Καζαντζάκης, ΕΣΣΔ και σοσιαλισμός

Ο Τρότσκι, το 1936 στην εισαγωγή του βιβλίου του «Προδομένη Επανάσταση» για την άνοδο της φιλοσοβιετικής φιλολογίας της Δύσης στο τέλος της δεκαετίας του 1920 και τη δεκαετία του 1930, έγραψε τα ακόλουθα : «Τα κείμενα των «φίλων της Σοβιετικής Ένωσης» κατατάσσονται σε τρεις κύριες κατηγορίες: η ερασιτεχνική δημοσιογραφία, τα περισσότερο ή λιγότερο «αριστερής» απόκλισης ρεπορτάζ, αποτελούν την κύρια μάζα των άρθρων και βιβλίων τους. Δίπλα σ’ αυτά, παρόλη τη σοβαροφάνειά τους, βρίσκονται τα έργα του ανθρωπιστικού, λυρικού και πατσιφιστικού «κομμουνισμού». Την τρίτη θέση την παίρνουν οι σχηματικές οικονομικές μελέτες που είναι γραμμένες με το παλιό γερμανικό πνεύμα τού «από καθέδρας σοσιαλισμού». Ο Λουί Φίσερ και ο Ντιούραντι αντιπροσωπεύουν, όπως είναι γνωστό, συγγραφείς του πρώτου τύπου. Ο μακαρίτης ο Μπαρμπίς και ο Ρομέν Ρολάν αντιπροσωπεύουν την κατηγορία των «ανθρωπιστών» φίλων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που πριν πάει στον Στάλιν, ο πρώτος από αυτούς, έγραψε τη Ζωή του Χριστού, και ο δεύτερος μια βιογραφία του Γκάντι. Τέλος, ο συντηρητικός και σχολαστικός σοσιαλισμός βρήκε στο ακούραστο ζευγάρι των Φαβιανών, στην Μπέατρις και στον Σίντνεϊ Ουέμπ, τους πιο αυθεντικούς αντιπροσώπους του.

Εκείνο που, παρά τις διαφορές τους, ενώνει τις τρεις αυτές κατηγορίες, είναι το ότι υποκλίνονται στο τετελεσμένο γεγονός, και, ταυτόχρονα, η κλίση τους στις καθησυχαστικές γενικεύσεις. Το να επαναστατήσουν ενάντια στο δικό τους καπιταλισμό είναι κάτι πέρα από τις δυνάμεις τους. Κατά συνέπεια, είναι πολύ πιο έτοιμοι να σταθούνε κοντά σε μια ξένη επανάσταση που έχει ήδη μπει σε ένα στάδιο ύφεσης. Πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση, και για πολλά χρόνια μετά, κανένας από αυτούς τους ανθρώπους ή από τους πνευματικούς τους πατέρες δεν έκανε την παραμικρή σκέψη για το πώς θα ερχόταν ο σοσιαλισμός στον κόσμο, πράγμα που τους διευκολύνει να αναγνωρίσουν σαν σοσιαλισμό αυτό που γίνεται στη Σοβιετική Ένωση. Αυτό τους δίνει όχι μονάχα την όψη του προοδευτικού ανθρώπου, που προχωράει με τα βήματα της εποχής του, αλλά και μια κάποια ηθική σταθερότητα. Και, ταυτόχρονα, δεν τους υποχρεώνει σε τίποτε απολύτως. Η φιλολογία τους, ενατενιστική και αισιόδοξη, καθόλου καταστροφική, μια φιλολογία που βλέπει όλα τα δυσάρεστα να ανήκουν στο παρελθόν, έχει καταπραϋντική επίδραση στα νεύρα του αναγνώστη, κι αυτό της εξασφαλίζει μια έτοιμη αγορά. Έτσι, ανεπαίσθητα, σχηματίζεται μια διεθνής σχολή που μπορούμε να την πούμε Μπολσεβικισμό για την Πολιτισμένη Μπουρζουαζία, ή πιο περιληπτικά Σοσιαλισμό για Ριζοσπάστες Τουρίστες.…

Οι σώφρονες «αριστεροί» φιλισταίοι συνηθίζουν να μας λένε ότι χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή στην κριτική μας για τη Σοβιετική Ένωση, μην τύχει και βλάψουμε το προτσές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.[…]Στην πραγματικότητα, η εχθρότητα του μεγαλύτερου μέρους των επίσημων «φίλων» της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι στην κριτική, καλύπτει ένα φόβο όχι για το πόσο εύθραυστη είναι η Σοβιετική Ένωση, αλλά για το πόσο εύθραυστη είναι η δικιά τους συμπάθεια γι’ αυτήν.» (Λεον Τρότσκι, 4 Αυγούστου 1936).

Στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας μάλιστα, σε βιβλία που εκδόθηκαν από τη «Σύγχρονη Εποχή» επανεμφανίστηκε η παραπομπή σε αυτή τη φιλολογία της περιόδου, προφανώς ως ένα ακόμα λιθαράκι στη γενικότερη σταλινική απολογητική. (βλ. μερικές από τις πηγές των Α.Γκίκας «Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού» , Λ.Μάρτενς «Μια άλλη ματιά στον Στάλιν»).

Τα ταξιδιωτικά απομνημονεύματα του Νίκου Καζαντζάκη «Ταξιδεύοντας: Ρούσια» (εκδ. Καζαντζάκη, 2000) μπορούμε να τα κατατάξουμε στην πρώτη και δεύτερη κατηγορία που αναφέρει ο Τρότσκι. Έχουν μια δόση ερασιτεχνικής δημοσιογραφίας και ταυτόχρονα, ως λογοτέχνης ο ίδιος, μια τάσης προς έναν λυρικό, ανθρωπιστικό και ειρηνιστικό «κομμουνισμό».

Ας δούμε ενα πολύ χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο: «…Την άλλη μέρα, κάποιος γνώριμος μου Πολωνοεβραίος, παμπόνηρος κι αντιδραστικός, πού του διηγήθηκα την επίσκεψή μου στις σοβιετικές φυλακές, καθώς κι όλα τα θαμαστά πού ‘έβλεπα κάθε μέρα, μου αποκρίθηκε σατανικά χαμογελώντας: “Ό Ποτέμκιν, όταν έβγαζε σε περιοδεία την αυτοκρατορικιά μετρέσα του, τη Μεγάλη Αικατερίνη, έστελνε μπρο¬στά έτοιμα χωριά από καρτόνι και τα στερέωνε κοντά στα μέρη απ’ όπου θα περνούσαν. Χωριάτες και χωριάτισσες, ντυμένοι λαμπερά κοστούμια, γλεντούσαν ευτυχισμένοι κάτω από τα δέντρα, έπαιζαν μπαλαλάικα, πηδοκοπούσαν και ζητωκραύγαζαν την αύτοκρατόρισσα. Δεν ήταν χωριάτες και χωριάτισσες, ήταν ηθοποιοί πού τούς είχε νοικιάσει ο Ποτέμκιν κι η έρωτεμένη χοντρο-Κατερίνα δάκρυζε από κατάνυξη κι ευτυχία. Όμοια κι οι μπολσεβίκοι σας περιοδεύουν στη Μόσχα — στη μεγάλη από καρτόνι, από ηθοποιούς και μπαλαλάικες βιτρίνα τής Ρουσίας — και σας δείχνουν (οι Ρούσοι είναι, κατά παράδοση, περίφημοι σκηνοθέτες) μερικά καλοβαλμένα, πιτήδεια θεάματα: σκολειά, σανατόρια, φυλακές, δικαστήρια, οι σειρήνες των εργοστασίων όταν περνάτε σφυρίζουν, τάχατε πώς δουλεύουν ακατάπαυτα, οι ίδιες πάντα γεωργικές μηχανές περνούν από τούς δρόμους πού είναι για να περάσετε, τάχατε έτσι, κατά τύχη… Και σεις χάσκετε, οι κουτόφραγκοι, και πέφτετε στην παγίδα Ποτιέμκιν νεώτατου συστήματος — στην παγίδα Καρλ Μαρξ”.

Γελούσε ο φίλος μου σαρκαστικά και με κοίταζε με τα παμπόνηρα ματάκια. Με διαπέρασε αλαφριά ανατριχίλα. Ανάμεσα στους φλογερούς στενοκέφαλους πιστούς πού δουλεύουν με αγάπη και πείσμα, υπάρχουν οι πολύ μορφωμένοι, χαριτωμένοι και χαιρέκακοι άπιστοι. Τούτοι όλα τα ξέρουν, τίποτα δεν μπορεί να τούς ξεγελάσει, πολύ έξυπνα αποσυνθέτουν και καταγγέλλουν τον «ιερό δόλο», πού χωρίς αυτόν ποτέ δεν μπόρεσε να θεμελιωθεί μια νέα θρησκεία. Όλα τα ξέρουν οι φίνοι τούτοι άπιστοι- μονάχα τούτο ξεχνούν: πώς μονάχα επιθυμώντας, απατώμενος κι απατώντας — δηλαδή πιστεύοντας — ο άνθρωπος μπορεί ν’ αλλάξει το πρόσωπο της γης» (Καζαντζάκης Νίκος , «Ταξιδεύοντας, Ρουσία», εκδ.«Καζαντζάκη», 2000, σελ.79-81.

Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι ο Πολωνοεβραίος της υπόθεσης έχει δίκιο, κάτι που μάλλον κατανοεί κι ο ίδιος ο συγγραφέας, αλλά προτιμά τον «ιερό δόλο» μιας νέας θρησκείας.
Είναι εντυπωσιακή η ομοιότητα της άποψης του Καζαντζάκη με τη γνωστή ρήση του Μαρξ για το ρόλο που αποκτά η θρησκεία ως όπιο του λαού. Η διαφορά είναι πως σε αυτή την περίπτωση, δεν πρόκειται για το χριστιανισμό, αλλά για το σοσιαλισμό της σταλινικής ΕΣΣΔ.
Ο ίδιος «ιερός δόλος» θα αποτρέψει το γνωστό Έλληνα λογοτέχνη να πάρει θέση όταν ο φίλος και σύντροφός του, Παναΐτ Iστράτι, συγγραφέας όπως ο ίδιος θα εκφράσει την απογοήτευση του για το σταλινισμό ήδη από το 1929 και θα στιγματιστεί ως «τροτσκιστής», ακόμα και «φασίστας».

Αντιθέτως ο Καζαντζάκης θα παραμείνει για κάποιο χρονικό διάστημα ακόμη στον «ιερό δόλο» της νέας θρησκείας του, μέχρι να ραγίσει, όπως αναφέρει και ο Τρότσκι, η εύθραυστη, θρησκευτική θα έλεγε κανείς συμπάθεια του για την ΕΣΣΔ. Προς επίρρωση των παραπάνω οι αέναες μεταφυσικές ανησυχίες του Καζαντζάκη θα τον ωθήσουν μεταξύ άλλων και στο προσκύνημα του ταριχευμένου σώματος του Λένιν. Ο Καζαντζάκης μάλιστα, θα παρουσιάσει με έκσταση το όλο συμβάν σχεδόν επιδοκιμάζοντας τη θρησκευτική λατρεία του Λένιν που θα συναντήσει στην ΕΣΣΔ. (βλ. «Αναφορά στον Γκρέκο» εκδ. Καζαντζάκη , σελ.479, 1962).

Αναδημοσίευση από το ανενεργό πλέον blog, allotriosi.wordpress.com

 

Κοινοποιήστε