Πολυτεχνείο 1973: αστείρευτη πηγή αγωνιστικής έμπνευσης

«…Με πάνω ως κάτω απλωμένη τη σημαία, οι νέοι που τους έλεγαν αλήτες. Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο μαθαίνοντας οι άλλοι σφόδρα ταράχτηκαν και φορές τρεις με το μάτι ξαναμετρώντας το έχει τους, λάβανε την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: Μια πήχη φωτιά κάτω από τα σίδερα με τις μαύρες κάνες και τα δόντια του ήλιου. Και χτυπούσαν όπου να ‘ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση…Και θερίσανε πλήθος τα θηρία και άλλους εμάζεψαν…» (Οδυσσέα Ελύτη, «Άξιον Εστί»)

Η λαϊκή  εξέγερση του Πολυτεχνείου αποτέλεσε το πιο λαμπρό ορόσημο στη σύγχρονη ιστορία της ελληνικής κοινωνίας, αφού φανέρωσε τη δύναμη που είναι ικανοί να επιδείξουν οι εργαζόμενοι και η νεολαία, όταν αγωνίζονται με αυταπάρνηση ενάντια στην καταπίεση. Ήταν ένα ηχηρό ράπισμα στη Χούντα των Συνταγματαρχών και στους προστάτες της, δεν ήταν όμως καθόλου ένας «κεραυνός εν αιθρία».

Το χρονικό του ηρωισμού

Ήδη από το Φλεβάρη του 73’, η κατάληψη της Νομικής Σχολής είχε δείξει πως η κοινωνία έφτανε με γοργά βήματα στο σημείο της έκρηξης. Το αστυνομικό κράτος με τη στέρηση των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών, τις διώξεις, τις παρακολουθήσεις, τα βασανιστήρια και τις εξορίες, είχε συμπιέσει στον απόλυτο βαθμό το ελατήριο της λαϊκής αντοχής.

Η διαρκής επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης στο κατώφλι της διεθνούς οικονομικής κρίσης, ήδη είχε οδηγήσει στο ξέσπασμα απεργιών, με σημαντικότερη αυτή στον ΗΛΠΑΠ και διαρκώς τροφοδοτούσε την αγανάκτηση που αισθάνονταν ιδιαίτερα οι νέοι από τη δράση της συμμορίας των καραβανάδων έμμισθων σωτήρων του καπιταλισμού. Άλλωστε, ιστορικά η νεολαία με τον  αυθορμητισμό και τον ενθουσιασμό της πάντα αποτελούσε το βαρόμετρο και την πρωτοπορία στη διαδικασία των κοινωνικών αλλαγών.

Στις 14 Νοέμβρη, εκατοντάδες νέοι κατέλαβαν το Πολυτεχνείο με αρχικό αίτημα την κατάργηση των εκπαιδευτικών μέτρων της «μετριοπαθούς» χουντικής κυβέρνησης Μαρκεζίνη, που επιχειρούσε να ελέγξει ακόμα πιο ασφυκτικά τη φοιτητική ζωή, αναβάλλοντας τις εκλογές στις σχολές και διορίζοντας η ίδια την ηγεσία των Διοικητικών Συμβουλίων. Γρήγορα, ο αγώνας εξέφρασε το σύνολο της αναπτυσσόμενης ριζοσπαστικής κοινωνικής διάθεσης και έδωσε διέξοδο στα γενικευμένα αντιχουντικά και αντιιμπεριαλιστικά αισθήματα των μαζών, λαμβάνοντας χαρακτήρα πολιτικό και κοινωνικό.

Τα κεντρικά συνθήματα της εξέγερσης «Κάτω η Χούντα», «Έξω το ΝΑΤΟ», «Γενική Απεργία», «Ενότητα φοιτητών – εργατών» μεταφέρονταν σε κάθε γωνιά της Αθήνας με προκηρύξεις, αφίσες, αλλά  κυρίως από το ραδιοσταθμό – σύμβολο που εγκατέστησαν στο Πολυτεχνείο οι φοιτητές. Στο χώρο του Πολυτεχνείου, έγιναν κοινές συνελεύσεις φοιτητών – εργατών και αναπτύχθηκαν θαυμαστά δείγματα άμεσης δημοκρατίας και αυτό-οργάνωσης.

Η είσοδος των τανκς στο Πολυτεχνείο τις πρώτες πρωινές ώρες της 17ης Νοέμβρη και τα αδιάκριτα πυρά των ελεύθερων σκοπευτών – ψυχρών δολοφόνων του αστυνομικού κράτους, που τις επόμενες ώρες εξόντωσαν δεκάδες ανθρώπους, χωρίς να εξαιρούν ακόμα και τραυματίες που μεταφέρονταν στα νοσοκομεία ή και αθώα βρέφη, μετέτρεψαν τον αγώνα σε ηρωική θυσία, φανερώνοντας παράλληλα την αδυναμία των στρατοκρατών και των πατρώνων τους να διατηρήσουν με ειρηνικά μέσα στη ζωή το αντιδραστικό καθεστώς τους και να συγκαλύψουν την  απάνθρωπη φύση του.

Για την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης, όμως, δεν είναι καθόλου άμοιρες των ευθυνών τους οι ηγεσίες της Αριστεράς εκείνης της περιόδου. Φοβούμενες για την τύχη της συμφωνίας, που είχαν συνάψει με τους αστούς πολιτικούς για «ομαλή δημοκρατική μετεξέλιξη του καθεστώτος», αρχικά σάστισαν ή και αντέδρασαν αφοριστικά μπροστά στον ενθουσιασμό και τη μαχητικότητα της νεολαίας και, αργότερα,  αναγκάστηκαν να στηρίξουν την εξέγερση, χωρίς όμως να της παράσχουν, ως όφειλαν, σχέδιο, πρόγραμμα και συντονισμό με στόχο την επέκτασή της σε όλα τα τμήματα της εργατικής τάξης και σε άλλες μεγάλες πόλεις. Με αυτή την στάση, έδωσαν χρόνο και χώρο στην δικτατορία  για την εκδήλωση της καταστολής.

31 χρόνια μετά

Τριάντα ένα  χρόνια μετά, η εξέγερση του Πολυτεχνείου τείνει να μετατραπεί σε ένα μουσειακό γεγονός, πρόσφορο για καπηλεία, ξύλινους εορτασμούς, πολιτικά ευχολόγια και μεγαλοστομίες, ευνουχισμένο από τα επαναστατικά του μηνύματα και τα κοινωνικά του αιτήματα. Οι μεγαλόσχημοι της εξουσίας και οι εντεταλμένοι δημοσιογράφοι τους, σε συνεργασία με δεκάδες πρώην αγωνιστές και νυν ιδιωτεύοντες, απογοητευμένους ή βολεμένους, θα δώσουν ξανά τις συνηθισμένες συνεντεύξεις, θα γράψουν και θα πουν τα ίδια λόγια. Θα εμφανίσουν το Πολυτεχνείο ως υπόθεση «ρετρό» κάποιων ηρώων που όμοιοί τους δε θα ξαναβγούν και θα ισχυριστούν ότι τάχα «σήμερα ο εχθρός είναι άλλος», αφού πια «η δημοκρατία μας είναι εδραιωμένη» …

Όμως, σήμερα μπορούν να ξεγελάσουν λιγότερους. Οι εργαζόμενοι και οι νέοι, που έντονα αναζητούν ιδέες και σημεία αναφοράς για να αντισταθούν στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, είναι αναπόφευκτο να ανακαλύψουν το αληθινό, διαχρονικό μήνυμα του Πολυτεχνείου: την ανάγκη για ανυποχώρητο  αγώνα, μέχρι τη στιγμή που θα εγκαταλείψει το προσκήνιο της ιστορίας το σύστημα που στηρίζεται στην εκμετάλλευση και τη βία, το σύστημα που αδυνατεί να εξασφαλίσει στους εργαζόμενους «Ψωμί, Παιδεία και Ελευθερία» και που μπροστά στον κίνδυνο της ανατροπής του θα γεννά αστυνομικά καθεστώτα, ακόμα και εκεί που η «δημοκρατία» μοιάζει εδραιωμένη. Αυτό και μόνο αυτό το μήνυμα, σε πείσμα των κάθε λογής απολογητών του καπιταλισμού, συνεχίζει να μας εμπνέει και να μας οδηγεί.