Eurogroup 20ής Φλεβάρη

Το αποτέλεσμα του Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου έχει αυξήσει τη σύγχυση γύρω από όλες τις πτυχές του λεγόμενου ελληνικού ζητήματος. Το Eurogroup αυτό, εμφανίζεται επίσημα, τόσο από τους δανειστές, όσο και από την κυβέρνηση, ως ένας σημαντικός σταθμός για την επίλυση του «ελληνικού ζητήματος» και ως μια ένδειξη ότι πλησιάζει η ώρα που θα κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση και θα ανοίξει ο δρόμος για τη λήψη «μεσοπρόθεσμων μέτρων» για το ελληνικό κρατικό χρέος, για την ένταξη στην «ποσοτική χαλάρωση» και την επιτυχή έξοδο της Ελλάδας στις αγορές. Η κυβέρνηση, προχωρώντας ακόμα περισσότερο, εμφανίζει τα αποτελέσματα του Eurogroup ως την «αρχή του τέλους της λιτότητας» και ως το «πράσινο φως» για μειώσεις φόρων και κοινωνικές παροχές.

Όμως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Το αποτέλεσμα του Eurogroup δεν έφερε πιο κοντά κάποια λύση στο «ελληνικό ζήτημα». Απλώς αποτύπωσε φωτογραφικά τα δυο στοιχεία που κυριαρχούν σήμερα σε αυτό. Το πρώτο είναι η απόλυτη διαπραγματευτική αδυναμία της κυβέρνησης (και στο πρόσωπό της, η απόλυτη αδυναμία του ίδιου του ελληνικού καπιταλισμού), που οδήγησε για μια ακόμα φορά σε άτακτη υποχώρηση και αποδοχή της θέλησης των δανειστών. Το δεύτερο είναι η επίσης απόλυτη αδυναμία της κυβέρνησης να διαχειριστεί πολιτικά τη νέα αυτή εκδήλωση της πλήρους υποταγής στους δανειστές, αδυναμία που δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην ίδια την υπόθεση της πρακτικής εφαρμογής των μέτρων που η κυβέρνηση αποδέχθηκε.

Από τυπική άποψη, το Eurogroup κατέληξε σε μια γενικόλογη ανακοίνωση, από την οποία μαθαίνουμε μόνο δυο πράγματα: ότι πλέον υπάρχει «κοινή κατανόηση» κυβέρνησης-δανειστών πάνω στα «εκκρεμή ζητήματα» της «μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής στρατηγικής» (2018 και μετά) και των «μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας» και ότι επιστρέφουν τα τεχνικά κλιμάκια των δανειστών στην Αθήνα. Το πλήρες κείμενο της ανακοίνωσης είναι το ακόλουθο: «Οι θεσμοί (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) και ο Υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, ενημέρωσαν το Eurogroup για την πορεία της β΄ αξιολόγησης του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής της Ελλάδος, όπου τα κύρια εκκρεμή ζητήματα συμπεριλαμβάνουν τη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική (2018 και μετά), καθώς και τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Το Eurogroup καλωσορίζει την κοινή κατανόηση ανάμεσα στις ελληνικές αρχές και τους θεσμούς, η οποία επιτρέπει την επιστροφή της αποστολής των τεχνικών κλιμακίων στην Αθήνα ώστε να ξαναρχίσουν τις εργασίες για την επίτευξη συμφωνίας σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων (staff level agreement), πάνω σε πολιτικές μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο της β΄ αξιολόγησης του προγράμματος. Η συμφωνία σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχημένη ολοκλήρωση της αξιολόγησης και κατά συνέπεια για την παροχή οικονομικής υποστήριξης».

Κι όμως, ακόμα και σε αυτή την συνοπτική και γενικόλογη ανακοίνωση, αντανακλώνται ξεκάθαρα και τα δύο στοιχεία που προαναφέραμε, δηλαδή η απόλυτη διαπραγματευτική αδυναμία της κυβέρνησης που οδηγεί στην υποταγή, αλλά και η πλήρης αδυναμία πολιτικής διαχείρισης αυτής της υποταγής στο εσωτερικό της χώρας. Η πλήρης αποδοχή των θέσεων των δανειστών αποτυπώνεται στην αναφορά για «κοινή κατανόηση» πάνω στα δημοσιονομικά και τα εργασιακά, αφού ο μόνος εταίρος του προγράμματος που τυπικά έμενε να «πεισθεί» ώστε να υπάρξει «κοινή κατανόηση» ήταν η κυβέρνηση, που μέχρι πρότινος επισήμως αρνιόταν την προ-νομοθέτηση μέτρων.

Από την άλλη πλευρά, το ίδιο το γεγονός ότι η ανακοίνωση είναι τόσο γενικόλογη, φανερώνει πως υπάρχει ένας εταίρος στην συμμαχία της «κοινής κατανόησης», που αισθάνεται άβολα, που δεν μπορεί να τη διαχειριστεί πολιτικά και αυτός ο εταίρος είναι εκείνος που για μια ακόμα φορά υποχώρησε άτακτα και υποτάχθηκε, δηλαδή η κυβέρνηση. Οι δηλώσεις που ακολούθησαν από τους εκπροσώπους δανειστών και κυβέρνησης τις επόμενες ώρες και μέρες, επιβεβαίωσαν πλήρως τα δύο αυτά βασικά στοιχεία που περιέχονταν στη λιτή ανακοίνωση του Eurogroup.

Ταπεινωτική αποδοχή του προγράμματος του ΔΝΤ

Σύμφωνα με τις δηλώσεις των εκπροσώπων των δανειστών, που η ίδια η κυβέρνηση δεν διαψεύδει ως προς την ουσία τους, στο Eurogroup συμφωνήθηκε η προ-νομοθέτηση μέτρων για το διάστημα μετά το 2018 που λήγει το πρόγραμμα του 3ου Μνημονίου, τα οποία περιλαμβάνουν μείωση συντάξεων, μείωση του αφορολόγητου ορίου και περαιτέρω αλλαγή των εργασιακών συνθηκών σε βάρος των εργαζόμενων (ομαδικές απολύσεις, νόμος περιορισμού των απεργιών με μια πιθανή ίσως, ανώδυνη για την εργοδοσία, «βελτίωση» στο καθεστώς των συλλογικών συμβάσεων).

Η κυβέρνηση λοιπόν, όχι μόνο δεν κατέκτησε τίποτα σχετικά με το χρέος, όχι μόνο δεν πέτυχε πλεονάσματα χαμηλότερα από 3,5%, όχι μόνο δεν έβαλε την Ελλάδα στην «ποσοτική χαλάρωση» σαν ένα βήμα για την «έξοδο στις αγορές», όχι μόνο δεν «απομόνωσε» όπως ισχυριζόταν, τον Σόιμπλε και το ΔΝΤ, αλλά δεσμεύθηκε σε κοινή «κατανόηση» μαζί τους πάνω στην ανάγκη να εφαρμόσει ακριβώς αυτά που αξιώνει εδώ και μήνες το τελευταίο. Έτσι αυτή η κυβέρνηση γίνεται η πρώτη στην Ιστορία που αποδέχεται να νομοθετήσει προληπτικά μέτρα λιτότητας, φθάνοντας στο ταπεινωτικό σημείο να δεχθεί να αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τα μέτρα που θα κληθούν να εφαρμόσουν οι επόμενες μνημονιακές κυβερνήσεις.

Η αποδοχή της προ-νομοθέτησης μέτρων λιτότητας συνιστά έναν διπλό εξευτελισμό: τον εξευτελισμό του ελληνικού καπιταλισμού και της κυβέρνησης Τσίπρα. Ο ελληνικός καπιταλισμός αποδεικνύεται πως δεν έχει καμία φερεγγυότητα στα μάτια των δανειστών, ενώ η κυβέρνηση Τσίπρα αντιμετωπίζεται ανοικτά πλέον ως στυμμένη λεμονόκουπα, καθώς μόνο από μια κυβέρνηση «πολιτικά νεκρών» μπορεί να απαιτηθεί η προληπτική λήψη μέτρων. Μόλις δύο μέρες μετά το Eurogroup, η ταπεινωτική αντιμετώπιση της κυβέρνησης και του ελληνικού καπιταλισμού παρήγαγε πίεση για «ακόμα περισσότερα». Έτσι, η εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών Ζάιμπερτ, μετέθεσε τη μείωση των συντάξεων από το 2019 στο ..σήμερα, δηλώνοντας στο καθιερωμένο briefing της γερμανικής κυβέρνησης ότι «το συνταξιοδοτικό είναι μία από τις μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνεται στο τρέχον πρόγραμμα, άρα πρέπει να εκπληρωθεί στο τρέχον πρόγραμμα». Και αυτό είναι μόνο η αρχή, καθώς με την επάνοδο των τεχνικών κλιμακίων στην Αθήνα οι ταπεινωτικές πιέσεις για «όλο και περισσότερα» είναι βέβαιο ότι θα κλιμακωθούν.

«Αντισταθμιστικά μέτρα»: απελπισμένη και ανόητη δημαγωγία

Απελπισμένη από την αδυναμία της να κερδίσει έστω και την παραμικρή, πραγματική παραχώρηση που να σταθεροποιεί την παραμονή της στην εξουσία, η κυβέρνηση Τσίπρα επιλέγει να καταφύγει στον κόσμο της φαντασίας. Αφού πραγματικές παραχωρήσεις δεν υπάρχουν, οι κυβερνητικοί δημαγωγοί δεν έχουν παρά να τις εφεύρουν. Έτσι, ενώ μέχρι πρότινος χαρακτήριζαν τα πλεονάσματα ύψους 3,5% ως απαγορευτικά πλεονάσματα άγριας λιτότητας, τώρα ξαφνικά λένε στον ελληνικό λαό ότι αυτά είναι ευλογία, διότι αν υπερκαλυφθούν θα ξεκλειδώσουν «αντισταθμιστικά» μέτρα, όπως η μείωση του ΕΝΦΙΑ και του ΦΠΑ, που … «θα βάλουν τέλος στη λιτότητα».

Θα ήταν λάθος μια τέτοιου είδους δημαγωγία να την χαρακτηρίσει κάποιος «στοιχειωδώς ευφυή». Με δεδομένη την ακραία διάθεση υποτίμησης της νοημοσύνης του λαού που φανερώνει, αυτό που ταιριάζει στην περίπτωσή της είναι να την χαρακτηρίσουμε, εκτός από προκλητική και εντελώς ανόητη. Η ανοησία των κυβερνητικών εμπνευστών της, δεν έχει οργανικά αίτια, αλλά πολιτικά και ταξικά. Οφείλεται στην απόλυτη απομόνωσή τους από τον εργαζόμενο λαό, στην ακόρεστη λατρεία τους για τα προνόμια που απορρέουν από την κυβερνητική διαχείριση του σάπιου αστικού καθεστώτος και στην τυφλή εμπιστοσύνη τους στον καπιταλισμό.

Τι στ’ αλήθεια συμβαίνει λοιπόν, με τα περίφημα «αντισταθμιστικά»; Καταρχάς, αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ οι άτακτες υποχωρήσεις της κυβέρνησης στα δημοσιονομικά και τα εργασιακά αποτυπώθηκαν, έστω και γενικόλογα, στη γραπτή δήλωση του Eurogroup, δεν έγινε το ίδιο με τα «αντισταθμιστικά». Αυτά υπάρχουν ως τώρα, μόνο σε προφορικές δηλώσεις. Ακόμα όμως και σε αυτές, οι εκπρόσωποι των δανειστών τα εμφάνισαν μόνο ως «αναπτυξιακά», δηλαδή με έναν τρόπο που παραπέμπει, όχι σε κοινωνικές παροχές, αλλά σε «επενδυτικά κίνητρα» για το κεφάλαιο.

Τα «αντισταθμιστικά» ως «κοινωνικές παροχές», εμφανίστηκαν μόνο στα περίφημα «non papers» του Μαξίμου. Αλλά από τη στιγμή που γνωρίζουμε ότι καμία τέτοιου είδους «κοινωνική παροχή» δεν μπορεί να εφαρμοστεί από αστικές – μνημονιακές κυβερνήσεις χωρίς την τελική έγκριση των δανειστών, πρέπει να συμπεράνουμε ότι ακόμα και αν δημιουργηθούν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή «αντισταθμιστικών», αυτά μάλλον θα είναι στη πλειονότητα τους παραχωρήσεις στο κεφάλαιο, παρά στις δοκιμαζόμενες από την καπιταλιστική κρίση και τα Μνημόνια, λαϊκές μάζες.

Το σημαντικότερο όμως ζήτημα σχετικά με τα «αντισταθμιστικά», είναι η φύση τους. Μακριά από το να συνιστούν μια κατάκτηση στη διαπραγμάτευση «που βάζει τέλος στη λιτότητα», είναι απλώς η ωραιοποίηση όλων όσων ισχύουν μέχρι σήμερα, στο υπάρχον καθεστώς άγριας λιτότητας. Μέχρι τώρα, κάθε μνημονιακή κυβέρνηση που επιτύγχανε δημοσιονομικό αποτέλεσμα καλύτερο από τους προβλεπόμενους στόχους της άγριας λιτότητας, διατηρούσε το δικαίωμα να αξιώνει την αξιοποίηση ενός μέρους «από το πλεόνασμα του πλεονάσματος» με τον τρόπο που η ίδια θα επιλέξει. Αυτό συνέβη με την κυβέρνηση Σαμαρά, που το 2014 μείωσε το φόρο στην εστίαση και την «Εισφορά Αλληλεγγύης» και χορήγησε ένα έκτακτο επίδομα την Άνοιξη εκείνης της χρονιάς, ενώ το ίδιο συνέβη με την κυβέρνηση Τσίπρα και το πρόσφατο βοήθημα στους συνταξιούχους. Αυτές οι καθιερωμένες «παροχές», δε συνιστούν τέλος της λιτότητας. Συνιστούν απόδειξη της μονιμοποίησής της.

Ας δούμε όμως, τι πρέπει να γίνει το έτος 2019 για να γίνουν πράξη τα «αντισταθμιστικά». Η κυβέρνηση πρέπει να νομοθετήσει από τώρα – πριν κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση – μείωση αφορολογήτου και μείωση συντάξεων, που θα εφαρμοστούν ό,τι και αν γίνει, ώστε να επιδιωχθεί ένα πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5%. Μετά θα πρέπει να προσδοκά τα φορολογικά έσοδα να πάνε τόσο καλά (κι ενώ η φοροδοτική ικανότητα των μαζών μέρα με τη μέρα επιδεινώνεται, με 1 δις ευρώ νέες οφειλές στην εφορία να προστίθενται κάθε μήνα), ώστε το πλεόνασμα να υπερκαλυφθεί. Αν αυτή η υπερκάλυψη γίνει πραγματικότητα, θα περιμένει να έρθει το 2020 (στο οποίο δε θα βρίσκεται στην εξουσία), για να πιστοποιηθεί η υπερκάλυψη από τους δανειστές. Τότε θα πρέπει να ζητήσει την έγκρισή τους να χρησιμοποιήσει το επιπλέον τμήμα για «κοινωνικές παροχές» και θα τις χορηγήσει, μόνο αν λάβει αυτή την έγκριση.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι ενώ από τη μία πλευρά η προ-νομοθετημένη αύξηση της λιτότητας με τη μορφή μείωσης συντάξεων και αφορολογήτου, θα εφαρμοστεί ΣΙΓΟΥΡΑ, από την άλλη πλευρά, τα προ-νομοθετημένα «αντισταθμιστικά» θα εφαρμοστούν, ΜΟΝΟ εφ’ όσον υπερκαλυφθούν οι στόχοι της άγριας λιτότητας και φυσικά, αφού πρώτα δώσουν σχετική έγκριση οι δανειστές. Στην περίπτωση βέβαια που το πρωτογενές πλεόνασμα ανέλθει απλώς στο 3,5%, δεν θα εφαρμοσθούν καθόλου τα «αντισταθμιστικά».

Μήπως όμως ακόμα και στο θετικό σενάριο της υπερκάλυψης των πλεονασμάτων άγριας λιτότητας του 3,5% θα ισχύσει ο κανόνας, που ανακοίνωσε η κυβέρνηση, ότι για κάθε ένα ευρώ λιτότητας που θα νομοθετηθεί, θα εφαρμόζεται και ένα «αντισταθμιστικό» μέτρο ίσης αξίας; Δεν χρειάζεται να έχει μαθηματικές γνώσεις κάποιος για να κατανοήσει ότι για να συμβεί αυτό, θα πρέπει τα ποσό της υπερκάλυψης του πλεονάσματος να ισοδυναμεί με το ποσό των μέτρων που θα ψηφιστούν τώρα, δηλαδή να είναι ύψους 3,6 δις ευρώ (σύμφωνα με τις ανακοινωμένες απαιτήσεις του ΔΝΤ). Αλλά για να συμβεί αυτή η εντυπωσιακή υπερκάλυψη του στόχου του 3,5 % , την ώρα μάλιστα που κανείς από τους δανειστές δεν πιστεύει ότι μπορεί να πιαστεί καν ο στόχος, είτε θα πρέπει η φοροδοτική ικανότητα των βασικών «υποζυγίων» της φορολογίας των λαϊκών μαζών να βελτιωθεί, είτε να ξεκινήσει ξαφνικά ένα όργιο επενδύσεων και ανάπτυξης στη χώρα που θα διευρύνει τον όγκο των φορολογικών εσόδων, είτε να έχουμε μια νέα, δραστική περικοπή των κρατικών δαπανών.

Όμως, όπως ήδη προαναφέραμε, η φοροδοτική δυνατότητα των μαζών έχει φτάσει στα όριά της, ενώ η άμεση εμφάνιση θεαματικά υψηλών ρυθμών ανάπτυξης είναι ασυμβίβαστη με τις νέες μεγάλες μειώσεις σε συντάξεις και αφορολόγητο, που θα συρρικνώσουν την εγχώρια αγορά. Τι απομένει ως σίγουρο μέσο για να επιτευχθεί μια τέτοια εντυπωσιακή υπερκάλυψη και να εφαρμοστούν τα «αντισταθμιστικά»; Η δραστική περικοπή των κρατικών δαπανών. Αλλά ποια μορφή μπορεί να λάβει αυτή η δραστική περικοπή, όταν το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσό του κρατικού προϋπολογισμού, αφαιρουμένων των δαπανών για το χρέος, προορίζεται για μισθούς, συντάξεις, ασφάλιση και περίθαλψη; Μα φυσικά τη μορφή απολύσεων εργαζόμενων στο κράτος, μιας νέας μείωσης μισθών, συντάξεων και κοινωνικών δαπανών, δηλαδή μεθόδων που η κοινή λογική μπορεί επάξια να τους αποδώσει τον χαρακτηρισμό «περισσότερη άγρια λιτότητα».

Τι μας λέει λοιπόν, η κυβέρνηση; Ότι, για να πραγματοποιηθούν πλήρως τα «αντισταθμιστικά» που θα «βάλουν τέλος στη λιτότητα»… η άγρια λιτότητα θα πρέπει να λάβει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις! Οι κύριοι αυτοί δε συνειδητοποιούν ότι επιχειρώντας να πλειοδοτήσουν σε δημαγωγία, πλειοδοτούν όχι μόνο σε ανοησία, αλλά και σε ..άγρια λιτότητα.

Ας μην ξεχάσουμε βέβαια και το εξόχως αντισταθμιστικό «πακέτο μέτρων 3 δις ευρώ», που σύμφωνα με την κυβέρνηση «θα στηρίξει η Παγκόσμια Τράπεζα για τον περιορισμό της ανεργίας για το άνοιγμα 100.000 θέσεων εργασίας». Πέραν του γεγονότος ότι έως τώρα, η μοναδική πηγή για την ύπαρξη αυτού του πακέτου είναι τα «non paper» της κυβέρνησης, θα πρέπει να θυμίσουμε στους πρώην, «ορκισμένους αντι-νεοφιλελεύθερους» της κυβέρνησης, ότι η Παγκόσμια Τράπεζα δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα, αλλά ακριβώς αυτό που λέει το όνομά της, δηλαδή μια τράπεζα, η οποία, όπως και το ΔΝΤ, χορηγεί δάνεια με τόκο (που προστίθενται φυσικά στο κρατικό χρέος) και με συγκεκριμένους, σκληρούς όρους που προβλέπουν λιτότητα και περικοπές.

Ο ελληνικός καπιταλισμός δε θα πιάσει τους στόχους

Κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια το πότε και με ποια μορφή θα νομοθετηθούν τα μέτρα που απορρέουν από την «κοινή κατανόηση» του Eurogroup της 20ης Φλεβάρη. Αντιθέτως όμως, μπορούμε με απόλυτη βεβαιότητα να προβλέψουμε ότι οι γενικοί στόχοι που τα μέτρα αυτά επιδιώκουν, δηλαδή η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% από το 2018 και έως τουλάχιστον το 2023, δεν μπορούν να πιαστούν. Αυτό δεν το ισχυριζόμαστε μόνο εμείς οι μαρξιστές. Είναι η επίσημη εκτίμηση, εκείνου του εταίρου των δανειστών που διαθέτει τη μεγαλύτερη σχετική τεχνογνωσία, δηλαδή του ΔΝΤ.

Στην επίσημη έκθεσή του, με ημερομηνία 24 Ιανουαρίου 2017, το ΔΝΤ αναφέρει κατηγορηματικά ότι είναι αδύνατο η Ελλάδα να διατηρήσει πρωτογενή πλεονάσματα αυτού του ύψους για ένα τέτοιο διάστημα. Η έκθεση μάλιστα, αναφέρει χαρακτηριστικά, πως τα τελευταία 200 χρόνια, από τις 15 χώρες που όπως και η Ελλάδα είχαν ύφεση μεγαλύτερη από 5 χρόνια, δεν υπήρξε ούτε μια που να κατάφερε να σημειώσει πλεόνασμα πάνω από 2% του ΑΕΠ μετά το τέλος της ύφεσης. Ιστορικά, η ίδια η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει ποτέ να διατηρήσει πρωτογενή πλεονάσματα για παρατεταμένες περιόδους. Η καλύτερη σύγχρονη επίδοσή της, βρίσκεται στη δεκαετία του 1990, οπού με μέσο ρυθμό ανάπτυξης 2,1%, κατάφερε να διατηρήσει πρωτογενές πλεόνασμα 1,75% για οκτώ χρόνια.

Επιπρόσθετα, η σημερινή αντικειμενική κατάσταση του ελληνικού καπιταλισμού, κάθε άλλο παρά δείχνει ότι είναι σε θέση να πετύχει τέτοιου είδους ιστορικά ρεκόρ. Η ανακοίνωση των νεότερων στοιχείων για την εξέλιξη του ΑΕΠ κατά το 2016 από την ΕΛΣΤΑΤ, «πάγωσε» την κυβέρνηση και τα άλλα εγχώρια αστικά επιτελεία και έδειξε ότι ο ελληνικός καπιταλισμός, παρά τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς, συνεχίζει να βρίσκεται σε ύφεση. Το ΑΕΠ υποχώρησε  1,4% κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2016 συγκριτικά με το τρίτο τρίμηνο, κλείνοντας σε ετήσια βάση με μηδενική μεταβολή. Η χρονιά επίσης, έκλεισε με επιστροφή σε έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ύψους 1,1 δις ευρώ, από το πλεόνασμα 206 εκατομμυρίων που είχε σημειωθεί το 2015. Οι «κακοί οιωνοί» είχαν ήδη φανεί τον Ιανουάριο, καθώς σύμφωνα με το σύστημα «Εργάνη», κατά τον μήνα αυτόν, σημειώθηκε η μεγαλύτερη απώλεια θέσεων εργασίας τα τελευταία 15 χρόνια, με σχεδόν 30.000 περισσότερες χαμένες θέσεις εργασίας.

Οι στόχοι για πλεονάσματα 3,5% στηρίζονται σε εκτιμήσεις της Κομισιόν που μιλούν για ανάπτυξη άνω του 3%. Παρ’ ότι στο χαοτικό σύστημα που λέγεται καπιταλιστική οικονομία δεν μπορούμε να κάνουμε ακριβείς προβλέψεις, ο συνδυασμός άσχημων στοιχείων για τους τρέχοντες ρυθμούς εξέλιξης του ΑΕΠ, για την απασχόληση, αλλά και για την κατανάλωση που εμφανίζεται σε όλες τις σχετικές έρευνες να βαίνει διαρκώς μειούμενη (ακόμα και στα βασικά είδη κατανάλωσης), δεν μας προϊδεάζει για την εμφάνιση των ποσοστών ανάπτυξης που προβλέπουν οι ιθύνοντες νόες του ελληνικού προγράμματος. Ο πολύ πιθανός «εκτροχιασμός» στην εξέλιξη του ΑΕΠ συγκριτικά με τις αισιόδοξες κυβερνητικές και «κοινοτικές» προβλέψεις για το 2017, δεν μπορεί παρά να σημαίνει νέα μέτρα και νέες απαιτήσεις από τους δανειστές.

Ακόμα όμως και αν όλα στην ελληνική οικονομία εξελιχθούν σύμφωνα με τις προβλέψεις και πραγματοποιούταν το ιστορικό ρεκόρ επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% μίνιμουμ για 3-5 χρόνια μετά το 2018, το ελληνικό κράτος δε θα μπορούσε να εξυπηρετήσει κανονικά το χρέος του. Μόνο κατά την τετραετία 2021-2024, θα πρέπει να διατεθούν για το χρέος συνολικά 104,7 δις ευρώ και μόνο για το 2022 να διατεθούν 33,3 δις ευρώ, δηλαδή δυο φορές οι δαπάνες που δίνονται σήμερα για μισθούς και συντάξεις! Μια στάση πληρωμών θα μπορούσε να αποφευχθεί μόνο αν πραγματοποιούταν ένας συνδυασμός νέου χαμηλότοκου δανεισμού και κουρέματος τόκων ή και χρεολυσίων. Δηλαδή με άλλα λόγια, μόνο αν αποφασιστεί ένα νέο διεθνές δανειακό πρόγραμμα για την Ελλάδα. Αλλά κάτι τέτοιο με τα σημερινά δεδομένα είναι απίθανο. Αντί για το ενδιαφέρον για ένα νέο, τέταρτο πρόγραμμα για την Ελλάδα, οι δανειστές, προεξαρχόντων του ΔΝΤ, της Γερμανίας και των δορυφόρων της στον ευρωπαϊκό Βορά, δείχνουν ξεκάθαρα ότι έχουν πια «κουραστεί» με την Ελλάδα.

Οι τάσεις για εθνική αναδίπλωση ωθούν προς το Grexit

Τις τελευταίες εβδομάδες έχει φουντώσει ξανά η φιλολογία για το Grexit, αυτή τη φορά όχι ως μια πρόβλεψη μεμονωμένων οικονομικών αναλυτών, αλλά μέσα από δηλώσεις κορυφαίων Γερμανών αστών πολιτικών και αναλύσεις των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών και αμερικάνικων αστικών εφημερίδων. Αυτή η φιλολογία, δεν αντανακλά απλώς μια αφηρημένη ανησυχία των αστών αναλυτών, αλλά απεικονίζει το μέλλον που ζυγώνει νομοτελειακά για την Ελλάδα, ως τμήμα της συνολικής κρίσης της ΕΕ και της Ευρωζώνης. Η πρόβλεψη για το αναπόφευκτο του Grexit, ως συνέπεια της συνολικής ευρωπαικής κρίσης και της τάσης για συρρίκνωσης της ΕΕ και της Ευρωζώνης, δεν είναι μια καταστροφολογική προφητεία, αλλά μια εκτίμηση που πηγάζει από τα ίδια τα αντικειμενικά δεδομένα και τις τάσεις του ευρωπαϊκού καπιταλισμού.

Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός δεν έχει ανακάμψει ουσιαστικά από την κρίση του 2008. Το τέταρτο τρίμηνο του περασμένου έτους δεν επεφύλασσε ψυχρολουσία μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για το σύνολο των οικονομιών της Ευρωζώνης, καθώς εκεί ο μέσος όρος ανάπτυξης ήταν μόλις 0,4%. Αυτή η ισχνή ανάκαμψη είναι αδύνατο να αποκλιμακώσει τα υψηλά κρατικά χρέη, με αποτέλεσμα να επανεμφανίζεται η τάση για την αδυναμία του ευρωπαϊκού Νότου να βρει φτηνό δανεισμό. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι οι διαφορές στις αποδόσεις μεταξύ των ιταλικών και των γερμανικών ομολόγων έχουν αγγίξει επίπεδα που έχει να δει η αγορά από το 2012. Αυτό, με δεδομένη την τάση για περιορισμό της ποσοτικής χαλάρωσης από την ΕΚΤ (η αγορά ομολόγων έχει πέσει από τα 80 δισ. ευρώ στα 60 δισ. ευρώ το μήνα), λόγω της ανόδου του πληθωρισμού (αλλά και των πιέσεων της Γερμανίας στον Ντράγκι), αντανακλά τον αυξανόμενο φόβο των αγορών για μια επικείμενη διάλυση της Ευρωζώνης.

Πρόσθετοι αποφασιστικοί παράγοντες αποσταθεροποίησης του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, είναι η – όπως όλα δείχνουν – μακρά περίοδος διαπραγματεύσεων για το Brexit και η επιθετική-προστατευτική πολιτική Τραμπ, ενώ και οι απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις αυτού του έτους (Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία και πιθανά Ιταλία), με τις τάσεις πολιτικής πόλωσης και αμφισβήτησης την ΕΕ που αναδεικνύουν, προϊδεάζουν για μια αποκλιμάκωση της οικονομικής ενότητας που επιτεύχθηκε στην καπιταλιστική Ευρώπη τις προηγούμενες δεκαετίες.

Αμετανόητα αφελείς αστοί και μικροαστοί αναλυτές βαυκαλίζονται με την ιδέα ότι η απάντηση της Ε.Ε σε αυτή τη νέα πραγματικότητα θα μπορούσε να είναι «περισσότερη ενότητα και αλληλεγγύη», με βήματα προς την πολιτική ενοποίηση. Αυτές οι εκτιμήσεις αγνοούν το σημαντικότερο παράγοντα της κρίσης στη σημερινή ΕΕ, δηλαδή το οικονομικό αδιέξοδο του ευρωπαϊκού Νότου και τα τεράστια κρατικά και τραπεζικά χρέη. Βήματα προς την κατεύθυνση της πολιτικής ενοποίησης σήμερα, πρακτικά θα σήμαιναν την ανάληψη της ευθύνης για την εξυπηρέτηση όλων αυτών των χρεών από τη Γερμανία.

Η κίνηση που πρέπει να αναμένουμε είναι προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Όχι προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση, αλλά προς την εθνική αναδίπλωση. Σ’ έναν κόσμο μεγαλύτερης αβεβαιότητας και οξυμένου εμπορικού πολέμου, οι Γερμανοί αστοί και οι δορυφόροι τους θα επιδιώκουν σταθερά να βγάλουν από πάνω τους το βάρος των υπερχρεωμένων κρατών όπως η Ελλάδα και να τα εγκαταλείψουν στην τύχη τους. Οι χειρισμοί προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι προσεκτικοί και αναγκαστικά, αρχικά, σχετικά αργοί, λόγω του μεγάλου βαθμού στον οποίο προχώρησε η οικονομική και νομισματική ενοποίηση την προηγούμενη περίοδο. Αλλά υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι κινούμαστε από τώρα σε αυτή την κατεύθυνση.

Αυτές δεν αφορούν μόνο τις γνωστές, μονότονα επαναλαμβανόμενες δημόσιες τοποθετήσεις του Σόιμπλε. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον από αυτή τη σκοπιά, έχει η είδηση που γνωστοποιήθηκε πριν από λίγες μέρες ότι η Γερμανία δρομολόγησε τον επαναπατρισμό του χρυσού που κατέχει από το εξωτερικό και την τοποθέτηση του σε δικά της θησαυροφυλάκια. Ενδεικτικό για την ίδια τάση είναι το γεγονός ότι, με βάση στοιχεία από την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, οι γερμανικές τράπεζες έχουν πλέον σταματήσει να δανείζουν σε εταιρείες με έδρα άλλες χώρες της Ευρωζώνης, προτιμώντας να κρατούν το χρήμα τους στη Γερμανία.

Εξίσου αντιπροσωπευτικές των ίδιων τάσεων είναι και δυο πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις της Μέρκελ, που προκάλεσαν ιδιαίτερη εντύπωση. Στις 18/2, στην ομιλία της στη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια, η Μέρκελ εκδήλωσε, εμμέσως πλην σαφώς, δυσαρέσκεια για το ευρώ, αναφέροντας ότι η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ «δεν βασίζεται στη Γερμανία, αλλά είναι μάλλον προσαρμοσμένη σε χώρες από την Πορτογαλία μέχρι τη Σλοβενία ή τη Σλοβακία» και με ασυνήθιστη ειλικρίνεια, εξέφρασε τη νοσταλγία που αρχίζει να αισθάνεται η γερμανική αστική τάξη για την παλιά ασφάλεια που της παρείχε το μάρκο, λέγοντας: «Αν εξακολουθούσαμε να έχουμε το γερμανικό μάρκο, θα είχε ασφαλώς διαφορετική αξία απ’ ό,τι έχει αυτή τη στιγμή το ευρώ». Επίσης, στον απόηχο των εργασιών της άτυπης Συνόδου Κορυφής της ΕΕ στη Μάλτας στις 4/2, η Γερμανίδα Καγκελάριος, αποδεχόμενη την προοπτική μιας «Ευρώπης πολλών ταχυτήτων», δήλωσε ότι «τα τελευταία χρόνια έδειξαν πως θα υπάρξει μια ΕΕ πολλαπλών ταχυτήτων και ότι δεν πρέπει να συμμετέχουν πάντα όλες οι χώρες μέλη στα ίδια στάδια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».

Η αυξανόμενη τάση για εθνική αναδίπλωση μέσα στους κόλπους της άρχουσας τάσης, εμφανίζεται ορμητικά σε όλη την Ευρώπη. Η διάσπαση των Βρετανών αστών πάνω στο Brexit, η άνοδος του εθνικιστή Βίλντερς στην Ολλανδία, τα μεγάλα ποσοστά για την άκρα Δεξιά στην Αυστρία, η αυξανόμενη ρητορική κατά του ευρώ από τη Λεπέν στη Γαλλία και το κόμμα του Γκρίλο στην Ιταλία, είναι ενδείξεις ότι ο σκεπτικισμός για την ΕΕ και το ευρώ λαμβάνει χαρακτήρα επιδημίας στο αστικό στρατόπεδο, σε Βορρά και σε Νότο.

Μέσα στο πλαίσιο αυτών των γενικευμένων τάσεων για εθνική αναδίπλωση και αμφισβήτηση της ενότητας της ΕΕ και της Ευρωζώνης, η όποια αστική «αλληλεγγύη» στον χρεοκοπημένο ελληνικό καπιταλισμό είναι καταδικασμένη να εξαφανιστεί. Τα τεράστια πακέτα χρηματοδότησης που δόθηκαν στην Ελλάδα για να αποφευχθεί η αστάθεια που θα προκαλούταν από μια χρεοκοπία της, δεν πρόκειται να επαναληφθούν και η Ελλάδα θα σπρώχνεται προς το Grexit. Ακόμα και αυτοί οι πλήρως εξαρτημένοι από τους δανειστές τους, Έλληνες αστοί, σαν αποτέλεσμα της διαρκούς αποτυχίας των ελληνικών «προγραμμάτων στήριξης», θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την προσήλωσή τους στην παραμονή στο ευρώ και να εξετάσουν σοβαρά το ενδεχόμενο ενός Grexit, συναινετικού με τους δανειστές.

H Γερμανία, το ΔΝΤ και το Grexit

Το ελληνικό κράτος, ένα μόλις χρόνο πριν λήξει και το τρίτο αποτυχημένο «πρόγραμμα διάσωσης», έχει ακόμα εντελώς απαγορευτικά επιτόκια δανεισμού και έτσι δείχνει ότι είναι αδύνατο να σταθεί στα πόδια του χωρίς ένα νέο πακέτο από το 2018 και μετά. Το ΔΝΤ χαρακτηρίζει πλέον επίσημα το ελληνικό χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο» και από τις δημόσιες τοποθετήσεις του, φαίνεται ότι στην καλύτερη περίπτωση  (αν τελικά συναινέσει και η νέα αμερικανική κυβέρνηση που είναι ο μεγαλομέτοχος του Ταμείου), θα μπορούσε να μπει στο υπάρχον ελληνικό πρόγραμμα, αλλά σε καμία περίπτωση σ’ ένα νέο, που όπως είπαμε αντικειμενικά θα απαιτηθεί.

Και αν το ΔΝΤ δείχνει ότι είναι έτοιμο να αποχωρήσει πλέον από τα «προγράμματα στήριξης» της Ελλάδας, γιατί θα πρέπει να παραμείνουν σε αυτά οι άλλοι Ευρωπαίοι «εταίροι» και ειδικά το αφεντικό των προγραμμάτων, η καπιταλιστική Γερμανία, που φοβάται ότι δείχνοντας διαρκώς ανοχή στον ελληνικό καπιταλισμό θα κινδυνεύει να φορτωθεί με τα πολύ μεγαλύτερα βάρη των υπόλοιπων Νοτίων; Είναι ξεκάθαρο ότι το σκηνικό για ένα Grexit στήνεται από τώρα, με πρωτοστατούντες (με διαφορετικά κίνητρα, αλλά με τον ίδιο σκεπτικισμό για τον ελληνικό καπιταλισμό και την ενότητα της ΕΕ και της Ευρωζώνης) το ΔΝΤ και τους Γερμανούς αστούς.

Ο κατεξοχήν πολιτικός εκφραστής αυτού του δρόμου στη Γερμανία, ασφαλώς είναι ο Σόιμπλε. Ο Βενιζέλος το 2011 τον άκουσε να προτείνει τη λύση ενός συμφωνημένου Grexit και ο Τσίπρας τον Ιούλιο του 2015, υποτάχθηκε στο 3ο Μνημόνιο βλέποντας με τα ίδια του τα μάτια το σχέδιο του «συντεταγμένου Grexit» να βρίσκεται επίσημα στο τραπέζι της Συνόδου Κορυφής. Από τότε, έχει κυλήσει τόσο «νερό στα αυλάκι» των διεργασιών για το Grexit που η μέχρι πρότινος κυρίαρχη, ανόητη αντίληψη ότι «η Ελλάδα θα κρατιέται από τη Γερμανία πάντα φυλακισμένη στο ευρώ» και ότι τα γερμανικά σχέδια για την έξοδό της από την Ευρωζώνη «είναι μπλόφες», έχει καταντήσει πια ένα μουσειακό είδος.

Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι σοβαρές οικονομικές εκδόσεις όπως η γαλλική οικονομική «La Tribune», γράφουν ανοικτά και με βεβαιότητα για το σχέδιο του Σόιμπλε για ένα Grexit. Σε άρθρο της «La Tribune», που τιτλοφορείται «Ελλάδα: η παγίδα του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε κλείνει» και αναδημοσιεύθηκε από το «Έθνος» στις 14/2, ο Ρομαρίκ Γκοντέν γράφει: «..Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών έθεσε ως όρο για τη στήριξη της Ελλάδας τη  συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν να συμβεί, έχοντας ως στόχο να επαναφέρει το σενάριο περί Grexit». Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι το βαθύτερο σχέδιο του Σόιμπλε είναι η δημιουργία ενός «σκληρού πυρήνα» της Ευρωζώνης, γεγονός που συνεπάγεται ότι θα πρέπει να αποκλειστούν οι «κακοί μαθητές», είτε με μια ακόμη πιο αυστηρή διόρθωση με περισσότερες μεταρρυθμίσεις ή περισσότερες προϋποθέσεις για πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018. Και φτάνοντας στο γενικό συμπέρασμα ο αρθρογράφος καταλήγει πως ο νέος άγραφος κανόνας -κατά Σόιμπλε- της Ευρωζώνης είναι: «προσαρμοστείτε μονομερώς ή βγείτε απ’ αυτή».

Ο Σόιμπλε όμως δεν εκφράζει τον εαυτό του. Εκπροσωπεί τα συμφέροντα της γερμανικής αστικής τάξης και ειδικότερα, εκφράζει το σημαντικό εκείνο τμήμα της που είναι ήδη πεισμένο για την ανάγκη της εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, στο πλαίσιο της επιδίωξης για μια πιο στενή, ασφαλή και καλύτερα ελεγχόμενη από τους Γερμανούς καπιταλιστές οικονομική και νομισματική ένωση. Το γεγονός ότι οι υπόλοιποι Γερμανοί αστοί πολιτικοί, συμπεριλαμβανομένων των σοσιαλδημοκρατών ηγετών, δε μιλούν σαν τον Σόιμπλε ή ακόμα και διαχωρίζονται δημόσια από αυτόν, δε σημαίνει ότι έχουν και ριζικές διαφωνίες μαζί του.

Ήδη αναφερθήκαμε σε πρόσφατες δηλώσεις της Μέρκελ, που διαψεύδουν την ανόητη φιλολογία περί σοβαρών διαφωνιών της με τον Σόιμπλε, την οποία καλλιεργούν κύρια οι κάθε είδους απολογητές της κυβέρνησης Τσίπρα, για να δικαιώσουν τη μασκαράτα της «μαχητικής διαπραγμάτευσης». Άλλωστε, η ίδια η μονότονα επαναλαμβανόμενη κατάληξη της «μαχητικής διαπραγμάτευσης» σε πανωλεθρίες, επιβεβαιώνει γλαφυρά ότι τέτοιες σοβαρές διαφωνίες δεν υπάρχουν.

Μήπως όμως οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες υπερασπίζουν μια άλλη, ριζικά διαφορετική πολιτική από αυτή του Σόιμπλε; Είναι γεγονός ότι οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, όπως ο Σουλτς, τάσσονται συστηματικά και δημόσια υπέρ της περισσότερης «αλληλεγγύης» στην Ελλάδα και της παραμονής της στο ευρώ. Με αυτή την έννοια, δείχνουν να εκφράζουν μια σημαντική ακόμα μερίδα του γερμανικού κεφαλαίου που δεν έχει πειστεί ακόμα ότι τα σχέδια του Σόιμπλε για Grexit είναι τα ενδεδειγμένα, φοβούμενη το ρίσκο της ενεργητικής επιδίωξης μιας τέτοιας επιλογής. Όμως είναι θέμα χρόνου, η ίδια η ζωή – όταν μάλιστα όλες οι αντικειμενικές οικονομικές εξελίξεις κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση – να πείσει και αυτούς για την αναγκαιότητα του Grexit.

Επίσης, δε θα πρέπει να ξεχνάμε, ότι κατά ένα μεγάλο ποσοστό, η επίκληση της «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» από τους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες είναι προϊόν δημαγωγίας και της ανάγκης τους να κερδοσκοπήσουν εκλογικά πάνω στα αυθόρμητα και γνήσια αισθήματα αλληλεγγύης για τον ελληνικό λαό που αναπτύσσονται σε μεγάλο μέρος του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας της Γερμανίας. Αλλά ποιά στ’ αλήθεια, είναι η ουσία της «αλληλεγγύης» που προτείνουν οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες; Είναι η ακλόνητη πίστη στις «μεταρρυθμίσεις», δηλαδή στις πολιτικές που επιβάλουν οι δανειστές και ο «κακός Σόιμπλε», που με την εφαρμογή τους βαθαίνουν την ύφεση και προλειαίνουν το έδαφος για την αναπόφευκτη εκδήλωσή του Grexit. Με αυτή την έννοια, η «αλληλεγγύη» των Σουλτς και Γκάμπριελ οδηγεί με σιγουριά προς το Grexit.

Ποιες θα μπορούσαν να είναι οι αφορμές που θα επιταχύνουν την πορεία προς την κατεύθυνση του Grexit το επόμενο διάστημα; Ο ρόλος του ΔΝΤ, μπορεί εδώ να αποβεί μοιραίος. Έχοντας ήδη εκδηλώσει, εμμέσως αλλά σαφέστατα, την πρόθεση να αποσυρθεί από τα ελληνικά «προγράμματα διάσωσης» και με τη νέα επιθετική πολιτική Τραμπ να δίνει το σήμα ότι η Ελλάδα αποτελεί ένα αποκλειστικά ευρωπαϊκό (βλέπε γερμανικό) πρόβλημα, το ΔΝΤ θα μπορούσε πολύ σύντομα να εγκαταλείψει την Ελλάδα.

Όμως οι Γερμανοί αστοί και οι δορυφόροι τους, όπως μαρτυρούν οι πρόσφατες σχετικές δηλώσεις Σόιμπλε και Ντάισεμπλουμ, ξεκαθαρίζουν ανοικτά πλέον ότι αν αποχωρήσει το ΔΝΤ από την Ελλάδα, θα πάψουν να υπάρχουν ελληνικά προγράμματα, τουλάχιστον με τη μορφή που τα γνωρίσαμε ως σήμερα. Με την επιμονή τους στη συμμετοχή του ΔΝΤ, οι Γερμανοί και οι λοιποί Βορειοευρωπαίοι αστοί επεδίωκαν ως τώρα την εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής αυστηρότητας για τον παραδειγματισμό ολόκληρου του Νότου. Μια απόσυρση του ΔΝΤ από την Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει το τυπικό έναυσμα για την απόσυρση και των ίδιων.

Σε αυτή την περίπτωση, αντί για ένα νέο «πρόγραμμα» για την Ελλάδα όπως αυτά που γνωρίσαμε, η φόρμουλα του διαζυγίου θα περιλαμβάνει πιθανά ένα συμφωνημένο-συντεταγμένο Grexit, που θα απαλλάσσει την Ευρωζώνη από τον «ελληνικό βραχνά», θα παραδειγματίζει σκληρά τους υπόλοιπους υπερχρεωμένους του Νότου και θα κινείται στη γραμμή που κυνικά περιέγραφε πριν από λίγους μήνες το κύριο άρθρο της φιλοκυβερνητικής Welt στη Γερμανία με τίτλο «Κούρεμα χρέους και μετά αντίο! (από την Ευρωζώνη)».

Εδώ το πιθανό κούρεμα χρέους (ή έστω μια εκτεταμένη αναδιάρθρωση), δεν θα συνιστά ουσιαστική παραχώρηση, αφού όλοι πλέον κατανοούν, ακόμα και αν δεν το ομολογούν, ότι όπως είναι τώρα το ελληνικό χρέος δεν μπορεί να αποπληρωθεί. Ο πάντα ενημερωμένος για τα τεκταινόμενα στην γερμανική πολιτική, Τάσος Τέλογλου, έγραφε σχετικά στην «Καθημερινή»: «..Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έχει αποφασίσει –εδώ και πολύ καιρό– ότι μία αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους είναι μάλλον αναπόφευκτη. «Το μόνο θέμα είναι το πότε και το πώς θα γίνει», υποστήριξε στην «Κ» ανώτατη πηγή της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης από το Βερολίνο.» («Η Γερμανία επιμένει και προετοιμάζεται», 13/2/2017).

Σημαντικό ρόλο τέλος, για την επιτάχυνση της πορείας προς το Grexit, σαν τμήμα μιας συνολικής κρίσης συνοχής της Ευρωζώνης, θα μπορούσε ασφαλώς να διαδραματίσει η ανάδειξη πιο «ευρωσκεπτικιστικών» κυβερνήσεων μετά από τις επικείμενες εκλογές σε Ολλανδία, Γαλλία και Γερμανία.

Τι θα κάνει η κυβέρνηση;

Η εκτίμησή μας σε ένα κείμενο που δημοσιεύθηκε στις 20/12 του προηγούμενου χρόνου, με τον τίτλο «Βραχυπρόθεσμη Δημαγωγία, Μακροπρόθεσμη τύφλωση και ιστορικά καθήκοντα», ήταν ότι η κυβέρνηση – παρά τις αντίθετες προθέσεις της – οδεύει προς την αναγκαστική απόδραση με πρόωρες εκλογές, εξαιτίας της πολιτικής της αδυναμίας να περάσει τα νέα απαιτούμενα από τους δανειστές μέτρα και όχι φυσικά λόγω της εναντίωσής της σε αυτά από κάποια «φιλολαϊκά» ή «ιδεολογικά» κίνητρα. Εξηγούσαμε ότι η νέα εξευτελιστική διαδικασία του εξαναγκασμού σε ψήφιση πρόσθετων, προληπτικών μέτρων με μείωση κυρίων συντάξεων και νέα μείωση του αφορολόγητου, σε συνδυασμό με τις νεοφιλελεύθερες αλλαγές στα εργασιακά, που η κυβέρνηση είχε αποφύγει τον περασμένο Μάη, δεν μπορεί να σηκωθεί από τους ώμους της κυβέρνησης Τσίπρα, όπως και κάθε άλλης αστικής κυβέρνησης που δεν έχει νωπή εκλογική εντολή. Η ανάλυσή μας εκείνη, προέβλεπε σαν πιο πιθανή, την διεξαγωγή εκλογών μέσα στην Άνοιξη.

Από την ημέρα που δημοσιεύσαμε την ανάλυση αυτή, έχει μεσολαβήσει μια εξέλιξη που έδωσε στην κυβέρνηση περισσότερο χρόνο μέχρι να λάβει τις τελικές αποφάσεις σχετικά με το μέλλον της. Η εξέλιξη αυτή, ήταν τα νεότερα στοιχεία για το μέγεθος του πρωτογενούς πλεονάσματος, που σύμφωνα με τους κυβερνητικούς υπολογισμούς έφτασε στα 4,4 δισ. ευρώ για το σύνολο του 2016, αντί για τον μνημονιακό στόχο των μόλις 900 εκατομμυρίων!

Αυτό το πλεόνασμα, που ξεπέρασε κάθε προσδοκία και που οφείλεται στον καταιγισμό νέων φόρων και στο παρατηρούμενο «στέγνωμα» των τραπεζικών καταθέσεων για να γίνουν πληρωμές στην εφορία κάτω από την αυξανόμενη απειλή των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών, φυσικά δεν είναι διατηρήσιμο, όπως τεκμηριωμένα εκτιμά το ΔΝΤ. Όμως αναμφίβολα, η ύπαρξή του έδωσε στην κυβέρνηση την υλική βάση για διάφορες έκτακτες μικροπαροχές προεκλογικού χαρακτήρα, όπως το βοήθημα στους συνταξιούχους ή το περίφημο ΚΕΑ, ενώ επίσης, της έδωσε τη δυνατότητα για καθυστερήσεις στη διαπραγμάτευση, με την κρυφή προσδοκία ότι κάποια νέα εξέλιξη ίσως επιτρέψει κάποια παραχώρηση από τους δανειστές, που θα διευκολύνει τη νομοθέτηση των μέτρων από την παρούσα Βουλή. Με το μεγάλο πλεόνασμα στο χέρι, η κυβέρνηση είχε περισσότερο χρόνο να διεκδικήσει αυτό το ελάχιστο «κάτι» που της είναι χρήσιμο για να μπορέσει να αποφύγει τις εκλογές.

Η ζωή απέδειξε στο Eurogroup ότι, την ώρα που η κυβέρνηση έχει ήδη οδηγηθεί στο να αποδεχθεί την προ-νομοθέση μέτρων, αυτό το «κάτι» δε δίνεται. Όμως, δεν πρέπει κανείς να ταυτίζει την φραστική ως τώρα αποδοχή των μέτρων με την υπόθεση της νομοθέτησής τους. Για να γίνει νόμος η ταπεινωτική δέσμευση της κυβέρνησης έναντι των δανειστών, θα πρέπει ακόμα να γίνουν πολλά και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι πολιτικές «πλάτες» της κυβέρνησης Τσίπρα μπορούν να τα αντέξουν.

Η θεωρία που λέει ότι η κυβέρνηση Τσίπρα και οι κυβερνητικοί βουλευτές θα ψηφίζουν «πάντοτε τα πάντα» στο βωμό της διατήρησης της σημερινής τους θέσης, είναι επιπόλαιη. Λαμβάνει υπόψη σαν αποκλειστικό κριτήριο για τις πολιτικές εξελίξεις την άθλια πολιτική και ηθική ποιότητα αυτών των ιδιοτελών, προσκολλημένων στα προνόμια στης διαχείρισης του αστικού κράτους, οπορτουνιστών καριεριστών, αλλά υποτιμά το ένστικτο της αυτοσυντήρησής τους. Υποτιμά το γεγονός ότι αυτό που ζητά η ελληνική άρχουσα τάξη και οι δανειστές από την κυβέρνηση και τους βουλευτές της είναι, ουσιαστικά, να κάνουν ένα πολιτικό χαρακίρι με στρατιωτική πειθαρχία και να αποδεχτούν παθητικά και ομόφωνα το ρόλο της στυμμένης λεμονόκουπας.

Αυτή η θεωρία της, υπεράνω συνθηκών, «μπετόν αρμέ» κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας είναι μεταφυσική και μονόπλευρη. Στην πραγματικότητα, έχει διαψευστεί πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Έχει αποτύχει να εξηγήσει το γιατί ένας σημαντικός αριθμός βουλευτών του ΠΑΣΟΚ δεν ψήφισε το πρώτο Μνημόνιο, το γιατί αργότερα ανεξαρτητοποιήθηκε ένα μεγάλος αριθμός βουλευτών των μνημονιακών κομμάτων που στήριζαν την κυβέρνηση Παπαδήμου, το γιατί διασπάστηκε η ΝΔ και δημιουργήθηκαν οι ΑΝΕΛ, το γιατί βγήκε από τις τρικομματικές μνημονιακές κυβερνήσεις το ΛΑΟΣ και αργότερα η ΔΗΜΑΡ, το γιατί ακόμα και λίγο μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, είχαμε «διαρροές» σε κρίσιμες ψηφοφορίες και παραιτήσεις από βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμη, η θεωρία αυτή δεν μπορεί να εξηγήσει το γιατί, εφόσον είναι τόσο σίγουρο ότι θα ψηφιστούν από όλους αυτά τα μέτρα, η κυβέρνηση Τσίπρα δεν τα έχει ήδη φέρει στη Βουλή, για να κλείσει την αξιολόγηση και να κερδίσει έτσι πολύτιμο χρόνο, τόσο η ίδια όσο και ο ελληνικός καπιταλισμός, του οποίου τις τύχες διαχειρίζεται.

Αυτό που ξεχνούν όσοι μιλούν για μια «μπετόν αρμέ» κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που «θα ψηφίσει ενιαία ότι θέλουν οι δανειστές», είναι οι άγραφοι κανόνες της αστικής κοινοβουλευτικής (ψευδεπίγραφης) δημοκρατίας. Στο πλαίσιο αυτών των κανόνων, κάθε τυπικός μικροαστός ή αστός βουλευτής, «αριστερός» ή δεξιός, έχει συγκεκριμένα όρια. Για να μπορέσει να επιβιώσει σαν καριερίστας, ψηφοθήρας πολιτικός, μπορεί να ψηφίζει μέτρα που πλήττουν το βιοτικό επίπεδο των ψηφοφόρων του μέχρι ενός ορίου. Ως προς αυτό, η ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ, δεν διαφέρει ουσιαστικά από τις ΚΟ του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, του ΛΑΟΣ και της ΔΗΜΑΡ των προηγούμενων μνημονιακών κοινοβουλευτικών θητειών, που δέχθηκαν σοβαρά πλήγματα σε μια σειρά κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες. Με δεδομένο ότι από τους πρώτους μήνες της κοινοβουλευτικής τους θητείας μετά τον Σεπτέμβριο του 2015, οι σημερινοί βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ (και των ΑΝΕΛ) άρχισαν να «γεύονται» τις αποδοκιμασίες των ψηφοφόρων τους σε κάθε ευκαιρία, το να ψηφίσουν ένα ακόμα σκληρό πακέτο μέτρων, μετά τα απανωτά μέτρα του 3ου Μνημονίου που έκαναν πολλούς από αυτούς, «καταζητούμενους» στις εκλογικές τους περιφέρειες, ουσιαστικά δηλαδή το να ψηφίσουν ένα νέο, προληπτικό Μνημόνιο, θα είναι σαν να καλούνται να υπογράψουν τη θανατική καταδίκη της πολιτικής τους καριέρας.

Το κύριο ζήτημα λοιπόν σχετικά με τις άμεσες πολιτικές προοπτικές δεν είναι μόνο η δέσμευση που υπήρξε από την κυβέρνηση πάνω σε νέα μέτρα στις 20 Φλεβάρη, αλλά το αν αυτά τα μέτρα θα συνοδεύονται από ένα «ελάχιστο κάτι» που επιτρέπει στους καριερίστες βουλευτές να το αξιοποιήσουν, για να διεκδικήσουν να μην τελειώσει σε αυτή τη θητεία η καριέρα τους. Οι πρώτες μέρες που ακολούθησαν το Eurogroup, δείχνουν ότι τα «αντισταθμιστικά» αποτελούν μια πάρα πολύ χοντροκομμένη απάτη και δεν προσφέρονται για να αποτελέσουν αυτό το «ελάχιστο κάτι». Οι κυβερνητικοί βουλευτές σκέφτονται ότι, ακόμα και αν τελικά τα «καλά μέτρα» εφαρμοστούν, οι ίδιοι δε θα προλάβουν να καρπωθούν πολιτικά οφέλη, αφού κάτι τέτοιο θα γίνει μετά τη λήξη τη θητείας της παρούσας Βουλής.

Αν λοιπόν η κυβέρνηση μέσα από τον χρόνο που της δίνει το πρωτογενές πλεόνασμα μπορέσει να εξασφαλίσει από τους δανειστές μια άλλη, πραγματική παραχώρηση που θα μπορούσε να πουληθεί ευκολότερα στους βουλευτές και διαμέσου αυτών στους ψηφοφόρους, τότε θα μπορούσε να διακινδυνεύσει την άμεση προ-νομοθέτηση μέτρων. Αν όμως αυτό δεν το καταφέρει – και όπως εξηγήσαμε θα αποδειχθεί οριστικά πως δεν μπορεί να το καταφέρει – δεν υπάρχει κανένας λόγος να μη συνεχίζουμε να θεωρούμε πως τελικά η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να καταφύγει σε μια «ηρωική» εκλογική έξοδο, για να διασωθεί με αντι-τροϊκανή ρητορική από τη βέβαιη μελλοντική εκλογική πανωλεθρία που θα σημάνει η προ-νομοθέτηση των μέτρων. Άλλωστε, το ίδιο το γεγονός ότι η κυβέρνηση, ενώ έχει αποδεχθεί προφορικά τα μέτρα, πέρα από τη γενικόλογη δήλωση του Eurogroup δεν υπέγραψε ακόμα κάποια συγκεκριμένη συμφωνία, δείχνει ότι αισθάνεται πολιτικά αδύναμη να περάσει τα μέτρα.

Ποιο είναι το ανώτατο χρονικό όριο της αναμονής πριν πάμε σε νομοθέτηση μέτρων ή σε εκλογές; Το λογικό όριο είναι τα μέσα της Άνοιξης, έως ίσως και το άτυπο Eurogroup της Μάλτας στις 7 Απριλίου. Μετά θα πλησιάζει επικίνδυνα ο Ιούλιος, οπότε το ελληνικό κράτος θα πρέπει να πληρώσει για το χρέος 7,4 δις ευρώ και γι’ αυτό, λογικά θα χρειάζεται τη δόση των 6,1 δις ευρώ της δεύτερης αξιολόγησης. Σε άρθρο του την επομένη του Eurogroup, ο Β. Βενιζέλος υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε ακόμα και να υπερβεί το όριο του καλοκαιριού «με την κατάχρηση των κεφαλαίων του κοινού ταμείου ΝΠΔΔ που διαχειρίζεται η ΤτΕ». Αν όμως πράγματι επέλεγε κάτι τέτοιο, τότε το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να φλερτάρει με την προοπτική ενός Ειδικού Δικαστηρίου. Καθόλου τυχαία δεν ήταν η σχετική δήλωση της Ν. Μπακογιάννη στις 12/2 για την ανάγκη ποινικοποίησης της καθυστέρησης στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές.

Το σίγουρο είναι ότι, σε αντίθεση με τις επιπόλαιες φλυαρίες για κοινοβουλευτική πλειοψηφία «μπετόν αρμέ», η εικόνα της κυβέρνησης και των κοινοβουλευτικών της ομάδων απέχει από το να είναι «μπετόν αρμέ». Οι δημόσιες αιχμές Φίλη για την αναξιοπιστία της υπόσχεσης Τσιπρα για «ούτε ένα ευρώ νέα μέτρα», η επιδεικτική απροθυμία Τσακαλώτου να πάρει πάνω του την δημόσια υπεράσπιση της προ-νομοθέτησης, οι επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του βουλευτή Μανιού ότι δε θα ψηφίσει τα μέτρα, η έκκληση του βουλευτή Μπαλαούρα να παραιτηθούν οι βουλευτές που διαφωνούν, που δεν θα είχε κανένα νόημα αν δεν υπήρχαν τέτοιοι, είναι ενδείξεις που αρχίζουν να δείχνουν πως αν η τακτική της ηρωικής εκλογικής εξόδου δεν υιοθετηθεί, η κυβέρνηση θα απειληθεί με κατάρρευση.

Οι δηλώσεις της εκπροσώπου του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών για μείωση των συντάξεων «από το τρέχον πρόγραμμα», που παραθέσαμε πιο πάνω και η συνάντηση Μέρκελ-Λανγκάρντ στις 23/2 στο Βερολίνο, μετά από την οποία, δια στόματος της δεύτερης, ξεκαθαρίστηκε ότι τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος μετατίθενται για μετά το 2018 και ότι είναι κοινή απαίτηση των δανειστών η Ελλάδα να προχωρήσει αμέσως σε μείωση των συντάξεων και του αφορολογήτου, χωρίς φυσικά καμία αναφορά σε «αντισταθμιστικά», μας δείχνουν ότι η κυβέρνηση, όχι μόνο δεν πρόκειται να πάρει τίποτα, αλλά μέρα με τη μέρα θα πιέζεται για περισσότερα μέτρα. Αυτό που μπορούμε να πούμε λοιπόν ύστερα από όλα αυτά, είναι ότι σε τελική ανάλυση, από τη στιγμή που οι δανειστές δεν είναι διατεθειμένοι να δώσουν «κάτι» που να έχει πραγματική αξία, οι εκλογές, ακόμα και αν τυπικά έχουν απομακρυνθεί ως προοπτική μετά το Eurogroup, παραμένουν πάντα το πιθανότερο ενδεχόμενο.

Το «χαρτί» ενός δημοψηφίσματος που κάποια στιγμή διέρρευσε ως φήμη από το κυβερνητικό στρατόπεδο, δεν έχει καμία χρησιμότητα για την κυβέρνηση. Οποιοδήποτε δημοψήφισμα για τα νέα μέτρα, παρότι είναι βέβαιο ότι θα έχει πολύ μεγάλη αποχή λόγω της απογοήτευσης από την προδοσία της εντολής του προηγούμενου δημοψηφίσματος, αλλά και της πλήρους αναξιοπιστίας της κυβέρνησης, είναι βέβαιο ότι θα ήταν αρνητικό απέναντι στα μέτρα. Αυτό δε θα εξυπηρετούσε σε τίποτα την κυβέρνηση, αντιθέτως θα την πίεζε να μπει στον δρόμο μιας αληθινής αντιπαράθεσης με τους δανειστές, που όμως κανένα από τα στελέχη της όπως έχει στην πράξη αποδειχθεί, δεν είναι αληθινά πρόθυμο να διεξάγει.

Έχουν, τελικά, σημασία όλες αυτές οι λογικές «υποθέσεις εργασίας» από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και της προώθησης των σκοπών του αγώνα της; Αυτές καθ’ αυτές, φυσικά δεν έχουν την παραμικρή σημασία. Όμως, στο βαθμό που ανταποκρίνονται στις πραγματικές, αντικειμενικές τάσεις των εξελίξεων μας βοηθούν να συνειδητοποιήσουμε την οξύτατη πολιτική αδυναμία της κυβέρνησης να διαχειριστεί τη βαθιά κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, που αναδεικνύει το γενικότερο πολιτικό αδιέξοδο του αστικού στρατοπέδου στη χώρα. Ούσα πλήρως εξαρτημένη από τους δανειστές της και με μια εύθραυστη πολιτική σταθερότητα στο καθεστώς της, η ελληνική αστική τάξη συνεχίζει αντικειμενικά να είναι ένας αδύναμος αντίπαλος, αν απεναντί της βρεθεί μια εργατική τάξη αποφασισμένη να παλέψει μέχρι τέλους για να αλλάξει την κοινωνία. Πίσω από τη μάσκα των μεγάλων μνημονιακών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών και παρά τις συνεχείς ταξικές και πολιτικές νίκες των τελευταίων χρόνων, ο «βασιλιάς είναι γυμνός».

Η στάση και οι προβλέψεις της άρχουσας τάξης

Το αστικό στρατόπεδο είναι σήμερα μόνο φαινομενικά πολιτικά παντοδύναμο. Στην πραγματικότητα, την αστική τάξη στοιχειώνει ακόμα ο αρνητικός αντικειμενικός ταξικός συσχετισμός δύναμης που αναδείχθηκε στο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 που προδόθηκε. Τα κόμματά της, δεξιά, κεντρώα και «κεντροαριστερά», έχοντας ψηφίσει απανωτά Μνημόνια, είναι σε διαρκή κρίση και έχουν υποστεί ανεπανόρθωτη φθορά.

Για να μη φθείρουν πρόωρα τη ΝΔ του Κ. Μητσοτάκη, οι αστοί είναι υποχρεωμένοι ακόμα να ανέχονται μια κυβέρνηση που δεν είναι βγαλμένη από τα δικά τους πολιτικά σπλάχνα και η οποία απαρτίζεται από πολιτικούς τυχοδιώκτες, χωρίς ταξικές αρχές και ταξική στρατηγική, που ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορούν με τους ανερμάτιστους χειρισμούς τους να προκαλέσουν ζημιά στο αστικό καθεστώς και στην εύθραυστη ελληνική καπιταλιστική οικονομία. Ήδη, με τις καθυστερήσεις στις δύο έως τώρα αξιολογήσεις του τρίτου Μνημονίου, οι Έλληνες αστοί έχουν πληρώσει ένα σημαντικό τίμημα για την αναγκαστική τους στήριξη στην κλίκα του Τσίπρα.

Όμως, όλα δείχνουν πλέον ότι η ανοχή των αστών έναντι της κυβέρνησης έχει εξαντληθεί. Η μονότονη απαίτηση του Κ. Μητσοτάκη, ένα χρόνο τώρα, για εκλογές στην αρχή αναμφίβολα εξέφραζε μια επικοινωνιακή τακτική επίδειξης «ετοιμότητας για τη διακυβέρνηση». Όμως τους τελευταίους μήνες αντανακλά, όλο και περισσότερο, την πρόθεση της αστικής τάξης να στείλει ένα μήνυμα στην κυβέρνηση να σταματήσει να παίζει με την σταθερότητα του αστικού καθεστώτος και είτε να εφαρμόσει κατά γράμμα τις απαιτήσεις των δανειστών, είτε να της «αδειάσει την γωνιά».

Για τους Έλληνες αστούς, η 20ή Φλεβάρη είναι πλέον μια «κόκκινη γραμμή» για τη σχέση τους με την κυβέρνηση Τσίπρα. Κάθε μέρα που περνά και η κυβέρνηση θα δείχνει ότι ταλαντεύεται να προ-νομοθετήσει τα μέτρα που η ίδια αποδέχθηκε στο Eurogroup, θα προκαλεί όλο και πιο δυνατές, υστερικές κραυγές και εκκλήσεις να έρθουν τα μέτρα στη Βουλή «εδώ και τώρα», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το εβδομαδιαίο Δελτίο του ΣΕΒ στις 23/2: «Οι διαπραγματεύσεις πρέπει να καταλήξουν γρήγορα και σίγουρα εντός του Μαρτίου, αν θέλουμε να μη χαθεί οικονομικά άλλος ένας χρόνος, και να παράγουν άμεσο αποτέλεσμα ικανό να οδηγήσει την χώρα στην ανάκαμψη και τις αγορές…. Η ελληνική οικονομία απαιτεί λύσεις εδώ και τώρα, ανεξαρτήτως μικροπολιτικών συμφερόντων και τακτικισμών..».

Η – τουλάχιστον φαινομενική – ανυπομονησία της ηγεσίας της ΝΔ να κυβερνήσει και ο ζήλος της να πείσει τους δανειστές για το δικό της πρόγραμμα (όπως έδειξε η πρόσφατη συνάντηση Μητσοτάκη – Μέρκελ) μαρτυρούν την ανόητη πεποίθηση της ελληνικής άρχουσας τάξης ότι με μια άλλη αστική κυβέρνηση, οι δανειστές θα γίνουν ηπιότεροι και πιο γενναιόδωροι. Αυτή η πεποίθηση έχει διαψευστεί ήδη από την πείρα της κυβέρνησης Σαμαρά και θα διαψευστεί ξανά με τον ερχομό μιας επόμενης κυβέρνησης της Ν.Δ υπό τον Κ. Μητσοτάκη. Η υποτακτικότητα και η πιστή εφαρμογή των «συμφωνηθέντων» δεν αρκούν για να σώσουν τον ελληνικό καπιταλισμό από το διπλό μοιραίο, της χρεοκοπίας και του Grexit, που ζυγώνει αναπόφευκτα.

Σε αυτό το ζήτημα, οι πιο διορατικοί αστοί αναλυτές συνεχίζουν να φτάνουν σε κοινά συμπεράσματα με τους μαρξιστές. Μπροστά μας διαγράφεται πλέον, ο αναπόφευκτος σταθμός της μεγάλης εθνικής κρίσης της δραχμής. Δυο μόλις μέρες μετά το Eurogroup, ο Αλέξης Παπαχελάς έγραφε στην «Καθημερινή», στον γνωστό, μόνιμα απαισιόδοξο τα τελευταία χρόνια, τόνο του για το μέλλον, σκιαγραφώντας ουσιαστικά το αναπόφευκτο μέλλον της δραχμής: «..Αν κλειδώσετε τους σοβαρούς και μετριοπαθείς ανθρώπους του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Δημοκρατίας σε ένα δωμάτιο, θα ταυτισθούν στο ότι τίποτε από όσα συμφωνήθηκαν στο Eurogroup δεν θα λύσει το ελληνικό πρόβλημα. Και οι έξω το ξέρουν καλά, αλλά κάνουν το κορόιδο…Οι ξένοι που έχουν ακτινογραφήσει τη χώρα είναι και αυτοί κουρασμένοι, ίσως και απελπισμένοι. Καταλαβαίνουν ότι το τσοπ-τσοπ-τσοπ δεν είναι λύση στο πρόβλημα της χώρας. Πόσο να αντέξουν άλλο οι χαμηλόμισθοι και οι συνταξιούχοι; Η χώρα χρειάζεται επειγόντως να παραγάγει πλούτο και να μειώσει τα έξοδά της σε τομείς που δεν είναι ζωτικής σημασίας για το δημόσιο συμφέρον…Οπως πάμε, θα κληθεί η επόμενη κυβέρνηση να διαχειριστεί το αδιέξοδο, έχοντας τον ΣΥΡΙΖΑ απέναντί της στο πεζοδρόμιο. Είτε θα πετύχει είτε θα αντικρίσουμε τον γκρεμό και θα συνεννοηθούμε όλοι μεταξύ μας την ύστατη στιγμή. Βλέπετε, και οι ξένοι έμαθαν το μάθημά τους· στο τέλος χειρουργούν με «τανάλια» και όποιον πάρει…» («Κάποτε θα συνεννοηθούμε», 22/2, «Καθημερινή»).

Λίγες μέρες πριν, ένας άλλος συγκροτημένος απολογητής του κεφαλαίου, ο Θανάσης Μαυρίδης έγραφε στον ίδιο απαισιόδοξο τόνο: «..Η Ελλάδα κινδυνεύει να υποστεί μία ήττα μεγαλύτερη και από εκείνη της μικρασιατικής καταστροφής. Όσο δεν λύνεται το πολιτικό πρόβλημα, όσο οι πολιτικές δυνάμεις παραμένουν δέσμιες στο άρμα του λαϊκισμού, τόσο πιο κοντά βρισκόμαστε στο ατύχημα. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι αν θα αντέξουμε τις συνέπειες ενός τέτοιου γεγονότος…»Περί τραπεζών, κουρέματος και δραχμής», 3/2, ιστοσελίδα Liberal) .

Οι συνέπειες, για τις οποίες ανησυχεί ο κ. Μαυρίδης, δεν είναι άλλες από τη δημιουργία των συνθηκών για μια επαναστατική κατάσταση, που η τάξη του απέφυγε τον Ιούλιο του 2015, μόνο λόγω της απροκάλυπτης προδοσίας της κλίκας του Τσίπρα. Αλλά ας αφήσουμε καλύτερα να τα πει ο ίδιος: «..Κάποιοι λένε ότι δεν υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες για την… επανάσταση. Κάνουν λάθος. Το αντίθετο! Η δραχμή ως φυσική συνέπεια της «σκληρής και άδικης στάσης των ξένων έναντι της Ελλάδας» είναι το σενάριο εκείνο που μπορεί να επιτρέψει σε κάποιους την επιβολή ειδικών συνθηκών». («Θα κάνει ποτέ ο Αλέξης εκλογές;», 9/2/2017, ιστοσελίδα Liberal). Ο ορκισμένος μας αντίπαλος, αν παραβλέψουμε την συνομωσιολογική ελαφρότητα που τον ωθεί να βλέπει τον «κομμουνιστή» Τσίπρα σαν τον πιθανό ηγέτη της επανάστασης, τα είπε (σχεδόν) όλα.

Η παράλυση του κινήματος και οι «μοριακές διεργασίες της επανάστασης»

Στις σημερινές βαθιά ταραγμένες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, αυτό που προσωρινά απουσιάζει, είναι το αντίπαλο δέος του κινήματος της εργατικής τάξης και της πρωτοπόρας νεολαίας. Από τη μεγάλη γενική απεργία της 4ης Φεβρουαρίου του 2016 έως σήμερα, δεν είχαμε καμία αληθινά μαζική και πανελλαδικής εμβέλειας κινητοποίηση.

Οι μαρξιστές επιλέγουμε πάντα να προσπαθούμε να κατανοήσουμε σε βάθος την κάθε φάση της συνείδησης των εργατικών μαζών και όχι να την «πετροβολούμε», όπως επιπόλαια κάνουν οι σεχταριστές κάθε είδους, που ουσιαστικά ενοχοποιούν τους ίδιους τους απλούς ανθρώπους του μόχθου για τη μοίρα τους, λες και οι ήττες στις ταξικές και πολιτικές μάχες της εποχής των Μνημονίων «τους αξίζουν» και προκλήθηκαν από τους ίδιους.

Όλοι αυτοί οι σεχταριστές, που δε φείδονται σε υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για τις μάζες, δεν έχουν ιδέα για το πώς μπορεί να κερδηθεί ένας ταξικός και πολιτικός αγώνας. Γι’ αυτούς, το μόνο που υπάρχει είναι η διαρκής προτροπή «Όλοι στους δρόμους», σα να ήταν δυνατό οι μάζες να μπορούσαν να βρίσκονται στους δρόμους αέναα, σα να μην παίζει κανέναν ρόλο ο αποφασιστικός παράγοντας του είδους των συνδικαλιστικών και πολιτικών ηγεσιών που διαθέτουν οι μαζικές εργατικές οργανώσεις, σα να μην έχουν καμία αξία οι μέθοδοι πάλης, η πολιτική και τα προγράμματα που προωθούνται από τις ηγεσίες των μαζών μέσα στον αγώνα.

Η φάση απογοήτευσης, παράλυσης και απελπισίας που διανύει τώρα η εργατική τάξη είναι απόλυτα φυσιολογική. Δεν οφείλεται σε μια δική της συνειδητή, συντηρητική τάχα, επιλογή, αλλά αποτελεί την αντανάκλαση στη συνείδησή της, αυτής της σημαντικής, αλλά ιδιόμορφης, ήττας του Ιουλίου του 2015. Μιας ήττας που προήλθε, όχι μετά από μια ανοικτή αναμέτρηση με τον ταξικό αντίπαλο, αλλά από το ξεδιάντροπο πέρασμα της ηγεσίας της στο στρατόπεδο του ταξικού αντιπάλου, σ’ ένα κρίσιμο σημείο, πριν ακόμα η ίδια η μάχη καλά-καλά ξεκινήσει και ξεδιπλωθεί. Η απελπισία πολλαπλασιάζεται λόγω της εξάντλησης από τα χτυπήματα της κρίσης και της μαζικής ανεργίας, αλλά και από την οδυνηρή έλλειψη μιας ορατής πολιτικής λύσης εξουσίας.

Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει με ακρίβεια για τη διάρκεια αυτής της φάσης. Το μόνο σίγουρο είναι ότι, από την ανάλυση των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων που προηγήθηκε, προκύπτει το συμπέρασμα πως βρισκόμαστε κοντά σε μια σοβαρή οικονομική και πολιτική κρίση εθνικής εμβέλειας, που θα τείνει να λειτουργήσει σαν σοκ στην κοινωνική συνείδηση και να αφυπνίσει τις εργατικές μάζες, ξεκινώντας από τα λιγότερο κουρασμένα και πιο νεαρά τους τμήματα, με μια μορφή που ασφαλώς δεν είναι δυνατό να προβλεφτεί εκ των προτέρων.

Στο μεταξύ, όπως οι μαρξιστές υπομονετικά τονίζουμε, το γεγονός ότι η εργατική τάξη δε συμμετείχε σε μαζικές κινητοποιήσεις τον τελευταίο χρόνο, δε σημαίνει καθόλου ότι έχει πάψει να βγάζει ριζοσπαστικά πολιτικά συμπεράσματα ή ότι έχει αναιρέσει τα ριζοσπαστικά συμπεράσματα που έβγαλε όλα τα προηγούμενα χρόνια, με αποκορύφωμα τις μέρες του δημοψηφίσματος του Ιουλίου του 2015. Το γκάλοπ της εταιρείας MRB, που δημοσιοποιήθηκε στις 17/2, αποκάλυψε καθαρά αυτό που ο Τρότσκι ονόμαζε «μοριακές διεργασίες της επανάστασης». Το 54,8% των ερωτώμενων απάντησε πως η κυβέρνηση πρέπει να απορρίψει τα νέα μέτρα που ζητούν οι δανειστές, ακόμα κι αν έρθει σε μια ρήξη μαζί τους που θα έχει ως συνέπεια την έξοδο από την Ευρωζώνη. Δικαίως, αυτή η απάντηση χαρακτηρίστηκε από τον αστικό Τύπο ως «εντυπωσιακή», καθώς ένα τόσο υψηλό ποσοστό υπέρ της ρήξης, ακόμα και αν αυτή οδηγεί στη δραχμή, δεν εμφανιζόταν σε αντίστοιχα γκάλοπ ούτε κατά τις ημέρες του δημοψηφίσματος του Ιουλίου του 2015.

Αυτή η ριζοσπαστική διάθεση, η διάθεση για αγώνα χωρίς το φόβο των θυσιών που συνεπάγεται μια αποβολή από την Ευρωζώνη, δεν είναι ένα απλό στατιστικό εύρημα. Αντανακλά την ύπαρξη της «πρώτης ύλης» για την ίδια την επανάσταση και επιβεβαιώνει εκτός από τους μαρξιστές και τον αξιότιμο αστό αναλυτή Θ. Μαυρίδη, που όπως είδαμε πιο πάνω, έφτασε στο ίδιο συμπέρασμα, στο ότι δηλαδή «οι συνθήκες για μια επανάσταση υπάρχουν». Οι συνθήκες λοιπόν, με την έννοια της «πρώτης ύλης» στη συνείδηση, πράγματι υπάρχουν. Αυτό που λείπει είναι η κινηματική και πολιτική της έκφραση. Οι «μοριακές διεργασίες της επανάστασης» γυρεύουν τον τρόπο που θα εκφραστούν για να παράγουν την ίδια την επανάσταση.

Ο νέος ρόλος και τα σημαντικά καθήκοντα του ΚΚΕ

Ο λόγος για τον οποίο η ριζοσπαστική αυτή διάθεση δεν μπορεί να εκφραστεί με μαζικές κινητοποιήσεις και συνεχίζει να συνδυάζεται με απογοήτευση, απελπισία και παράλυση του εργατικού κινήματος, είναι το ότι, σε τελική ανάλυση, κανένα από τα καλέσματα των μαζικών οργανώσεων που γίνονται τον τελευταίο χρόνο δε «συγκινεί» τις μάζες, ακριβέστερα, δεν τις πείθει ότι μπορεί να οδηγήσει σε ένα νικηφόρο αποτέλεσμα. Η πολιτική έκφραση αυτής της ριζοσπαστικής διάθεσης είναι επίσης, προς το παρόν, ένα ζητούμενο.

Παρ’ όλα αυτά, η εργατική τάξη έχει σήμερα το ευτύχημα να διαθέτει μια μαζική οργάνωση που έχει τις απαιτούμενες δυνάμεις και την επιρροή, για να ηγηθεί σε νικηφόρους αγώνες, αλλά και την κατάλληλη πρόταση εξουσίας, για να δώσει την αναγκαία πολιτική έκφραση στην αναπτυσσόμενη ριζοσπαστικοποίηση. Αυτή η μαζική οργάνωση είναι το ΚΚΕ.

Την άποψη ότι το ΚΚΕ μπορεί να διαδραματίσει αυτό το ρόλο αρχίζει να ενστερνίζεται ένα όλο και μεγαλύτερο τμήμα των ανθρώπων του μόχθου, που στρέφει την πολιτική του προσοχή στο κόμμα. Στο προαναφερόμενο γκάλοπ, αυτό το φαινόμενο δεν αποδεικνύεται τόσο από το γεγονός ότι το ΚΚΕ ανεβάζει το ποσοστό του από 6,1% σε 6,8% μέσα σε δυο μήνες, αλλά από το ποσοστό των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ που μετακινείται προς το ΚΚΕ. Για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια, το ΚΚΕ είναι, μετά τη ΝΔ, ο δεύτερος μεγαλύτερος «υποδοχέας» απογοητευμένων ψηφοφόρων από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η τάση δεν έχει μόνο εκλογικό ενδιαφέρον, αλλά έχει κυρίως ταξικό και πολιτικό ενδιαφέρον. Το ΚΚΕ αρχίζει να μπαίνει στο επίκεντρο της προσοχής των μαζών.

Το 20ο συνέδριο του κόμματος έρχεται να διεξαχθεί πάνω σε αυτή την κρίσιμη περίοδο. Για να ανταποκριθεί το κόμμα με επαναστατικό τρόπο στο αυξημένο πολιτικό ενδιαφέρον των μαζών, είναι ανάγκη να επεξεργαστεί την κατάλληλη πολιτική και τακτική, που θα ανοίξει το δρόμο για τη νικηφόρα αντεπίθεση της εργατικής τάξης και την κατάκτηση της εξουσίας. Ακριβώς αυτό πρέπει να είναι το βασικό καθήκον του 20ου συνεδρίου: προετοιμασία της πάλης για την εξουσία!

Με αυτή την εκτίμηση, σε καμία περίπτωση δε θέλουμε να υπερτιμήσουμε τις ευκαιρίες που παρέχει η παρούσα κατάσταση στο ΚΚΕ. Το ζήτημα του «πόσο επαναστατική» ή μη είναι η παρούσα φάση στην κοινωνία, το έχουμε εξαντλήσει πιο πάνω. Είναι αυτονόητο, για όποιον διαθέτει μάτια και αυτιά, ότι η παρούσα κατάσταση στην κοινωνία δεν είναι επαναστατική.

Όμως ένα επαναστατικό, κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα με έναν διαλεκτικό τρόπο. Η συνείδηση της εργατικής τάξης είναι ένα πολύ εύπλαστο και ευμετάβλητο υλικό. Μπορεί στις κατάλληλες συνθήκες, να μεταμορφωθεί μέσα σε 24 ώρες. Η σοβαρή κρίση εθνικής εμβέλειας που βρίσκεται μπροστά μας και η οποία προβλέπεται και από τους πιο διορατικούς αστούς, θα παράγει απλόχερα τέτοιου είδους κρίσιμα 24ωρα. Το κόμμα, λοιπόν, οφείλει να είναι έτοιμο.

Η ετοιμότητά του δεν είναι ένα ψυχολογικό, αλλά ένα πολιτικό ζήτημα. Πρέπει να αναμένει ότι οι ίδιοι αυτοί εργάτες και νέοι, οι οποίοι για λόγους, που ήδη εξηγήσαμε, αντιδρούν τώρα παθητικά ή και αδιάφορα στα καλέσματα του ΠΑΜΕ, θα παλέψουν σα λιοντάρια στους δρόμους και στους χώρους δουλειάς, για να υπερασπίσουν τη ζωή τους από την απόπειρα του κεφαλαίου να μεταθέσει τη νέα, ακόμα πιο επώδυνη φάση της κρίσης στις πλάτες τους. Πρέπει να αναμένει ότι οι εργάτες θα αναζητήσουν νέα όργανα, για να μπορέσουν να εκφράσουν την ενότητά τους στον αγώνα, αλλά και την ίδια τη μελλοντική τους εξουσία.

Προετοιμασμένο γι’ αυτές τις εξελίξεις, θα πρέπει να αντιδράσει όπως αντέδρασε σε ανάλογες συνθήκες το πιο επαναστατικό κόμμα στην Ιστορία, δηλαδή το Μπολσεβίκικο κόμμα του Λένιν και του Τρότσκι, στη μεγάλη επανάσταση του 1917. Η επέτειος των 100 χρόνων από τη Ρωσική επανάσταση πρέπει να γίνει αντιληπτή, όχι σαν ένα γεγονός που προσφέρεται για τυπικές εκδηλώσεις, αλλά σαν πηγή πολύτιμων διδαγμάτων, για τον αγώνα ενός κομμουνιστικού κόμματος που σήμερα στην Ελλάδα έχει πολύ ισχυρότερες ρίζες στην εργατική τάξη από εκείνες που διέθετε το Μπολσεβίκικο κόμμα στη Ρωσία πριν το 1917.

Βασικά στοιχεία της αναγκαίας πολιτικής προετοιμασίας του ΚΚΕ για τα επαναστατικά καθήκοντα της ερχόμενης περιόδου λοιπόν είναι, πιο συγκεκριμένα, τα αναγκαία διδάγματα από την τολμηρή συμμετοχή των Μπολσεβίκων εργατών στα επαναστατικά γεγονότα του Φλεβάρη του 1917, από την αριστοτεχνική τακτική που χρησιμοποίησαν οι Μπολσεβίκοι υπό την καθοδήγηση του Λένιν, για να κερδίσουν ευκολότερα την πλειοψηφία των εργατών, στηριγμένοι στην υπομονετική εξήγηση των «Θέσεων του Απρίλη» και υπερασπίζοντας κεντρικές δικές τους, επαναστατικές θέσεις με τη μορφή καθηκόντων στους ρεφορμιστές («Σπάστε από την αστική τάξη!», «Διώξτε τους 10 αστούς υπουργούς!»), από την τακτική του Ενιαίου Μετώπου που εφαρμόστηκε με επιτυχία ενάντια στο πραξικόπημα του Κορνίλωφ πάνω στη γραμμή «Βαδίζουμε χωριστά – χτυπάμε μαζί», ανεβάζοντας το κύρος των Μπολσεβίκων στις μάζες και τέλος, από την τεχνικά άρτια, δημόσια και με την ενεργή συμμετοχή των ίδιων των μαζών, οργάνωση της κατάληψης της εξουσίας.

Η σοβαρή προετοιμασία του αγώνα για την εξουσία, φυσικά, δεν είναι μόνο ζήτημα αφομοίωσης των σωστών διδαγμάτων από την Ιστορία. Προϋποθέτει το καθήκον να βγουν και τα αναγκαία πολιτικά συμπεράσματα από τα λάθη και τις αδυναμίες που εμφανίστηκαν στην πολιτική του κόμματος τα τελευταία χρόνια και συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα. Στο πλαίσιο της εκπλήρωσης αυτού του καθήκοντος, πρέπει να αναλυθεί σε βάθος η αδυναμία πολιτικής αξιοποίησης των ριζοσπαστικών μαζικών κινημάτων της περιόδου 2010-2016. Οι γενικές απεργίες 2010-2013, το κίνημα των πλατειών του 2011 και η μαζική υποστήριξη του «Όχι» στο δημοψήφισμα του 2015, αν και απόλυτα φυσιολογικά, χαρακτηρίστηκαν από σύγχυση και πολιτικές αυταπάτες για τη μια ή την άλλη δυνατότητα εξεύρεσης λύσης πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού, προσέφεραν απλόχερα την «πρώτη ύλη» για το κέρδισμα ενός μεγάλου τμήματος των εργατικών μαζών στις ιδέες και το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Τα λάθη που οδήγησαν στην απώλεια των σημαντικών αυτών ευκαιριών για το κόμμα, όπως έχουμε εξηγήσει, ήταν αριστερίστικου χαρακτήρα. Η μέθοδος διαχωρισμού από τις αγωνιζόμενες μάζες στο όνομα «καθαρών» συνθημάτων και μεθόδων πάλης, ήταν το καθοριστικό λάθος που εμπόδισε το ΚΚΕ να αξιοποιήσει πολιτικά την κίνηση των μαζών. Αν διαβάσει κανείς την μπροσούρα του Λένιν «Αριστερισμός», μπορεί μέσα από απλούς παραλληλισμούς με την τακτική που ακολούθησε το κόμμα τα προηγούμενα χρόνια να κατανοήσει τα λάθη αυτά, τις πηγές τους και τον τρόπο που μπορούν να διορθωθούν. Η μελέτη αυτού του έργου του Λένιν και η απόπειρα, με τη μέθοδό του, μέσα από μια συντροφική συζήτηση, να διορθωθούν τα λάθη στην πολιτική και την τακτική του κόμματος, είναι ζωτικής σημασίας για κάθε κομμουνιστή αγωνιστή σήμερα. Γιατί αυτά τα λάθη δεν πρέπει να επαναληφθούν στα επαναστατικά γεγονότα που έχουμε μπροστά μας.

Με τον ίδιο ειλικρινή τρόπο θα πρέπει να προσεγγιστούν και τα λάθη και οι αδυναμίες που εμφανίζονται στην τρέχουσα φάση του κόμματος. Το κόμμα στερείται σύνδεσης μεταξύ των αιτημάτων την καθημερινής πάλης και του καθήκοντος της κατάληψης της εξουσίας. Σε κάθε πεδίο της ταξικής πάλης υιοθετούνται – και πολύ σωστά – αιτήματα που ξεκινούν από τις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής τάξης, χωρίς όμως να τονίζεται διαρκώς ότι, για να κατακτηθούν αυτά, απαιτείται η πάλη για την κατάληψη της εξουσίας. Έτσι, χωρίς σύνδεση με το επιτακτικό καθήκον του αγώνα για την εξουσία, τα αναγκαία αυτά αιτήματα μοιάζουν στα μάτια των εργατών σαν «μαξιμαλιστικά» και ουτοπικά αιτήματα, που αναφέρονται σ’ ένα μακρινό μέλλον.

Μια ακόμα σημαντική αδυναμία είναι ότι τα καλέσματα πάλης του κόμματος έχουν συμβολικό χαρακτήρα, δε δίνουν μια σαφή προοπτική κλιμάκωσης και έτσι δε διαφέρουν στη λογική και τη μέθοδο από τα πλαίσια κινητοποιήσεων που προτείνουν στα συνδικάτα οι δυνάμεις του ρεφορμισμού. Το πλαίσιο πάλης, που είναι κατάλληλο για υπεράσπιση από το κόμμα, είναι εκείνο που θα μπορεί να πείθει την εργατική τάξη ότι η πάλη έχει προοπτική κλιμάκωσης και νίκης. Αντιθέτως, η επιμονή στην τακτική των σποραδικών, συμβολικών καλεσμάτων, χωρίς προοπτική κλιμάκωσης, αποφέρει μόνο την κινητοποίηση ενός μικρού τμήματος των μαζών που επηρεάζει άμεσα το κόμμα, δεν έχει κανένα πρακτικό αντίκρισμα, δεν ενθουσιάζει και κουράζει όσους συμμετέχουν χωρίς να τους δίνει προοπτική.

Η διόρθωση αυτών των λαθών θα πρέπει να βαδίζει παράλληλα με τη διαρκή προσπάθεια βελτίωσης των θεωρητικών επεξεργασιών του κόμματος. Τα πολύτιμα βήματα που έγιναν στο προηγούμενο συνέδριο, όπου εκτοπίστηκαν οριστικά η θεωρία των σταδίων και τα «Λαϊκά Μέτωπα» ταξικής συνεργασίας από το πρόγραμμα, τα θετικά βήματα στην κριτική επανεκτίμηση των λαθών που απέβησαν μοιραία στην Ιστορία του κόμματος και του κινήματος της εργατικής τάξης στη χώρα, θα πρέπει να συνεχιστούν.

Πάνω απ’ όλα, το κόμμα θα πρέπει να βγάλει οριστικά από πάνω του το πολιτικό στίγμα του σταλινισμού, ανοίγοντας τη συζήτηση για την κριτική επανεξέταση όλων των πτυχών της σταλινικής κληρονομιάς που βαραίνει ακόμα σαν μια ριζωμένη, κακή παράδοση στην πολιτική, της μεθόδους και τις αντιλήψεις του κόμματος. Ο ξεκάθαρος διαχωρισμός των γραφειοκρατικών, μισο-εθνικιστικών και αντεπαναστατικών ιδεών και μεθόδων του σταλινισμού από το επαναστατικό, εργατο-δημοκρατικό και διεθνιστικό περιεχόμενο του αληθινού μαρξισμού – λενινισμού, είναι το πιο σημαντικό, σύγχρονο καθήκον για κάθε συνειδητό μέλος του ΚΚΕ που αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει επαναστατική δράση χωρίς μια αληθινά επαναστατική θεωρία.

Για την πληρέστερη δυνατή εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος, ήρθε η ώρα να σπάσει το «ταμπού» που επιβιώνει στο κόμμα σχετικά με τις ιδέες και το έργο του Μπολσεβίκου ηγέτη και μεγάλου μάρτυρα της υπόθεσης του παγκόσμιου σοσιαλισμού, Λέον Τρότσκι. Αυτές οι ιδέες αντικειμενικά αποτελούν ιστορική κατάκτηση για την επαναστατική μαρξιστική σκέψη. Χωρίς την επαφή με αυτές, ένας συνειδητός κομμουνιστής δεν μπορεί να ερμηνεύσει καθοριστικής σημασίας γεγονότα και φαινόμενα, όπως ο γραφειοκρατικός εκφυλισμός του πρώτου εργατικού κράτους στην Ιστορία και η διάλυση της πιο μαζικής επαναστατικής Διεθνούς, της Κομμουνιστικής, ή αλλιώς Τρίτης, Διεθνούς.

Η στήριξη του ΚΚΕ στη μάχη με το αστικό πολιτικό στρατόπεδο είναι ταξικό καθήκον

Η Κομμουνιστική Τάση δηλώνει τη στήριξη της στο ΚΚΕ και στην προσπάθειά του να ανταποκριθεί στα νέα, αυξημένα σημερινά του καθήκοντα. Ως έντιμοι σύμμαχοι, διατηρούμε ταυτόχρονα το δικαίωμα της ειλικρινούς και συντροφικής κριτικής, από τη σκοπιά του μαρξισμού, πάνω σε λάθη και αδυναμίες της πολιτικής του κόμματος.

Ως ένα άμεσο, έμπρακτο δείγμα αυτή της στήριξης, τα μέλη της Κομμουνιστικής Τάσης δηλώνουμε από τώρα τη συλλογική μας απόφαση να καλέσουμε όλους εκείνους τους πρωτοπόρους εργαζόμενους και νέους, που εκτιμούν τον συνεπή και τίμιο αγώνα της οργάνωσής μας, να δώσουν ψήφο και ενεργή στήριξη στο ΚΚΕ στις επόμενες εκλογές, οι οποίες δε φαίνεται ότι βρίσκονται πολύ μακριά μας. Εκτιμούμε ότι οι εκλογές αυτές, όποτε και αν διεξαχθούν τελικά, θα μπορούσαν, μέσα από την ενίσχυση του ΚΚΕ και την κατάκτηση ενός διψήφιου ποσοστού, να μετατραπούν σ’ ένα σημαντικό σταθμό στον αγώνα της εργατικής τάξης για την αλλαγή της κοινωνίας. Μια τέτοιου μεγέθους εκλογική επιτυχία για το ΚΚΕ θα μεταβάλει άρδην την ψυχολογία των εργατικών μαζών, εμφανίζοντας στα μάτια τους ως εφικτή την ελπίδα μιας επαναστατικής λύσης εξουσίας.

Θεωρούμε ότι στις παρούσες συνθήκες, οι μάζες τις εργατικής τάξης μπορούν να εκφραστούν αποφασιστικά και ισχυρά μόνο μέσα από το ΚΚΕ. Είναι επιζήμιο από ταξική σκοπιά το να κατακερμαστιστεί και να διαχυθεί πολύτιμη εκλογική δύναμη προς σχηματισμούς όπως η «Πλεύση Ελευθερίας» και η ΛΑΕ, που δεν έχουν τη δύναμη να εκφράσουν μαζικά την εργατική τάξη και που, συγκριτικά με το ΚΚΕ, διαθέτουν προγράμματα ρεφορμιστικά, γεμάτα αυταπάτες για την ύπαρξη λύσεων στα προβλήματα του εργαζόμενου λαού μέσα στον καπιταλισμό. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επίσης, ως μια συμμαχία μη μαζικών οργανώσεων, οφείλει στην επερχόμενη κρίσιμη εκλογική μάχη να δώσει, όπως και η Κομμουνιστική Τάση, κριτική υποστήριξη στο ΚΚΕ. Κάθε τακτική ανεξάρτητης, ανταγωνιστικής προς το ΚΚΕ εκλογικής καθόδου, αντικειμενικά αποτελεί μια απελπισμένη απόπειρα για μικροπολιτικά, εκλογικά οφέλη, χωρίς ουσιαστική πολιτική και ταξική δικαιολόγηση.


Σταμάτης Καραγιαννόπουλος