαφθείρει στοιχεία της εργατικής τάξης που ήταν πολιτικά αδύναμα. Ο Στάλιν ήταν ο αξιωματούχος κλειδί, που αποδείχτηκε «ο πιο συνεπής και κατάλληλος» για τη γραφειοκρατία.

Όπως εξηγεί ο Τρότσκι: «[Ο Στάλιν] συγκέντρωνε για τη γραφειοκρατία όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Το κύρος ενός παλιού Μπολσεβίκου, ένα δυνατό χαρακτήρα, περιορισμένη διορατικότητα για το μέλλον και στενούς δεσμούς με την πολιτική μηχανή (…). Η μικροαστική θεώρηση του νέου ηγετικού στρώματος συνέπιπτε με τη δική του θεώρηση. Πίστευε βαθειά πως το καθήκον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού ήταν εθνικής και διοικητικής φύσης». («Η Προδομένη Επανάσταση»).

Ο μεγάλος συγκεντρωτισμός της εξουσίας που προκλήθηκε από τον εμφύλιο πόλεμο ήταν για τη γραφειοκρατία ο φυσιολογικός τρόπος διακυβέρνησης. Τους έδινε τον τρόπο για να προστατέψουν τα προνόμιά τους ενάντια στον κίνδυνο του μελλοντικού ελέγχου από την εργατική τάξη.

Ο Στάλιν έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να καταφέρει η γραφειοκρατία να σταθεροποιήσει τη θέση της μέσα στο κόμμα, μέσα από τις οργανωτικές μεθόδους που χρησιμοποίησε. Άρχισε να διορίζει και να παύει γραμματείς και στελέχη, κατά παράβαση κάθε παράδοσης του κόμματος. Μέσα από αυτές τις βρώμικες μεθοδεύσεις απομόνωσε και τελικά διέγραψε την Επαναστατική Τάση μέσα στο Κόμμα.

Ταυτόχρονα, έγινε ο βασικός εκφραστής της νέας αναγκαίας ιδεολογίας που χρειαζόταν η γραφειοκρατία για να συγκροτηθεί σε ξεχωριστό στρώμα με αυτό- συνείδηση και να ηγεμονεύσει, και αυτή η ιδεολογία ήταν η θεωρία του Σοσιαλισμού σε μία χώρα.

Ο Σοσιαλισμός σε μια Χώρα

Στη βάση τριών παραπομπών από το ογκώδες έργο του Λένιν, ο Στάλιν παρουσίασε το Δεκέμβρη του 1924 την ανήκουστη ως τότε ιδέα πως ο σοσιαλισμός μπορούσε να χτιστεί στη Ρωσία χωρίς τη νίκη της εργατικής τάξης στις αναπτυγμένες χώρες.

Μόλις τον Φλεβάρη του 1924 άλλωστε, ακόμα και ο ίδιος ο Στάλιν υποστήριζε το ακριβώς αντίθετο από τον «Σοσιαλισμό σε μια χώρα»: «(…) μπορεί η τελική νίκη του προλεταριάτου σε μία χώρα να παγιωθεί χωρίς την κοινή προσπάθεια του προλεταριάτου των αναπτυγμένων χωρών; Όχι, αυτό είναι αδύνατο (…) Για την τελική νίκη του σοσιαλισμού, για την οργάνωση της σοσιαλιστικής παραγωγής, οι προσπάθειες μιας χώρας, ειδικά μιας αγροτικής χώρας όπως η Ρωσία, δεν είναι αρκετές. Η κοινή προσπάθεια πολλών αναπτυγμένων χωρών είναι αναγκαία γι’ αυτό». (Στάλιν, «Τα θεμέλια του Λενινισμού»).

Κι όμως, μέσα σε μερικούς μήνες, ο Στάλιν άλλαξε εντελώς τις θέσεις του. «Αν δεν ξέραμε από την αρχή ότι ο στόχος [του να χτίσουμε το σοσιαλισμό στη Ρωσία] δεν μας πέφτει μεγάλος, τότε γιατί στο διάβολο κάναμε την Οχτωβριανή επανάσταση; Αν τα έχουμε καταφέρει για οχτώ χρόνια, γιατί να μην τα καταφέρουμε τον ένατο, το δέκατο ή τον τεσσαρακοστό χρόνο;» (Καρρ, «Σοσιαλισμός σε μια χώρα»).

Πως, όμως μπόρεσε αυτή η ολότελα ξένη με τον Μαρξισμό ιδέα, να επικρατήσει στο Κόμμα και στην εργατική τάξη; Όταν ο Στάλιν διατύπωνε αυτή την θεωρία, αισθανόταν ήδη αρκετά δυνατός για να πετάξει το γάντι στους θεωρητικούς. Ο ταξικός συσχετισμός δυνάμεων που είχε διαμορφωθεί στο Κόμμα και στο κράτος, του έδινε αυτή την αυτοπεποίηθηση που μερικά χρόνια πριν, θα ήταν αδιανόητη. Η γραφειοκρατία είχε ήδη κερδίσει τη μάχη του συσχετισμού όχι μόνο στο κράτος, αλλά και στο κόμμα.

Ο Τρότσκι στο έργο του «Η Ζωή μου», εξηγεί πως έγινε δυνατό να βρει πρόθυμους πολιτικούς εκπροσώπους μέσα στο Μπολσεβίκικο Κόμμα η γραφειοκρατική ιδεολογία. Γράφει:«Υπάρχει, ωστόσο, στο κόμμα και στο κράτος σημαντικός αριθμός από επαναστάτες, που μολονότι στη μεγάλη τους πλειοψηφία προέρχονται από τη μάζα, έχουν από πολύν καιρό ξεκόψει από αυτή κι απ΄ την ίδια τους τη στάση έρχονται σε αντίθεση με τη μάζα. Το ταξικό ένστικτο σ΄ αυτούς έχει πια εξατμισθεί. Απ΄ την άλλη μεριά τους λείπει η θεωρητική σταθερότητα κι η ευρύτητα απόψεων, που να μπορεί να αγκαλιάσει την εξελικτική πορεία στο σύνολο της. Μέσα στην ψυχολογία τους απομένουν αρκετές θέσεις ανυπεράσπιστες, απ΄ όπου, με τη μεταβολή των συνθηκών εισχωρούν ξένες κι εχθρικές πνευματικές επιδράσεις.

Στις περιόδους της παράνομης πάλης, της εξέγερσης, του εμφύλιου πολέμου, αυτά τα στοιχεία ήταν μονάχα στρατιώτες του κόμματος. Όταν όμως λιγόστεψε η ένταση, όταν οι νομάδες της επανάστασης καθηλώνονταν στις θέσεις τους, ξυπνούσαν τότε μέσα τους, ζωντάνευαν κι αναπτύσσονταν όλα τα χαρακτηριστικά της ψυχολογίας του μικροαστού, συμπάθειες κι επιθυμίες υπαλλήλων ικανοποιημένων απ΄ τον εαυτό τους.» Για αυτό το τμήμα, λοιπόν, η θεωρία του Σοσιαλισμού σε μία χώρα, ήταν η κατάλληλη συνεκτική θεωρία για να συγκεράσουν το επαναστατικό τους προφίλ με τις νέες επιθυμίες τους.

Και στην κοινωνία, όμως, υπήρχε πρόσφορο έδαφος για την ιδέα αυτή. Η λήξη του εμφυλίου πολέμου, ακολουθήθηκε από ένα νέο επαναστατικό κύμα στην Ευρώπη, το 1922-1926, το οποίο με τη σειρά του ηττήθηκε για τους ίδιους λόγους, με την προσθήκη ενός ακόμα παράγοντα, της γραφειοκρατικής τύφλωσης που έσπρωχνε την καθοδήγηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, σε έναν εμπειρικό οπορτουνισμό.

Την ήττα της Γερμανικής Επανάστασης του 1923, ακολούθησε η ήττα της Γενικής Απεργίας στην Αγγλία και η ήττα της Κινέζικης Επανάστασης. Στην ψυχολογία των Σοβιετικών μαζών, ο πεσιμισμός αναμιγνυόταν με μια διάθεση για ηρεμία μετά την τρικυμία του εμφυλίου Πολέμου. Σε αυτές τις συνθήκες, η καχυποψία για την ιδέα της διεθνούς επανάστασης μεγάλωνε μέσα στις μάζες.

Ο Τρότσκι εξήγησε στο βιβλίο «Η Προδομένη Επανάσταση»: «Οι αναπτυγμένοι εργάτες χωρίς αμφιβολία στέκονταν φιλικά προς την Αντιπολίτευση, όμως η συμπάθεια τους παρέμενε παθητική. Οι μάζες δεν πίστευαν ότι η κατάσταση μπορούσε να αλλάξει σοβαρά με μια νέα πάλη. Την ίδια ώρα η γραφειοκρατία διαλαλούσε: ‘Στο όνομα μιας διεθνούς επανάστασης, η Αντιπολίτευση προτείνει να συρθούμε σε έναν επαναστατικό πόλεμο. Αρκετά με τις περιπέτειες! Έχουμε κερδίσει το δικαίωμα να ξεκουραστούμε. Θα χτίσουμε την σοσιαλιστική κοινωνία εδώ, στο σπίτι μας. Βασιστείτε σε μας, τους ηγέτες σας’. Αυτό το ευαγγέλιο της ξεκούρασης (…) χωρίς αμφιβολία έβρισκε κάποιον αντίχτυπο σε κουρασμένα εργατικά στρώματα και πολύ περισσότερο στις αγροτικές μάζες».

Το πρακτικό αποτέλεσμα της θεωρίας του Σοσιαλισμού σε μία χώρα, ήταν η μετατροπή της 3ης Διεθνούς από επιτελείο της διεθνούς επανάστασης, σε πρακτορείο της εξωτερικής πολιτικής της Σοβιετικής γραφειοκρατίας. Οι στρατηγοί των ηττών, όπως τους περιέγραψε ο Τρότσκι, οδήγησαν την εργατική τάξη στην ήττα, στη μία χώρα μετά την άλλη. Οι ήττες στο διεθνές πεδίο, ενίσχυαν την δύναμη της γραφειοκρατίας και αυτή με τη σειρά της οδηγούσε σε νέες ήττες, σε ένα φαύλο κύκλο.

Όταν απέκτησε πλήρη συνείδηση του εαυτού της και των ιδιαίτερων συμφερόντων της, άρχισε να λειτουργεί συνειδητά αντεπαναστατικά στο διεθνές πεδίο, από φόβο απέναντι στο ενδεχόμενο μιας νικηφόρας επανάστασης που θα δημιουργούσε ένα υγιές εργατικό κράτος, σαν αντιπαράδειγμα για την ίδια. Αυτό αποδείχτηκε με τραγικό τρόπο στην Ισπανική Επανάσταση, όπου ο Στάλιν ανέλαβε τον ρόλο του δήμιου του προλεταριάτου. Τότε φάνηκε και το πραγματικό νόημα του «Σοσιαλισμού σε μία χώρα», που ήταν «Σοσιαλισμός πουθενά αλλού».

Την ίδια στιγμή στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης, το καθεστώς κατρακυλούσε σε μια γραφειοκρατική τυραννία. Ο Στάλιν και η γραφειοκρατία, για να μπορέσει να επιβιώσει, έπρεπε να διεξάγει ένα μονόπλευρο εμφύλιο πόλεμο, εξοντώνοντας συστηματικά ότι είχε απομείνει από το παλιό μπολσεβίκικο κόμμα και θα μπορούσε μελλοντικά να γίνει επικίνδυνο. Έτσι έπρεπε να εξοντώσει ακόμα και τους ηγέτες της επανάστασης που είχαν συνθηκολογήσει με το καθεστώς και η ολοκληρωτική εξόντωση ήρθε στα μέσα της δεκαετίας του 30 με τις δίκες της Μόσχας.

Από τους 1966 αντιπροσώπους στο 17ο Συνέδριο του 1935, οι 1108 είχαν συλληφθεί μέχρι το 1938 για «αντεπαναστατικά εγκλήματα». Από τα 139 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής, τα 98 τουφεκίστηκαν.

Από τα 1.588.852 μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος το 1939, μόνο το 1,3% ήταν μέλη από την εποχή της Οκτωβριανής Επανάστασης. Από την Κεντρική Επιτροπή του Λένιν του 1917, μόνο ο Στάλιν επέζησε σαν ηγέτης, περιστοιχισμένος από πρώην μενσεβίκους και υποτακτικούς. Και οι τελευταίοι θεματοφύλακες του Μπολσεβίκικου κόμματος είχαν εξολοθρευτεί.

Αυτή η σφαγή ήταν η αποκορύφωση της πολιτικής αντεπανάστασης της γραφειοκρατίας, ενάντια στην εργατική επανάσταση και το κόμμα της. Ο Στάλιν, σαν ηγέτης αυτής της αντεπανάστασης, δημιούργησε ένα κόμμα και ένα καθεστώς, που δεν είχε καμία σχέση με τον επαναστατικό Μαρξισμό παρά μόνο στα εξωτερικά γνωρίσματα και την ορολογία, που διατήρησε για να δίνουν την αντίθετη εντύπωση. Για να μπορέσει βέβαια να το κάνει, παραχάραξε τον Μαρξισμό, βήμα-βήμα σε όλα τα βασικά σημεία του, όπως η θεωρία για το κράτος, ο διεθνισμός, εισάγοντας την θεωρία των σταδίων κ.ο.κ. Ο Σταλινισμός από όλες τις απόψεις ήταν η άρνηση του Μαρξισμού.

Οι συνθήκες διαμόρφωσης ενός κοινωνικού καθεστώτος σαν αυτού που δημιουργήθηκε στην Σοβιετική Ένωση επί Στάλιν, έχουν εκλείψει σε μεγάλο βαθμό στην εποχή μας. Ωστόσο η κληρονομιά του Σταλινισμού, μπορεί να συνεχίσει να στοιχίζει βαριές ήττες στο Παγκόσμιο Προλεταριάτο. Για το λόγο αυτό, το ξεκαθάρισμα αυτής της σκουριάς από το διεθνές εργατικό κίνημα, δεν είναι μόνο μια συζήτηση ιστορικού ενδιαφέροντος, αλλά παραμένει ιστορικό καθήκον και προϋπόθεση για οποιαδήποτε μελλοντική νίκη.

Παναγιώτης Κολοβός