Καθώς το πολιτικό «προφίλ» των υπό ίδρυση κομμάτων της Μ. Καρυστιανού και του Α. Τσίπρα σταδιακά ξεκαθαρίζει, ο συστημικός χαρακτήρας τους αποκαλύπτεται όλο και περισσότερο.
Κόμμα Καρυστιανού: αντιδραστικές θέσεις και «αερολογία»
Το κόμμα της Μ. Καρυστιανού, πλέον επίσημα ανακοινωμένο με το όνομα «Ξεκινάμε», χαρακτηρίζεται από την τάση παγίωσης μιας αισθητά περιορισμένης απήχησης στις δημοσκοπήσεις, συγκριτικά με την εντυπωσιακή υποστήριξη της τάξης του 25%-30% που αποσπούσε σε δημοσκοπήσεις ένα ενδεχόμενο «κόμμα Καρυστιανού» το Φθινόπωρο του 2025.
Τότε, η πιθανή δημιουργία ενός νέου, μαζικού και φαινομενικά αντισυστημικού κόμματος, μέσα από τα «σπλάχνα» του κινήματος των Τεμπών, έδινε στα πλατιά τμήματα των εργαζόμενων και νέων που είχαν κινητοποιηθεί μόλις λίγους μήνες πριν, την – πολιτικά θολή σε κάθε περίπτωση – προοπτική μιας λύσης εξουσίας σε αντισυστημική κατεύθυνση. Αλλά, μετά τις παλινωδίες και τη διατύπωση αντιδραστικών θέσεων από την Καρυστιανού, το σημερινό «Ξεκινάμε» έχει περιοριστεί σε πόλο έλξης μόνο για ένα μειοψηφικό, πιο παθητικό και πολιτικά καθυστερημένο (ένα πολύ μεγάλο τμήμα δυνητικών ψηφοφόρων του, για παράδειγμα, προέρχεται από τη Νίκη και την Ελληνική Λύση), τμήμα των μαζών που κινητοποιήθηκαν στο κίνημα των Τεμπών.
Η παραπάνω εξέλιξη, όχι μόνο δεν αναιρείται, αλλά εντείνεται – όπως επιβεβαιώνουν και οι πρόσφατες μαζικές αποχωρήσεις στη Θεσ/νίκη – από τη θολή και κατά συνέπεια αντιδημοκρατική δομή του νέου προσωποπαγούς φορέα, καθώς και από την επίμονα απολίτικη και διαταξική συνθηματολογία του. Η διεκδίκηση «δικαιοσύνης», «διαφάνειας» και «δημοκρατίας», χωρίς να εντάσσεται στο πλαίσιο ενός συνολικού αγώνα με επαναστατικό-αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο, και η έκκληση για συσπείρωση «των πολιτών» γενικώς και αορίστως, χωρίς ταξικό προσδιορισμό, δεν μπορούν παρά να καταλήξουν να ανάγονται στην – απόλυτα συστημική – υπεράσπιση μιας ουτοπικής, δήθεν «ορθής» λειτουργίας των θεσμών του ίδιου του αστικού καθεστώτος.
Αυτή, σε συνδυασμό με τις – τυπικά δεξιάς έμπνευσης – εκκλήσεις για υπέρβαση των «ξεπερασμένων διαχωρισμών ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά» και τις κατά καιρούς υπερσυντηρητικές-ακροδεξιές «κορώνες» της Καρυστιανού (με χαρακτηριστικότερες την αμφισβήτηση του δικαιώματος στην έκτρωση και την υποστήριξη της ανάγκης «για αποτροπή των παράνομων εισβολών» μεταναστών την επομένη του πολύνεκρου ναυαγίου-κρατικής δολοφονίας στη Χίο), προσδίδουν στο νέο μόρφωμα έναν εμφανώς δεξιό-αντιδραστικό πολιτικό χαρακτήρα.
Ο απροκάλυπτος συστημισμός του Τσίπρα
Ο βασικός παράγοντας που έχει καθορίσει τα ως τώρα επίπεδα απήχησης του υπό ίδρυση κόμματος Τσίπρα είναι ο συστημισμός που εκείνος εκφράζει «όπου σταθεί κι όπου βρεθεί». Οι πρόσφατες συνεντεύξεις του (στον Ν. Χατζηνικολάου και στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών) χαρακτηρίστηκαν, καταρχάς, από τη σχεδόν πλήρη απουσία στοιχειωδών φιλολαϊκών θέσεων και διεκδικήσεων.
«Υποψία» τέτοιων αποτέλεσαν μόνο ορισμένες αποστροφές του για χαμηλότερους έμμεσους φόρους, μείωση του ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα και φορολόγηση των υπερπλουσίων με μια «πατριωτική εισφορά» (που θα επιβάλει «όχι από ταξικό μένος αλλά από πατριωτική ευθύνη»!) για την ενίσχυση του λεγόμενου «κοινωνικού κράτους», της οποίας τα έσοδα μάλιστα σκοπεύει να συνδιαχειριστεί μαζί τους. Έφτασε ακόμα και στο σημείο να ισχυριστεί ψευδώς ότι η (ιδιωτικοποιημένη) ΔΕΗ είναι δημόσια, προφανώς για να αποφύγει να μιλήσει υπέρ μιας επανακρατικοποίησής της. Αντίστοιχων προθέσεων ήταν και η διφορούμενη αποστροφή του πως το 2015 θα έπρεπε να έχει «κλείσει» τις τράπεζες η ίδια η κυβέρνησή του «από την επομένη των εκλογών» του Ιανουαρίου. Θέλησε έτσι να εμφανιστεί δήθεν «μαχητικός» ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο, χωρίς όμως να διασαφηνίζει αν εννοεί ότι τότε ήταν αναγκαία η εθνικοποίηση των τραπεζών ή αν υπερασπίζεται μια τέτοια διεκδίκηση σήμερα, και διευκρινίζοντας ακολούθως ότι αναφερόταν μόνο στην ανάγκη εισαγωγής των capital controls νωρίτερα και από την ίδια την κυβέρνηση, ώστε να «πάει στη διαπραγμάτευση» με την τρόικα «χωρίς εκβιασμούς» και «με καλύτερους όρους».
Κατά τ’ άλλα, αναλώθηκε σε γενικόλογες επικρίσεις προς τη διαφθορά (κάτι που αποτελεί την πιο βολική και «ανέξοδη» μορφή αντιπολίτευσης στον βουτηγμένο στα σκάνδαλα Μητσοτάκη), τις κερδοσκοπικές πρακτικές τραπεζών, funds και μεσαζόντων του κλάδου των τροφίμων (χωρίς κάποια υπεράσπιση ξεκάθαρων μέτρων για την αντιμετώπισή τους), και την «οικονομία του real estate και της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού». Απέναντι στην τελευταία, πρόταξε το περίφημο «Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης με στόχο να χρηματοδοτήσει παραγωγικούς τομείς της οικονομίας και επενδύσεις για να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο», γιατί «το βασικό πρόβλημα σήμερα είναι ότι αποκλίνουμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση» – «ξεχνώντας» βέβαια να σχολιάσει την ταχύτατη κίνηση των βασικών ευρωπαϊκών οικονομιών προς την ύφεση. Και πλάι σε αυτά, φυσικά, έδωσε ρητά διαπιστευτήρια υπεράσπισης των στρατηγικών συμφερόντων της ελληνικής άρχουσας τάξης, υπερασπίζοντάς τη στον ανταγωνισμό της με την τουρκική, καθώς και υπεραμυνόμενος της θέσης της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ.
Από τα παραπάνω γίνεται εμφανές ότι ο Τσίπρας δεν προβάλλει ένα πρόγραμμα διεκδικήσεων προς την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, αλλά μια πρόταση δήθεν πιο «ορθής» διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος προς την άρχουσα τάξη. Με κάθε τρόπο, μιλά και κινείται πολιτικά σαν ένας δεξιός σοσιαλδημοκράτης που, ως τέτοιος, ταυτίζεται με τους ηγέτες των αστικών-δεξιών κομμάτων στα πάντα, πέρα από τις όποιες αναφορές στην αριστερή πολιτική «ταυτότητα» και «καταγωγή» του.
Γιατί επικαλείται την «αριστερά» και τι «κόμμα» φτιάχνει
Τις αναφορές στην Αριστερά (και την Κεντροαριστερά) ο Τσίπρας τις έχει ανάγκη για να διαφοροποιηθεί από την Καρυστιανού και την Πλεύση Ελευθερίας της Κωνσταντοπούλου, που επικαλούνται (ιδιαίτερα η πρώτη) την «υπέρβαση του δίπολου Αριστεράς-Δεξιάς», και να σταθεροποιήσει μια βάση απήχησης στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ.
Ωστόσο, πάντα φροντίζει να τους στερεί κάθε ουσιαστικό και πιθανά ριζοσπαστικό περιεχόμενο, όπως έκανε με τους γενικόλογους ισχυρισμούς του ότι αριστερός είναι ο άνθρωπος που «αγωνίζεται για μια πιο δίκαιη κοινωνία», που «έχει ως πυξίδα λειτουργίας τη δημοκρατία, τη συμπερίληψη» και που «είναι έντιμος και αφοσιωμένος στο λαό και στην πατρίδα».
Τέλος, είναι εμφανές ότι από οργανωτική σκοπιά ο Τσίπρας δημιουργεί ένα προσωποπαγές μόρφωμα, χωρίς στοιχειωδώς δημοκρατικές δομές και από τη γέννησή του γραφειοκρατικά-αρχηγικά εκφυλισμένο πολύ περισσότερο κι από τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ και από αυτό ακόμα το ΠΑΣΟΚ. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ο βαθιά συστημικός φόβος του απέναντι σε μια ενεργή παρέμβαση των εργαζόμενων και των νέων, έναντι της οποίας προκρίνει μια χωρίς λόγο και ενεργό ρόλο κομματική βάση απλών χειροκροτητών του ηγέτη και των «επιτροπών σοφών», που ήδη ανεξέλεγκτα διαμορφώνουν την πολιτική του φορέα.
Βέβαια, σε συνθήκες ακραίας φθοράς της ΝΔ του Μητσοτάκη και ταυτόχρονης απουσίας ισχυρού ρεύματος για οποιαδήποτε δύναμη στ’ αριστερά του (από το ακόμα πιο φθαρμένο και συστημικό ΠΑΣΟΚ και τον διαλυμένο ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι το ΚΚΕ με την απόλυτα παθητική στάση της ηγεσίας του στο ζήτημα της εξουσίας), είναι δυνατό ο Τσίπρας να έχει μια ορισμένη εκλογική απήχηση. Αλλά, εξαιτίας όλων των παραπάνω, αυτή δεν θα συνοδεύεται από οποιονδήποτε ενθουσιασμό και θα επικεντρώνεται σε παθητικοποιημένα εργατικά και μικροαστικά στρώματα, βαθιά απογοητευμένα και συγχυσμένα από τις ήττες των προηγούμενων χρόνων.
Η κατάσταση που δημιουργείται, λοιπόν, γύρω από τα υπό ίδρυση κόμματα της Καρυστιανού και του Τσίπρα, αποδεικνύει ότι οι πρωτοπόροι εργαζόμενοι και νέοι δεν μπορούν να αναμένουν παθητικά την εμφάνιση κάποιου πολιτικού ηγέτη που ίσως «αξιωθεί» να προβάλει, ανεπαρκώς και αποσπασματικά, κάποιες στοιχειώδεις αναγκαίες διεκδικήσεις. Οφείλουμε από σήμερα να αγωνιστούμε συνειδητά για το χτίσιμο ενός μαζικού, επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος που θα διαθέτει το αναγκαίο επαναστατικό-αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα.
Πάτροκλος Ψάλτης




