ουγγρική επανάσταση 1919 - σοβιετική δημοκρατία

Στις 21 Μάρτη του 1919, ανακηρύχτηκε η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία. Την 1η Αυγούστου, 133 μέρες μετά, το ηρωικό αυτό κεφάλαιο στην ιστορία της Ουγγρικής εργατικής τάξης θα έκλεινε με την εισβολή του Λευκού Ρουμανικού στρατού στη Βουδαπέστη. Αν το Ουγγρικό προλεταριάτο επικρατούσε, η απομόνωση της Σοβιετικής Ρωσίας θα έφτανε στο τέλος της.

Η σύντομη εμπειρία της Βαυαρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας που διήρκεσε απ’ τις 7 Απρίλη μέχρι την 1η Μάη του 1919, ήταν μια ένδειξη ότι η παλίρροια της επανάστασης απλωνόταν απ’ την Ανατολή στη Δύση, σε μια πορεία δίχως γυρισμό. Αν το κράτος των Ούγγρων εργατών κατόρθωνε να εδραιωθεί για μερικούς μήνες επιπλέον, οι φλόγες της επανάστασης θ’ αγκάλιαζαν τη Βιέννη και το Βερολίνο, όπου η εργατική τάξη βρίσκονταν ήδη σε κατάσταση επαναστατικής αναταραχής.

Η επικράτηση της Γερμανικής επανάστασης θα είχε αλλάξει εκ βάθρων ολόκληρη την πορεία της ανθρώπινης Ιστορίας. Όμως αυτό δε συνέβη ποτέ κι η Ουγγρική Επανάσταση του 1919 πήρε τη θέση της στα ιστορικά αρχεία ως ένα ακόμα ηρωικό επεισόδιο σαν κι αυτό της Παρισινής Κομμούνας του 1871.

Παρ’ όλα αυτά, απ’ τη σκοπιά της μελέτης των αιτίων της αποτυχίας της, η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία, μισό αιώνα μετά, μπορεί να μας βοηθήσει εμπλουτίζοντας τη γνώση μας πάνω στις διαδικασίες μέσω των οποίων επέρχεται ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας, παρέχοντάς μας καλύτερα εφόδια στην τωρινή πάλη για το σοσιαλισμό.

Το 1919, η ουγγρική κοινωνία έφερε όλα τα σημάδια μιας απαρχαιωμένης δομής που είχε διατηρηθεί λίγο-πολύ ανέπαφη στην πορεία ολόκληρων αιώνων. Απ’ την αιματηρή αντίδραση που είχε ακολουθήσει την ήττα του Πολέμου των Χωρικών το 1514, προήλθε ο Ουγγρικός νόμος που διατηρήθηκε μέσω του «Τριμερούς Κώδικα του Werboczi» που χώριζε τον Ουγγρικό λαό στις καθορισμένες κάστες της υψηλής και κατώτερης αριστοκρατίας, με τον κλήρο στη μια πλευρά και τους «πληβείους» απ’ την άλλη.

Για 150 χρόνια, η Ουγγαρία υπέμενε κάτω απ’ την κυριαρχία των Οθωμανών Τούρκων. Έπειτα, το 1687, το Στέμμα του Αγίου Στεφάνου κατέστη κληρονομικό δικαίωμα της «αρσενικής γραμμής» των Αυστριακών Αψβούργων.

Για ολόκληρες γενιές, οι Ούγγροι αγωνίστηκαν διεκδικώντας το δικαίωμα στην ύπαρξή τους ως έθνος. Η σημαντικότερη απόπειρα για την αποτίναξη του Αυστριακού ζυγού σημειώθηκε την περίοδο του επαναστατικού κύματος που σάρωσε την Ευρώπη, το 1848. Η αδύναμη όμως Ουγγρική αστική τάξη και η άβουλη αριστοκρατία, αποδείχτηκαν ανίκανες να ελευθερώσουν την Ουγγαρία απ’ τον ξένο δυνάστη. Μετά την ήττα του 1848, η εθνική καταπίεση των Ούγγρων έφτασε στο απόγειο της – 10.000 Ούγγροι εκτελέστηκαν.

Οι Ουγγρικές εφημερίδες φιμώνονταν και η εκπαίδευση διευθύνονταν απ’ τους Αυστριακούς. Οι κατασχεμένες γαίες των Ούγγρων επαναστατών δίνονταν στους αριστοκράτες της Βιεννέζικης αυλής. Χιλιάδες πληροφοριοδότες και πράκτορες της αστυνομίας είχαν κατακλύσει τη χώρα. Το Ουγγρικό έθνος υφίσταντο την ταπείνωση της λογοκρισίας των Αψβούργων και τον Εκγερμανισμό.

Έπειτα ήρθε η άνοδος της Πρωσίας κι η ταπεινωτική ήττα της Αυστρίας απ’ τον Βίσμαρκ, το 1866. Καταβεβλημένος απ’ το χτύπημα, ο Αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ κινήθηκε στην κατεύθυνση μιας συνεννόησης με την Ουγγρική αριστοκρατία. Έτσι, γεννήθηκε το γνωστό «Ausgleich» (Άουσγκλάιχ) ή συμβιβασμός του 1867.

Η συμφωνία αυτή σήμαινε ότι εφεξής η Αυτοκρατορία των Αψβούργων θ’ αποτελούνταν από δύο «κυρίαρχους λαούς» – τους Αυστριακούς και τους Μαγυάρους (Ούγγρους), δύο «δεύτερης κατηγορίας» λαούς, τους Κροάτες και τους Πολωνούς, και έξι λαούς χωρίς κανένα δικαίωμα: τους Τσέχους, τους Σλοβάκους, τους Ρουμάνους, τους Ρουθηνούς, τους Σλοβένους και τους Σέρβους. Η μαγυάρικη άρχουσα τάξη υποστήριζε τους Αψβούργους και σε ανταπόδοση, της επιτράπηκε να εκμεταλλεύεται και να καταπιέζει τις υπόλοιπες εθνότητες που ζούσαν στο δικό της τμήμα της αυτοκρατορίας.

Η ουγγρική κοινωνία χαρακτηριζόταν από την ακραία καθυστέρηση, τις ημι-φεουδαρχικές σχέσεις και τη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια ενός μικρού αριθμού πλούσιων ευγενών. Περίπου το 5 % του πληθυσμού, κατείχε το 85 % της γης. Θεωρητικά, η δουλοπαροικία είχε καταργηθεί, αλλά στην πράξη τα 20 εκατομμύρια στρέμματα που αντιστοιχούσαν στα μεγάλα κτήματα, δουλεύονταν από «εργάτες γης», οι κοινωνικές συνθήκες των οποίων ελάχιστα διέφεραν απ’ τις αντίστοιχες των δουλοπάροικων.

Οι μεγάλες αυτές γαίες δεν μπορούσαν να πουληθούν ή κατατμηθούν. Ένα παράδειγμα του φεουδαρχικού Ουγγρικού νόμου ήταν ότι η οικογένεια των Εστερχάζι έπρεπε δια παντός να κατέχει γη της τάξης των 100.000 στρεμμάτων, που θ’ ανήκαν ισοβίως στον πρωτότοκο γιο.

Ενδεικτικό της καθυστέρησης που χαρακτήριζε την κοινωνική εξέλιξη στην Ουγγαρία ήταν το ότι η πλειοψηφία των «ακατάτμητων εκτάσεων» δημιουργήθηκε στην πραγματικότητα απ’ το 1869 και μετά – δηλαδή σε μια περίοδο όπου στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, τα τελευταία ίχνη των φεουδαρχικών σχέσεων που είχαν να κάνουν με τη γη, εξαφανίζονταν.
Τα ¾ της αγροτιάς αποτελούνταν από φτωχούς αγρότες και εργάτες γης – 2,5 δηλ.

εκατομμύρια σε σύνολο 4, που ζούσαν σε συνθήκες φοβερής φτώχειας. Ήταν συνηθισμένο για έναν χωρικό να σηκώνεται στις 2 ή τις 3 το πρωί για το θερισμό να δουλεύει μέχρι τις 9 ή τις 10 το βράδυ, τρώγοντας ξεροκόμματα και παστό χοιρινό, και να κοιμάται στο χωράφι, μέσα σ’ ένα λάκκο που έσκαβε με την αξίνα. Ανάπαυλα δεν υπήρχε.

Μια συνηθισμένη οικογένεια χωρικών ζούσε σε μια ενιαία καλύβα-δωμάτιο που συχνά τη μοιράζονταν δυο ή περισσότερες οικογένειες, ανεβάζοντας έτσι τον αριθμό των ανθρώπων που υπήρχαν σ’ ένα τέτοιο χώρο στους 20 ή 25. Έξι στα δέκα μωρά πέθαιναν πριν κλείσουν το ένα τους έτος. Η φυματίωση, αποτέλεσμα της πείνας, ήταν τόσο διαδεδομένη, ώστε ήταν γνωστή ως η «ουγγρική αρρώστια».

Η μοναδική φορά στη ζωή του που ο συνηθισμένος χωρικός φορούσε μπότες ήταν στο στρατό, όπου υφίστατο τις ρατσιστικές προσβολές και τη φυσική βία του Αυστριακού επιλοχία. Οι ξυλοδαρμοί και τα μαστιγώματα αποτελούσαν επίσης τον κανόνα και στα κτήματα. Σύμφωνα μ’ ένα «φιλελεύθερο» νόμο, οι υπηρέτες των κτηματιών μεταξύ 12 και 18 χρόνων, μπορούσαν να δέρνονται απ’ τον κύριό τους, αλλά μόνο με τέτοιο τρόπο ώστε «η επούλωση των προκαλούμενων τραυμάτων να επέρχεται σε χρονικό διάστημα που δε θα υπερέβαινε τις οχτώ ημέρες».

Μια μειοψηφία χωρικών κατείχε μικρές εκτάσεις γης της τάξης του ενός περίπου στρέμματος. Όμως αυτού του είδους οι «μικροϊδιοκτήτες» δεν μπορούσαν να συντηρήσουν τις φαμίλιες τους με τα προϊόντα της γης τους κι αναγκάζονταν έτσι, να νοικιάζουν τους εαυτούς τους και αλλού. Στον πάτο της κλίμακας βρίσκονταν οι «csiras» ή γελαδάρηδες: «Η δουλειά των csiras… είναι η πιο σκληρή. Δίχως άλλο, μετά από τέσσερα χρόνια, η βαριά δουλειά κι η αποπνιχτική απ’ την κοπριά ατμόσφαιρα στους στάβλους, καταστρέφουν τα πνευμόνια των csiras. Αν κάποιος απ’ αυτούς σταθεί τυχερός, φεύγει πριν αρχίσει τις αιμοπτύσεις. Πολλοί όμως μένουν, καταντάνε σωστά ερείπια και γυρίζουν στα χωριά τους για να ζήσουν ζητιανεύοντας».

Η έλλειψη γης και το εθνικό ζήτημα, αποτελούσαν πάντα την κινητήρια δύναμη της επανάστασης στην Ουγγαρία, σε μια ιστορική πορεία αιματηρών αγροτικών εξεγέρσεων, που καταστέλλονταν με τον πιο βάρβαρο τρόπο. Στην επανάσταση του 1848 υπήρξαν απόπειρες διανομής των κοινών βοσκότοπων στους χωρικούς και κατάσχεσης των μεγάλων κτημάτων. Όμως η νίκη των Αψβούργων, σήμανε τη νίκη των μεγάλων γαιοκτημόνων που ακολούθως οικοδόμησαν ένα ισχυρό προπύργιο της αντίδρασης στην Ουγγαρία, μετατρεπόμενοι σε τοπικούς πράκτορες του Αυστριακού ιμπεριαλισμού στο ουγγρικό έδαφος.

Τα προβλήματα των εθνικών μειονοτήτων

Η εκρηκτική κατάσταση στην ουγγρική ύπαιθρο προς τα τέλη του 19ου αιώνα περιγράφεται με ακρίβεια σε μια επίσημη αναφορά της ισχυρής ένωσης των γαιοκτημόνων, της OMGE, συνταγμένης το 1894:

«Ο πληθυσμός της Μεγάλης Πεδιάδας αποτελείται από δημοσίους υπαλλήλους, πλούσιους χωρικούς και το αγροτικό προλεταριάτο, που ζουν χωρίς καμιά επαφή μεταξύ τους και αλληλομισούνται…Η δημόσια διοίκηση αντιμετωπίζει τις Ουγγρικές αγροτικές περιοχές σαν αποικίες και τις υποθέσεις που διαχειρίζεται σαν αποικιακή υπηρεσία…Οι πλούσιοι χωρικοί διακατέχονται οπωσδήποτε από ένα ανυπέρβλητο και αμετάβλητο συντηρητισμό, ενώ οι αγρεργάτες έχουν την ανάμνηση των μεγάλων ιστορικών ξεσηκωμών κι αντιμετωπίζουν το μέλλον δίχως καμιά ελπίδα. Επιπλέον, οι επαναστατικές τους φιλοδοξίες είναι ακόμα ζωντανές».

Οι κυβερνητικοί γραφειοκράτες που συνέταξαν τη συγκεκριμένη αναφορά δεν έκαναν λάθος. Το κύμα των απεργιών απ’ την πλευρά των εργατών γης που σάρωσε τη χώρα στα πρώτα χρόνια του αιώνα μας (20ου), οι οποίες συχνά οδηγούσαν σε σφοδρές συγκρούσεις με την αστυνομία, κορυφώθηκε με την απεργία των 10.000 εργατών των μεγάλων κτημάτων του 1905 και τη γενική απεργία των 100.000 «ελεύθερων εργατών» (μη δουλοπάροικων), που ξέσπασαν απλά και μόνο με την κλήση των απεργών να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία. Η μόνη δυνατή διαφυγή απ’ αυτή την τρομερή δυστυχία ήταν η μετανάστευση. Μεταξύ 1891 και 1914, σχεδόν δύο εκατομμύρια Ούγγροι-το 80 % των οποίων ήταν φτωχοί χωρικοί-εγκατέλειψαν τη χώρα, στοιβαγμένοι σαν τα ζώα, σε πλοία που έφευγαν για τις ΗΠΑ.

Το κοινωνικό πρόβλημα της Ουγγαρίας ήταν επιδεινούμενο και σύνθετο, λόγω της ύπαρξης των εθνικών μειονοτήτων. Το 1910, σε σύνολο 21 εκατομμυρίων που ζούσαν στην Ουγγαρία, υπήρχαν 10 εκατομμύρια Ούγγροι, 2,5 εκατομμύρια Κροάτες και Σλοβένοι, 3 εκατομμύρια Ρουμάνοι, 2 εκατομμύρια Γερμανοί και το υπόλοιπο αποτελούνταν από Σλοβάκους, Σέρβους, Ουκρανούς, καθώς και άλλους μικρότερους λαούς.

Έτσι, για την Ουγγαρία, το εθνικό πρόβλημα δεν περιορίζονταν στο ζήτημα της ημι-αποικιακής εξάρτησής της απ’ την Αυστρία, αλλά περιελάμβανε επίσης και το πρόβλημα της εθνικής καταπίεσης του μη Μαγυάρικου στοιχείου που ζούσε εντός των ορίων της Ουγγαρίας. Οι συστηματικές διακρίσεις εναντίον των μειονοτήτων εκδηλώνονταν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο στον τομέα της εκπαίδευσης.

Το 1900, το 39% του συνολικού πληθυσμού ήταν αναλφάβητο. Το ποσοστό όμως για τους Σλοβάκους ήταν 49,9 %, για τους Σέρβους 58,5 %, για τους Ρουμάνους 79,6 % και τους Ουκρανούς 85,1 %. Οι μισθοί στην Ουγγαρία ήταν κατά 33 % χαμηλότεροι απ’ τους αντίστοιχους της Αυστρίας και κατά 50 % απ’ αυτούς στη Γερμανία. Όμως το 1913, οι μισθοί των μη Μαγυάρων εργατών ήταν κατά 30 % χαμηλότεροι απ’ ότι αυτοί των Ούγγρων.
Η αδύναμη και καθυστερημένη Ουγγρική μπουρζουαζία είχε αποδειχτεί ανίκανη, σ’ όλη την ιστορική πορεία της, να λύσει έστω κι ένα απ’ τα συγκεκριμένα θεμελιώδη προβλήματα. Δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί ο λόγος. Αν και αναμφίβολα το πιο καθυστερημένο κομμάτι της Αυτοκρατορίας, η Ουγγαρία είχε εισέλθει αποφασιστικά στη διαδικασία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, με την αλλαγή του αιώνα. Πλάι στις μεγάλες φεουδαρχικές ιδιοκτησίες, ξεπηδούσε η σύγχρονη καπιταλιστική βιομηχανία, τροφοδοτούμενη απ’ τις επενδύσεις των ξένων καπιταλιστών.

Οι τράπεζες κυριαρχούσαν στην Ουγγρική οικονομία και μέσω αυτών εφαρμόζονταν η χειραγώγηση απ’ το Αυστριακό, Γερμανικό, Γαλλικό, Βρετανικό κι Αμερικανικό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού πρόσδεσε την Ουγγαρία ακόμα πιο στενά στην κυριαρχία του Αυστρο-Γερμανικού ιμπεριαλισμού. Απ’ την άλλη πλευρά, η φεουδαρχική αριστοκρατία ήταν επίσης πολύ στενά συνδεδεμένη με τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις τράπεζες.

Το 1905, στα διοικητικά συμβούλια των βιομηχανικών, μεταφορικών και τραπεζικών επιχειρήσεων υπήρχαν 88 κόμηδες και 64 βαρόνοι. Ένας απ’ αυτούς, ο Κόμης Ιστβάν Τίζα, ήταν πρόεδρος της μεγαλύτερης εμπορικής τράπεζας της χώρας.

Για όλους αυτούς τους λόγους, κάθε απόπειρα για την καταστροφή της απαρχαιωμένης και ταπεινωτικής εξάρτησης απ’ την Αυστρία, και για το ξερίζωμα των φεουδαρχικών σχέσεων στην ύπαιθρο, προϋπέθετε αναγκαστικά τον ανοιχτό πόλεμο ενάντια στον καπιταλισμό, του οποίου μπορούσε μονάχα να ηγηθεί η εργατική τάξη σε συμμαχία με τη μάζα των φτωχών αγροτών και των εργατών γης.

Τις παραμονές της Επανάστασης, η Ουγγαρία αποτελούσε το πιο καθυστερημένο κομμάτι της Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας, όμως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, ήταν και το μέρος εκείνο στο οποίο οι κοινωνικές εντάσεις έφτασαν γρήγορα στο αποκορύφωμά τους και όπου η άρχουσα τάξη ήταν ελάχιστα ικανή ν’ αντισταθεί απέναντι στην ορμητικότητα της κοινωνικής αλλαγής. Το προλεταριάτο αποτελούσε μειονότητα στην κοινωνία, αποτελούμενο κυρίως από φτωχούς χωρικούς. Η καταπιεστική όμως φύση των κοινωνικών σχέσεων στην ύπαιθρο, σήμαινε ότι ενδεχομένως η αγροτιά αντιπροσώπευε ένα ισχυρό επαναστατικό σύμμαχο για την εργατική τάξη.

Το Ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Η κτηνώδης κι εξευτελιστική συμπεριφορά απέναντι στις εθνικές μειονότητες σ’ όλη την πορεία της Ουγγρικής ιστορίας, θα εξελίσσονταν επίσης σε αχίλλειο πτέρνα για την Ουγγρική άρχουσα τάξη. Αυτό που απαιτούνταν ήταν μια κοινωνική δύναμη, ικανή να παρακινήσει και να καθοδηγήσει αυτές τις δυνάμεις στην τελική επίθεση εναντίον της κυρίαρχης ολιγαρχίας.
Λόγω της κομβικής της θέσης στην παραγωγή, της συνεκτικότητάς, της οργάνωσης και της ταξικής της συνείδησης, μονάχα η εργατική τάξη, παρά την αριθμητική της κατωτερότητα, ήταν ικανή να διαδραματίσει αυτό το ρόλο.

Το ουγγρικό προλεταριάτο ήταν νεότερο και λιγότερο ισχυρό σε σχέση με τ’ αδέρφια του σε Αυστρία και Γερμανία. Το 1910, μονάχα το 17 % του εργατικού δυναμικού απασχολούνταν στη βιομηχανία, κι απ’ αυτό, το 49 % εργάζονταν σε εργοστάσια που είχαν λιγότερους από 20 εργάτες.

Στη Βουδαπέστη όμως, καθώς και τις γειτονικές της περιοχές, είχαν δημιουργηθεί βιομηχανίες μεγάλης κλίμακας, που χρηματοδοτούνταν από ξένα κεφάλαια.

Πάνω απ’ το 50 % της βιομηχανίας βρίσκονταν συγκεντρωμένο εκεί. Επιπλέον, η ανισομερής ανάπτυξη της βιομηχανίας αποτυπώνεται στο γεγονός ότι το 37,8 % του συνολικού εργατικού δυναμικού συγκεντρώνονταν σε μεγάλα εργοστάσια των 500 και πάνω εργατών. Το γιγάντιο αυτό προπύργιο της εργασίας θα διαδραμάτιζε αποφασιστικό ρόλο στα γεγονότα του 1918-19. Ογδόντα δύο τεράστια καρτέλ έλεγχαν το σύνολο της ουγγρικής βιομηχανίας (26 απ’ αυτά ήταν ουγγρικά και 56 αυστρο-ουγγρικά).
Στις παραμονές του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, η Ουγγαρία βρίσκονταν ξεκάθαρα σ’ ένα καθεστώς ημι-αποικιακής εξάρτησης απ’ την Αυστρία και τη Γερμανία, συγκροτώντας μια αγροτική αποικία που εξήγαγε προμήθειες στην Αυστρία, δεχόμενη σ’ αντάλλαγμα βιομηχανικά προϊόντα. Τα συμφέροντα της Ουγγρικής μπουρζουαζίας ήταν απολύτως αναπόσπαστα απ’ αυτά του αυστρο-ουγγρικού γραφειοκρατικού αστυνομικού κράτους και της φεουδαρχικής ολιγαρχίας των γαιοκτημόνων, των οποίων την πολιτική έκφραση αντιπροσώπευε το Φιλελεύθερο Κόμμα.

Πίσω απ’ το ντεκόρ της εθνικιστικής φρασεολογίας με τ’ οποίο η ουγγρική μπουρζουαζία πάλευε να διατηρήσει τη βάση της μέσα στις μάζες, βρίσκεται η πραγματικότητα της απόλυτης αδυναμίας και της δουλοπρεπούς εξάρτησής της απ’ τον αυστρο-γερμανικό ιμπεριαλισμό που αποκαλύφτηκε κτηνωδώς τον Αύγουστο του 1914.

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος έθεσε ολόκληρη την κοινωνία υπέρ του «κοινού σκοπού». Υποστηριζόμενος θερμά απ’ την ολιγαρχία και την εκκλησία, ο πόλεμος εναντίον της Σερβίας, δέχτηκε επίσης και τις ευλογίες του κόμματος του 1848, του κόμματος της «φιλελεύθερης» μπουρζουαζίας που εδώ και πολύ καιρό είχε ξεφορτωθεί τα νεανικά της οράματα περί εθνικής ανεξαρτησίας, για να ταχτεί στο πλευρό των ιμπεριαλιστών ληστών της Βιέννης και του Βερολίνου.

Στην αρχή του πολέμου, όπως και σ’ άλλες χώρες, η εργατική τάξη είχε παραλύσει απ’ το πρώτο κύμα πατριωτικού ενθουσιασμού. Οι Σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, παρά την πρότερη «αριστερή» φρασεολογία τους που είχαν δανειστεί απ’ τους αποκαλούμενους «Αυστρο-Μαρξιστές», πήραν πρόθυμα θέση στο πατριωτικό άρμα. Δικαιολόγησαν τον πόλεμο ως πόλεμο που «υπεράσπιζε τη δημοκρατία απέναντι στη Ρωσική βαρβαρότητα», κι επιπλέον ως πόλεμο «για μικρότερη εργάσιμη μέρα κι υψηλότερους μισθούς», κηρύττοντας την ταξική συνεργασία και την «ταξική ειρήνη».

Όμως, καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν, η οδυνηρή πραγματικότητα προσγείωνε τους εργάτες και τους χωρικούς. Ο «πόλεμος για μικρότερη εργάσιμη μέρα» σήμαινε ότι οι εργάτες έπρεπε να δουλεύουν για 60 ώρες τη βδομάδα. Παιδιά, ηλικίας από 10 ως 12 χρόνων, εργάζονταν στα εργοστάσια για 12 ώρες τη μέρα κι ακόμα παραπάνω,. Τα κέρδη κάποιων αυξάνονταν, ενώ οι μισθοί μειώνονταν σταθερά. Το 1916, το χρήμα διέθετε μονάχα το 51% της προπολεμικής του αξίας, πέφτοντας σταδιακά από κει κι έπειτα. Η αναταραχή λόγω του πολέμου προκάλεσε μια τρομερή κατάρρευση της βιομηχανίας.

Οι συνθήκες στο μέτωπο χειροτέρευαν συνεχώς. Εκατοντάδες χιλιάδες Ούγγρων στρατιωτών χάνονταν μέσα σ’ άθλιες συνθήκες, στον παγωμένο χιονιά του 1914-15, στα Καρπάθια Όρη. Σ’ ένα στρατό εννιά εκατομμυρίων, πάνω από πέντε σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή χάθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις μέχρι το τέλος του πολέμου. Απ’ αυτούς, τα δύο εκατομμύρια ήταν Ούγγροι.

Η δυσαρέσκεια ανάμεσα στο Ουγγρικό στοιχείο του Αυστρο-Ουγγρικού στρατού, οδήγησε σε καταστάσεις όπου οι Ούγγροι στρατιώτες έπρεπε να οδηγούνται «στριμωγμένοι» ανάμεσα σε Γερμανούς και Αυστριακούς με όπλα που σημάδευαν τα νώτα τους. Η λιποταξία έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις, καθώς ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του.

Ο αντίκτυπος της Οκτωβριανής Επανάστασης

Ανάμεσα στα 1915 και 1916, υπήρξε μια συνεχής αύξηση στον αριθμό των απεργιών. Η κούραση των μαζών απ’ τον πόλεμο μεγάλωνε στην περίπτωση της Ουγγαρίας, λόγω του πολύ έντονου αισθήματος της εθνικής καταπίεσης. Η αυξανόμενη αναταραχή στα εργοστάσια, στους στρατώνες και τις εργατικές περιοχές, προκάλεσε εσωτερικές διαφωνίες στις γραμμές της άρχουσας τάξης.

Ήδη απ’ το 1915, ο Κόμης Κάρολι είχε ιδρύσει το πασιφιστικό του, αντι-Γερμανικό Κόμμα της Ανεξαρτησίας και προσπάθησε να έρθει σ’ επαφή με τους Συμμάχους, αποδεικνύοντας ότι οι διορατικότεροι εκπρόσωποι της μπουρζουαζίας, διαισθανόμενοι την πιθανή Γερμανική ήττα, προετοιμάζονταν να θέσουν εαυτούς υπό το έλεος του Αγγλο-Γαλλικού ιμπεριαλισμού και ν’ αναρριχηθούν στην εξουσία χάρη στις Συμμαχικές ξιφολόγχες αντί των Γερμανικών.

Η Επανάσταση του Φλεβάρη στη Ρωσία έδωσε μεγάλη ώθηση στο επαναστατικό κίνημα της Ουγγαρίας. Την Πρωτομαγιά του 1917, ένα μαζικό κύμα απεργιών και διαδηλώσεων οδήγησε στην πτώση της αντιδραστικής κυβέρνησης του Κόμη Τίζα, στις 23 Μάη. Σχηματίστηκε μια νέα κυβέρνηση υπό τον Κόμη Εστερχάζι, που προσπάθησε να ελιχθεί ανάμεσα στις τάξεις, σε μια προσπάθεια να εμποδίσει την κατάσταση να καταστεί τελείως ανεξέλεγκτη. Η κυβερνητική συμμαχία διευρύνθηκε, ώστε να συμπεριλάβει διάφορες ομάδες της μπουρζουαζίας, ενώ οι ηγέτες του ΣΔΚ (Σοσιαλ-Δημοκρατικό Κόμμα) έδωσαν εξωτερική υποστήριξη στην κυβέρνηση.

Οι εργάτες ερμήνευσαν ορθά αυτή την κίνηση σαν ένδειξη αδυναμίας και υπερασπίστηκαν δυναμικά τα αιτήματά τους. Η νέα κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη μ’ ένα κύμα απεργιών, που ξέσπασε αυθόρμητα, ενάντια στην εχθρότητα των «μετριοπαθών» ηγετών των συνδικάτων. Ένας απ’ αυτούς, ο Σάμι Γιάζα, παραδέχτηκε ότι: «Ήδη απ’ το 1917, υπήρχαν πολλές απεργίες, παρόλο που τα συνδικάτα επέμεναν ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν δυσλειτουργίες στη δουλειά». Οι αξιοθρήνητοι αυτοί σοσιαλδημοκράτες ηγέτες ήταν αναγκασμένοι να «ηγούνται απ’ τα πίσω» ή αλλιώς να χάσουν κάθε επιρροή ανάμεσα στους εργάτες.

Η νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία είχε καταλυτική επίδραση στην Ουγγαρία. Η αριστοτεχνική αντιπολεμική αγκιτάτσια του Τρότσκι στις διαπραγματεύσεις για το Σύμφωνο του Μπρεστ-Λιτόφσκ βρήκε άμεση ανταπόκριση στις μάζες των κουρασμένων απ’ τον πόλεμο εργατών, χωρικών και στρατιωτών. Το αίτημα για «ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις κι αποζημιώσεις» αντηχούσε στα εργοστάσια, στα χωριά και τα χαρακώματα. Κάτω απ’ την ακαταμάχητη πίεση των μαζών, το αντιπολεμικό κόμμα της μπουρζουαζίας, καθοδηγούμενο απ’ τον Κάρολι, τον Ούγγρο «Κερένσκι», βρήκε νέο καινούριο θάρρος να πιέσει για τα αιτήματά του.

Η αναταραχή στα εργοστάσια οδήγησε σε γενική απεργία εναντίον του πολέμου στη Βουδαπέστη, στις 18 Γενάτη του 1918, που σύντομα πυροδότησε μαζικές συγκεντρώσεις στις οποίες συμμετείχαν και πολλοί στρατιώτες. Το απεργιακό κύμα του Γενάρη απλώθηκε σαν πυρκαγιά σ’ ολόκληρη την Αυστρία, την Ουγγαρία και τη Γερμανία. Ήταν αυτή ακριβώς η καυτή ανάσα της επανάστασης ξοπίσω του, που ανάγκασε τον Αυστριακό αντιπρόσωπο στο Μπρεστ-Λιτόφσκ, Τζερνίν, να υιοθετήσει μια διαλλακτική θέση απέναντι στην Μπολσεβίκικη κυβέρνηση, αν κι αυτό ανατράπηκε απ’ το Γερμανό στρατιωτικό σύμβουλο, στο πρόσωπο του Στρατηγού Χόφμαν.

Για τον ίδιο λόγο, η Ουγγρική κυβέρνηση έσπευσε τώρα να επεκτείνει το δικαίωμα ψήφου. Όπως πάντα, η άρχουσα τάξη είναι έτοιμη να παραχωρήσει σοβαρές μεταρρυθμίσεις μόνο όταν αισθάνεται ότι απειλείται με την απώλεια της εξουσίας και των προνομίων της.

Η μπουρζουαζία ήταν τρομοκρατημένη. Το ίδιο και εκείνοι οι δεξιοί σοσιαλιστές ηγέτες που είχαν υποστηρίξει τον πόλεμο κι αντιτίθονταν σε κάθε μαχητική κίνηση των εργατών. Οι Σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, ξαφνιασμένοι απ’ τη ραγδαία εξάπλωση της γενικής απεργίας, βιάστηκαν να την ανακαλέσουν στις 21 Γενάρη, τέσσερις μονάχα μέρες μετά το ξεκίνημά της. Η προδοσία αυτή συνέβαλε μόνο στο βάθεμα των διαφορών μέσα στις γραμμές του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (ΣΔΚ) κι αύξησε κατά πολύ τη δύναμη της αριστερής αντιπολίτευσης.

Η επαναστατική ανάταση φάνηκε στην αφύπνιση των πιο καθυστερημένων κι αδρανών τμημάτων των καταπιεσμένων, ιδίως των γυναικών της εργατικής τάξης, των οποίων ο ηρωικός ρόλος στα γεγονότα αυτά φαίνεται από μια απόρρητη αναφορά του Υπουργείου Πολέμου, με ημερομηνία 3 Μάη 1918: «Οι εργάτριες, όχι μόνον επιχειρούν συχνά ν’ απορυθμίσουν τη λειτουργία των εργοστασίων παρακωλύοντας την παραγωγή, αλλά εκφωνούν επιπλέον και εμπρηστικούς λόγους, λαμβάνουν μέρος σε διαδηλώσεις, προχωρώντας στην πρώτη γραμμή κι έχοντας στην αγκαλιά τα μωρά τους και συμπεριφέρονται με τρόπο προσβλητικό στους εκπροσώπους του νόμου».

Στις 20 Ιούνη 1918, μια νέα απεργία ξεσπάει, λόγω του ότι είχαν πυροβοληθεί εργάτες. Σοβιέτ ή αλλιώς εργατικά συμβούλια σχηματίστηκαν αμέσως για να πολεμήσουν υπέρ των αιτημάτων των εργατών: ειρήνη, καθολικό δικαίωμα ψήφου, όλη η εξουσία στα σοβιέτ! Η απεργία απλώθηκε απ’ τη Βουδαπέστη στα υπόλοιπα βιομηχανικά κέντρα. Και πάλι σταμάτησε απ’ την ηγεσία, δέκα μέρες μετά.

Οι μάζες ετοιμάζονταν να πολεμήσουν για την εξουσία, αλλά απογοητεύονταν σε κάθε τους βήμα απ’ τους ηγέτες τους. Οι αφόρητες όμως συνθήκες των μαζών, καθώς κι η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια κι απογοήτευση του παρελθόντος οδήγησαν αναπόφευκτα σε νέα έκρηξη, το φθινόπωρο του 1918.

Με την κατάρρευση του Βουλγαρικού Μετώπου, το κύμα των λιποταξιών μετατράπηκε σε πραγματική πλημμύρα που έπνιξε τη χώρα. Υπήρχαν σποραδικοί ξεσηκωμοί και ανταρσίες στο στρατό και το ναυτικό. Ένοπλες ομάδες λιποτακτών συνδεμένων με απεργούς και ξεσηκωμένους αγρότες, συγκρούονταν με την αστυνομία και συμμετείχαν σε καταλήψεις γης. Όταν φάνηκε καθαρά ότι οι Κεντρικές Δυνάμεις θα έχαναν τον πόλεμο, οι ανταρσίες αυτές γενικεύτηκαν.

Ο κρατικός μηχανισμός αποσυντέθηκε και κατέρρευσε κάτω απ’ το ίδιο του το βάρος. Η κυβέρνηση της Βουδαπέστης βρισκόταν στον αέρα. Η εξουσία είχε περάσει στους δρόμους.
Εν μέσω απεργιών, στάσεων και διαδηλώσεων στους δρόμους, η άρχουσα τάξη διασπάστηκε. Στο Κοινοβούλιο διαδραματίζονταν θυελλώδεις σκηνές. Στις 17 Οκτωβρίου, ο αποκαρδιωμένος Κόμης Τίζα ανακοίνωσε: «Έχουμε χάσει αυτό τον πόλεμο». Η αστική ολιγαρχία των γαιοκτημόνων, αισθανόμενη την εξουσία να γλιστρά απ’ τα εξασθενημένα της χέρια, έψαξε απεγνωσμένα για δεύτερη γραμμή άμυνας και τη βρήκε στο πρόσωπο του χτεσινού της εχθρού – του Κάρολι.

Στις 28 Οκτωβρίου, πραγματοποιήθηκε μια μαζική διαδήλωση στη Βουδαπέστη απαιτώντας την Ουγγρική ανεξαρτησία. Στις 29, η Ουγγαρία ανακηρύχτηκε δημοκρατία. Και στις 30 Οκτωβρίου, ξέσπασε στη Βουδαπέστη εξέγερση εργατών, στρατιωτών, ναυτών και φοιτητών.
Η κυβέρνηση έπεσε σα χάρτινος πύργος, χωρίς καν να ρίξει ούτε μια τουφεκιά προς υπεράσπισή της. Οι δρόμοι καταλήφτηκαν απ’ τους εξεγερμένους που φώναζαν συνθήματα, όπως «Ζήτω η ανεξάρτητη και δημοκρατική Ουγγαρία!», «Κάτω οι κόμηδες!», «Να σταματήσει πια ο πόλεμος!», «Όλες οι διαταγές να δίνονται απ’ τα σοβιέτ των στρατιωτών!»… Μέχρι το βράδυ της 31ης Οκτωβρίου, οι εξεγερμένοι είχαν καταλάβει όλα τα στρατηγικά σημεία, έχοντας απελευθερώσει όλους τους πολιτικούς κρατούμενους.

Η Επανάσταση είχε θριαμβεύσει γρήγορα κι ανώδυνα. Η άρχουσα τάξη, απροστάτευτη και χωρίς καμιά πραγματική βάση, δεν πρόβαλε αντίσταση. Ήταν ένας αυθόρμητος μαζικός ξεσηκωμός, σαν την Επανάσταση του Φλεβάρη στη Ρωσία, χωρίς ηγεσία και ξεκάθαρο πρόγραμμα. Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες δεν έκαναν τίποτα ή προσπάθησαν να παρεμποδίσουν την επανάσταση, την οποία φοβούνταν σαν την πανούκλα.

Η μάζα των εργατών, στρατιωτών και αγροτών δε διέθετε επαναστατικό κόμμα και πρόγραμμα, εν τούτοις κινούνταν αναζητώντας ψηλαφιστά κάποιο πρόγραμμα. Ίσως δεν είχαν ξεκάθαρη συνείδηση αυτού που ζητούσαν, αλλά ήξεραν πολύ καλά αυτό που δεν ήθελαν. Δεν επιθυμούσαν την κυριαρχία μιας προνομιούχας και διεφθαρμένης ολιγαρχίας, δεν επιθυμούσαν τη μοναρχία ή κάποιο υποκατάστατό της, δεν επιθυμούσαν τις φεουδαρχικές σχέσεις που ρύθμιζαν τα ζητήματα της γης, ούτε επίσης την εθνική καταπίεση.

Μαχόμενες όμως γι’ αυτά τα φλέγοντα ζητήματα, οι μάζες γρήγορα κατανόησαν το ανέφικτο των μερικών λύσεων στα προβλήματά τους και το αναπόφευκτο του ξεκαθαρίσματος, μιας ολοκληρωτικής ανασυγκρότησης της κοινωνίας μέσα σε καινούριο πλαίσιο, με σκοπό την εκκαθάριση όλης της συσσωρευμένης σαπίλας των αιώνων της φεουδαρχικής καταπίεσης και της εθνικής ταπείνωσης.

Οι εργάτες απαιτούσαν τη Δημοκρατία. Οι αστοί φιλελεύθεροι πολιτικοί του Κόμματος του 1848 κι οι δεξιοί σοσιαλδημοκράτες ηγέτες αντιστέκονταν σ’ αυτό το αίτημα για όσο μπορούσαν. Το μαζικό κίνημα είχε όμως γραπώσει απ’ το λαιμό αυτούς τους διστακτικούς «επαναστάτες» και τους έσπρωχνε στην κυβέρνηση.

Η Αναίμακτη Επανάσταση

Όταν βρέθηκαν στην εξουσία τάχτηκαν στο σχηματισμό μιας σταθερής οπισθοφυλακής που θα υπεράσπιζε το σύστημα της ταξικής κυριαρχίας και των προνομίων. Ο τρόμος που ένοιωθαν για τις μάζες ήταν απείρως μεγαλύτερος σε σχέση με την δυσαρέσκεια για τη φεουδαρχική αντίδραση, και γαντζώθηκαν μ’ όλη τους τη δύναμη απ’ όσα σημεία υποστήριξης τους είχαν απομείνει, στον αγώνα τους για τη διατήρηση του στάτους-κβο.

Η ρήση «ένας φίλος στην ανάγκη είναι φίλος πραγματικός» ισχύει απόλυτα στην πολιτική, όπως επίσης και στη ζωή. Αναγνωρίζοντας ότι ακέραιο το μέλλον τους ως προνομιούχα τάξη βρισκόταν στα χέρια των μισητών φιλελεύθερων αστών και των Σοσιαλδημοκρατών εταίρων τους, οι τραπεζίτες, οι φεουδάρχες, οι αρχιπαπάδες και οι στρατηγοί, συσπειρώθηκαν γύρω απ’ τον «Ούγγρο Κερένσκι», καλυπτόμενοι πίσω απ’ το πέπλο της «δημοκρατίας». Απ’ την άλλη, οι εργάτες κι οι στρατιώτες, όπως στη Ρωσία μετά το Φλεβάρη του 1917, εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στις δικές τους οργανώσεις, που γεννήθηκαν μεσα στον αγώνα, τα Σοβιέτ.

Όπως στη Ρωσία, έτσι και στην Ουγγαρία, υπήρξε μια δυαδική εξουσία. Αντίθετα όμως, δεν υπήρχε Μπολσεβίκικο Κόμμα, ικανό να οδηγήσει την προεπαναστατική κατάσταση στην κατεύθυνση μιας νικηφόρας σοσιαλιστικής επανάστασης. Η αριστερή πτέρυγα του ΣΔΚ, με τη σύγχυσή της και την έλλειψη ξεκάθαρου προγράμματος, ήταν ανίκανη να διαδραματίσει έναν ανεξάρτητο ρόλο, παρόλο που οι δεξιοί σοσιαλδημοκράτες ηγέτες βοηθούσαν τον Κάρολι να επαναφέρει τις παλιές ταξικές σχέσεις κάτω απ’ τη μεταμφίεση της «αστικοδημοκρατικής» επανάστασης.

Σήμερα, οι «θεωρητικοί» του ΚΚ (της Βρετανίας;) χαρακτηρίζουν όλο αυτό ως «αστικοδημοκρατική» επανάσταση. Στην πραγματικότητα, η μπουρζουαζία δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην επανάσταση, δεν είχε πρόθεση να πάρει την εξουσία και να καταστρέψει το παλιό ημι-φεουδαρχικό κράτος, και επιπλέον αντιστάθηκε στην εγκαθίδρυση της αστικής δημοκρατίας.

Η πρωτοβουλία σε κάθε βήμα παρέμενε σταθερά στα χέρια των εργατών και των στρατιωτών, που ανάγκασαν τους φιλελεύθερους να πάρουν την εξουσία, ενάντια στη θέλησή τους, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα μιας αστικής δημοκρατικής επανάστασης απ’ τα κάτω. Μ’ άλλα λόγια, αυτό που υπήρχε δεν ήταν η αστικοδημοκρατική επανάσταση, αλλά η αποτυχία της σοσιαλιστικής επανάστασης εξ’ αιτίας της απουσίας πραγματικής επαναστατικής ηγεσίας και της προδοσίας των Σοσιαλδημοκρατών ηγετών.

Η αστική κυβέρνηση του Κάρολι, η οποία, ούτε εκπλήρωσε, ούτε και θα μπορούσε να εκπληρώσει κανένα απ’ τα βασικά καθήκοντα μιας αστικοδημοκρατικής επανάστασης στην Ουγγαρία, αποδείχτηκε χιλιάδες φορές πιο αδύναμη, ανυπεράσπιστη κι ανίκανη απ’ την αντίστοιχη Προσωρινή Κυβέρνηση που υπήρχε στη Ρωσία μετά τον Φλεβάρη του 1917.

Απ’ την άλλη πλευρά, το προλεταριάτο ήταν η μοναδική οργανωμένη δύναμη στην κοινωνία. Η εξουσία βρισκόταν στα χέρια των εργατών και των στρατιωτών, οπλισμένων κι οργανωμένων σε σοβιέτ. Όσον αφορά τους «μετριοπαθείς» ηγέτες του ΣΔΚ και τα συνδικάτα, μπλόκαραν την προέλαση τους (των εργατών) με την παραπλανητική πολιτική της «αναστολής της ταξικής πάλης» για την «υπεράσπιση της δημοκρατίας» κτλ.

Σαν τους Ρώσους Μενσεβίκους του 1917 και τους ανά τον κόσμο Σταλινικούς κάθε εποχής, οι Ούγγροι Σοσιαλδημοκράτες ηγέτες έκαναν έκκληση στους εργάτες και τους αγρότες να «παγώσουν» τον αγώνα για το σοσιαλισμό προς το συμφέρον της παγίωσης της (αστικής) δημοκρατίας.

Δεν είδαν ότι οι τρομαχτικές αντιθέσεις μέσα στην κοινωνία οδηγούσαν αναπόφευκτα προς μια ταξική πόλωση που χωρούσε μονάχα έναν απ’ τους δύο: είτε η εργατική τάξη, επικεφαλής των καταπιεσμένων κι εκμεταλλευόμενων τμημάτων της κοινωνίας, θ’ ανέτρεπε την μπουρζουαζία, καταστρέφοντας το επινόημα του «Εθνικού Συμβουλίου» του Κάρολι και συντρίβοντας ανηλεώς τις δυνάμεις της αντίδρασης που κρύβονταν πίσω του, ή αλλιώς, αυτές ακριβώς οι δυνάμεις θα επωφελούνταν απ’ την κατάσταση για ν’ ανακτήσουν τη δύναμή τους, θ’ ανασυγκροτούνταν και θα εξαπέλυαν μια νέα αντεπίθεση, βγάζοντας το βελούδινο γάντι της «δημοκρατίας» και φανερώνοντας τη σιδερένια γροθιά της φασιστικής αντίδρασης.

Δεν υπήρχε «μέση οδός». Ή θα θριάμβευαν οι εργάτες και θα εγκαθίδρυαν μια εργατική δημοκρατία ή η άρχουσα τάξη θα έπαιρνε μια τρομερή εκδίκηση απ’ την εργατική τάξη και τη φτωχή αγροτιά. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος, παρόλο που οι «μεσοβέζικες δυνάμεις» φαίνονταν να κάνουν κουμάντο. Ο Κάρολι απολάμβανε μιας κάποιας δημοτικότητας, ιδιαίτερα ανάμεσα στις μικροαστικές μάζες, ως αποτέλεσμα της αντίθεσής του στον πόλεμο.
Το ΣΔΚ, αρχικά, γνώρισε μια περίοδο μεγάλης ανόδου. Οι μάζες, έχοντας αφυπνιστεί απότομα πολιτικά, κατευθύνθηκαν στις εργατικές οργανώσεις, αδιαφορώντας για το ρόλο που έπαιζε η ηγεσία. Όχι μονάχα οι εργάτες, αλλά και πολλοί διανοούμενοι, τεχνίτες, ακόμα και αστυνομικοί ή δημόσιοι λειτουργοί, προσχώρησαν στο ΣΔΚ, άλλοι με τίμια κίνητρα κι άλλοι για λόγους «πολιτικής εξασφάλισης», προσπαθώντας να δουν και το μέλλον τους. Ξαφνικά, Σοσιαλδημοκράτες και Δημοκρατικοί, που μέχρι πρότινος διώκονταν ως επικίνδυνοι ριζοσπάστες, μετατράπηκαν σε πυλώνες και σωτήρες της κοινωνίας.

Τώρα που η υπόθεση της μοναρχίας είχε οριστικά χαθεί, όλα τ’ αντιδραστικά στοιχεία της κοινωνίας συνενώθηκαν κάτω απ’ το λάβαρο της αστικής δημοκρατίας, υποστηριζόμενα σταθερά απ’ τον Κάρολι και τους Σοσιαλδημοκράτες.

Όμως, οι μάζες δεν άργησαν ν’ αντιληφθούν το πελώριο χάσμα που τώρα ανοιγόταν ανάμεσα στο είδος της δημοκρατίας που επιθυμούσαν και σε εκείνο που είχαν. Παίρνοντας κουράγιο απ’ τις επιτυχίες τους, οι εργάτες κατέβηκαν στους δρόμους για να διεκδικήσουν τα δικά τους ταξικά αιτήματα, παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις των ηγετών τους για ψυχραιμία. Στις 16 Νοέμβρη, μια γιγαντιαία διαδήλωση αποτελούμενη από εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους κατέληξε έξω απ’ το κτήριο του Κοινοβουλίου για ν’ απαιτήσει τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία.

Δεν είχαν ανατρέψει την Αυτοκρατορία των Αψβούργων που βαστούσε για 400 χρόνια, απλώς και μόνο για να επιστρέψουν την εξουσία πίσω στους παλιούς αφέντες με τα καινούρια ονόματα. Οι στρατιώτες συνέρρεαν στη Βουδαπέστη απ’ το μέτωπο. Ξήλωναν τα γαλόνια απ’ τις στολές των αξιωματικών. Οι δρόμοι της πρωτεύουσας ήταν γεμάτοι από εξεγερμένους φαντάρους: 300.000 απ’ αυτούς περίμεναν ν’ αποστρατευτούν. Οι αξιωματικοί κι οι αστοί δέχονταν επιθέσεις στους δρόμους.

Η κυβέρνηση του Κάρολι ήταν κυβέρνηση μονάχα κατ’ όνομα. Δεν διέθετε αξιόπιστο στρατό στον οποίο θα μπορούσε να στηριχτεί. Τα όπλα τα κρατούσαν οι εργάτες. Η οικονομία είχε στην ουσία καταρρεύσει. Η Ουγγαρία ήταν αποκλεισμένη απ’ τους Συμμάχους. Οι συνθήκες τροφοδοσίας ήταν δραματικές.

Σε μια απόπειρα να ηρεμήσει τις μάζες, η κυβέρνηση Κάρολι σχεδίασε ένα πρόγραμμα αγροτικής μεταρρύθμισης, με σκοπό να μοιράσει τη γη στους εργάτες των κτημάτων που ξεπερνούσαν τα 500 στρέμματα και οι αποζημιώσεις θα δίνονταν απ’ την κυβέρνηση.

Ο Κάρολι, γαιοκτήμονας ο ίδιος, παραχώρησε τα κτήματά του στους αγρότες. Το παράδειγμά του όμως δεν ακολουθήθηκε απ’ τους υπόλοιπους της τάξης του. Όπως κι όλα τα υπόλοιπα μέτρα της κυβέρνησης αυτής, η αγροτική μεταρρύθμιση έμεινε στα χαρτιά. Όπως και στο ζήτημα της γης, πάνω στο θέμα των καταπιεσμένων εθνοτήτων, η κυβέρνηση δεν είχε τίποτα απολύτως να προσφέρει. Όπως παραπονέθηκε κι ο ίδιος ο Κάρολι αργότερα: «Η κατάσταση τώρα έχει αλλάξει ριζικά, κι αυτό που στα μάτια μας φαίνονταν σαν μια εξαιρετικά φιλελεύθερη προσφορά έχει καταστεί τελείως αναχρονιστικό. Οι μειονότητες του χτες θεώρησαν δικαίως τον εαυτό τους σαν τους νικητές του αύριο, και αρνήθηκαν να υιοθετήσουν οποιαδήποτε λύση μέσα στα πλαίσια του Στέμματος του Αγίου Στεφάνου, ενός ονόματος μάλιστα, που γι’ αυτές αποτελούσε προσβολή».

Η ρήση «πολύ λίγο και πολύ αργά» θα ταίριαζε γάντι στην καταδικασμένη αστική δημοκρατία της Ουγγαρίας, που ήρθε στην εξουσία όταν η ιστορία είχε ήδη ανακηρύξει θέμα ημερών την προλεταριακή επανάσταση, σαν το μοναδικό τρόπο για την επίλυση των προβλημάτων, που η μπουρζουαζία στάθηκε ανίκανη να χειριστεί. Στην ογκούμενη δυσαρέσκεια που υπήρχε στο εσωτερικό της χώρας, ήρθε τώρα να προστεθεί και μια καινούρια θανάσιμη απειλή, εξωτερική αυτή τη φορά.

Η Πτώση του Κάρολι

Στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι εθνικές αστικές τάξεις της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης -και της Ουγγαρίας περιλαμβανομένης- τέθηκαν κάτω απ’ το λάβαρο του Γερμανικού ιμπεριαλισμού, αλλά με την ήττα της Γερμανίας και τη διάλυση της Αυστρο-Ουγγαρίας, οι άρχουσες τάξεις μιας σειράς μικρών νέο-σχηματισθέντων κρατών ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για την εύνοια του Αγγλο-Γαλλο-Αμερικανικού ιμπεριαλισμού, ενώ ταυτόχρονα μάχονταν η μια εναντίον της άλλης για να δουν ποια θα μπορούσε ν’ αρπάξει τα περισσότερα εδάφη απ’ τους γείτονές της.

Το «Δόγμα Ουίλσον» του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ, που στα λόγια υπερασπίζονταν τη δημοκρατία και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των μικρών εθνών, αποτελούσε μια βολική πρόφαση για μια σειρά μικρών ληστρικών πολέμων, οι οποίοι με τη σειρά τους, βαλκανοποίησαν την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, προσδένοντας τα καινούρια κράτη ακόμα πιο σφιχτά στο άρμα του νικηφόρου Αγγλο-Γαλλο-Αμερικανικού ιμπεριαλισμού, μέσω των πρακτορείων των τραπεζών, των σιδηροδρόμων και των γιγαντιαίων τραστ.
Το σύνθημα των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών της Ευρώπης, ριγμένο απ’ τη νέοσχηματισθείσα Κομμουνιστική Διεθνή, αντιπροσώπευε τη μοναδική ελπίδα των σπαρασσόμενων και ρημαγμένων απ’ τους πολέμους, την πείνα και την οικονομική κατάρρευση, λαών της Ευρώπης. Μονάχα η επιτυχία της σοσιαλιστικής επανάστασης θα μπορούσε να προσφέρει τη διαφυγή απ’ το αδιέξοδο στ’ οποίο είχαν βρεθεί τα μικρά και καθυστερημένα κράτη της Ευρώπης.

Η Ουγγρική κυβέρνηση προσπάθησε να προφυλαχτεί απ’ τη θύελλα, καλυπτόμενη πίσω από κοινοβουλευτικά δημοκρατικά σχήματα. Όμως ο κοινωνικός κλυδωνισμός που προκλήθηκε απ’ τον πόλεμο δε χωρούσε ημίμετρα. Πολύ πιο γρήγορα απ’ την Προσωρινή κυβέρνηση της Ρωσίας, η κυβέρνηση Κάρολι αποκάλυψε τη γύμνια της και μάλιστα με τρόπο κατά πολύ εντονότερο.

Όπως το έθεσε κι ο Λένιν: «Η Ουγγρική μπουρζουαζία ομολόγησε μπροστά σ’ ολόκληρο τον κόσμο ότι παραιτήθηκε από μόνη της, κι επίσης ότι η μοναδική δύναμη που μπορεί να καθοδηγήσει το έθνος σε στιγμή κρίσης είναι η Σοβιετική εξουσία».

Η άμεση συνέπεια της κυβερνητικής κατάρρευσης ήταν το τελεσίγραφο της 20ης Μάρτη του 1919, που παρουσιάστηκε απ’ την πλευρά της Αντάντ στο καθεστώς Κάρολι, απαιτώντας ν’ αποδεχτεί η Ουγγαρία μια νέα οριοθέτηση των συνόρων. Τη στιγμή της Ανακωχής, λίγους μήνες νωρίτερα, η Ουγγαρία είχε ήδη αποδεχτεί μια ταπεινωτική απώλεια των εδαφών της. Τώρα, οι άρπαγες της Συμμαχίας συγκεντρώθηκαν στο Παρίσι, απαιτώντας την παράδοση περιοχών που κατοικούνταν από Ούγγρους, ο αριθμός των οποίων υπερέβαινε τα δύο εκατομμύρια.

Η ανίσχυρη κυβέρνηση Κάρολι προσπάθησε να χρονοτριβήσει, προτείνοντας δημοψήφισμα τ’ οποίο απορρίφτηκε αποφασιστικά. Οι Σύμμαχοι απαίτησαν μια απάντηση την ίδια κιόλας μέρα. Υπονομευόμενος απ’ την εσωτερική κι εξωτερική πίεση και αντιλαμβανόμενος την αδυναμία του, ο Κάρολι αρνήθηκε ν’ αναλάβει την ευθύνη για τις τύχες του έθνους και παραιτήθηκε.

Με τον τρόπο αυτό, το σύνολο της Ουγγρικής μπουρζουαζίας αναγνώρισε την απόλυτη αδυναμία της να ηγηθεί του έθνους σε μια αποφασιστική στιγμή. Την επόμενη μέρα, στις 21 Μάρτη, ανακηρύχτηκε η Σοβιετική Δημοκρατία. Το προλεταριάτο είχε βρεθεί στην εξουσία χωρίς να ρίξει ούτε μια τουφεκιά.

Η ξαφνική πτώση του Κάρολι σήμανε μια αιφνίδια και βαθιά τομή στην ύπαρξη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ουγγαρίας, που μετά από μόλις τέσσερις μήνες ύπαρξης βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπο με το πρόβλημα της εξουσίας. Οι ηγέτες του κόμματος αυτού ήταν νέοι και χωρίς καμιά πείρα. Οι απόψεις τους, όπως κι οι αντίστοιχες πολλών απ’ τα νέο-ιδρυμένα Κομμουνιστικά Κόμματα, εμφορούνταν από μια μίξη νεανικού υπερ-αριστερισμού και συνδικαλισμού.

Η ανυπομονησία τους οδήγησε στην υπερτίμηση της δυναμικής της επαναστατικής διαδικασίας, καθώς και της πολυσύνθετης αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην τάξη, το κόμμα και την ηγεσία. Βέβαια αυτό ήταν κάτι κατανοητό. Το Ρωσικό Μπολσεβίκικο Κόμμα βρισκόταν σε διαδικασία μορφοποίησης για δεκαετίες. Είχε πίσω του την εμπειρία της επανάστασης του 1905 και της δουλειάς κάτω απ’ τις πλέον διαφορετικές συνθήκες.

Τα κόμματα όμως της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην πλειοψηφία τους αποτελούνταν από νέους, άπειρους κι άκαπνους «νεοσύλλεκτους», που είχαν μετακινηθεί προς τον Μπολσεβικισμό μέσα στη θυελλώδη περίοδο που ξεκίνησε με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Δεν είχαν προλάβει να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση, την απαραίτητη εμπειρία και το κύρος στα μάτια των μαζών τη στιγμή που ρίχνονταν στο τρικυμιώδες επαναστατικό κίνημα του 1918-20. Πουθενά η μετάβαση δεν ήταν τόσο απότομη όσο στην Ουγγαρία.

Οι νεαροί ηγέτες του ΚΚ, αποτελούμενοι κυρίως από πρώην αιχμαλώτους πολέμου που είχαν πρόσφατα επιστρέψει απ’ τη Ρωσία, επέδειξαν κουράγιο, πρωτοβουλία και δυναμισμό. Όμως εξ’ αρχής, η σύγχυσή τους πάνω σε θέματα θεωρίας τους οδήγησε στο να διαπράξουν μια σειρά σοβαρών λαθών πάνω σε θεμελιώδη ζητήματα, που αργότερα θα είχαν καταστροφικές συνέπειες.

Πάνω στο πολύ βασικό πρόβλημα της γης, υιοθέτησαν τη δήμευση των μεγάλων κτημάτων, αλλά αντιτάχθηκαν στη διανομή της γης στους χωρικούς, λόγω του ότι αυτό θα ευνοούσε την ανάπτυξη μικρο-ιδιοκτητών, εμποδίζοντας την ανάπτυξη των σοσιαλιστικών ιδεών στα χωριά. Στο εθνικό ζήτημα, αντί μιας ξεκάθαρης παραχώρησης υπέρ της αυτοδιάθεσης, προώθησαν το άνευ ουσιαστικού νοήματος σύνθημα της «προλεταριακής αυτο-εξέλιξης».

Εν τούτοις, μέσα στο υπάρχον επαναστατικό κλίμα, οι Κομμουνιστές κέρδισαν γρήγορα έδαφος, παρά τα λάθη τους, διεισδύοντας στα στρατόπεδα, τα εργοστάσια και τα συνδικάτα, που μέχρι τότε κυριαρχούνταν απ’ τους δεξιούς σοσιαλδημοκράτες ηγέτες.
Δεδομένης της διάθεσης των μαζών, το ΚΚ γνώρισε μια εκρηκτική άνοδο μέσα σε λίγες βδομάδες, όχι μόνο στην προλεταριακή Βουδαπέστη, αλλά και στη Ζέγκεντ, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη, όπου και προσχώρησε ένα μεγάλο τμήμα του ΣΔΚ, ενώ πολλοί απ’ την τοπική φρουρά, επεδείκνυαν ανοιχτά τις κομματικές τους κάρτες. Το σημαντικότερο, ήταν ότι η Ένωση Νεολαίας του ΣΔΚ προσχώρησε σύσσωμη στο ΚΚ, το Δεκέμβριο του 1918.

Θορυβημένοι απ’ τη ραγδαία άνοδο του ΚΚ, που απειλούσε να υπονομεύσει τον έλεγχό τους πάνω στους οργανωμένους εργάτες, που όσο πήγαινε και εξασθενούσε, οι Σοσιαλδημοκράτες ηγέτες ξεκίνησαν μια εκστρατεία φόβου εναντίον των «Ρώσων» Μπολσεβίκων, των «διασπαστών» και της «αντεπανάστασης απ’ τα αριστερά». Σαν τους Ρώσους Μενσεβίκους, οι ηγέτες Ουγγρικού ΣΔΚ δε θεωρούσαν «ώριμη» την Ουγγαρία για μια σοσιαλιστική επανάσταση.

Βασίζονταν στην αντίληψη μιας μακράς εξελικτικής διαδικασίας στη διάρκεια της οποίας, ειρηνικά, σταδιακά, χωρίς ξαφνικές αναταράξεις, η Ουγγαρία θα διέρχονταν, πρώτα από μια μεγάλη περίοδο αστικής δημοκρατίας, κι έπειτα, ίσως μετά από 50 ή 100 χρόνια, η Ουγγρική κοινωνία θα ήταν «έτοιμη» για το σοσιαλισμό.

Δυστυχώς για τους ιδεολόγους της θεωρίας των σταδίων, το ρεύμα των γεγονότων κινούνταν γοργά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Βλέποντας την αδυναμία της αστικής δημοκρατίας να επιλύσει έστω κι ένα απ’ τα πιεστικά τους προβλήματα, οι μάζες προσέφυγαν στην άμεση δράση. Υπήρξε ένα κύμα από καταλήψεις εργοστασίων.

Ο εργατικός έλεγχος εδραιώθηκε σε πολλά κέντρα. Οι εργάτες, οι στρατιώτες κι οι άνεργοι διαδήλωναν ασταμάτητα στους δρόμους. Στα τέλη Γενάρη του 1919, σημειώθηκαν αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών στρατιωτών και απεργών. Η δυσαρέσκεια απλώθηκε και μέσα στο στρατό. Το εθνικό ζήτημα ξαναφούντωσε και ανακίνησε την ένταση με τους επαναστατικούς ξεσηκωμούς στη Δυτική Ουκρανία. Οι υποσχέσεις του Κάρολι για αυτονομία, απέχοντας πολύ απ’ το να κατευνάσουν το κίνημα, έριξαν λάδι στη φωτιά.

Ακολουθώντας το παράδειγμα του Νόσκε και του Σάιμντεμαν στη Γερμανία, όπου το Γενάρη είχαν δολοφονηθεί οι Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ κάτω απ’ τις προτροπές των Σοσιαλδημοκρατών ηγετών, η ηγεσία του ΣΔΚ εξαπέλυσε μια αντικομμουνιστική εκστρατεία που κορυφώθηκε με μια προβοκάτσια, παρόμοια μ’ αυτήν των Ημερών του Ιούλη στη Ρωσία και τη σύλληψη της ηγεσίας του ΚΚ. Ο Μπέλα Κουν και οι σύντροφοί του υπέστησαν άγριους ξυλοδαρμούς στη φυλακή.

Σε μια επαναστατική κατάσταση, οι διαθέσεις των μαζών μπορούν να μεταβληθούν απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Οι συλλήψεις συνέβαλαν στο να φανερωθεί ανοιχτά ο αντεπαναστατικός ρόλος των ηγετών του ΣΔΚ που ήταν στην κυβέρνηση. Οι άπειρες μάζες που απέβλεπαν στους ηγέτες του ΣΔΚ ως μια ελπίδα εξεύρεσης λύσης στα προβλήματά τους, τώρα στράφηκαν γρήγορα εναντίον τους.

Το ΚΚ, από κει που αποτελούσε μια μικρή μειοψηφία, κέρδιζε τώρα την υποστήριξη της πλειοψηφίας σε βασικούς τομείς του εργατικού κινήματος. Οι εργάτες κατέληξαν σ’ ένα απλό συμπέρασμα: αφού αυτή η κυβέρνηση είναι εναντίον των Μπολσεβίκων, εμείς πρέπει να είμαστε υπέρ τους. Οι ηγέτες του ΣΔΚ βρέθηκαν τώρα ν’ αποδοκιμάζονται στις δημόσιες συγκεντρώσεις.

Ακόμα και δεξιοί Σοσιαλδημοκράτες, όπως ο Έρνο Γκάραμι παραδέχονταν ότι «η σύλληψη των Μπολσεβίκων όχι μόνο δε τους αποδυνάμωσε, αλλά ενίσχυσε τη μαχητική τους δυνατότητα». Ένας ακόμα, της ίδιας συνομοταξίας, ο Βίλχελμ Μπομ, έγραψε: «Στερούμενο των ηγετών του, το Μπολσεβίκικο κίνημα κέρδισε καινούρια δύναμη».

Το κίνημα κινούνταν τώρα ορμητικά προς την κατεύθυνση του ΚΚ. Οι συλλήψεις επέδρασαν σαν καταλύτης για όλη τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια και την απογοήτευση των μαζών. Όλο το Μάρτη, υπήρχε μια ολοφάνερη τάση που έκλινε προς την ένοπλη εξέγερση. Στο Ζέγκεντ, στις 10 Μάρτη, το τοπικό σοβιέτ ανέλαβε τον έλεγχο, ακολουθούμενο σύντομα κι από άλλες πόλεις. Οι χωρικοί κατέλαβαν τα κτήματα του Κόμη Εστερχάζι χωρίς να περιμένουν τα κυβερνητικά διατάγματα.

Ξαφνιασμένοι απ’ την απρόσμενη τροπή των γεγονότων, οι ρεφορμιστές σοσιαλδημοκράτες ηγέτες προσπάθησαν να εκτρέψουν το κίνημα προς μια ανώδυνη κατεύθυνση, προωθώντας το σύνθημα της συντακτικής συνέλευσης. Όμως οι ηγέτες του ΣΔΚ βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση απ’ το αυθόρμητο κίνημα των μαζών. Οι «εργατικές ταξιαρχίες» των μεγάλων εργοστασίων της Βουδαπέστης εκδηλώνονταν υπέρ του ΚΚ.

Οι εργάτες κατέληγαν σε επαναστατικά συμπεράσματα μέσα απ’ την όλη κατάσταση. Είχαν αποτινάξει 400 χρόνια διακυβέρνησης απ’ τους Αψβούργους με τη δική τους δύναμη κι οργάνωση. Τα εργατικά σοβιέτ δε διέθεταν μόνο ελαφρά όπλα, αλλά επίσης πολυβόλα και πυροβολικό. Απ’ την άλλη, η κυβέρνηση δε διέθετε ένοπλες δυνάμεις στις οποίες μπορούσε να βασιστεί για να πολεμήσουν για λογαριασμό της.

Οι μάζες είχαν περάσει από το σκληρό σχολείο του πολέμου, της επανάστασης και της αντεπανάστασης με δημοκρατικό προσωπείο κι ήταν έτοιμες για μια αποφασιστική σύγκρουση. Τα μετριοπαθή επιχειρήματα των ηγετών του ΣΔΚ δεν έβρισκαν ανταπόκριση.
Οι εργάτες τα ερμήνευαν σωστά ως απόπειρες απόσπασής της προσοχής τους απ’ τον κύριο στόχο, την εξουσία. Οι διαθέσεις των εργατών απέναντι στο ρόλο των Σοσιαλδημοκρατών ηγετών εκφράστηκαν με την άρνησή των τυπογράφων της Βουδαπέστης να τυπώσουν την εφημερίδα του ΣΔΚ «Νεπζάβα». Οι τυπογράφοι απέργησαν στις 20 Μάρτη – την ίδια μέρα που οι Σύμμαχοι απέστειλαν το τελεσίγραφό τους στον Κάρολι. Στις 21, η απεργία των τυπογράφων μετατράπηκε σε γενική, απαιτώντας την απελευθέρωση των ηγετών του ΚΚ και το πέρασμα της εξουσίας στην εργατική τάξη.

Το αυθόρμητο αυτό κίνημα προκάλεσε τη ρήξη στην ηγεσία του ΣΔΚ. Ένα κομμάτι της, ανοιχτά συνταγμένο με την μπουρζουαζία, ετοιμάστηκε να παίξει τον ίδιο αντεπαναστατικό ρόλο μ’ αυτόν των Νόσκε και Σάιντεμαν στη Γερμανία. Άλλοι στάθηκαν πιο διακριτικοί. Η κυβέρνηση Κάρολι ήταν στα όρια της κατάρρευσης μετά απ’ το τελεσίγραφο των Συμμάχων.
Αποθαρρυμένοι, οι φιλελεύθεροι αστοί, παρέδωσαν την εξουσία στους ρεφορμιστές σοσιαλιστές ηγέτες, που παρέλαβαν το δώρο με βαριά καρδιά και τρεμάμενα χέρια. Η μπουρζουαζία εναπόθεσε όλο το βάρος της επίλυσης της κρίσης στους ώμους των «μετριοπαθών» Σοσιαλδημοκρατών. Οι τελευταίοι όμως, πρόθυμοι πάντα ν’ αποδεχτούν το «πατριωτικό τους καθήκον», βρίσκονταν σε μια εξαιρετικά αδύναμη θέση.

Η επιρροή τους ανάμεσα στις μάζες έφθινε γρήγορα. Πως θα μπορούσαν να κρατηθούν; Έπειτα, ακολούθησε ένα γεγονός χωρίς προηγούμενο στην ιστορία: οι ηγέτες του ΣΔΚ, που βρίσκονταν ακόμα στην εξουσία, μετέβησαν στις φυλακές για να διαπραγματευτούν με τους ηγέτες του ΚΚ, που είχαν φυλακιστεί λόγω των μηχανορραφιών των ίδιων, λίγο καιρό πριν. Το γεγονός από μόνο του, δηλώνει τις μεγάλες μεταβολές στο συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων, οι οποίες μπορούν να συμβούν μέσα σε μια επαναστατική κατάσταση.

Ο Λένιν προειδοποιεί

Αρχικά, οι ηγέτες του ΣΔΚ ζήτησαν απ’ το ΚΚ την εξωτερική στήριξή της κυβέρνησης. Όταν αυτό απορρίφτηκε, οι ρεφορμιστές πρότειναν στ’ αλήθεια τη συγχώνευση των κομμάτων! Η προσφορά αυτή έφτασε ν’ αποτελέσει πρόταση για σύναψη κυβερνητικής συμμαχίας κάτω απ’ την κάλυψη ενός «ενοποιημένου» Σοσιαλιστικού Κόμματος. Οι παμπόνηρες γριές αλεπούδες που ηγούνταν του ΣΔΚ ήταν έτοιμες να υπογράψουν οτιδήποτε, συμφωνώντας στα πάντα, όσο ριζοσπαστικά κι αν ακούγονταν, προκειμένου ν’ αποσπάσουν μια συμφωνία.

Αυτοί που μια ολόκληρη ζωή υπερασπίζονταν τη θεωρία της σταδιακής μετάβασης ξαφνικά μεταστρέφονταν σε υποστηριχτές της δικτατορίας του προλεταριάτου, της σοβιετικής εξουσίας, της επανάστασης –των πάντων- μόνο και μόνο για να κάνουν τους Κομμουνιστές να συμμετάσχουν μαζί τους στην κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, οι Σοσιαλδημοκράτες αναγνώρισαν απλώς την υπάρχουσα κατάσταση. Γιατί, ενώ οι ηγέτες του ΚΚ διαπραγματεύονταν την ενοποίηση μ’ αυτούς, οι εργάτες της Βουδαπέστης διεξήγαγαν μια αναίμακτη επανάσταση, απέναντι στην οποία η κυβέρνηση δεν μπορούσε να προβάλει αντίσταση. Το ΚΚ και το ΣΔΚ ενοποιήθηκαν σε μια οργάνωση όταν η εξουσία βρίσκονταν πια ουσιαστικά στα χέρια της οπλισμένης εργατικής τάξης.

Κάνοντας πράξη αυτή την ενοποίηση, οι ηγέτες του ΚΚ διέπραξαν ένα ολέθριο σφάλμα, για το οποίο η εργατική τάξη θα πλήρωνε αργότερα πολύ ακριβά. Ενώ ο Μπέλα Κουν, ο ηγέτης των Ούγγρων Κομμουνιστών, καθησύχαζε τους εργάτες με ολόθερμες περιγραφές της ενοποίησης ως «προϋπόθεση για την εργατική εξουσία», πολλοί Κομμουνιστές της βάσης βρίσκονταν σε σύγχυση εξατίας αυτής της κίνησης και ήταν αντίθετοι μ’ αυτή. Προσπαθώντας να βρει μια «εύκολη» λύση στο πρόβλημα της οικοδόμησης του Κόμματος και να «κόψει δρόμο» για την εξουσία, ο Μπέλα Κουν έπεσε στην παγίδα. Χωρίς πίστη στον εαυτό του, στο πρόγραμμα και την πολιτική, καθώς και στην εργατική τάξη, οι ηγέτες του ΚΚ πραγματοποίησαν τη συγχώνευση με τους Σοσιαλδημοκράτες με το χειρότερο δυνατό τρόπο.

Επρόκειτο για μια γραφειοκρατική συγχώνευση σε επίπεδο κορυφής, αντί για μια γνήσια ενοποίηση στη βάση μιας υπομονετικής δουλειάς που θ’ αποσπούσε τους εργάτες απ’ την παλιά τους ηγεσία. Επιπλέον, τη στιγμή της ενοποίησης, η επιρροή των Κομμουνιστών ανάμεσα στα αποφασισμένα κομμάτια του προλεταριάτου ήταν πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι αυτή των ρεφορμιστών, που βαρύνονταν απ’ το συμβιβασμό της συνεργασίας τους μέσα στην κυβέρνηση με την μπουρζουαζία και τις κατασταλτικές επιθέσεις τους εναντίον των εργατών.
Κατέληξαν στην ιδέα της συγχώνευσης μονάχα όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά γι’ αυτούς και η επανάσταση ήταν ήδη γεγονός. Σκοπός τους ήταν να διατηρήσουν το κύρος και τα προνόμιά τους τασσόμενοι στο πλευρό των νικητών. Μονάχα τα πιο ανοιχτά αντεπαναστατικά στοιχεία, καθοδηγούμενα απ’ τον Έρνο Γκάραμι, αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην ενοποίηση. Ανάμεσα σ’ αυτούς που το έπραξαν, υπήρχαν τόσο έντιμοι της αριστερής πτέρυγας, όσο και σκληροπυρηνικοί δεξιοί γραφειοκράτες.

Παρά την έλλειψη πληροφόρησης και τη μεγάλη απόσταση που τον χώριζε απ’ τα γεγονότα της Ουγγαρίας, ο Λένιν επισήμανε αμέσως τον κίνδυνο αυτής της κίνησης: «Η πρώτη πληροφόρηση που δεχτήκαμε γι’ αυτό [την ενοποίηση] μας έδωσε λόγους να φοβόμαστε ότι, πιθανώς οι αποκαλούμενοι σοσιαλιστές, οι προδότες σοσιαλιστές, κατέφυγαν σ’ ένα είδος εξαπάτησης για ν’ αντιμετωπίσουν τους κομμουνιστές, πολύ περισσότερο μάλιστα τη στιγμή που αυτοί βρίσκονταν στη φυλακή» (Άπαντα, τόμος 29, σ.242).

Σε ραδιοτηλεγράφημά του προς τον Μπέλα Κουν, ο Λένιν εξέφρασε με τον παρακάτω τρόπο τις αμφιβολίες του για το αν η ενοποίηση ήταν σοφή κίνηση: «Παρακαλώ ενημερώστε μας για τις εγγυήσεις που έχετε πάνω στ’ ότι η νέα Ουγγρική κυβέρνηση θα είναι πράγματι Κομμουνιστική, κι όχι απλά σοσιαλιστική, μια κυβέρνηση δηλ. σοσιαλ-προδοτών. Έχουν οι Κομμουνιστές την πλειοψηφία στην κυβέρνηση; Πότε θα λάβει χώρα το συνέδριο των σοβιέτ; Σε τι συνίσταται η αναγνώριση της δικτατορίας του προλεταριάτου απ’ την πλευρά των σοσιαλιστών; Πέραν κάθε αμφιβολίας, η απλά εφαρμογή των Ρωσικών τακτικών, με κάθε τους λεπτομέρεια, στις ιδιαίτερες συνθήκες της Ουγγρικής επανάστασης θα είναι λάθος. Πρέπει να προειδοποιήσω ξανά γι’ αυτά τα λάθη, αλλά θα ήθελα να μάθω που βλέπετε τις πραγματικές εγγυήσεις» (Άπαντα, Ρωσική έκδοση, Τόμος 29, σ.203).

Ο Μπέλα Κουν απάντησε στα ερωτήματα του Λένιν με καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις. Όμως ο Λένιν δεν πείστηκε. Στο Πρώτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που πραγματοποιήθηκε λίγο μετά απ’ την Ουγγρική επανάσταση, προειδοποίησε τον Ούγγρο κομμουνιστή Λάζλο Ρούντας: «Θεωρώ ότι η ενοποίηση αυτή είναι επικίνδυνη. Θα ήταν καλύτερα να σχηματιστεί ένα μπλοκ στο οποίο τα δύο κόμματα θα διατηρούσαν την αυτονομία τους. Με τον τρόπο αυτό, οι Κομμουνιστές θα εμφανίζονταν μπροστά στις μάζες σαν ανεξάρτητο κόμμα. Θα ήταν ικανοί ν’ αυξάνουν τη δύναμή τους μέρα με τη μέρα, και αν ήταν ανάγκη, στην περίπτωση που οι Σοσιαλδημοκράτες δεν εκπλήρωναν τα επαναστατικά τους καθήκοντα, τα πράγματα θα μπορούσαν να φτάσουν στο σημείο της ρήξης» («Szabad Nep», 21 Γενάρη 1949).

Η συμβουλή του Λένιν προς τους Ούγγρους Κομμουνιστές δεν αποτελούσε με κανένα τρόπο στείρα σεχταριστική αδιαλλαξία. Πράγματι, ο ίδιος ο Λένιν υπερασπίστηκε την ιδέα της ενοποίησης, υπό τον όρο ότι θα πραγματοποιούταν όπως έπρεπε, μ’ ένα ξεκάθαρο επαναστατικό πρόγραμμα και με τον αποκλεισμό όλων των παλιών δεξιών ηγετών. Το λάθος δεν ήταν στην προσπάθεια ενοποίησης με τους Σοσιαλδημοκράτες, αλλά στην ανάμιξη των σημαιών και των προγραμμάτων με τρόπο απερίσκεπτο.

Οι Ούγγροι Κομμουνιστές, στην πραγματικότητα, διέλυσαν το Κόμμα τους μέσα στο ΣΔΚ, του οποίου οι ηγέτες, πήραν τη μερίδα του λέοντος απ’ τις ηγετικές θέσεις μέσα στο νέο Κόμμα, τα συνδικάτα και την κυβέρνηση. Απ’ τις ενέργειες του Μπέλα Κουν και των υπολοίπων, τα πιο προωθημένα και επαναστατικά στοιχείων της εργατικής τάξης βυθίστηκαν μέσα στις πιο καθυστερημένες και νεοφανείς πολιτικά μάζες.

Το λάθος αποδείχτηκε μοιραίο. Δείχνει ξεκάθαρα τι ακριβώς θα είχε συμβεί αν στη Ρωσία, οι Μπολσεβίκοι είχαν συγχωνευτεί με τους Μενσεβίκους μετά την επανάσταση του Φλεβάρη, όπως επιθυμούσαν οι Στάλιν και Κάμενεφ ή υπέκυπταν το Νοέμβρη του 1917 στις πιέσεις για το σχηματισμό μιας συμμαχικής «κυβέρνησης όλων των σοβιετικών κομμάτων», πράγμα στ’ οποίο αντιστάθηκαν επιτυχώς οι Λένιν και Τρότσκι.

Τα λάθη των Ούγγρων Κομμουνιστών

Αποτελεί νόμο της επανάστασης ότι κατά την κρίσιμη στιγμή που παρουσιάζεται το ζήτημα της εξουσίας, η ηγεσία του επαναστατικού κόμματος αναπόφευκτα υπόκειται στην πίεση εχθρικών ταξικών δυνάμεων, την πίεση της αστικής «κοινής γνώμης» κι ακόμα, των καθυστερημένων στοιχείων της ίδιας της εργατικής τάξης. Οι Μπολσεβίκοι ηγέτες στην Πετρούπολη, το Φλεβάρη του 1917, ήταν πολύ πιο έμπειροι απ’ ότι οι Ούγγροι Κομμουνιστές ηγέτες το Μάρτη του 1919, παρά το ότι οι Στάλιν και Κάμενεφ, κάτω από τεράστιες πιέσεις, υιοθέτησαν τη γραμμή της ελάχιστης αντίστασης, υποστηρίζοντας τη στήριξη της Προσωρινής Κυβέρνησης και την ενότητα με τους Μενσεβίκους.

Ο φόβος της «απομόνωσης», της έκθεσής τους στα μάτια των μαζών ως «διασπαστών» και «σεχταριστών», επιδρά σαν μια ισχυρή πίεση που βαραίνει τους ώμους της επαναστατικής ηγεσίας. Μονάχα μια ξεκάθαρη, συνολική θεώρηση της επαναστατικής διαδικασίας μπορεί να παράγει τις σωστές πολιτικές για την αντιμετώπιση αυτών των πιέσεων. Οι νεαροί κι άπειροι ηγέτες των Ούγγρων Κομμουνιστών, που δεν είχαν την απαραίτητη πολιτική διορατικότητα και σταθερότητα, δίστασαν και έχασαν τα μυαλά τους.

Έχοντας διατηρήσει μια ανεξάρτητη οντότητα, ακολουθήσει τη συμβουλή του Λένιν για τη σύναψη μιας εργατικής συμμαχίας με το ΣΔΚ και δουλεύοντας υπομονετικά για να πείσουν τους Σοσιαλδημοκράτες εργάτες για την ορθότητα των ιδεών και του προγράμματός τους, θα είχαν σύντομα κερδίσει τη μεγάλη πλειοψηφία των εργατών, όπως επίσης και των έντιμων στοιχείων της ηγεσίας, απομονώνοντας και αποκλείοντας τους διεφθαρμένους καριερίστες. Ήταν η επιθυμία της εξεύρεσης ενός «σύντομου δρόμου» που εμπόδισε ουσιαστικά το ΚΚ να το πράξει.

Η νέα εργατική κυβέρνηση της Ουγγαρίας διέθετε μια σειρά σημαντικών πλεονεκτημάτων. Η επανάσταση, ενάντια σ’ όλα τα επιχειρήματα που πάντα υιοθετούνται απ’ τους ρεφορμιστές ενάντια στη βία, ήταν απολύτως αναίμακτη. Η μπουρζουαζία ήταν τελείως αποθαρρυμένη κι ανίκανη να προβάλει αντίσταση. Η μάζα του πληθυσμού ταυτίστηκε αναμφίβολα με τη νέα κυβέρνηση, όχι μονάχα οι εργάτες κι οι φτωχοί χωρικοί, αλλά επίσης, αντίθετα απ’ τη Ρωσία, κι ένα μεγάλο κομμάτι της διανόησης, που, εν μέρει εξ’ αιτίας των παλιών εθνικο-επαναστατικών παραδόσεων, στήριξε την επανάσταση.

Από την άλλη πλευρά, η Ουγγρική Δημοκρατία των Εργατών γεννήθηκε σε μια κρίσιμη στιγμή της ύπαρξης του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού. Τα ίδια τα θεμέλια του συστήματος φαίνονταν να καταρρέουν κάτω απ’ το σφυροκόπημα της επανάστασης. Το 1919 ήταν ένα μοιραίο έτος στην ιστορία της ανθρωπότητας. Μετά τις επαναστατικές αναταραχές του Γενάρη στο Βερολίνο, η Αυστρία εισήλθε σ’ ένα στάδιο επαναστατικού αναβρασμού. Μια βραχύβια σοβιετική δημοκρατία ανακηρύχτηκε στη Βαυαρία.

Στη Γαλλία, η περίοδος της αποστράτευσης συνοδεύτηκε από ακραία ένταση. Στη Βρετανία, το κίνημα των συνδικάτων και η Τριπλή Συμμαχία βρίσκονταν στο απόγειο τους. Υπήρχε ο αγώνας για τη 40ωρη βδομάδα δουλειάς και το κίνημα «Κάτω τα Χέρια απ’ τη Ρωσία», στάσεις στο στρατό και η εξέγερση του Κλάιντ.

Μέσα στη χρονιά, υπήρξαν μεγάλα απεργιακά κινήματα σε Ολλανδία, Νορβηγία, Σουηδία, Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία, Τσεχοσλοβακία, Πολωνία, Ιταλία, ακόμα και στις ΗΠΑ. Με ορθή πολιτική και προσανατολισμό, η Ουγγρική επανάσταση θα μπορούσε να φέρει τις φλόγες της εξέγερσης στην καρδιά της Ευρώπης, όπως σωστά αναγνώρισαν και τα μεγάλα κεφάλια του ιμπεριαλισμού.

Με τρόπο τραγικό, οι ηγέτες των Ούγγρων Κομμουνιστών διέπραξαν μια σειρά λαθών που σφράγισαν αμετάκλητα τη μοίρα της επανάστασης. Όπως ήδη έχει επισημανθεί, το κόμμα είχε μια απολύτως λαθεμένη θέση στο ζήτημα της γης. Τώρα αυτό έμπαινε σ’ εφαρμογή. Απ’ τα 9 εκατομμύρια κατοίκων της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας, τα 4,4 δούλευαν στη γη. Υπήρχαν περίπου 5.000 μεγάλοι γαιοκτήμονες (1% του συνόλου), οι οποίοι κατείχαν περισσότερη γη απ’ το υπόλοιπο 99 %. Υπήρχε ένα εκατομμύριο «προλετάριων της υπαίθρου», γύρω στις 700.000 οικογένειες μικρών αγροτών, πάνω από 100.000 μεσαία αγροτικά υποστατικά (11,7 % του συνόλου) και γύρω στις 70.000 ιδιοκτησίες κουλάκων (8 % του συνόλου). Μια ορθή αγροτική πολιτική θα μπορούσε και θα κέρδιζε τη μεγάλη πλειοψηφία των χωρικών, φέρνοντάς την στο πλευρό της επανάστασης.

Στη Ρωσία, το διάταγμα για τη γη ήταν ένα απ’ τα πρώτα που εκδόθηκαν απ’ τους Μπολσεβίκους, αμέσως μετά απ’ την κατάληψη της εξουσίας. Στην Ουγγαρία, πήρε δυο βδομάδες στη νέα κυβέρνηση να εκδώσει το διάταγμα για τη γη – διάστημα μεγάλο για επαναστατική κατάσταση, που έδωσε στα αντεπαναστατικά στοιχεία των χωριών μια χρυσή ευκαιρία για να εξαπλώσουν την κινδυνολογία και την αντισοσιαλιστική προπαγάνδα τους. Ακόμα χειρότερα, η υπερ-αριστερή ανυπομονησία των Ούγγρων Κομμουνιστών οδήγησε στην απόρριψη της αγροτικής μεταρρύθμισης.

Ο Μπέλα Κουν κι οι σύντροφοί του εξέτασαν το αγροτικό ζήτημα κάτω απ’ τη στενή «οικονομική» έννοιά του. Δεν είχαν κατανοήσει τη διαλεκτική φύση της σχέσης ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αγροτιά και είδαν καχύποπτα την πολιτική των Ρώσων Μπολσεβίκων να μοιράσουν τη γη στους αγρότες, η οποία βραχυπρόθεσμα δυνάμωσε την ανάπτυξη των στοιχείων της μικρο-ιδιοκτησίας στα χωριά, αλλά πέτυχε να συσπειρώσει τη μάζα των φτωχών χωρικών κάτω απ’ το λάβαρο της σοσιαλιστικής επανάστασης. «Ο Τιμπόρ [Ζαμουέλι] κι εγώ», έγραφε ο Μπέλα Κουν μετά την ήττα της επανάστασης, «πιστεύαμε ότι η αγροτική πολιτική μας ήταν εξυπνότερη απ’ αυτή των Ρώσων Μπολσεβίκων, επειδή δε χωρίσαμε τα μεγάλα κτήματα μοιράζοντάς τα στους αγρότες αλλά εγκαθιδρύσαμε σ’ αυτά τη σοσιαλιστική παραγωγή, βασιζόμενοι στους εργάτες γης και όχι στη μετατροπή τους σ’ εχθρούς του προλεταριάτου, λόγω του γεγονότος ότι δεν τους μεταβάλαμε σε ιδιοκτήτες, δηλ. σε κατόχους γης».

Η ανυπομονησία και ο ιμπρεσιονισμός των ηγετών του ΚΚ, τους οδήγησε στο να μεγαλοποιήσουν και να εξιδανικεύσουν τα στοιχεία της «σοσιαλιστικής συνείδησης» μέσα στην Ουγγρική αγροτιά, όπως είχαν κάνει κι οι Ρώσοι Ναρόντνικοι τον προηγούμενο αιώνα. Ο Τιμπόρ Ζαμουέλι μετέφερε αυτές τις αυταπάτες σε μια συνάντηση στη Ρωσία, το Μάη του 1919, σε λόγο του που αναφέρεται στην Ιζβέστια της 5ης Μάη: «Η ιδέα της οργάνωσης κομμούνων συναντάει τη μεγαλύτερη ανταπόκριση. Ανάμεσα στην Ουγγρική αγροτιά, δεν υπάρχουν ομάδες που θα πολεμήσουν την ιδέα αυτήν».

«Σοσιαλισμός τώρα!»

Στην πραγματικότητα, η αγροτιά, λόγω του συνολικού της τρόπου ύπαρξης και του ρόλου της στην παραγωγή, αποτελεί εκείνη την κοινωνική τάξη που είναι ελάχιστα ικανή ν’ αναπτύξει μια συλλογική συνείδηση. Κάποιοι απ’ τους Ούγγρους Κομμουνιστές φαίνονταν ν’ αντιλαμβάνονται το γεγονός αυτό καλύτερα απ’ τον Μπέλα Κουν. Σ’ ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ο Λάζλο Ρούντας σημείωνε ότι ο φτωχός κι ο μεσαίος αγρότης ήταν «στην καλύτερη περίπτωση αδιάφοροι για τη μοίρα της δικτατορίας του προλεταριάτου».

Όμως η παρατήρηση αυτή αποτελεί απλά μια σχετική αλήθεια. Γιατί οι Ρώσοι φτωχοί και μεσαίοι αγρότες δεν ήταν αδιάφοροι για τη μοίρα του Ρωσικού εργατικού κράτους; Λόγω του ότι οι Ρώσοι Μπολσεβίκοι είχαν μοιράσει τη γη στους αγρότες, αυτοί γνώριζαν ότι υπερασπιζόμενοι το εργατικό κράτος υπερασπίζονταν τη γης τους ενάντια στους μεγάλους γαιοκτήμονες που υποστήριζαν τους Λευκούς στρατούς. Η «σοσιαλιστική συνείδηση» δεν είχε καμιά σχέση μ’ αυτό.

Επιπλέον, οι Μπολσεβίκοι, καθοδηγούμενοι απ’ τους Λένιν και Τρότσκι, χειρίστηκαν έξυπνα το ζήτημα της γης για να κερδίσουν τις πολυάριθμες αγροτικές μάζες στην πλευρά της σοσιαλιστικής επανάστασης. Απέχοντας πολύ απ’ το να μετατραπεί σ’ εχθρό των αγροτών, η Μπολσεβίκικη αγροτική μεταρρύθμιση τους μετέτρεψε σ’ ενθουσιώδεις υπερασπιστές της επανάστασης. Χωρίς αυτή τη συμμαχία, οι Μπολσεβίκοι δε θα είχαν σταθεί περισσότερο καιρό στην εξουσία απ’ την Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία.

Η θέση των Σοσιαλδημοκρατών ηγετών πάνω στο ζήτημα δεν ήταν καλύτερη, αλλά χειρότερη απ’ αυτήν του Μπέλα Κουν. Η «Nepszava», το όργανο του ενοποιημένου κόμματος που ελέγχονταν απ’ τους Σοσιαλδημοκράτες, έγραφε: «Μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι για τη λύση στο αγροτικό πρόβλημα… Σταθήκαμε ικανοί να λύσουμε το ζήτημα χάρη σε μια ευμενή συγκυρία. [!] Στη χώρα μας, η σοσιαλιστική παραγωγή στη γεωργία δεν αποτελεί ουτοπία. Ένα μεγάλο τμήμα της καλλιεργούμενης γης έχει αποδοθεί στη συλλογική παραγωγή» (6 Ιούνη 1919).

Στην πράξη, οι συντηρητικοί αυτοί γραφειοκράτες ήταν φυσικά τρομοκρατημένοι απ’ οποιοδήποτε είδος ανάληψης πρωτοβουλίας απ’ τις μάζες. Για τα στοιχεία αυτά, η ιδέα που προέρχονταν απ’ τους Μαρξ και Ένγκελς κι είχε γίνει πράξη απ’ τους Μπολσεβίκους, μιας «δεύτερης εκδοχής του Πολέμου των Χωρικών» ως εφεδρικού βραχίονα της προλεταριακής επανάστασης, αποτελούσε ανάθεμα. Καλυπτόμενοι πίσω απ’ τους ηγέτες του ΚΚ, έδωσαν τη στήριξή τους στην κολεκτιβοποίηση, όχι από επαναστατικό ενθουσιασμό, αλλά ως ένα πιθανό μέσο αποφυγής της «αναταραχής» στα χωριά.

Εφάρμοσαν την αγροτική μεταρρύθμιση με τα πιο γραφειοκρατικά μέσα, αποστερώντας τη από κάθε επαναστατικό περιεχόμενο και έκκληση που μπορεί να διέθετε. Μ’ όλη τους τη δύναμη, οι Σοσιαλδημοκράτες αντιτέθηκαν στην κατάσχεση της γης – στα κατοπινά χρόνια, ο ίδιος ο Κόμης Κάρολι αποκάλυψε ότι η ιδέα της αγροτικής μεταρρύθμισης είχε συναντήσει την αντίσταση όχι μονάχα των γαιοκτημόνων και της Εκκλησίας, αλλά και των ηγετών του ΣΔΚ. Το αποτέλεσμα ήταν η απόρριψη. «Κομισάριοι Παραγωγής» τέθηκαν επικεφαλής των συλλογικών κτημάτων. Σε πολλές περιπτώσεις, ο Κομισάριος δεν ήταν άλλος απ’ τον παλιό ιδιοκτήτη. Ζούσε στο παλιό του σπίτι και οι χωρικοί συνέχιζαν ν’ απευθύνονται σ’ αυτόν αποκαλώντας τον «κύριο».

Πώς μπορούσε μια τέτοια κατάσταση ν’ αγγίξει μια ευαίσθητη χορδή στην καρδιά των φτωχών χωρικών και των εργατών γης; Απ’ όσο μπορούσαν να δουν, τίποτα ουσιαστικό δεν είχε αλλάξει σε σχέση με πριν. Αυτό εξηγεί την αδιαφορία των φτωχομεσαίων αγροτών «στην καλύτερη περίπτωση» για την επανάσταση.

Οι φτωχοί του χωριού δεν πείθονταν απ’ τη νέα κατάσταση, που θύμιζε πολύ τα όσα υπήρχαν προηγουμένως, παρόλο που τα ονόματα είχαν αλλάξει. Οι μικροί ιδιοκτήτες ήταν καχύποπτοι απέναντι στις προθέσεις της κυβέρνησης κι επηρεάζονταν εύκολα απ’ την προπαγάνδα των πλούσιων χωρικών και των γαιοκτημόνων, που έλεγε ότι η κυβέρνηση επιθυμούσε να εθνικοποιήσει και τη δική τους γη επίσης. Όπου η πολιτική του Λένιν πέτυχε να θέσει μια σφήνα ανάμεσα στους φτωχούς χωρικούς και τους κουλάκους, η «εξυπνότερη» πολιτική του Μπέλα Κουν κατόρθωσε μονάχα να ενώσει τους μικρούς χωρικούς και τους κουλάκους σ’ ένα εχθρικό μπλοκ, αντιτιθέμενο στην επανάσταση.

Η αποτυχία της αγροτικής πολιτικής είχε σοβαρά αποτελέσματα στους υπόλοιπους τομείς. Η κυβέρνηση, έχοντας επίγνωση της εχθρότητας ή της αδιαφορίας της πλειοψηφίας των αγροτών, δεν ένοιωθε την πρέπουσα σιγουριά για να κατασχέσει τη σοδειά, όπως είχαν πράξει οι Μπολσεβίκοι στη Ρωσία. Αυτό δημιούργησε σοβαρές δυσκολίες στον εφοδιασμό των πόλεων και του Κόκκινου Στρατού με φαγητό και ρουχισμό, στους κρίσιμους μήνες που ακολούθησαν. Το λάθος αποδείχτηκε θεμελιώδες.

Τους επόμενους μήνες, η κυβέρνηση, αντί να συγκεντρώσει όλες της τις προσπάθειες στη διεύρυνση της βάσης της υποστήριξής της και να διευθύνει έναν ανελέητο αγώνα εναντίον των αντεπαναστατών, ξόδεψε όλη της την ενέργεια σε κάθε είδος δευτερευόντων ζητημάτων. Κάτω απ’ την ασφυκτική πίεση του Λένιν, καθιερώθηκε το 8ωρο, μαζί μ’ έναν αριθμό αξιόλογων πρακτικών μεταρρυθμίσεων για την άνοδο του βιοτικού επιπέδου του λαού.
Χάθηκε όμως πολύς χρόνος σε παρελάσεις, λόγους και εορτασμούς. Σε μια στιγμή που οι δυνάμεις της αντίδρασης συγκεντρώνονταν στα σύνορα και μέσα στην Ουγγαρία, οι υπουργοί αφιερώνονταν σε χίλια δυο πολιτιστικά σχέδια. Ο Λένιν αναγκάστηκε να παραπονεθεί στον Λάζλο Ρούντας για την επιπολαιότητα των ηγετών του Ουγγρικού ΚΚ: «Τι σόι δικτατορία [του προλεταριάτου] είναι αυτή που έχετε, κοινωνικοποιώντας τα θέατρα και τις μουσικές σκηνές; Πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι αυτό είναι το σπουδαιότερο καθήκον σας αυτή τη στιγμή;» («Szabad Nep», 21 Γενάρη 1949).

Η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία, που είχε κατακτήσει τόσο εύκολα την εξουσία, βρέθηκε τώρα σε θέση αδυναμίας ν’ αντισταθεί στην επίθεση της αντίδρασης. Η ίδια η κυβέρνηση αποτελούνταν από 13 μέλη, απ’ τα οποία μόνον τέσσερις ήταν Κομμουνιστές. Αντέγραφε όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της Ρωσικής Επανάστασης (κάτι που ο Λένιν τους είχε προειδοποιήσει να μην κάνουν), περιλαμβανομένης και της δημιουργίας Αγροτικής Επιθεώρησης και κάνοντας επιπλέον το Λένιν «Επίτιμο Πρόεδρο» του σοβιέτ της Βουδαπέστης! Απ’ την άλλη, ο Κόκκινος Στρατός, ιδρυμένος με διάταγμα στις 30 Μάρτη, ήταν στην πραγματικότητα ο παλιός στρατός κάτω από ένα νέο όνομα, που βρίσκονταν κάτω απ’ τον έλεγχο του Σοσιαλδημοκράτη Πογκάνι και επανδρώνονταν από αξιωματικούς του παλιού καθεστώτος. Η πλειοψηφία των επιτρόπων που συνδέονταν με το στρατό ήταν Σοσιαλδημοκράτες, περιλαμβανομένου και του επιτελάρχη Μουρ.

Η «Κόκκινη Πολιτοφυλακή» περιελάμβανε ολόκληρες μονάδες προερχόμενες στο σύνολό τους απ’ την παλιά αστυνομία και τη χωροφυλακή. Με τον τρόπο αυτό, αντί για την απόλυτη καταστροφή του παλιού κρατικού μηχανισμού, σημαντικά του στοιχεία διατηρούνταν κάτω από νέους τίτλους. Ο στρατός κι η αστυνομία εκκαθαρίστηκαν μονάχα ως ένα βαθμό από τα παλιά αντιδραστικά στοιχεία. Στο μεταξύ, χανόταν πολύτιμος χρόνος στη μάχη εναντίον της αντίδρασης.

Στις 133 μέρες της ύπαρξής της, η Σοβιετική Δημοκρατία εξέδωσε όχι λιγότερα από 531 διατάγματα. Αν οι επαναστάσεις κερδίζονταν και χάνονταν κατ’ αναλογία της γραφιάδικης δουλειάς, οι Ούγγροι εργάτες δε θα είχαν ηττηθεί ποτέ. Δυστυχώς για τον Μπέλα Κουν, η αντίδραση πολέμησε μ’ αληθινές, κι όχι χάρτινες, σφαίρες.

Στο οικονομικό μέτωπο επίσης, η ανυπομονησία των ηγετών του ΚΚ οδήγησε σε τεράστια προβλήματα. Μετά την Οχτωβριανή επανάσταση, οι Μπολσεβίκοι είχαν εθνικοποιήσει μόνο τις τράπεζες και τις μεγάλες βιομηχανίες. Αυτό αρκούσε για να συγκεντρώσει τους κινητήριους μοχλούς της οικονομίας στα χέρια του εργατικού κράτους και το πιο περίπλοκο έργο της ενσωμάτωσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στον εθνικοποιημένο τομέα μπορούσε να προχωρήσει με πιο αργό και προσεκτικό ρυθμό.

Όμως, η επιθυμία του Μπέλα Κουν «να τα πάει καλύτερα» απ’ τους Μπολσεβίκους, έκανε το Ουγγρικό εργατικό κράτος να εθνικοποιήσει, χωρίς αποζημίωση, όλες τις επιχειρήσεις που απασχολούσαν πάνω από 50 εργαζόμενους, πέντε μέρες μετά απ’ τον ερχομό του στην εξουσία. Αυτό αποπειράθηκε να γίνει σε μεγάλη έκταση, πολύ γρήγορα, σε μια καθυστερημένη χώρα όπου η βιομηχανία μεγάλης κλίμακας αντιστοιχούσε ακόμα σ’ ένα σχετικά μικρό κομμάτι.

Πράγματι, μέσα σ’ ένα μήνα, εθνικοποιήθηκαν όχι λιγότερες από 27.000 επιχειρήσεις –πολλές απ’ αυτές με λιγότερους από είκοσι εργαζόμενους. Είναι αλήθεια ότι η πρωτοβουλία για τις εθνικοποιήσεις αυτές προέρχονταν συνήθως απ’ τους ίδιους τους εργαζόμενους. Η κυβέρνηση βομβαρδίζονταν από αιτήματα εργαζόμενων που ζητούσαν να συμπεριληφθούν. Ακόμα κι οι κατασκευαστές περουκών ζητούσαν να εθνικοποιηθούν.

Όμως η αντίληψη των ηγετών του Ουγγρικού ΚΚ περί υιοθέτησης του συνθήματος «σοσιαλισμός τώρα» χωρίς την πρέπουσα μέριμνα και συζήτηση για το πρόβλημα της μετάβασης απ’ τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό προκάλεσε σοβαρές δυσκολίες. Χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία και την επαρκώς ανεπτυγμένη τεχνολογία, η εθνικοποίηση χιλιάδων μικρών επιχειρήσεων ήταν αυτοκτονία κι επέφερε σημαντική οικονομική αναστάτωση. Μέτρα όπως το διάταγμα για την επίταξη όλων των ταξί της Βουδαπέστης και των άλλων πόλεων, ανεξάρτητα απ’ τον αριθμό των απασχολουμένων που αφορούσαν, προκάλεσαν την εχθρότητα σημαντικών κομματιών της μεσαίας τάξης, των μικρών παραγωγών και των τεχνιτών.

Τα λάθη που διαπράχτηκαν απ’ τους Ούγγρους Κομμουνιστές εξασθένισαν σοβαρά την επανάσταση έναντι της εντεινόμενης απειλής απ’ τις δυνάμεις της αντίδρασης. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, συσπειρωμένες γύρω απ’ το Σύμφωνο Ειρήνης του Παρισιού, αντιλαμβάνονταν πολύ καλά τον κίνδυνο που παρουσίαζε το «Ουγγρικό ζήτημα». Η πιθανότητα ένοπλης επέμβασης αυξάνονταν. Η υπαρκτή όμως εξασθένιση του ιμπεριαλισμού εκείνη τη στιγμή φαίνεται απ’ την αδυναμία του να επέμβει άμεσα ενάντια στην Ουγγρική επανάσταση.

Αντί για τη Βρετανία, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ, οι ιμπεριαλιστές ήταν αναγκασμένοι να στηριχτούν στην Τσεχική, τη Ρουμανική και τη Σερβική μπουρζουαζία προκειμένου να κάνουν τη βρώμικη δουλειά γι’ αυτούς. Στις 16 Απρίλη, οι Ρουμάνοι εξαπέλυσαν την επίθεσή τους, που φανέρωσε αμέσως την αδυναμία και την ανετοιμότητα της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας. Ο «Κόκκινος Στρατός», αποτελούμενος από στρατιώτες κι αξιωματικούς του παλιού καθεστώτος, κατέρρευσε μπροστά στην επίθεση κι ένας αριθμός μονάδων προσχώρησαν στον εχθρό.

Ο ιμπεριαλισμός επεμβαίνει

Ο Ρουμανικός στρατός διείσδυσε βαθιά στο Ουγγρικό έδαφος χωρίς να συναντήσει σοβαρή αντίσταση. Για να μεγαλώσει ο κίνδυνος, οι Σέρβοι, παρακινούμενοι απ’ τους Συμμάχους, εισέβαλαν στη νότια Ουγγαρία, ενώ η «δημοκρατική» Τσεχική μπουρζουαζία ενέδωσε, επιτιθέμενη απ’ τα Δυτικά με στρατεύματα που διοικούνταν από Γάλλους και Ιταλούς αξιωματικούς.

Οι «Τάιμς» της 7ης Μάρτη του 1919, απηχώντας τους σκοπούς των ιμπεριαλιστών απαιτούσαν την παράδοση της Ουγγαρίας, τον αφοπλισμό του Κόκκινου Στρατού, την παραίτηση της κυβέρνησης και την κατάληψη της χώρας απ’ τα Συμμαχικά στρατεύματα. Στο πρώτο σημάδι του κινδύνου, οι Σοσιαλδημοκράτες της κυβέρνησης θέλησαν να τα παρατήσουν. Ο Βίλχελμ Μπομ, ένας απ’ τους βασικούς ηγέτες του ΣΔΚ και πρώην επικεφαλής του Κόκκινου Στρατού, κατέστρωσε ένα σχέδιο συνθηκολόγησης.

Οι υπονομευτικές ενέργειες αυτών των δεξιών σοσιαλιστών ηγετών στόχευαν στην παράλυση της κυβέρνησης σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή. Αναμφίβολα, αν το ζήτημα είχε μείνει στα χέρια τους, η Βουδαπέστη θα είχε καταληφθεί απ’ τους Λευκούς χωρίς αντίσταση.
Όμως, οι ηρωικοί προλετάριοι της Βουδαπέστης γι’ άλλη μια φορά πήραν την κατάσταση στα δικά τους χέρια, αναγκάζοντας την κυβέρνηση ν’ αλλάξει γραμμή. Σε μια σειρά μαζικών συνελεύσεων, οι εργάτες αγνόησαν τα παρακάλια των Μπουμ και Σία, ψηφίζοντας υπέρ της μάχης. Έγιναν επιστρατεύσεις σ’ όλα τα μεγάλα εργοστάσια και ευέλικτες μονάδες στάλθηκαν απ’ τις εργατογειτονιές στο Μέτωπο. Σε λίγες μέρες, χάρη στην υπέροχη πρωτοβουλία των εργατών, χιλιάδες εθελοντές κατατάχτηκαν στον Κόκκινο Στρατό – εργοστασιακοί εργάτες, σιδηροδρομικοί, υπάλληλοι, ταχυδρόμοι, κλητήρες, που άλλαξαν όλη την κατάσταση μέσα σε 24 ώρες.

Ο Κόκκινος Στρατός αναδιοργανώθηκε σε νέα βάση. Και στις 2 Ιουνίου, οι εργάτες της Βουδαπέστης κατάφεραν ν’ απωθήσουν τις δυνάμεις εισβολής σ’ όλη τη γραμμή του μετώπου. Με μια έξυπνη επίθεση εφτά ημερών, ο προλεταριακός Κόκκινος Στρατός πέρασε απ’ την άμυνα στην επίθεση, ανακαταλαμβάνοντας πολλές πόλεις και χωριά απ’ τον εχθρό, ενάντια σε κάθε πρόβλεψη.

Ο Τσεχικός στρατός πανικοβλήθηκε απ’ την επίθεση αυτή. Μεγάλα τμήματα της Σλοβακίας απελευθερώθηκαν και στις 16 Ιούνη, ανακηρύχτηκε μια Σλοβακική Σοβιετική Δημοκρατία.
Τα ηρωικά όμως κατορθώματα των Ούγγρων εργατών υπονομεύονταν διαρκώς απ’ τους κυβερνητικούς ηγέτες του ΣΔΚ, που τώρα άρχισαν μια συστηματική εκστρατεία κριτικής εναντίον των υποτιθέμενων «σκληρών μεθόδων» και των «άσκοπων θηριωδιών». Στην ουσία, κανείς δεν μπορούσε να κατηγορήσει τους Ούγγρους εργάτες για υπέρμετρη σκληρότητα. Μάλλον ίσχυε το αντίθετο.

Η επανάσταση υπήρξε υπερβολικά επιεικής με τους εχθρούς της και τώρα πλήρωνε το τρομερό τίμημα. Το ν’ απαιτείς την αποκήρυξη των «σκληρών μεθόδων» στο μέσο ενός τρομερού και αιματηρού εμφύλιου πολέμου ισοδυναμούσε με απαίτηση για παράδοση στον εχθρό. Ακόμα και οι δημοκρατικότερες αστικές κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις δε θ’ ανέχονταν την ντεφαιτιστική προπαγάνδα σε περίοδο πολέμου. Επιπλέον, οι Ούγγροι εργάτες έπρεπε να διεξάγουν μάχη σε δύο μέτωπα: εναντίον του ανοιχτά ταξικού εχθρού στο Μέτωπο απ’ τη μια πλευρά, και των μεταμφιεσμένων υποκριτών πρακτόρων του εχθρού που προσπαθούσαν να υπονομεύσουν τις πολεμικές προσπάθειες από θέσεις κλειδιά της ίδιας της κυβέρνησης, απ’ την άλλη.

Πολύ αργά πια, οι ηγέτες του ΚΚ αντιλήφθηκαν το σφάλμα της ενοποίησης. Ο Μπέλα Κουν παραπονούνταν για τους Σοσιαλδημοκράτες και υπαινίσσονταν την ανάγκη για ρήξη εκείνη ακριβώς τη στιγμή που η σταθερότερη ενότητα κι η αποφασιστικότητα της ηγεσίας ήταν πράγματα απαραίτητα για τη διεξαγωγή της μάχης. Η κυβέρνηση σπαράσσονταν από διαφωνίες. Οι του ΣΔΚ αποτελούσαν πλειοψηφία σ’ όλα τα καθοδηγητικά όργανα του «ενοποιημένου» κόμματος, μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις. Είχαν τον έλεγχο του «Επαναστατικού Κυβερνητικού Συμβουλίου» της.

Οι περιβόητοι αυτοί καριερίστες, που είχαν υποστηρίξει τη «δικτατορία του προλεταριάτου» για να σώσουν τις θέσεις τους, τώρα πήραν την απόφαση να παρατήσουν το άλογο που έχανε την κούρσα, και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τα ξαναβρούν με την άλλη πλευρά. Προσπαθούσαν να κρατήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή απόσταση ανάμεσα στους ίδιους και τους «Μπολσεβίκους», τους οποίους ετοιμάζονταν να κατηγορήσουν για τα πάντα, καθώς και ν’ ανανεώσουν τα διαπιστευτήρια τους ως αξιοσέβαστοι «δημοκρατικοί» αστοί πολιτικοί που δεν είχαν κάνει στ’ αλήθεια κάτι κακό κι είχαν απλώς συμμετάσχει στην επανάσταση με σκοπό ν’ «αποφευχθούν οι ακρότητες» και να διασφαλίσουν τ’ ότι η όλη κατάσταση δε θα ξέφευγε τελείως απ’ τα χέρια τους.

Αν η κατάσταση δεν έφτασε στη διάσπαση, ήταν γιατί οι ηγέτες του ΚΚ, παρά την πίεση απ’ την Κομμουνιστική Διεθνή για να εκδηλωθούν ανοιχτά εναντίον της ηγεσίας του ΣΔΚ, δίστασαν κι υποχώρησαν μπροστά στην πίεση.

Οι ενέργειες του ΣΔΚ μέσα στην κυβέρνηση άναψαν το πράσινο φως στον ιμπεριαλισμό. Με πρωτοβουλία του «υπερασπιστή των λαών», Προέδρου Ουίλσον, η Ειρηνευτική Συνδιάσκεψη στο Παρίσι, τώρα πια θορυβημένη σε πολύ μεγάλο βαθμό απ’ τις επιτυχίες του Κόκκινου Στρατού, απέστειλε ένα ακόμα τελεσίγραφο στη Βουδαπέστη, στις 8 Ιούνη, απαιτώντας τον τερματισμό της προέλασης του Κόκκινου Στρατού και προσκαλώντας την Ουγγρική κυβέρνηση στο Παρίσι για να «συζητηθούν τα σύνορα της Ουγγαρίας». Αυτό συνοδεύονταν κι από ένα δεύτερο τελεσίγραφο, που απειλούσε με τη χρήση βίας στην περίπτωση που αυτοί οι όροι δε γίνονταν αποδεκτοί.

Το νέο αυτό τελεσίγραφο εκμεταλλεύτηκαν οι Μπομ και Σία για να εξαπολύσουν μια νέα εκστρατεία υπέρ «της ειρήνης με κάθε τίμημα». Κάτω από καθεστώς πίεσης, ο Μπέλα Κουν χρονοτρίβησε ξανά και πρότεινε ανακωχή. Στις 18 Ιούνη, ο Λένιν έστειλε τηλεγράφημα στ’ οποίο εξηγούσε ότι, ενώ οι διαπραγματεύσεις με τους Συμμάχους ήταν από μόνες τους μια σωστή τακτική για να κερδηθεί κάποιος χρόνος, καμιά απολύτως εμπιστοσύνη δε θα έπρεπε να επιδειχτεί στους Συμμάχους και στις προσφορές τους για ειρήνη. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε ούτε η ελάχιστη εγγύηση για το ότι θα κρατούνταν οι υποσχέσεις των Συμμάχων, ακόμα κι αν το τελεσίγραφο γίνονταν αποδεκτό.

Με τους ξένους στρατούς να βρίσκονται ακόμα στο έδαφός της, ζητούταν απ’ την επανάσταση ν’ αφοπλιστεί μονάχη της, εξαιτίας ενός παλιόχαρτου. Ωστόσο, στις 26 Ιούνη ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις κι ο Κόκκινος Στρατός άρχισε να υποχωρεί.

Στην ιστορία μιας επανάστασης υπάρχουν κρίσιμες ψυχολογικά στιγμές, όπως και σε μια απεργία. Η εκχώρηση σκληρά κερδισμένων θέσεων χωρίς το ρίξιμο μιας τουφεκιάς είχε καταστροφικές συνέπειες για τον Κόκκινο Στρατό. Η μοιραία Σλοβακική Σοβιετική Δημοκρατία παραδόθηκε στα χέρια των εχθρών. Το ηθικό των εργατών και των αγροτών υπέστη μεγάλο χτύπημα. Ο Λένιν είχε προειδοποιήσει για τον κίνδυνο των ψευδαισθήσεων όσον αφορά την «καλή πίστη» των Συμμάχων, και τώρα η Ουγγαρία ένοιωθε να έχει πέσει στην παγίδα. Όπως αναγνώρισε αργότερα ο ίδιος ο Μπέλα Κουν: «Δεν απαντήσαμε στους ελιγμούς του Κλεμανσώ με ανθελιγμούς. Δεν προσπαθήσαμε να κερδίσουμε χρόνο παρατείνοντας τις διαπραγματεύσεις. Δεν προσπαθήσαμε καν να τους αναγκάσουμε να δεχτούν κάποια διαπραγμάτευση, αλλά απλώς κάναμε όλα όσα απαιτούσαν, χωρίς την παραμικρή εγγύηση, χωρίς να λάβουμε υπ’ όψη την πιθανότητα διάλυσης του στρατού μπροστά στο γεγονός της υποχώρησης».

Η Τρομοκρατία

Η μοίρα της Ουγγρικής επανάστασης είχε πια σφραγιστεί. Στις 24 Ιούνη, υπήρξε μια απόπειρα αντεπαναστατικής στάσης στη Βουδαπέστη, που καθοδηγούνταν απ’ τους αυτοαποκαλούμενους «Εθνικούς Σοσιαλδημοκράτες», που κατεστάλη μέσα σε 24 ώρες. Στις 20 Ιούλη, ο Κλεμανσώ εξέδωσε κι άλλη νότα, δηλώνοντας ότι η Ουγγρική κυβέρνηση «δεν ήταν σε θέση να διαπραγματευτεί» και απαιτώντας το σχηματισμό μιας νέας που θα απέκλειε το ΚΚ και θ’ αποτελούνταν από «υπεύθυνους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες». Οι ηγέτες του ΣΔΚ αποδέχτηκαν πρόθυμα την απαίτηση, όπως βέβαια αναμένονταν.

Είχαν κρυφτεί πίσω απ’ το ΚΚ, αλλά τώρα το εκκρεμές πήγαινε απ’ την άλλη μεριά κι οι Μπέλα Κουν και Σία είχαν εξαντλήσει τη χρησιμότητά τους. Και πάλι οι ηγέτες του ΚΚ επέδειξαν ακραία αφέλεια και σύγχυση. Αντί να δώσουν μάχη για να εκθέσουν τους ελιγμούς της ηγεσίας του ΣΔΚ (οι οποίοι παρεμπιπτόντως βρίσκονταν σ’ άμεση επαφή με τη Γαλλική, τη Βρετανική, την Ιταλική και την Αμερικανική στρατιωτική αποστολή στη Βουδαπέστη), συμφώνησαν τελικά να παραιτηθούν «για ν’ αποφευχθεί μια άσκοπη αιματοχυσία».
Το πραξικόπημα είχε ολοκληρωθεί χωρίς ν’ ανοίξει μύτη. Οι «υπεύθυνοι» σοσιαλδημοκράτες ηγέτες συγκέντρωσαν στα χέρια τους όλη την εξουσία με σκοπό να την παραδώσουν το συντομότερο δυνατό πίσω στους γαιοκτήμονες και τους καπιταλιστές.

Με το επεισόδιο αυτό, η πορεία προς την αντεπανάσταση έλαβε αμετάκλητο χαρακτήρα. Η νέα Σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση έσπευσε ν’ ακυρώσει όλα τα μέτρα που είχαν παρθεί απ’ την επανάσταση. Οι εθνικοποιημένες επιχειρήσεις επιστράφηκαν στους παλιούς τους ιδιοκτήτες. Οι κατακτήσεις των εργατών και των αγροτών σαρώθηκαν. Πολλά μέλη του ΚΚ συνελήφθησαν, ενώ τα αντεπαναστατικά στοιχεία απελευθερώθηκαν απ’ τις φυλακές. Μέσα στη ρεφορμιστική τους τύφλωση, οι δεξιοί σοσιαλδημοκράτες ηγέτες φαντάστηκαν ότι αυτές οι πράξεις θα τους έκαναν αγαπητούς στους Λευκούς και θα τους επέτρεπαν να κάνουν ειρήνη με τη θριαμβεύουσα αντίδραση. Τι αυταπάτη! Στις 6 Αυγούστου, η ίδια αυτή κυβέρνηση ανατράπηκε από μια χούφτα στρατιωτικών τυχοδιωκτών. Αποπροσανατολισμένο και χωρίς ηγεσία, το ηρωικό προλεταριάτο της Βουδαπέστης ήταν ανίκανο να προβάλει αντίσταση.

Με την είσοδο του Ρουμανικού στρατού στη Βουδαπέστη, επικράτησε ένα καθεστώς τρόμου εναντίον της Ουγγρικής εργατικής τάξης. Οι γαιοκτήμονες κι οι καπιταλιστές πήραν την εκδίκησή τους για τον τρόμο που είχαν γευτεί, χωρίς κανένα δισταγμό ή ενδοιασμό για τυχόν «ανηλεείς πράξεις βαρβαρότητας». Τραυματίες στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού σέρνονταν έξω απ’ τα νοσοκομεία και δολοφονούνταν. Οι Λευκοί χρησιμοποίησαν τις πιο βάρβαρες, μεσαιωνικές μεθόδους βασανισμού και 5.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους αυτήν την περίοδο. Και οι Πόντιοι Πιλάτοι της «θεωρίας των σταδίων», αυτοί οι ρεφορμιστές σοσιαλδημοκράτες ηγέτες που διαμαρτύρονταν μεγαλόφωνα για τις υποτιθέμενες «ακρότητες» των εργατών και των αγροτών, τώρα κοίταζαν απ’ την άλλη, δικαιολογώντας το έγκλημα και την καταστολή με τον πιο δειλό τρόπο, μ’ αντάλλαγμα τη διατήρηση των πόστων και των προνομίων τους.

Η ήττα της Ουγγρικής επανάστασης του 1919 ήταν ένα βαρύ πλήγμα στην παγκόσμια εργατική τάξη. Η Ρωσική επανάσταση παρέμεινε απομονωμένη σε μια καθυστερημένη χώρα και το γεγονός αυτό, σφράγισε τον ακόλουθο εκφυλισμό του πρώτου εργατικού κράτους στον κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, η ήττα δεν ήταν αναπόφευκτη. Παρά τη δυσκολία για την υπεράσπιση μιας μικρής χώρας που δε διέθετε φυσική οχύρωση, μια ορθή πολιτική θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Ιδιαίτερα, η αποτυχία στην υιοθέτηση μιας σωστής αγροτικής πολιτικής, σήμαινε ότι η επανάσταση δεν είχε κάποια ξεχωριστή απήχηση στους αγρότες-φαντάρους των εισβαλλόντων Ρουμανικών, Τσεχικών και Σερβικών στρατών. Όμως η δυνατότητα υπήρχε. Όπως και να ’χε, η 4η, η 9η κι η 161η μεραρχία του Ρουμανικού στρατού, αρνήθηκαν να πολεμήσουν. Στη διάρκεια του πολέμου υπήρχαν πολλές απεργίες Ρουμάνων εργατών στο Πλοέστι, στο Βουκουρέστι, κ.α. Η Αυστριακή εφημερίδα «Deutsche Volksblatt» ανέφερε σχετικά με την ανυπακοή και τη δυσαρέσκεια που φανέρωναν στη μάχη οι εισβολείς φαντάροι: «Στον Ρουμανικό και τον Τσεχικό στρατό, υπάρχει σημαντική αύξηση κρουσμάτων απειθαρχίας και οι Μπολσεβίκικες ιδέες εξαπλώνονται ανάμεσα τους, πράγμα που αποδεικνύεται απ’ το γεγονός ότι στη Βεσσαραβία, το κίνημα των εργατών και αγροτών έχει στραφεί εναντίον της Ρουμανικής κυριαρχίας».

Γύρω στους 8.000 Τσέχους στρατιώτες αρνήθηκαν επίσης να πολεμήσουν και λιποτάκτησαν μαζικά μέσω των Καρπαθίων στη Γαλικία, όπου και τέθηκαν υπό περιορισμό απ’ τους Πολωνούς. Υπήρξαν επίσης περιπτώσεις αδελφοποίησης στο Γιουγκοσλαβικό Μέτωπο. Όλα αυτά δείχνουν ότι τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αν οι Ούγγροι Κομμουνιστές είχαν ακολουθήσει σωστές πολιτικές στη διάρκεια της επανάστασης.

Σήμερα, 60 χρόνια μετά, παρά το σύνολο των λαθών της, η σύντομη εμπειρία της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας αποτελεί πηγή έμπνευσης για όλους τους σκεπτόμενους εργάτες και σοσιαλιστές. Μονάχα αν αναλύσουμε τα λάθη του παρελθόντος θα καταστεί δυνατό να μορφώσουμε την παρούσα γενιά και να την προετοιμάσουμε για τα καθήκοντα που η επερχόμενη περίοδος θα θέσει για μια ακόμα φορά μπροστά στο εργατικό κίνημα διεθνώς.

Κοινοποιήστε