Άλαν Γουντς

17 Ιούλη 2002

Μετάφραση Αντριάνα Κοκκίνη

   Αυτό το άρθρο του Άλαν Γούντς ασχολείται με τη βαρβαρότητα και την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Σύμφωνα με τη μεταμοντέρνα προσέγγιση, η ιστορία εμφανίστηκε σαν μια, κατ’ ουσία, χωρίς νόημα και ανεξήγητη σειρά τυχαίων γεγονότων και ατυχημάτων. Δε διέπεται από καμία νομοτέλεια που να μπορούμε να κατανοήσουμε. Μια παραλλαγή αυτής της άποψης είναι η ιδέα, η οποία είναι τώρα πολύ δημοφιλής σε κάποιους ακαδημαϊκούς κύκλους, ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ανώτερων και κατώτερων μορφών ανάπτυξης και κουλτούρας. Αυτή η άρνηση της προόδου της ιστορίας είναι χαρακτηριστική της ψυχολογίας της αστικής τάξης στο στάδιο της παρακμής του καπιταλισμού.

  Αναφέρεται ότι ο Χένρι Φορντ έχει πει ότι «η ιστορία είναι μια μπαρούφα». Για όσους από εσάς δεν είναι εξοικειωμένοι με την περιπλοκότητα της αμερικανικής αργκό, η λέξη μπαρούφα (bunk) υποδηλώνει τη βλακεία, και η βλακεία υποδηλώνει κάτι που δεν έχει κανένα νόημα. Αυτή η όχι και τόσο καλαίσθητη φράση εκφράζει επαρκώς τη γνώμη που τα τελευταία χρόνια συγκεντρώνει μεγάλη υποστήριξη. Ο επιφανής ιδρυτής της αυτοκινητιστικής εταιρείας Ford βελτίωσε ακόμη περισσότερο τον ορισμό του για την ιστορία, όταν την περιέγραψε ως «η μια αρλούμπα μετά την άλλη», που είναι πράγματι ένας τρόπος ερμηνείας.

 Η ίδια ιδέα εκφράζεται κάπως πιο κομψά (αλλά όχι λιγότερο λανθασμένα) από τους υποστηρικτές της μόδας του μεταμοντερνισμού, τον οποίο μερικοί άνθρωποι φαίνεται να θεωρούν ως μια σοβαρή φιλοσοφία. Στην πραγματικότητα, αυτή η ιδέα δεν είναι καινούργια. Είχε εκφραστεί αρκετό καιρό πριν από τον σπουδαίο Άγγλο ιστορικό, Έντουαρντ Γκίμπον, το συγγραφέα του «η παρακμή και η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας». Στην περίφημη φράση του Έντουαρντ Γκίμπον, η ιστορία είναι «πάνω-κάτω η καταγραφή των εγκλημάτων, της βλακείας και της ατυχίας του ανθρώπινου είδους».

 Η ιστορία εμφανίζεται εδώ σαν μια κατ’ ουσίαν χωρίς νόημα και ανεξήγητη σειρά τυχαίων γεγονότων και ατυχημάτων. Δε διέπεται από καμιά νομοθεσία που να μπορούμε να κατανοήσουμε. Ως εκ τούτου το να προσπαθήσουμε να την κατανοήσουμε είναι μάταιη προσπάθεια. Επίσης, πολλοί ακαδημαϊκοί πιστεύουν ότι δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε ανώτερες και κατώτερες μορφές κουλτούρας και οργάνωσης. Ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει αυτό που αποκαλούμε «πρόοδος», την οποία θεωρούν μια παλιομοδίτικη ιδέα, απομεινάρι του 19ου αιώνα, κατά τον οποίο ήταν διαδεδομένη εξαιτίας των φιλελεύθερων της βικτωριανής εποχής, των φαβιανών σοσιαλιστών και του Καρλ Μαρξ.

 Η άρνηση της προόδου της ιστορίας είναι χαρακτηριστική της ψυχολογίας της αστικής τάξης στο στάδιο της καπιταλιστικής παρακμής. Πρόκειται για μια πιστή αντανάκλαση του γεγονότος ότι, στα πλαίσια του καπιταλισμού, η πρόοδος έχει φτάσει όντως στα όρια της και μπορεί κάλλιστα να αναστραφεί. Η αστική τάξη και οι διανοούμενοι που την εκπροσωπούν είναι, όπως είναι φυσικό, απρόθυμοι να δεχτούν μία τέτοια εξήγηση. Εξάλλου, είναι οργανικά ανίκανοι να το αναγνωρίσουν. Ο Λένιν παρατήρησε κάποτε ότι ένας άνδρας στην άκρη του γκρεμού δεν σκέφτεται λογικά. Ωστόσο, βλέπουν την θλιβερή πραγματικότητα και προσπαθούν να βρουν ένα είδος δικαιολογίας για το αδιέξοδο του συστήματός τους, με το να αρνούνται οποιαδήποτε πιθανότητα προόδου.

Τόσο βαθιά έχει εμποτίσει αυτή η ιδέα τη συνείδησή τους, που έχει ξεπεράσει το βασίλειο της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών. Ακόμη και ένας τόσο σπουδαίος στοχαστής, όπως ο Στέφεν Τζέι Γκουλντ, του οποίου η διαλεκτική θεωρία της εστιγμένης ισορροπίας άλλαξε ριζικά τον τρόπο, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την  εξέλιξη, ισχυρίστηκε ότι είναι λάθος να μιλάει κανείς για την πρόοδο της εξέλιξης απ’ τα χαμηλότερα στα υψηλότερα, έτσι που τα μικρόβια πρέπει να τοποθετηθούν στο ίδιο επίπεδο με τα ανθρώπινα όντα. Κατά μία έννοια, είναι αληθές ότι όλα τα έμβια όντα σχετίζονται μεταξύ τους (το ανθρώπινο γονιδίωμα το έχει αποδείξει αυτό). Ο άνθρωπος δεν είναι μια ιδιαίτερη δημιουργία του Παντοδύναμου, αλλά το προϊόν της εξέλιξης. Ούτε είναι ορθό να αντιμετωπίσουμε την εξέλιξη ως ένα είδος μεγαλειώδους σχεδίου, του οποίου ο στόχος ήταν να δημιουργήσει όντα σαν εμάς (η τελεολογία απ’ το ελληνικό «τέλος» σημαίνει τέρμα). Ωστόσο, για να απορρίψουμε μια λανθασμένη ιδέα, δεν είναι απαραίτητο να φτάσουμε στο άλλο άκρο, το οποίο θα μας οδηγήσει σε νέα σφάλματα.

 Δεν είναι θέμα αποδοχής κάποιου προαποφασισμένου σχεδίου, είτε αυτό σχετίζεται με θεϊκή παρέμβαση είτε με τελεολογία, αλλά είναι σαφές  ότι οι νόμοι της εξέλιξης στην ίδια τη φύση πράγματι καθορίζουν την ανάπτυξη από τις πιο απλές μορφές ζωής στις πιο πολύπλοκες μορφές. Οι πρώτες μορφές ζωής ήδη περιέχουν στο εσωτερικό τους το έμβρυο όλων των μελλοντικών εξελίξεων. Είναι δυνατόν να εξηγήσουμε την ανάπτυξη των ματιών, των ποδιών και άλλων οργάνων χωρίς να καταφύγουμε σε κανένα  προκαθορισμένο σχέδιο. Σε ένα ορισμένο στάδιο εξέλιξης έχουμε την ανάπτυξη ενός κεντρικού νευρικού συστήματος και ενός εγκεφάλου. Τελικά, με το homo sapiens φτάνουμε στην ανθρώπινη συνείδηση. Η ύλη αποκτά σε αυτό το στάδιο συνείδηση του εαυτού της. Δεν υπήρξε πιο σημαντική επανάσταση από την ανάπτυξη της οργανικής ύλης (ζωή) από την ανόργανη.

 Για να ευχαριστήσουμε τους επικριτές μας, ίσως θα έπρεπε να προσθέσουμε τη φράση από τη δική μας οπτική γωνία. Αναμφίβολα, τα μικρόβια, αν ήταν σε θέση να έχουν μια άποψη, κατά πάσα πιθανότητα θα είχαν σοβαρές αντιρρήσεις με μας. Αλλά είμαστε ανθρώπινα όντα και πρέπει απαραίτητα να δούμε τα πράγματα μέσα απ’ την ανθρώπινη οπτική γωνία. Και εμείς, πράγματι, υποστηρίζουμε ότι η εξέλιξη στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη των απλών μορφών ζωής σε πιο πολύπλοκες και πολύπλευρες από αυτές – με άλλα λόγια τη μετάβαση από χαμηλότερες μορφές ζωής σε ανώτερες. Το να αντιταχθεί κανείς σε μια τέτοια διατύπωση, φαίνεται να είναι κάπως μάταιο, μη επιστημονικό αλλά απλώς σχολαστικό. Λέγοντας το αυτό, φυσικά,  δεν έχουμε καμία πρόθεση να αδικήσουμε τα μικρόβια, τα οποία σε τελική ανάλυση υπήρχαν για πολύ περισσότερο καιρό από εμάς και αν το καπιταλιστικό σύστημα δεν ανατραπεί, μπορεί ακόμα και να είναι αυτά που θα γελάσουν τελευταία.

Κουλτούρα  και ιμπεριαλισμός

 Εάν, για να μη προσβάλει κανείς τα μικρόβια και τα άλλα είδη, δε θα έπρεπε να κάνει λόγο για υψηλότερες και χαμηλότερες μορφές ζωής, πολύ περισσότερο δε θα έπρεπε να ισχυριστεί κανείς – σύμφωνα με την τελευταία μόδα – ότι η βάρβαροι αντιπροσώπευαν ένα χαμηλότερο επίπεδο κοινωνικής και πολιτιστικής ανάπτυξης από τις δουλοκτητικές κοινωνίες – πόσο μάλλον απ’ τον καπιταλισμό. Ο ισχυρισμός ότι οι βάρβαροι είχαν το δικό τους πολιτισμό δε μας λέει και πολλά.

Από τη στιγμή που οι πρώτοι άνθρωποι έφτιαξαν τα πρώτα λίθινα εργαλεία, είναι σωστό να πούμε ότι κάθε περίοδος είχε τη δικιά της κουλτούρα. Το ότι αυτοί οι πολιτισμοί δεν έχουν εκτιμηθεί επαρκώς μέχρι πρόσφατα είναι σίγουρα αληθές. Οι αστοί είχαν πάντα την τάση να μεγαλοποιούν τα επιτεύγματα κάποιων πολιτισμών και να δυσφημούν άλλους. Πίσω απ’ αυτό, βρίσκονται τα συμφέροντα εκείνων που επιδιώκουν να υποδηλώσουν, να κυριαρχήσουν και να εκμεταλλευτούν τους άλλους λαούς και, με αυτό τον τρόπο, να συγκαλύψουν αυτή την καταπίεση και την εκμετάλλευση κάτω από τον υποκριτικό μανδύα της πολιτισμικής ανωτερότητας.

Στο πλαίσιο αυτού του μανδύα, οι χριστιανοί της βόρειας Ισπανίας (οι οποίοι παρεμπιπτόντως είναι αληθινοί απόγονοι των βάρβαρων Γότθων) κατέστρεψαν τα συστήματα άρδευσης και την υπέροχη κουλτούρα της ισλαμικής αλ-Ανταλούζ (στμ: της Ανδαλουσίας), και προχώρησαν στο να καταστρέψουν τον πλούσιο και ανθηρό πολιτισμό των Αζτέκων και των Ίνκας. Κάτω απ’ τον ίδιο μανδύα οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί αποικιοκράτες υποδούλωσαν με συστηματικό τρόπο τους λαούς της Αφρικής, της Ασίας και του Ειρηνικού. Δεν αρκέστηκαν μόνο στην υποδούλωσή τους και στη ληστεία της γης τους, αλλά ακόμη και της ίδιας τους της ψυχής. Οι χριστιανοί ιεραπόστολοι αποτελείωσαν την δουλειά που ξεκίνησαν οι στρατιώτες και οι δουλέμποροι,  στερώντας από τους λαούς αυτούς την πολιτιστική τους ταυτότητα.

Όλα αυτά είναι απολύτως αληθή και είναι απαραίτητο να αντιμετωπίζεις την κουλτούρα του κάθε λαού με το σεβασμό και την εκτίμηση που δικαιούται. Κάθε περίοδος, κάθε λαός έχει προσθέσει κάτι στο σπουδαίο θησαυροφυλάκιο του ανθρώπινου πολιτισμού που είναι η συλλογική μας κληρονομιά. Αλλά μήπως αυτό σημαίνει ότι ένας πολιτισμός είναι τόσο καλός όσο οποιοσδήποτε άλλος; Μήπως αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι μεταξύ των πρώιμων λίθινων πελεκιών (μερικά εκ των οποίων παρουσιάζουν αξιοσημείωτο ενδιαφέρον από αισθητική πλευρά) και του αγάλματος του Δαβίδ του Μιχαήλ Άγγελου, δεν μπορεί να παρατηρηθεί καμία καλλιτεχνική πρόοδος; Με μια λέξη, είναι αδύνατο να μιλάμε για πρόοδο στην ανθρώπινη ιστορία;

 Στη λογική υπάρχει μια γνωστή μέθοδος, η οποία υποβαθμίζει ένα επιχείρημα σε ανοησία με το να το τραβάει στα άκρα. Βλέπουμε κάτι παρόμοιο με αυτό σε ορισμένες σύγχρονες τάσεις της ανθρωπολογίας, της ιστορίας και της κοινωνιολογίας. Είναι ευρέως γνωστό ότι η επιστήμη στον καπιταλισμό γίνεται όλο και λιγότερο επιστημονική, όσο πιο κοντά φθάνει στην κοινωνία. Οι λεγόμενες κοινωνικές επιστήμες στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου επιστήμες, αλλά μία δόλια προσπάθεια να δικαιωθεί ο καπιταλισμός ή τουλάχιστον να δυσφημισθεί ο μαρξισμός (που τελικά είναι το ίδιο πράγμα). Αυτό ήταν σίγουρα αληθές στο παρελθόν, όταν οι ανθρωπολόγοι έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό, για να δικαιολογήσουν την  υποδούλωση των λεγόμενων υπανάπτυκτων φυλών μέσω της υποτίμησης του πολιτισμού τους. Αλλά τα πράγματα δεν είναι και πολύ καλύτερα σήμερα, που μερικές σχολές σκέψης το τραβάνε στο άλλο άκρο.

 Είναι αλήθεια ότι οι ιμπεριαλιστές έχουν σκόπιμα υποβαθμίσει ή ακόμα και αρνηθεί την κουλτούρα των «υπανάπτυκτων λαών» της Αφρικής, της Ασίας και ούτω καθεξής. Ο Άγγλος φιλο-ιμπεριαλιστής Κίπλινγκ (συγγραφέας του Βιβλίου της Ζούγκλας)  τους αποκαλεί «λιγότερο σημαντικές φάρες χωρίς νόμους». Αυτός ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός ήταν αναμφίβολα μια προσπάθεια να δικαιολογήσουν την αποικιακή υποδούλωση εκατομμυρίων ανθρώπων. Είναι επίσης αλήθεια ότι όλες οι πιο βάρβαρες και απάνθρωπες ενέργειες του παρελθόντος ωχριούν μπροστά στη φρίκη, που προκλήθηκε απ’ την ανθρώπινη φυλή απ’ τους ισχυρισμούς του πολιτισμένου καπιταλιστικού συστήματός μας.

 Είναι φοβερό παράδοξο ότι όσο περισσότερο η  ανθρωπότητα αναπτύσσει την παραγωγική της ικανότητα, τόσο πιο θεαματική είναι η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας, τόσο μεγαλύτερη είναι η δυστυχία, η πείνα, η καταπίεση και η αθλιότητα της πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού. Το γεγονός αυτό έχει αναγνωριστεί ακόμα και από τους υποστηρικτές του σημερινού συστήματος. Αλλά δεν κάνουν τίποτα, για να το διορθώσουν. Ούτε μπορούν, απ’ την στιγμή που αρνούνται ότι ο λόγος για το σημερινό της ανθρώπινης κοινωνίας είναι το ίδιο το σύστημα που υπερασπίζονται. Αλλά δεν είναι μόνο οι αστοί που αρνούνται να βγάλουν τα κατάλληλα συμπεράσματα. Το ίδιο ισχύει και για πολλούς που θεωρούν τους εαυτούς τους αριστερούς και ριζοσπάστες. Υπάρχουν μερικοί καλοπροαίρετοι, για παράδειγμα, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η πηγή όλων των προβλημάτων μας είναι η ανάπτυξη της επιστήμης, της τεχνικής και της βιομηχανίας, και ότι θα ήταν καλό αν μπορούσαμε να πάμε πίσω σε έναν προ-καπιταλιστικό τρόπο ύπαρξης!

 Οι Βικτωριανοί είχαν πολύ μονόπλευρη άποψη για την ιστορία, την οποία έβλεπαν ως ένα είδος θριαμβευτικής, ασταμάτητης πορείας προς τα πάνω, προς την πρόοδο και το διαφωτισμό, φυσικά,  κάτω από την ηγεσία του αγγλικού καπιταλισμού. Η ιδέα αυτή χρησίμευσε επίσης ως μια βολική δικαιολογία για τον ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία. Οι «πολιτισμένοι» Βρετανοί πήγαν στην Ινδία και την Αφρική, οπλισμένοι με τη Βίβλο (καθώς επίσης και με μια σειρά πολεμικά πλοία, κανόνια και υψηλής ισχύος τουφέκια), με σκοπό να εισαγάγουν στους αδαείς ιθαγενείς τις χαρές του δυτικού πολιτισμού. Αυτοί που έδειξαν έλλειψη ενθουσιασμού για την αφομοίωση του βρετανικού (και επίσης του βελγικού, ολλανδικού, γαλλικού και γερμανικού) πολιτισμού «εκπαιδεύτηκαν» γρήγορα με σφαίρες και ξιφολόγχες.

Σήμερα, οι αστοί έχουν μια λίγο διαφορετική λογική. Αντιμέτωποι με τις αυξανόμενες ενδείξεις για την παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού, έχουν βυθιστεί σε μια διάθεση αβεβαιότητας, απαισιοδοξίας και φόβου για το μέλλον. Τα παλιά τραγούδια για το αναπόφευκτο της ανθρώπινης προόδου φαίνεται να μη συνάδουν με την σκληρή πραγματικότητα των καιρών. Η ίδια η λέξη «πρόοδος» προκαλεί μια κυνική χλεύη. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Οι άνθρωποι αρχίζουν να κατανοούν το γεγονός ότι, κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, η πρόοδος έχει πράγματι φτάσει σε μια πλήρη στασιμότητα. Αλλά αυτό απλώς αντανακλά το αδιέξοδο του καπιταλισμού, ο οποίος έχει προ πολλού εξαντλήσει τις δυνατότητες του για την πρόοδο και έχει γίνει ένα τερατώδες εμπόδιο στο μονοπάτι της ανθρώπινης προόδου. Σε αυτό το πλαίσιο – και μόνο σε αυτό – μπορεί κάποιος να πει ότι είναι αδύνατο να μιλάμε για πρόοδο.  Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που έχουμε δει μια τέτοια τάση. Στη μακρά περίοδο παρακμής, που προηγήθηκε της πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, φαινόταν σε πολλούς ότι το τέλος του κόσμου πλησιάζει. Η ιδέα αυτή ήταν ιδιαίτερα έντονη στον χριστιανισμό, με αποτέλεσμα να διαμορφώνει ολόκληρο το περιεχόμενο του βιβλίου της Αποκάλυψης. Οι άνθρωποι ήταν πραγματικά πεπεισμένοι ότι ο κόσμος πλησίαζε στο τέλος του. Στην πραγματικότητα, αυτό που πλησίαζε στο τέλος του ήταν μόνο ένα συγκεκριμένο είδος κοινωνικό-οικονομικού συστήματος – το δουλοκτητικό σύστημα, το οποίο είχε φτάσει στα όριά του και δεν ήταν πλέον σε θέση να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις, με τον τρόπο που το έκανε στο παρελθόν.

 Ένα παρόμοιο φαινόμενο μπορεί να παρατηρηθεί στον ύστερο Μεσαίωνα, όταν η ίδια ακριβώς ιδέα ήταν της μόδας: το τέλος του κόσμου. Μάζες ανθρώπων προσχώρησαν στις αιρέσεις των αυτομαστιγωμένων, που ταξίδευαν σε όλη την Ευρώπη, μαστιγώνοντας και βασανίζοντας τους εαυτούς τους για να εξιλεώσουν τις αμαρτίες της ανθρωπότητας στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την Ημέρα της Κρίσεως. Εδώ πάλι, αυτό, που ερχόταν στο τέλος του, δεν ήταν ο κόσμος αλλά το φεουδαρχικό σύστημα, που ήταν πλέον άχρηστο και τελικά ανατράπηκε από την άνοδο της αστικής τάξης.

Ωστόσο, το γεγονός ότι μια συγκεκριμένη κοινωνικό-οικονομική μορφή είχε πλέον καταστεί ιστορικά άχρηστη και είχε γίνει ένα αντιδραστικό εμπόδιο στην πρόοδο της ανθρώπινης φυλής, δε σημαίνει ότι η πρόοδος είναι μια ανούσια ιδέα. Δε σημαίνει ότι δεν υπήρξε καμία πρόοδος στο παρελθόν (συμπεριλαμβανομένου και του καπιταλισμού), ή ότι δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος στο μέλλον – όταν ο καπιταλισμός ανατραπεί. Έτσι, μια ιδέα, που εκ πρώτης όψεως φαίνεται εξαιρετικά λογική, αποδεικνύεται ότι είναι μια συγκαλυμμένη υπεράσπιση του καπιταλισμού ενάντια στο σοσιαλισμό. Το να κάνουμε ακόμα και τη μικρότερη παραχώρηση σε μια τέτοιου είδους ιδέα συνεπάγεται ότι θα εγκαταλείψουμε μια συνεπή επαναστατική θέση και ότι θα εκπέσουμε σε μια αντιδραστική.

Ο ιστορικός υλισμός

 Η κοινωνία αλλάζει συνεχώς. Η ιστορία επιχειρεί να καταγράψει αυτές τις αλλαγές και προσπαθεί να τις εξηγήσει. Αλλά ποιοι είναι οι νόμοι που διέπουν την ιστορική αλλαγή; Υπάρχουν όντως αυτοί οι νόμοι; Εάν δεν υπάρχουν, τότε η ανθρώπινη ιστορία θα ήταν εντελώς ακατανόητη, όπως πίστευαν οι Έντουαρντ Γκίμπον και Χένρι Φορντ. Ωστόσο, οι μαρξιστές δεν προσεγγίζουν την ιστορία με αυτόν τον τρόπο. Ακριβώς όπως η εξέλιξη της ζωής έχει εγγενείς νόμους που μπορούν να εξηγηθούν, και εξηγήθηκαν για πρώτη φορά από τον Δαρβίνο και σε πιο πρόσφατες εποχές από τις ραγδαίες εξελίξεις στη μελέτη της γενετικής, έτσι και η εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας έχει τους δικούς της εγγενείς νόμους που εξηγήθηκαν από τον Μαρξ και τον Ένγκελς.

  Εκείνοι που αρνούνται την ύπαρξη οποιουδήποτε νόμου, που διέπει την ανθρώπινη κοινωνική ανάπτυξη, κατά κανόνα προσεγγίζουν την ιστορία από μια υποκειμενική και ηθικολογική σκοπιά. Όπως ο Γκίμπον (αλλά δίχως το εξαιρετικό του ταλέντο), κουνούν απαξιωτικά το κεφάλι τους μπροστά στη θέαση της αέναης συνέχισης της παράλογης βίας, στην «απανθρωπιά του ανθρώπου απέναντι στον συνάνθρωπο» και ούτω καθεξής. Στη θέση μιας επιστημονικής άποψης για την ιστορία, παίρνουμε την άποψη ενός ιερέα. Ωστόσο, αυτό που απαιτείται δεν είναι ένα ηθικό κήρυγμα, αλλά μια ορθολογιστική ανάλυση. Πάνω και πέρα απ τα απομονωμένα γεγονότα, είναι απαραίτητο να διακρίνουμε τις γενικές τάσεις, τις μεταβάσεις από το ένα κοινωνικό σύστημα στο άλλο και να επεξεργαστούμε τις θεμελιώδεις δυνάμεις και τους μηχανισμούς που καθορίζουν αυτές τις μεταβάσεις.

  Mε  τη χρήση της μεθόδου του διαλεκτικού υλισμού στην ιστορία, γίνεται δυνατό να δούμε ότι η ανθρώπινη ιστορία έχει τους δικούς της νόμους, και ότι, ως εκ τούτου, είναι δυνατόν να την κατανοήσουμε ως διαδικασία. Η άνοδος και η πτώση των διαφορετικών κοινωνικό-οικονομικών σχηματισμών μπορεί να εξηγηθεί επιστημονικά ανάλογα με την ικανότητα ή την αδυναμία τους να αναπτύξουν τα μέσα παραγωγής και, ως εκ τούτου, να επεκτείνουν τους ορίζοντες του ανθρώπινου πολιτισμού και να αυξήσουν την κυριαρχία της ανθρωπότητας πάνω στη φύση.

   Ο μαρξισμός υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας κατά τη διάρκεια εκατομμυρίων ετών αποτελεί πρόοδο, αλλά αυτό ποτέ δεν είχε γίνει σε μία ευθεία εξελικτική γραμμή, όπως λανθασμένα υποστήριζαν οι Βικτωριανοί  (οι οποίοι είχαν μια χυδαία και αντιδιαλεκτική άποψη για την εξέλιξη). Η βασική αρχή του ιστορικού υλισμού είναι ότι η απώτερη πηγή της ανθρώπινης ανάπτυξης είναι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό είναι πολύ σημαντικό αποτέλεσμα, γιατί αυτό από μόνο του μπορεί να μας επιτρέψει να καταλήξουμε σε μια επιστημονική αντίληψη για την ιστορία.

   Πριν από τον Μαρξ και τον Ένγκελς, η ιστορία θεωρείτο απ τους περισσότερους ανθρώπους ως μια σειρά από ασύνδετα γεγονότα ή για να χρησιμοποιήσουμε ένα φιλοσοφικό όρο, «ατυχήματα». Δεν υπήρχε μία γενική εξήγηση γι’ αυτά τα γεγονότα, η ιστορία δε χαρακτηριζόταν από μία εσωτερική νομιμότητα. Μόλις κάποιος αποδεχτεί αυτή την άποψη, η μόνη κινητήρια δύναμη των ιστορικών γεγονότων είναι ο ρόλος των μεμονωμένων ατόμων, των «μεγάλων ανδρών» (ή γυναικών). Με άλλα λόγια, έχουμε μείνει με μια ιδεαλιστική και υποκειμενική άποψη για την ιστορική διαδικασία. Αυτή ήταν η άποψη των ουτοπικών σοσιαλιστών, οι οποίοι, παρά τις εκπληκτικές ιδέες και τη διαπεραστική κριτική τους για την υπάρχουσα κοινωνική τάξη τους, απέτυχαν στο να κατανοήσουν τους θεμελιώδεις νόμους της ιστορικής εξέλιξης. Για αυτούς, ο σοσιαλισμός ήταν απλά μία «καλή ιδέα», κάτι που επομένως θα μπορούσε να είχε συλληφθεί χίλια χρόνια πριν, ή και αύριο το πρωί. Αν είχε εφευρεθεί πριν χίλια χρόνια, η ανθρωπότητα θα είχε γλιτώσει από πολλά προβλήματα!

   Ήταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, οι οποίοι για πρώτη φορά εξήγησαν ότι, σε τελική ανάλυση, όλη η ανθρώπινη ανάπτυξη εξαρτάται απ την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, και έτσι τοποθετείται η μελέτη της ιστορίας σε επιστημονική βάση. Διότι η πρώτη προϋπόθεση για την επιστήμη είναι ότι είμαστε σε θέση να δούμε πέρα απ’ το συγκεκριμένο γεγονός και να καταλήξουμε σε γενικούς νόμους. Για παράδειγμα, οι πρώτοι χριστιανοί ήταν κομμουνιστές (παρόλο που ο κομμουνισμός τους ήταν ουτοπικός, με βάση την κατανάλωση και όχι την παραγωγή). Τα πρώτα πειράματά τους στον κομμουνισμό δεν οδήγησαν πουθενά, και δε θα μπορούσαν να οδηγήσουν πουθενά, διότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων εκείνη την εποχή δεν επέτρεπε την ανάπτυξη του πραγματικού κομμουνισμού.

   Κατά την τελευταία περίοδο έχει γίνει της μόδας, ακόμη και σε αριστερούς κύκλους διανοουμένων, η άρνηση της ύπαρξης προόδου της ιστορίας. Εν μέρει, αυτές οι τάσεις αντιπροσωπεύουν μια υγιή αντίδραση ενάντια στο είδος του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού και της «ευρωκεντρικότητας» που ανέφερα προηγουμένως. Ένας ανθρώπινος πολιτισμός θεωρείται ότι αξίζει όσο και κάθε άλλος. Με αυτόν τον τρόπο, οι Ευρωπαίοι προοδευτικοί διανοούμενοι αισθάνονται ότι έχουν κατά κάποιο τρόπο «εξιλεωθεί» για τους συστηματικούς βιασμούς και τις λεηλασίες που διαπράχθηκαν εναντίον των λαών των πρώην αποικιών από τους προγόνους-βανδάλους μας, που φυσικά συνεχίζονται και σήμερα, αν και με διαφορετικά προσωπεία.

   Oι προθέσεις των ανθρώπων αυτών μπορεί να είναι αξιέπαινες, αλλά οι συλλογισμοί τους είναι ολότελα λανθασμένοι. Καταρχάς, αποτελεί μάλλον ψευτοπαρηγοριά για τα εκατομμύρια των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων ανθρώπων της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής να μαθαίνουν ότι οι αρχαίοι πολιτισμοί τους ανακαλύπτονται τώρα εκ νέου από τους Ευρωπαίους διανοούμενους και ότι χαίρουν μεγάλης εκτίμησης απ’ τους τελευταίους. Αυτό που χρειάζεται, δεν είναι συμβολικές χειρονομίες και ριζοσπαστικές ορολογίες, αλλά μια γνήσια πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, προκειμένου να είναι αυτός ο αγώνας επιτυχής, θα πρέπει να πατάει πάνω σε γερά θεμέλια. Η βασική προϋπόθεση για την επιτυχία είναι η αμείλικτη μάχη για τη μαρξιστική θεωρία. Είναι βέβαια απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα και να παλέψουμε ενάντια σ’ όλα τα είδη  ρατσισμού και ιμπεριαλιστικών προκαταλήψεων. Αλλά, για την καταπολέμηση μιας εσφαλμένης ιδέας, είναι απαραίτητο να προφυλαχτούμε από τον κίνδυνο να χρησιμοποιήσουμε μία άλλη εσφαλμένη ιδέα.

   Η ανθρώπινη ιστορία δεν είναι μια αδιάκοπη γραμμή προς την πρόοδο. Μαζί με τη γραμμή ανόδου, υπάρχει και μια γραμμή καθόδου. Έχουν υπάρξει περίοδοι στην ιστορία, κατά τις οποίες, για διαφορετικούς λόγους, η κοινωνία έκανε ένα μεγάλο πισωγύρισμα, η πρόοδος διεκόπη, και ο πολιτισμός και η κουλτούρα κατέρρευσαν. Αυτό συνέβη για παράδειγμα στην Ευρώπη μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η περίοδος, που, τουλάχιστον στην αγγλική γλώσσα, είναι γνωστή ως Dark Ages (Μεσαίωνας). Πρόσφατα, υπάρχει μια τάση σε κάποιους ακαδημαϊκούς κύκλους  να ξαναγράψουν την ιστορία, έτσι ώστε να παρουσιάσουν τους βαρβάρους υπό ένα πιο ευνοϊκό πρίσμα. Αυτό δεν είναι «περισσότερο επιστημονικό» ή «περισσότερο αντικειμενικό», αλλά απλά παιδαριώδες.

 

 

Κοινοποιήστε