Οι σφοδρές και διαρκείς πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, η αύξηση της έντασης στις σχέσεις των ΗΠΑ με τη Ρωσία και την Κίνα, το κλίμα σκληρής διαπραγμάτευσης που διαμορφώνεται γύρω από το «Brexit», η διαρκής αντιπαράθεση για τα χρέη και τα ελλείμματα μεταξύ καπιταλιστικού ευρωπαϊκού Βορά και Νότου, σηματοδοτούν μια φάση μεγάλης όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, αντανακλώντας την ιστορική κρίση του καπιταλισμού. Ο παγκόσμιος καπιταλισμός μοιάζει όλο και πιο πολύ με την αρένα μιας μάχης «όλων ενάντια σε όλους».

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός, όπως ήδη φάνηκε καθαρά στην περίπτωση «Brexit», οδεύει από μια μακρά πορεία ενοποίησης που κατέληξε στη δημιουργία της Ευρωζώνης, σε μια πορεία έντονων συγκρούσεων και διασπάσεων Οι Γερμανοί αστοί, το αδιαμφισβήτητο αφεντικό του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, υιοθετούν σταθερά μια τακτική κυνικής και απροκάλυπτης επιβολής του νόμου των συμφερόντων τους στη ζωτική τους, ευρωπαϊκή επικράτεια. Αυτή η στάση που την βλέπουμε και πάλι να εμφανίζεται έναντι των εξαγγελιών Τσίπρα για το έκτακτο «φιλοδώρημα» στους συνταξιούχους, δεν έχει ιδεολογικά κίνητρα («νεοφιλελεύθερες εμμονές Σόιμπλε»), ούτε έχει σαν βασική αιτία την πολιτική συγκυρία (γερμανικές εκλογές το 2017). Η επίδειξη πυγμής από τον δρ. Σόϊμπλε είναι η φυσιολογική έκφραση της απόπειρας διασφάλισης της κυριαρχίας του γερμανικού καπιταλισμού στην Ευρώπη, σε μια εξαιρετικά ασταθή και ταραγμένη περίοδο.

Στην παρούσα φάση το ελληνικό ζήτημα, αν το εξετάσει κανείς μεμονωμένα, δεν βρίσκεται στην κορυφή του ενδιαφέροντος των ευρωπαϊκών και διεθνών αστικών κύκλων. Αντικειμενικά είναι πολύ μικρότερης σημασίας από το «Brexit» και το πρόβλημα των ιταλικών τραπεζών. Η τελική μορφή και οι όροι που θα χαρακτηρίσουν το «Brexit» θα καθορίσουν σε σημαντικό βαθμό το κατά πόσο αυτό θα γίνει ένα παράδειγμα που θα ακολουθηθεί άμεσα και από άλλα κράτη, ενώ η κατάρρευση των υπερχρεωμένων ιταλικών τραπεζών θα μπορούσε να βυθίσει ολόκληρη την Ευρώπη σε βαθιά ύφεση, ενώ μια διάσωσή τους με ευρωπαϊκά κεφάλαια και εγγυήσεις, θα μπορούσε να βάλει φωτιά στο γερμανικό «πορτοφόλι».

Αλλά το ελληνικό ζήτημα στην ουσία του, δεν είναι καθόλου μεμονωμένο. Η ελληνική κρίση είναι η ακραία έκφραση της συνολικής κρίσης του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και η εξέλιξή της είναι πλήρως συνδεδεμένη και εξαρτημένη από τη γενικότερη ένταση των αστικών συγκρούσεων στην Ευρώπη. Αν η καπιταλιστική Γερμανία δείξει την ελάχιστη «γενναιοδωρία» στην Ελλάδα, θα είναι σα να ετοιμάζει το έδαφος για να της ζητηθεί πολλαπλάσια τέτοια γενναιοδωρία για το σύνολο του υπερχρεωμένου ευρωπαϊκού Νότου, αρχής γενομένης από την Ιταλία και τις τράπεζές της. Όταν ο δρ. Σόιμπλε δείχνει το σκληρό του πρόσωπο στην Ελλάδα, έχει στο μυαλό του, όχι τις ιδεολογικές νόρμες της «σχολής του Σικάγου», αλλά την ανάγκη να μη θιγούν τα κέρδη και η κυρίαρχη θέση των Γερμανών καπιταλιστών από τα ιταλικά (και τα γαλλικά) χρέη.

Το «διπλό μοιραίο» πλησιάζει

Ο ερχομός της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα απείλησε το ιστορικό κεκτημένο του ελληνικού καπιταλισμού : τη θέση του μέσα στον πυρήνα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, την Ευρωζώνη. Αν δεν ήταν η τρόικα με τα μεγάλα δανειακά της πακέτα και την επιβολή των Μνημονίων, ο ελληνικός καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να αποφύγει την άτακτη χρεοκοπία και την επιστροφή στη δραχμή.

Στην πραγματικότητα, ο ελληνικός καπιταλισμός στέκεται σε «πήλινα πόδια». Τα δάνεια της τρόικας και τα Μνημόνια, μακριά από το να είναι η γενεσιουργός αιτία του ελληνικού προβλήματος (όπως απατηλά ισχυρίζονται οι ρεφορμιστές, που πασχίζουν πάντοτε να κρύψουν την αληθινή αιτία, δηλαδή τη βαθιά κρίση του ίδιου του καπιταλισμού), το μόνο που έχουν αποφέρει έως τώρα είναι η αναβολή του «διπλού μοιραίου», δηλαδή της ανοικτής κρατικής χρεοκοπίας και της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, με τίμημα όμως, την προετοιμασία για την εμφάνιση αυτών των δύο «μοιραίων» με ακόμα πιο επώδυνη μορφή στο μέλλον, σαν τμήμα μιας γενικότερη διαδικασίας διάλυσης της Ευρωζώνης με τη σημερινή της μορφή.

Το πρόβλημα για τους Έλληνες αστούς είναι ότι η ώρα του «διπλού μοιραίου» μοιάζει πλέον να ζυγώνει. Δύο είναι οι παράγοντες που καθορίζουν τον ερχομό του : η πορεία της παγκόσμιας οικονομίας και η δυνατότητα του ελληνικού καπιταλισμού να μπει σε μια τροχιά ουσιαστικής ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια. Και οι δύο αυτοί παράγοντες, εξελίσσονται με ένα απόλυτα αρνητικό τρόπο. Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε μια παρατεταμένη φάση υπερχρέωσης, επιβράδυνσης και στασιμότητας, που κάνει απαγορευτική στους πιστωτές της Ελλάδας κάθε σκέψη για «διευκολύνσεις», ενώ η ελληνική οικονομία βουλιάζει μέσα σ’ έναν υφεσιακό βάλτο, που γίνεται όλο και βαθύτερος από τις διαρκείς περικοπές για να εξυπηρετηθεί το χρέος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, όπως έχουμε εξηγήσει επανειλημμένα, η έξοδος από το ευρώ και μια (μερική ή πλήρης, συμφωνημένη με τους δανειστές ή μονομερής) χρεοκοπία είναι αναπόφευκτα.

Η επίσημη στάση των πιο καθοριστικών εταίρων της τρόικας, του γερμανικού μεγάλου αφεντικού και του εγγυητή της σκληρότητας του ελληνικού προγράμματος, του ΔΝΤ, προαναγγέλει τον ερχομό του διπλού μοιραίου. Το ΔΝΤ αρνείται επίμονα να χαρακτηρίσει το ελληνικό χρέος βιώσιμο, με άλλα λόγια εκφράζει τη βεβαιότητα για μια ελληνική χρεοκοπία στο μέλλον. Από την άλλη πλευρά, η Γερμανία μέσω του Eurogroup και της πιο πρόσφατης απόφασής του για το ελληνικό χρέος, βάζει τόσο ψηλά τον πήχη της λιτότητας, χωρίς ταυτόχρονα να δίνει το παραμικρό αντάλλαγμα για το χρέος, ώστε – για όσους δεν θέλουν να εθελοτυφλούν – γίνεται ξεκάθαρο ότι έχει αρχίσει ήδη να δείχνει στον ελληνικό καπιταλισμό την πόρτα της εξόδου από την Ευρωζώνη. Μέσα από την πραγματοποίηση αυτής της προοπτικής, όπως έχουμε επανειλημμένα εξηγήσει, οι Γερμανοί αστοί θα επιχειρήσουν να παραδειγματίσουν σκληρά τον υπόλοιπο υπερχρεωμένο Νότο, αλλά και να απαλλαγούν από τη μόνιμη και ενοχλητική ελληνική εστία αστάθειας στην Ευρωζώνη.

Το αφεντικό άρχισε να δείχνει την έξοδο

Στην ανάλυσή μας για τις πολιτικές εξελίξεις στις 23/10, σημειώναμε μεταξύ άλλων: «Με δεδομένη τη σταθερά σκληρή στάση των Γερμανών αστών, την πηγή της οποίας εξηγήσαμε πιο πάνω, καμία “οριστική λύση για το χρέος” δεν μπορεί να αναμένεται μέχρι το τέλος του χρόνου. Η πιο γενναιόδωρη πράξη που μπορεί η κυβέρνηση να περιμένει από τους Γερμανούς αστούς, είναι ανέξοδες, αόριστες υποσχέσεις, ως απλό συνοδευτικό στη διαρκή απαίτηση για τα σκληρότερα δυνατά μέτρα.»

Η ίδια η «παγωμένη» (την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές), απόφαση του Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου για τα λεγόμενα «βραχυπρόθεσμα» μέτρα για το χρέος, όχι μόνο επιβεβαιώνει την εκτίμησή μας, αλλά και, ανεξάρτητα από το αν και πότε θα «ξεπαγώσει», συνιστά στην ουσία της ένα νεύμα για την έξοδο από την Ευρωζώνη. Μια προσεκτική ματιά στο κείμενο της απόφασης φτάνει για να καταλάβει κανείς ότι οι δανειστές, όχι μόνο δεν έδωσαν οριστική λύση για το χρέος σύμφωνα με όσα υποσχόταν ότι θα τους αποσπάσει ο Τσίπρας στο πρόσφατο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ουσιαστικά άρχισαν επίσημα να δείχνουν στην Ελλάδα την πόρτα της εξόδου.

Η απόφαση υπόσχεται μια θεωρητική, έμμεση, εντελώς αόριστη και κάθε άλλο παρά βραχυπρόθεσμη, «μείωση» του ελληνικού χρέους από το 2030 και μέχρι το 2060, μέσω της σταθεροποίησης των επιτοκίων, χωρίς να δίνει καμία λύση στο αληθινά βραχυπρόθεσμο πρόβλημα: στο πως θα εξυπηρετείται το χρέος κατά την κρίσιμη περίοδο, όχι μετά, αλλά μέχρι το 2030. Στην περίοδο αυτή το ελληνικό κράτος θα πρέπει να καταβάλει για την εξυπηρέτηση του χρέους συνολικά περίπου 300 δισ. ευρώ και μάλιστα, χωρίς καμία δέσμευση για χρηματοδότηση μετά το 2018 που λήγει το τρέχον πρόγραμμα, την ώρα που ο δανεισμός από τις αγορές λόγω του τεράστιου όγκου του χρέους, είναι απαγορευτικός. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, μόνο κατά την τετραετία 2021 – 2024, οι συνολικές υποχρεώσεις για την εξυπηρέτηση του χρέους ανέρχονται σε 104,7 δισ. ευρώ! Μάλιστα, μόνο το 2022 το ελληνικό κράτος θα πρέπει να πληρώσει 33,3 δισ. ευρώ!

Τι προβλέπουν γι’ αυτό το αληθινά βραχυπρόθεσμο αδιέξοδο, τα καθόλου βραχυπρόθεσμα μέτρα του Eurogroup; Τίποτα. Και είναι τόσο το μέγεθος της επικοινωνιακής απάτης που συνόδεψε την παρουσίαση της απόφασης του Eurogroup από την κυβέρνηση και τον αστικό Τύπο, που «παρέλειψαν» να αναφερθούν στο γεγονός ότι με βάση τα «βραχυπρόθεσμα» μέτρα, μέχρι το 2030, η δαπάνη του ελληνικού κράτους για επιτόκια θα αυξηθεί! Διαβάζουμε χαρακτηριστικά από την «Καθημερινή» («Από το 2030 η ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους», 2/12) : «Μέχρι το 2030, θα υπάρχει μικρή επιβάρυνση, όπως έχει επισημάνει και ο επικεφαλής του ESM, κ. Κλ. Ρέγκλινγκ. Η επιβάρυνση θα προέλθει από τη μετατροπή των σημερινών χαμηλών επιτοκίων (πέριξ του 0-0,2%), σε ελαφρώς υψηλότερα σταθερά (1,2-1,5%). Επίσης, η Ελλάδα θα αναλάβει και όποιο επιπλέον κόστος προκύπτει από τη μετατροπή των επιτοκίων. Ετσι, μέχρι το 2030 θα υπάρχει μια μικρή επιβάρυνση στον προϋπολογισμό».

Και ενώ η απόφαση δεν προβλέπει την παραμικρή βραχυπρόθεσμη ελάφρυνση στο χρέος (αντίθετα μιλά όπως είδαμε για μικρή βραχυπρόθεσμη επιβάρυνση), επιβάλει μια «μεσοπρόθεσμη» αύξηση της λιτότητας, απαιτώντας πρωτογενή πλεονάσματα 3,5%, με τον Σόιμπλε να έχει ήδη σπεύσει να ξεκαθαρίσει ότι για το αφεντικό του προγράμματος, τη Γερμανία, ο αναγραφόμενος στην απόφαση όρος «μεσοπρόθεσμο» σημαίνει «10 χρόνια». Αν λάβουμε υπόψη μας ότι για να πιαστεί ο στόχος αυτός για το 2018 απαιτούνται, όπως το ΔΝΤ ανακοίνωσε, μέτρα ύψους 4,3 δισ ευρώ και μάλιστα, στη βάση της αυθαίρετης υπόθεσης ότι από του χρόνου η ελληνική οικονομία θα μπει σε τροχιά διαρκούς ανάπτυξης άνω του 2,7 %, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι μπροστά μας βρίσκεται ένας νέος κύκλος άγριων, «αιματηρών» μέτρων λιτότητας. Κι όλα αυτά, το τονίζουμε ξανά, στη βάση του αυθαίρετου υπολογισμού ότι τα επόμενα χρόνια θα υπάρχει αδιάκοπη ανάπτυξη.

Ανεξάρτητα από την αφηρημένη συζήτηση για τους αριθμούς και τα ποσοστά, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η επιδίωξη για πρωτογενή πλεονάσματα αυτού του μεγέθους για μια δεκαετία, σηματοδοτούν μια πολύ συγκεκριμένη, εφιαλτική επιδείνωση της ζωής του εργαζόμενου λαού : μαζικές απολύσεις στο κράτος, καταργήσεις και συγχωνεύσεις Δήμων, σχολείων και νοσοκομείων. Ο όγκος αυτών των μέτρων σε μια χώρα που από το 2010 μέχρι σήμερα έχουν ήδη ληφθεί μέτρα λιτότητας συνολικού ύψους 72 δισ ευρώ και η οποία, στο ίδιο διάστημα, βρέθηκε δυο φορές στα πρόθυρα μιας ανοικτά επαναστατικής κατάστασης (Μάιος – Ιούνιος 2011 και μέρες δημοψηφίσματος Ιουλίου 2015), είναι αδύνατο να νομοθετηθεί από οποιοδήποτε κυβέρνηση χωρίς να προκληθεί μια εκρηκτική κοινωνική και πολιτική αποσταθεροποίηση, στο πλαίσιο της οποίας, η ίδια θα είναι το βέβαιο θύμα.

Η άρχουσα τάξη εθελοτυφλεί και πιστεύει στα παραμύθια της

Η στάση των κομμάτων, των πολιτικών, των διανοουμένων και γενικότερα των εκπροσώπων και απολογητών της ελληνικής άρχουσας τάξης δείχνει ότι αυτή δεν συνειδητοποίει, αλλά και δεν θέλει να συνειδητοποιήσει, ότι ήδη οι Γερμανοί αστοί βάζοντας τόσο ψηλά τον πήχη της λιτότητας, ουσιαστικά της δείχνουν την πόρτα της εξόδου από την Ευρωζώνη.

Μέχρι σήμερα οι Έλληνες αστοί έχουν δει τον ελληνικό καπιταλισμό να διατηρείται στη ζωή αποκλειστικά εξαιτίας της πολύτιμης βοήθειας των εξωτερικών και εσωτερικών τους συμμάχων. Σε οικονομικό επίπεδο, τον ελληνικό καπιταλισμό διέσωσαν από τη χρεοκοπία τα χαμηλότοκα δάνεια της τρόικας και σε πολιτικό επίπεδο, η ηγετική κλίκα του ΣΥΡΙΖΑ τον προστάτεψε από την απειλή μιας ανοικτά επαναστατικής κατάστασης. Αυτή η πολύτιμη βοήθεια από τους προαναφερθέντες «από μηχανής θεούς», έχει δημιουργήσει όπως φαίνεται στην άρχουσα τάξη, μια αίσθηση εφησυχασμού, μια αυταπάτη ότι στο τέλος κάτι θα συμβεί και πάλι, που θα τους επιτρέψει να διατηρήσουν και τη θέση τους μέσα στην Ευρωζώνη, αλλά και μια ορισμένη σταθερότητα για το καθεστώς τους.

Το «αφήγημα» που έχει κυριαρχήσει στους κύκλους της αστικής τάξης είναι η αυθεντικότερη έκφραση αυτού του εφησυχασμού. Σύμφωνα με αυτό το «αφήγημα», για τη σκληρή στάση της τρόικας και της Γερμανίας ευθύνονται οι «ιδεοληψίες» και οι «τυχοδιωκτισμοί» της κυβέρνησης Τσίπρα. Έτσι αν η χώρα απαλλαγεί από αυτή – συνεχίζει το κυρίαρχο αστικό «αφήγημα» – όλα θα μπορέσουν να διορθωθούν και με μια κυβέρνηση με κορμό τη ΝΔ, η χώρα θα σταθεροποιηθεί μέσα στο ευρώ, οι αγορές θα πάρουν το κατάλληλο «σήμα» και θα εισρεύσουν επενδύσεις για ανάπτυξη.

Σε ότι αφορά την κοινωνική συνείδηση, οι Έλληνες αστοί τυφλωμένοι από την παρούσα ανυπαρξία μαζικών κινημάτων και από την δημοσκοπική άνοδο της ΝΔ, έχουν αρχίζει να πιστεύουν ότι τάχα «ο λαός ωρίμασε και κατάλαβε ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση» ή έστω ότι, είναι τόση μεγάλη η απογοήτευσή του από την προδοσία Τσίπρα, που έχει παραλύσει και δεν θα υπάρξουν νέα μαζικά κινήματα για τα επόμενα χρόνια. Μια άρχουσα τάξη που εθελοτυφλεί σε αυτόν το βαθμό και φτάνει να πιστεύει στα ίδια τα ψέματα που χρησιμοποιεί για λαϊκή κατανάλωση, είναι καταδικασμένη αργά ή γρήγορα να χαθεί.

Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Η στάση της Γερμανίας έναντι της κυβέρνησης Τσίπρα από την προδοσία του Ιουλίου του 2015 και έως σήμερα, είναι η ίδια που θα ήταν και με την οποιαδήποτε άλλη ελληνική αστική κυβέρνηση στην εξουσία. Μια τέτοια στάση σκληρότητας είχε ήδη δοκιμάσει ο Σαμαράς και είναι καταδικασμένος, να υποστεί και ο Μητσοτάκης μετά από τις βέβαιες επερχόμενες πρόωρες εκλογές και τον πιθανό σχηματισμό κυβέρνησης με τον ίδιο επικεφαλής. Η στάση του γερμανικού καπιταλισμού έναντι της Ελλάδας, δεν καθορίζεται από το ποιος είναι επικεφαλής της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά από τα δικά του συμφέροντα και τη δικές του στρατηγικές επιδιώξεις, στις οποίες αναφερθήκαμε πιο πάνω.

Αντί να εφησυχάζουν για τη θέση τους μέσα στο ευρώ, οι αστοί κανονικά θα έπρεπε να προετοιμάζονται για το πώς θα αντιμετωπίσουν το βέβαιο ενδεχόμενο να βρεθούν τους επόμενους μήνες ξανά μπροστά στο περιβόητο «Σχέδιο Σόιμπλε για το Grexit», σαν αποτέλεσμα της αδυναμίας του ελληνικού καπιταλισμού να ανακάμψει και του ανέφικτου της ειρηνικής εφαρμογής όλων των προαπαιτούμενων μέτρων για την παράταση της παραμονής του μέσα στην Ευρωζώνη. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός, ότι οι ίδιοι οι αστοί δεν έχουν ακόμα επεξεργαστεί το δικό τους σχέδιο για ένα «συμφωνημένο Grexit» με τους δανειστές, την ώρα που όλα δείχνουν ότι δεν μπορούν να το αποφύγουν. Αυτή ίσως είναι και η χαρακτηριστικότερη ένδειξη για την εθελοντική τύφλωση των Ελλήνων αστών, που πηγάζει από την αδυναμία τους να αποδεχθούν την αντικειμενική πραγματικότητα του ξεπεσμού και της παρακμής του ελληνικού καπιταλισμού.

Οι εκπλήξεις όμως για τους Έλληνες αστούς, δεν θα αφορούν μόνο την πλήρη εκδήλωση της αδυναμίας τους να παραμείνουν στο ευρώ, αλλά και την αλλαγή της σημερινής παθητικής στάσης των εργατικών μαζών. Όπως έχουμε εξηγήσει, αυτή η φάση είναι ένα φυσιολογικό διάλειμμα μετά από μια εξαετία μαζικών ταξικών και πολιτικών μαχών, που είχε μια άδοξη και απροσδόκητη για τις μάζες, κατάληξη. Δεν είναι και δεν μπορεί να είναι μια μόνιμη κατάσταση. Όπως και η προηγούμενη φάση της αγωνιστικής ανάτασης, έχει και αυτή τα όριά της, που καθορίζονται από την αδυναμία της άρχουσας τάξης να σταθεροποιήσει την οικονομική κατάσταση και να βρει βιώσιμη και σταθερή λύση διακυβέρνησης. Σήμερα, ακόμα οι μάζες βρίσκονται κάτω από την επήρεια του σοκ της προδοσίας του καλοκαιριού του 2015. Όμως νέα απανωτά σοκ στη κοινωνική συνείδηση είναι μπροστά μας τους επόμενους μήνες, σαν αποτέλεσμα της επιδείνωσης της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και των πιεστικών απαιτήσεων των δανειστών για νέα μέτρα, που θα αφυπνίσουν της μάζες και με αφορμές και μορφές που είναι αδύνατο να προβλεφθούν, θα τις ωθήσουν ξανά στο πεδίο των ταξικών και πολιτικών αγώνων.

Πίσω απ’ το 13ο φιλοδώρημα: μακρά διαπραγμάτευση, ρήξη ή εκλογές;

Όπως έχουμε επανειλημμένα αναφέρει, η κλίκα του Τσίπρα εξαιτίας του οργανικού οπορτουνισμού της που εμποδίζει την ύπαρξη οποιουδήποτε στρατηγικού σχεδίου, αλλά και των αυταπατών της για τον καπιταλισμό που την τυφλώνουν, είναι καταδικασμένη στη μυωπία του εμπειρισμού και στην ανικανότητα να εκτιμήσει σωστά το συσχετισμό των δυνάμεων. Αυτή η οργανική αδυναμία της, την έχει οδηγήσει στην απόπειρα, για να κερδίσει χρόνο στην εξουσία, να ποντάρει μονίμως για τον «κατευνασμό» των δανειστών σε υπερεκτιμημένους ή εντελώς ουτοπικούς παράγοντες, όπως η συγκυρία των διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων της επόμενης χρονιάς στην Ευρωζώνη, η (εξαντλούμενη σε ευχολόγια) επέμβαση των ΗΠΑ, η πίεση συμμάχων – «κουτσών αλόγων» όπως οι Ολάντ, Ρέντσι και οι άλλοι σαλτιμπάγκοι της σοσιαλδημοκρατίας τύπου Σουλτς και Πιτέλα, που ασκούν στις στρατηγικές επιλογές του μεγάλου γερμανικού αφεντικού σχετικά με την Ελλάδα, περίπου την επίδραση που ασκούν τα λόγια μιας «ξεματιάστρας» σε έναν βαριά ασθενή.

Μονότονα λοιπόν, ξανά και ξανά, η καριερίστικη κυβερνητική κλίκα δεν έχει σταματήσει να θέτει μεγαλεπήβολους στόχους για τη μαχητική της «διαπραγμάτευση» και στο τέλος να «επιτυγχάνει» αντί για μικρές έστω, νίκες, τυπικές πανωλεθρίες. Έτσι συνέβη και με την πομπώδη κυβερνητική στόχευση των αρχών του Φθινοπώρου για «λύση στο χρέος μέχρι το τέλος του χρόνου». Αντί γι’ αυτήν, εισέπραξε «βραχυπρόθεσμα μέτρα» και όρους για τη συνέχιση του προγράμματος που στην ουσία, όπως ήδη δείξαμε, ισοδυναμούν με νεύμα για την έξοδο από την Ευρωζώνη.

Αντιμέτωπη με αυτό το ηχηρό ράπισμα, που ματαίωσε την απόπειρά της να δείξει στους ψηφοφόρους που την εγκαταλείπουν μαζικά, πως «νίκησε σε κάτι», η κλίκα Τσίπρα πήρε την απόφαση να πάρει μόνη της αυτό που δεν της έδωσαν τα μεγάλα αφεντικά. Ακριβώς όπως έπραξε ο Σαμαράς λίγους μήνες πριν τις Ευρωεκλογές του 2014, εξήγγειλε, όχι με εισοδηματικά αλλά με δημαγωγικά – δημοσκοπικά κριτήρια, ένα μικρό φιλοδώρημα σε χιλιάδες συνταξιούχους. Η κίνηση αυτή, πρακτικά αποτελεί απόπειρα εξαγοράς μερικών χιλιάδων ψήφων και δείχνει ξεκάθαρα ότι οι κυβερνητικοί εγκέφαλοι έχουν πλέον στο μυαλό τους την άμεση προσφυγή σε εκλογές.

Αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι η αληθινή τους επιθυμία είναι να εγκαταλείψουν εύκολα την εξουσία. Κάθε άλλο. Η κυβερνώσα κλίκα των ψευτοαριστερών καριεριστών, επέδειξε μέχρι τώρα ζηλευτή βουλιμία για προνόμια και αξιώματα, για την ίδια, τους ευνοούμενους και την πελατεία της. Αν ήταν στο χέρι τους, αυτοί οι υποκριτές που μολύνουν αδίστακτα κάθε έννοια και σύμβολο της Αριστεράς, όπως έδειξε χαρακτηριστικά η επίσκεψη του Τσίπρα στην κηδεία του Φιντέλ Κάστρο, θα έφτιαχναν γραφεία πρωθυπουργού σε κάθε πόλη για να βολέψουν όσους περισσότερους «κολλητούς» τους χωράει η ζεστή αγκαλιά του αστικού κράτους. Αλλά δυστυχώς γι’ αυτούς, ο χρόνος τους τελειώνει.

Όπως είχαμε τονίσει όταν ακόμα το «άστρο» του Τσίπρα φαινόταν να λάμπει, μετά τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, ο ίδιος και η παρέα του αποτελούν αναλώσιμο πολιτικό προσωπικό για τις βρώμικες και αδιέξοδες υποθέσεις του ελληνικού καπιταλισμού, όπως υπήρξαν μέχρι σήμερα οι Καραμανλής, Παπανδρέου, Καρατζαφέρης, Κουβέλης, Σαμαράς και Βενιζέλος, οι οποίοι εδώ και καιρό, για τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού είναι μισητά ή απλώς ανυπόληπτα πολιτικά πρόσωπα.

Κάθε ελληνική αστική κυβέρνηση στην εποχή της βαθειάς κρίσης που διανύουμε, έχει πολύ περιορισμένα όρια παραμονής στην εξουσία, που δεν καθορίζονται από τις προθέσεις της και το εύρος της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που τη στηρίζει, αλλά από τις πιέσεις που ασκεί η διαρκής ανάγκη για λήψη σκληρών μέτρων, ώστε να μπορεί ο καταρρέον ελληνικός καπιταλισμός να διατηρείται στη ζωή και να εξυπηρετούνται κανονικά τα χρέη που δημιούργησε. Τα μέτρα αυτά, λυγίζουν τις αντοχές κάθε αστικής κυβέρνησης, που ας μην το ξεχνάμε, δεν αποτελείται από «ιδεολόγους» ταγμένους στα συλλογικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης, αλλά από ιδιοτελείς καριερίστες διαχειριστές, «μια χρήσης» για την άρχουσα τάξη, η οποία από καιρό σε καιρό πρέπει να τους αλλάζει, νομιμοποιώντας καινούριους, μέσω της (βιασμένη και διαστρεβλωμένη με χιλιάδες τρόπους από την ίδια άρχουσα τάξη) «λαϊκής εντολής».

Το φιλοδώρημα Τσίπρα στους συνταξιούχους και η επανακάμψασα αντι-τροΐκανή ρητορική του, που έσπασαν το «καλό κλίμα» με τους δανειστές και τους ωθούν φυσιολογικά σε κλιμάκωση της σκληρότητας στο ελληνικό ζήτημα, δεν είναι ούτε διαπραγματευτικό κόλπο, ούτε ένδειξη πρόθεσης για πραγματική ρήξη. Η άρχουσα κυβερνητική κλίκα, δεν είναι τόσο ανόητη να πιστεύει ότι μπορεί με διαπραγματευτικά κόλπα να «σπρώξει» τους δανειστές προς τη γενναιοδωρία. Γνωρίζει πλέον, ότι τέτοιες τακτικές έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα και γι’ αυτό, περίμενε ότι η αντίδραση της γερμανικής κυβέρνησης θα ήταν τα αντίποινα.

Από την άλλη πλευρά ασφαλώς, είναι ξεκάθαρο ότι δεν έχει προθέσεις πραγματικής ρήξης. Αν είχε τέτοιες προθέσεις θα τις είχε δείξει με ουσιαστικά μέτρα, δυο χρόνια τώρα. Αντίθετα, μαζί με τους βουλευτές της δεν σταμάτησε να ψηφίζει βροχηδόν, όλο αυτό το διάστημα, δεκάδες μνημονιακά προαπαιτούμενα. Αυτό που θέλει ο Τσίπρας και οι «συν αυτώ», είναι να εξαντλήσουν μια ορισμένη, διαθέσιμη – λόγω πρωτογενούς πλεονάσματος – μικρή ποσότητα χρόνου για δημαγωγία και μετά να καταφύγουν σε εκλογές με τον μανδύα της «αντίστασης στην τρόικα».

Ο χρόνος που διαθέτουν δεν είναι πολύς. Η αξιολόγηση θα πρέπει να κλείσει μέσα στο πρώτο τρίμηνο του έτους, με δεδομένο ότι μέχρι και τον Απρίλιο, θα πρέπει να γίνουν δυο μεγάλες πληρωμές συνολικού ύψους 3,2 δισ. ευρώ για την εξυπηρέτηση του χρέους, που ακολουθούνται από δυο άλλες μεγαλύτερες, στα μέσα καλοκαιριού, συνολικού ύψους 6,2 δισ. ευρώ. Χωρίς τις δόσεις της δεύτερης αξιολόγησης, το ελληνικό κράτος δεν πρόκειται να αντέξει αυτές τις υποχρεώσεις και θα «φλερτάρει» με τη στάση πληρωμών.

Ο Τσίπρας γνωρίζει πως θα θεωρηθεί ο ίδιος υπεύθυνος για κάτι τέτοιο και πως η άρχουσα τάξη θα θελήσει να του αποδώσει ακόμα και ποινικές ευθύνες, αν όλα αυτά οδηγήσουν γρηγορότερα τη χώρα στο εθνικό νόμισμα. Ανησυχώντας για μια τέτοια προοπτική και έχοντας ήδη συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να προσδοκά την παραμικρή παραχώρηση από τους δανειστές, ο Τσίπρας δεν μπορεί παρά να προκηρύξει άμεσα εκλογές, για να σώσει με την εξαγγελία του φιλοδωρήματος στους συνταξιούχους, αλλά και με ανέξοδη – λόγω προεκλογικής περιόδου – αντι-τροΐκανή ρητορική, ό, τι μπορεί από την καταρρέουσα κοινοβουλευτική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ.

Σε αντίθεση με όσα λέγονται, η τρόικα και τα γερμανικά της αφεντικά δεν έχουν λόγο να είναι αντίθετοι με τις εκλογές, μια και η στάση τους δεν πρόκειται να αλλάξει αν υπάρξει η οποιαδήποτε κυβερνητική αλλαγή. Για εκείνους, ανεξάρτητα από τη σύνθεση της ελληνικής κυβέρνησης, για να μείνει η καπιταλιστική Ελλάδα στο ευρώ, θα πρέπει να κλιμακωθεί η λήψη άγριων μέτρων λιτότητας χωρίς προσδοκία για νέα μεγάλη χρηματοδότηση ή να γίνει αποδεκτό το «μοιραίο» της εξόδου από την Ευρωζώνη.

Την ώρα που οι κυρίαρχοι αστικοί κύκλοι, με χαρακτηριστικότερη εκπρόσωπο την επίσημη ΝΔ, βαυκαλίζονται ότι θα κρατήσουν τη βουλιαγμένη καπιταλιστική Ελλάδα στην Ευρωζώνη και θα αλλάξουν τη στάση της Γερμανίας, περίπου γιατί εκείνοι δεν έχουν τις αριστερές ιδεοληψίες του ΣΥΡΙΖΑ (και τι «ισχυρές ιδεοληψίες» είναι αυτές που συνδυάστηκαν αδιατάρακτα με μια βροχή από ψηφισμένα προαπαιτούμενα για χαράτσια, ιδιωτικοποιήσεις και μειώσεις συντάξεων, που τρόμαξε ακόμα και τα αστικά κόμματα…), ασήμαντοι θεσιθήρες που εξασφάλισαν προνόμια «καβαλώντας» στη λαϊκή οργή ενάντια τα Μνημόνια, παραδίδουν μαθήματα ρεαλισμού, στην μια εθελοντικά τυφλή άρχουσα τάξη.

Προς μια «δραματική» κρίση : ο κρίσιμος ρόλος των κομμουνιστών

«Θα βρεθούμε αντιμέτωποι είτε με την επάνοδο στις αγορές, είτε με τη χρεοκοπία, το Grexit ενδεχομένως και δεν ξέρω τι άλλο, με δραματικές εν πάση περιπτώσει εξελίξεις..δεν θα υπάρξει τέταρτο διακρατικό δάνειο, αυτό είναι το κρίσιμο. Εάν δεν υπάρξει 4ο διακρατικό δάνειο, δεν μπορεί να υπάρξει και μνημόνιο». Το απλό, αλλά και εξαιρετικά εύστοχο και διορατικό απόσπασμα που μόλις παραθέσαμε, δεν είναι παρμένο από συνέντευξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, του προέδρου του ΣΕΒ ή κάποιου άλλου εκπρόσωπου των κυρίαρχων αστικών επιτελείων, αλλά ανήκει στον – σίγουρα κάτι λιγότερο από ιερό τέρας της πολιτικής σκέψης – ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Κ. Χρυσόγονο (συνέντευξη στον ρ/δ σταθμό «Flash» 19/12). Σε μια εποχή σύγχυσης και τύφλωσης της αστικής τάξης, μπορεί λοιπόν κάποιος να μάθει περισσότερα για το μέλλον, ακούγοντας τους επαρχιώτες «δικηγόρους» της.
Ο ευρωβουλευτής μιλά για «δραματικές εξελίξεις» και δεν τις ονοματίζει, προδίδοντας απλά το τρόμο του γι’ αυτές. Εμείς δεν έχουμε κανένα λόγο να κάνουμε το ίδιο. Οι «δραματικές εξελίξεις» αυτές, δεν μπορεί να αντιπροσωπεύουν κάτι λιγότερο από μια παρατεταμένη πολιτική κρίση και αστάθεια, σε συνδυασμό με μια νέα εκρηκτική είσοδο των μαζών στο προσκήνιο. Οι αντικειμενικές τάσεις της κατάστασης που καθορίζονται από την αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού να ανακάμψει ουσιαστικά, να μετριάσει τις διαρκείς επιθέσεις στο βιοτικό επίπεδο των μαζών και να αποφύγει τη χρεοκοπία και την έξοδο από την Ευρωζώνη, οδηγούν ταχύτατα προς μια «πανεθνική κρίση», η οποία με τα σοκ που θα προκαλέσει στη συνείδηση των μαζών, θα τείνει να γεννήσει μια ανοικτά επαναστατική κατάσταση. Είναι σημαντικό, αυτή η προοπτική να συνειδητοποιηθεί από κάθε αγωνιστή του εργατικού κινήματος και της νεολαίας, ιδιαίτερα από τους κομμουνιστές.

Το πρώτο βασικό μας καθήκον είναι να καταλάβουμε την περίοδο. Δεν πρέπει να προσεγγίζουμε τη σημερινή, προσωρινή κατάσταση των εργατικών μαζών, σαν μόνιμη. Οι μάζες της εργατικής τάξης, της πρωτοπόρας νεολαίας και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων έδωσαν δεκάδες ταξικές και πολιτικές μάχες τα προηγούμενα χρόνια και η παρούσα μεγάλη υποχώρηση των αγώνων μετά από τις απανωτές ήττες, είναι απόλυτα φυσιολογική. Πρέπει να μείνουμε μακριά από το δηλητήριο του κυνισμού και του πεσιμισμού, που υπονομεύει τις μελλοντικές μάχες. Να κρατηθούμε μακριά από την αποπροσανατολιστική και επιζήμια τάση να κατηγορούνται οι μάζες για παθητικότητα, που τα μόνα που αποφέρει είναι ο κλονισμός της πίστης της εργατικής τάξης στις δυνατότητές της να αλλάξει την κοινωνία και η αμνήστευση των εγκλημάτων των ηγετών της.

Είναι ανάγκη να υπερασπίσουμε μέσα στο κίνημα της εργατικής τάξης και της πρωτοπόρας νεολαίας την ανάγκη για πραγματικούς και όχι συμβολικούς αγώνες, όπως οι βαθιά επιζήμιες, σποραδικές και απροετοίμαστες 24ωρες, κατ’ όνομα γενικές, απεργίες, που σπαταλούν τις δυνάμεις ενός μικρού τμήματος αγωνιστών και αφήνουν παγερά αδιάφορες τις πλατύτερες μάζες, χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να επιτευχθεί καμία πραγματική νίκη. Η εργατική τάξη χρειάζεται αγώνες καλά προετοιμασμένους, με προσδιορισμένο ορίζοντα κλιμάκωσης και μορφές που θα αποφασίζονται από μαζικές συνελεύσεις στους χώρους δουλειάς και οι οποίοι θα συντονίζονται αποτελεσματικά από επιτροπές αγώνα κατά χώρο, πόλη και σε πανεθνικό επίπεδο.

Αυτό όμως που απαιτείται για μια ριζική και ουσιαστική αλλαγή της σημερινής κατάστασης παθητικότητας, πάνω από όλα, είναι μια ξεκάθαρη πολιτική προοπτική, δηλαδή μια ορατή λύση εξουσίας. Η απουσία της, είναι σήμερα ο πιο αποφασιστικός παράγοντας που παρατείνει τη φάση «παράλυσης» των μαζών. Τη λύση αυτή, μαζί με τις απαραίτητες πρωτοβουλίες για την προετοιμασία του νέου γύρου μαζικών ταξικών αγώνων με τον τρόπο που αναλύσαμε πιο πάνω, μπορεί να την προσφέρει σήμερα μόνο μια πολιτική δύναμη  : το ΚΚΕ.

Το ΚΚΕ είναι το μόνο μαζικό κόμμα που έχει στη διάθεσή της η εργατική τάξη για να οργανώσει την αντεπίθεσή της, το μόνο που έχει ένα – στη μέθοδο και τις βασικές του γραμμές – επαναστατικό πρόγραμμα, που θέτει σαν άμεσο σκοπό τη ριζική αλλαγή της ζωής της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Ταυτόχρονα, είναι επίσης το μόνο μαζικό κόμμα που διαθέτει το αναγκαίο ηθικό κύρος για να κερδίσει τις μάζες σε αυτό το πρόγραμμα. Είναι το μόνο μαζικό κόμμα που από την πρώτη στιγμή της κρίσης εξήγησε σωστά τις πραγματικές της αιτίες και υπεράσπισε ξεκάθαρα, σαν μόνη λύση τον αγώνα για την εργατική εξουσία και το σοσιαλισμό. Είναι πολύ σημαντικό, ιστορικό πλεονέκτημα, που δεν υπάρχει σε καμία άλλη χώρα του δυτικού καπιταλισμού σήμερα, το γεγονός ότι η ελληνική εργατική τάξη έχει στη διάθεσή της ένα κόμμα με αυτά τα γενικά χαρακτηριστικά. Με ένα τέτοιο μαζικό κόμμα η εργατική τάξη θα μπορούσε να οδηγηθεί στην εξουσία το συντομότερο δυνατό και με τις λιγότερες δυνατές θυσίες.

Ακριβώς επειδή ο ρόλος του ΚΚΕ είναι τόσο σημαντικός και κρίσιμος στις σημερινές συνθήκες, είναι ζήτημα αποφασιστικής σημασίας η διόρθωση των λαθών που υπάρχουν στην πολιτική και την τακτική του, ορισμένα από τα οποία επηρεάζουν σημαντικά τις σημερινές δυνατότητες της εργατικής τάξης να αντεπιτεθεί και να σταματήσει της απανωτές ήττες, ξεκινώντας μια νικηφόρα πορεία για την εξουσία. Οι σύντροφοι που συσπειρωνόμαστε στην Κομμουνιστική Τάση, ως κομμουνιστές που ανήκουμε στο πρωτοπόρο, μαρτυρικό και τόσο άδικα συκοφαντημένο ρεύμα του τροτσκισμού, έχουμε αποδείξει επανειλημμένα την ανιδιοτελή, ειλικρινή και συντροφική στάση μας έναντι του ΚΚΕ, που άλλωστε, αποτελεί και την δική μας ιστορική μήτρα.

Η επαναστατική προλεταριακή ηθική και η ανάγκη να συμβάλουμε πραγματικά στην υπόθεση της νίκης του κομμουνισμού στη χώρα και διεθνώς, μας έχει επανειλημμένα επιβάλει τα τελευταία χρόνια να εκθέσουμε αναλυτικά την κριτική μας για τα λάθη και τις αδυναμίες της πολιτικής του κόμματος, πάντοτε από την πλευρά του γνήσιου μπολσεβικισμού – Λενινισμού, τονίζοντας πάνω από όλα, τη ζωτική ανάγκη για έναν πλήρη και ριζικό διαχωρισμό από τις επιζήμιες για το κομμουνιστικό κίνημα πολιτικές και θεωρητικές αντιλήψεις και μεθόδους του σταλινισμού, καθώς και για την υιοθέτηση μιας ενωτικής τακτικής μέσα στο κίνημα της εργατικής τάξης, σαν αναγκαίο μέσο για τη νίκη των ταξικών αγώνων και για την αύξηση της επιρροής του κόμματος μέσα στις μάζες.

Αυτές τις απόψεις είμαστε πάντοτε ανοιχτοί να τις συζητήσουμε συντροφικά και απροκατάληπτα με τους αγωνιστές του ΚΚΕ, στα διαλλείματα της κοινής μας πάλης ενάντια στον ταξικό αντίπαλο, μέσα στο κίνημα της εργατικής τάξης και της πρωτοπόρας νεολαίας και στις συλλογικές διαδικασίες αυτών των κινημάτων, όπου πρέπει να διεξάγεται συντροφική πολιτική συζήτηση, ιδιαίτερα μεταξύ των οργανώσεων και των τάσεων που ανήκουν στο ίδιο γενικό πολιτικό ρεύμα, το κομμουνιστικό. Επίσης, με την ευκαιρία του Διαλόγου για το 20ο Συνέδριο του ΚΚΕ, θα επιδιώξουμε, με συγκροτημένο τρόπο και πάντα από τη σκοπιά της υπεράσπισης των θεμελιωδών αρχών και ιδεών του μαρξισμού, να συμμετάσχουμε στον γραπτό προσυνεδριακό διάλογο, αλλά και στον προφορικό, σε δημόσιες διαδικασίες συζήτησης που τυχόν θα διεξαχθούν από το κόμμα για τους φίλους του ΚΚΕ.

Στο μεταξύ, όχι μόνο δεν παραγνωρίζουμε τη σημασία της εκλογικής μάχης που όπως όλα δείχνουν, θα έχουμε σύντομα μπροστά μας, αλλά αντιθέτως, θεωρούμε πως μέσα και από την αποφασιστική ενίσχυση των εκλογικών ποσοστών του ΚΚΕ, η έκβαση αυτης της μάχης θα μπορούσε να μετατραπεί σε έναυσμα για την αναζωογόνηση της πίστης της εργατικής τάξης στη δυνατότητα για μια επαναστατική ανατροπή του συστήματος και της εξουσίας που την καταδικάζουν στην μόνιμη εξαθλίωση. Και αυτή την εκλογική μάχη, τα μέλη της Κομμουνιστικής Τάσης θα τη δώσουμε με αποφασιστικότητα και ενθουσιασμό, στο πλαίσιο του γενικότερου αγώνα μας για τη νίκη των ιδεών του γνήσιου κομμουνισμού.

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος

Κοινοποιήστε