Το Μακεδονικό Ζήτημα, η ιστορική αλήθεια και η θέση του επαναστατικού μαρξισμού – Μέρος 1ο

Μια αναλυτική απάντηση στα επίσημα ψέματα της άρχουσας τάξης γύρω από το Μακεδονικό Ζήτημα, με τα οποία οι επαγγελματίες πατριώτες κερδοσκοπούν πολιτικά και διοργανώνουν συλλαλητήρια. Η αλήθεια σχετικά με την «αποκλειστική ελληνικότητα της Μακεδονίας», την «ανυπαρξία» ή την «τεχνητή δημιουργία από την Κομμουνιστική Διεθνή» της μακεδονικής εθνότητας. Ποια πρέπει να είναι η στάση των κομμουνιστών στο «Μακεδονικό». (Το κείμενο είναι η απομαγνητοφωνημένη εισήγηση που εκφωνήθηκε σε ειδική συζήτηση της Κομμουνιστικής Τάσης τον Ιανουάριο του 2018, πριν δηλαδή υπογραφεί η Συμφωνία των Πρεσπών).

Μακεδονικό Ζήτημα

Εισαγωγή: Η φύση του Μακεδονικού Ζητήματος

Το Μακεδονικό Ζήτημα είναι ένα από τα πολλά εθνικά ζητήματα που σε παγκόσμιο επίπεδο έχει σταθεί ιστορικά ανίκανος να λύσει ο καπιταλισμός. Είναι ζήτημα καταπίεσης της εθνότητας των Μακεδόνων, ενός πληθυσμού σλαβικής καταγωγής που ζει στη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας εδώ και σχεδόν 15 αιώνες. Άμεσος αυτουργός της εθνικής τους καταπίεσης ιστορικά, ήταν τρεις βαλκανικές άρχουσες τάξεις, η ελληνική, η σερβική και η βουλγαρική, τοπικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ιστορικά δεμένες στο άρμα ισχυρότερων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, της Δύσης και της Ρωσίας.

Το Μακεδονικό Ζήτημα στη φύση του είναι ζήτημα εθνικής καταπίεσης και όχι ένα τρέχον γεωστρατηγικό ζήτημα. Υπάρχει για πολλές δεκαετίες και δεν είναι το αποτέλεσμα της σημερινής σύγκρουσης των ΗΠΑ και της ΕΕ με τη Ρωσία, όπως περίπου ισχυρίζεται το μεγαλύτερο μέρος της (σταλινικής, ρεφορμιστικής – κεντριστικής) Αριστεράς.

Επίσης, το Μακεδονικό ζήτημα δεν είναι αφηρημένα ζήτημα «σύγκρουσης δύο εθνικισμών». Υπάρχει από τη μία πλευρά, ο επιτιθέμενος, κυρίαρχος, ιμπεριαλιστικός εθνικισμός της καπιταλιστικής Ελλάδας, που ιστορικά καταπίεσε (και καταπιέζει) σκληρά τα εθνικά αισθήματα και δικαιώματα των Μακεδόνων και από την άλλη, υπάρχει ο αδύναμος εθνικισμός των καταπιεσμένων Μακεδόνων, που οξύνεται σκόπιμα από τη μακεδονική άρχουσα τάξη για να εδραιώσει τη θέση της στο μικρό της κράτος, ενώ επιχειρείται να αξιοποιηθεί από την ελληνική άρχουσα τάξη για να εμφανίσει τα στοιχειώδη εθνικά δικαιώματα των Μακεδόνων ως «αλυτρωτισμό».

Το κύριο πρόβλημα σε σχέση με το «Μακεδονικό» σήμερα, είναι ο αντιδραστικός ρόλος που διαδραματίζει το ελληνικό κράτος έναντι της γειτονικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ο οποίος βασίζεται στη συντριπτική οικονομική, πολιτική και στρατιωτική υπεροχή του σε σύγκριση μ’ αυτήν.

Με δεδομένο αυτόν το συσχετισμό δύναμης, η όποια επίκληση από τους Έλληνες αστούς του κινδύνου του μακεδονικού «αλυτρωτισμού» για την «εδαφική ακεραιότητα της χώρας» είναι γελοία. Η δε, υπαρκτή φυσικά, προσπάθεια εμπλοκής των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στο θέμα του ονόματος ως «μεσολαβητών», φυσικά για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων, δεν αλλάζει την ουσία του «Μακεδονικού», που είναι η αντιδραστική επέμβαση της ελληνικής άρχουσας τάξης στο πως θα αυτοπροσδιορίζεται ένα έθνος, στο αν θα έχει επίσημα αναγνωρισμένη γλώσσα και στοιχειώδη εθνικά δικαιώματα.
Γενικότερα, φυσικά, η ισχυρότερη και αποφασιστικότερη αντιδραστική δύναμη στην περιοχή των Βαλκανίων είναι οι ιμπεριαλιστές της Δύσης, με τις συνεργάτιδές τους, τοπικές αστικές τάξεις. Στο Μακεδονικό Ζήτημα όμως, αυτό καθ’ αυτό, το βασικό αντιδραστικό στρατόπεδο σήμερα είναι ο ελληνικός καπιταλισμός και το ελληνικό αστικό κράτος.

Η ιστορία της Μακεδονίας, η συγκρότηση της μακεδονικής εθνότητας και η πολύπλευρη καταπίεσή της

Οι διαχρονικοί βασικοί ισχυρισμοί των Ελλήνων αστών στο «Μακεδονικό» είναι οι ακόλουθοι: «Δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος με μακεδονική γλώσσα, αυτό είναι ένα δημιούργημα της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του Τίτο. Η Μακεδονία ήταν και θα είναι μόνο ελληνική. Οι Έλληνες είναι οι μόνοι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων, του Βασιλιά Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου».

Αντίθετα προς τους ελληνικούς εθνικιστικούς μύθους, το μακεδονικό έθνος είναι μια ιστορική πραγματικότητα. Είναι δημιούργημα της ιστορικής εξέλιξης της Βαλκανικής Χερσονήσου και καθόλου ένα «τεχνητό δημιούργημα», όπως ισχυρίζονται οι μισθοφόροι διανοούμενοι της ελληνικής άρχουσας τάξης.

Κατά τη μακρόχρονη φάση της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των επακόλουθων ένοπλων συγκρούσεων μεταξύ των νεογέννητων κρατών («Μακεδονικός Αγώνας», Βαλκανικοί Πόλεμοι, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος) η διαμόρφωση της μακεδονικής εθνότητας και της μακεδονικής εθνικής συνείδησης ακολούθησε μια ανάλογη πορεία με αυτή των άλλων βαλκανικών εθνών (σερβικό, ελληνικό, αλβανικό, βουλγαρικό κ.λπ.).

Σύμφωνα με τον κυρίαρχο μύθο του ελληνικού εθνικισμού, η Μακεδονία «εδώ και 3.000 χρόνια είναι ελληνική». Αυτό είναι ένα χοντροκομμένο ψεύδος. Η Μακεδονία είναι μια γεωγραφική περιοχή, που από το Μακεδονικό βασίλειο του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου (4ος – 2ος αιώνας π.Χ) και μετά, άλλαξε πάρα πολλές φορές πληθυσμιακή σύνθεση.

Από το 146 π.Χ που η Μακεδονία βρισκόταν κάτω από ρωμαϊκή επικυριαρχία, διατήρησε το όνομά της ως ρωμαϊκή επαρχία, φυσικά με γεωγραφική έννοια. Η επικράτειά της διευρυνόταν κατά καιρούς με περιοχές της σημερινής Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Θράκης.

Από τον 4ο αιώνα μ.Χ η Μακεδονία συνδέεται με το Βυζάντιο. Η νέα βυζαντινή εξουσία δεν ήθελε καμία σχέση με το Δωδεκάθεο και γενικότερα με τους αρχαίους πολιτισμούς, οπότε ο Μέγας Αλέξανδρος και τα «κατορθώματά» του δεν υπάρχουν πουθενά ως επίσημα κρατικά σημεία αναφοράς.

Από τότε η Μακεδονία γίνεται πεδίο ατέλειωτων επιδρομών. Τον 4ο αιώνα μ.Χ. κατέβηκαν σ’ αυτή οι Βησιγότθοι, τον 6ο αλλά και τον 7ο αιώνα οι Άβαροι, Ούννοι και οι Σλάβοι, τον 11ο αιώνα οι Νορμανδοί και τον 13ο αιώνα οι Φράγκοι.

Κατά τον 7ο αιώνα μ.Χ είναι που έχουμε την κάθοδο από τα Ουράλια στα Βαλκάνια των Σλαβικών φυλών που αποτελούν τους μακρινούς πρόγονους της σημερινής μακεδονικής εθνότητας.

Το ισχυρότερο ρεύμα είναι αυτό των Βουλγάρων. Εγκαθίστανται στη Βόρεια πλευρά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μετά από συνεχείς επιθέσεις κερδίζουν εδάφη και δημιουργούν την επικράτεια ενός μεγάλου βασιλείου που βρίσκεται σε συνεχή πόλεμο με τους Βυζαντινούς.

Το 1014 ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Βασίλειος ο Β΄ εκστρατεύει εναντίον του βασιλιά Σαμουήλ. Εξοντώνει τον στρατό του και αποκτά το προσωνύμιο «Βασίλειος Βουλγαροκτόνος».

Στα μέσα του 15ου αιώνα μ.Χ τα Βαλκάνια περνούν στην κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για τα επόμενα 500 σχεδόν χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα τα Βαλκάνια δεν έχουν σύνορα. Πολλοί πληθυσμοί μετακινούνται ελεύθερα διαρκώς.

Ελληνόγλωσοι χριστιανικοί πληθυσμοί φτάνουν στο Ιάσιο, στη σημερινή Ρουμανία. Ταυτόχρονα, ακόμα πιο πολλοί Σλάβοι κατεβαίνουν νότια, στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας. Μουσουλμανικοί πληθυσμοί που μιλούν τουρκικά επίσης εγκαθίστανται όλο και πιο πολύ στη Μακεδονία. Τίποτα λοιπόν δεν είναι περισσότερο μακριά από την αλήθεια από τη θεωρία της ελληνικής εθνικής συνέχειας της Μακεδονίας.

Όλη αυτή την περίοδο μάλιστα, πρέπει να τονίσουμε ότι η Μακεδονία δεν υπάρχει σαν ειδική διοικητική περιοχή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Υπάρχουν 3 «Βιλαέτια»: της Θεσσαλονίκης, του Κοσόβου και του Μοναστηρίου.

Πριν την εμφάνιση του ελληνικού εθνικού κινήματος τον 18ο αιώνα, οι πληθυσμοί της Μακεδονίας δεν χρησιμοποιούσαν την αρχαία ονομασία «Μακεδονία». Όταν αναφέρονταν στην περιοχή τους χρησιμοποιούσαν αλλά τοπωνυμία, μικρότερης εδαφικής κλίμακας, όπως «Κοζάνη», «Βέροια» κ.ο.κ.

Οι πληθυσμοί της Μακεδονίας τότε, π.χ αυτοί του 17ου αιώνα, είχαν πλήρη άγνοια και αδιαφορία για την αρχαιότητα. Τα αρχαία ελληνικά τοπωνυμία ήρθαν στο προσκήνιο κατά την εποχή της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, από τους λόγιους που άρχισαν να ανακαλύπτουν την κλασσική αρχαιότητα και τους πνευματικούς της εκπροσώπους.

Αργότερα, οι συγγραφείς της επίσημης, κρατικής ιστορίας του ελληνικού έθνους ανακάλυψαν τη διαβόητη άμεση και ευθεία ιστορική σύνδεση το μακεδονικού Βασιλείου του Φιλίππου με το Βυζάντιο, μαζί με τα ανύπαρκτα «κρυφά σχολειά» κατά την Οθωμανική κυριαρχία.

Η επίκληση της αποκλειστικής και απευθείας καταγωγής από τους πολιτισμούς της αρχαίας Ελλάδας, ήταν μια ιδέα – εθνικός μύθος, που φτιάχθηκε από τον ελληνικό αστικό εθνικισμό, κυρίως το 19ο  αιώνα.

Έτσι όσο παράλογο είναι να ισχυρίζονται οι σημερινή κάτοικοι της Δημοκρατίας της Μακεδονίας ότι είναι απευθείας απόγονοι του Μ. Αλεξάνδρου, άλλο τόσο παράλογο είναι να επικαλούνται το ίδιο και οι σημερινοί Έλληνες κάτοικοι της ελληνικής Μακεδονίας. Απλώς, η Μακεδονία, ως κοιτίδα ενός ισχυρού αρχαίου πολιτισμού και πατρίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, παρείχε το κατάλληλο αφήγημα για δύο διαφορετικούς εθνικισμούς.

Έχει πολύ ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι την ιδέα της καταγωγής των σλαβόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας από τους αρχαίους Μακεδόνες, που τάχα «εκσλαβίσθηκαν», προώθησε η ίδια ελληνική αστική εθνική προπαγάνδα, στα τέλη του 19ου αιώνα, σε μια προσπάθεια να απομακρύνει τους πληθυσμούς αυτούς από τον βουλγαρικό εθνικισμό που τους διεκδικούσε.

Αυτό το πιστοποιούν τα σλαβόγλωσσα έντυπα που οι λεγόμενοι μακεδονομάχοι μοίραζαν στον τοπικό πληθυσμό, όπως η «Διακήρυξη του Ελληνομακεδονικού Συλλόγου της Αθήνας για τους αδελφούς μας Μακεδόνες» (1905) ή οι «Προφητείες του Μεγαλέξανδρου» (1907). Ανάλογες θεωρίες συναντώνται και σε προφορικά κηρύγματα προς τους σλαβόφωνους χωρικούς (Στ. Ράπτης «Ιστορία του Μακεδονικού Αγώνος», Εν Αθήναις 1910, σ. 168). Στο πλαίσιο αυτό, είχαμε και το βάφτισμα της σλαβομακεδονικής γλώσσας σε απόγονο και μετεξέλιξη της «ομηρικής» γλώσσας των αρχαίων Μακεδόνων από διανοούμενους της εποχής (Μπουκουβάλας, Τσιούλκας κ.α.).

Από τα τέλη του 19ου αιώνα, πολλοί πλέον χρησιμοποιούσαν τον όρο «Μακεδόνες», όχι με γεωγραφική σημασία, αλλά και για να περιγράψουν ένα έθνος. Στις αρχές του 20ου αιώνα οι Έλληνες εθνικιστές διανοούμενοι όπως ο Ίωνας Δραγούμης μιλούσαν κι αυτοί για «Μακεδόνες» ή «Μακεδονοσλάβους» αναφερόμενοι στους σλαβόφωνους της Μακεδονίας.

Ο γεωγραφικός χώρος που ονομάζεται Μακεδονία, πλήρωσε ιδιαίτερα την Δυτικοευρωπαική ιμπεριαλιστική επέμβαση, αλλά και την καταπιεστική μανία των «τριών μικρών ληστών» της Βαλκανικής, των Σέρβων, Βουλγάρων και Ελλήνων αστών. Τα τελευταία 25 χρόνια του 19ου αιώνα διαπράχθηκαν μεγάλα εγκλήματα στην απόπειρα των τριών αστικών τάξεων, ελληνικής, σερβικής και βουλγαρικής, να εντάξουν στη δική τους επικράτεια τη Μακεδονία, που ως το 1912 αποτελούσε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στη Μακεδονία των δυο πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα οι Έλληνες παρέμεναν αυτό που ήταν επί πολλούς αιώνες, δηλαδή μία μειοψηφία. Στη Θεσσαλονίκη π.χ, η μεγαλύτερη κοινότητα ήταν η εβραϊκή. Από τις αρχές του αιώνα, εξελισσόταν ένας άγριος αγώνας αλληλοεξόντωσης αλλά και εθνοκάθαρσης της Μακεδονίας ανάμεσα στους Βούλγαρους «κομιτατζήδες», του δημιουργημένου από το βουλγαρικό κράτος «Κομιτάτου των Βερχοβιστών» και τους Έλληνες «μακεδονομάχους» με βασικό πυρήνα 2-3 χιλιάδες Κρητικούς και επικεφαλής τον Παύλο Μελά.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους ο Έλληνας πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης ανέφερε στη Βουλή: «Όταν έλθει ο μέγας πόλεμος, ως αφεύκτως θα συμβεί μετά τινά έτη, η Μακεδονία θα γίνει ελληνική ή βουλγαρική κατά τον νικήσαντα. Αν τη λάβωσιν οι Βούλγαροι δεν αμφιβάλλω ότι θα είναι ικανοί να εκσλαβίσωσιν τον πληθυσμό μέχρι των θεσσαλικών συνόρων. Αν ημείς τη λάβωμεν θα τους κάνωμεν όλους Έλληνες μέχρι της Ανατολικής Ρωμυλίας»! (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΔ σελ. 18).

Σε αυτό το διάστημα είναι που για πρώτη φορά χρησιμοποιείται ο όρος μακεδονικό έθνος από την πλευρά των σλαβόφωνων χριστιανών της ευρύτερης Μακεδονίας. Άρχισαν να δηλώνουν «Μακεδόνες» αρνούμενοι υποταγή στην ελληνική, βουλγαρική ή σερβική εθνική ιδέα, αλλά ήταν και υποχρεωμένοι παράλληλα, να διαπραγματεύονται.

Ο Έλληνας «μακεδονομάχος», στην πραγματικότητα σφαγέας στις «εθνοκαθάρσεις» πληθυσμών, Παύλος Μελάς, ανέφερε τα λόγια μιας ομιλίας του Μακεδόνα καπετάνιου Κώττα: «Ημείς οι Μακεδόνες διά ν’ αποκτήσωμεν ελευθερίαν έχομεν δύο δρόμους ν’ ακολουθήσωμεν. Ο ένας πηγαίνει εις την Βουλγαρίαν, ο άλλος πηγαίνει εις την Ελλάδα» (Ναταλία Μελά, «Παύλος Μελάς», Αθήνα 1964, σ. 242). Η παραπάνω ομιλία έγινε στη γλώσσα που ο ίδιος ο Μελάς αποκαλεί «μακεδονικά» και ενώ οι Μακεδόνες αυτοαποκαλούνταν «Μακεντόντσι».

Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι κατά την είσοδό τους στις ΗΠΑ, την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, πολλοί σλαβόφωνοι μετανάστες δηλώνουν ως εθνικότητα τη «Μακεδονική» (Οι σχετικές καταχωρήσεις υπάρχουν στην ιστοσελίδα του Έλις Αϊλαντ). Ακόμα, ο Δημήτρης Φιλιππίδης, το 1906, στο «Η Μακεδονία» (σ. 30) έγραφε πως «οι χριστιανοί κάτοικοι, άνευ διακρίσεως οι τε Ελληνες και οι σχισματικοί, ονομάζουσιν εαυτούς υπό το γενικόν όνομα «Μακεδόνας»».

Το 1905, ο αξιωματικός του Ελληνικού στρατού Πάτροκλος Κοντογιάννης, χαρτογράφος του ελληνικού κράτους, εισηγείται τη επίσημη χρήση του όρου «Μακεδόνες», λέγοντας ότι «η εθνότης είναι η αυτή και εις τας δύο ταύτας κατηγορίας πληθυσμού, είναι η Μακεδονική» (βλ. «Ιός», 5.6.05)

Επίσημη επίσης, ανακοίνωση της συγκρότησης σλαβικού «μακεδονικού έθνους» γίνεται το 1903 από τον καταγόμενο από την Πέλλα των Γιαννιτσών, Κάρστε Μισίρκωφ. Αποκαλυπτική εξάλλου, είναι η διαπίστωση που έκανε ο Στρατής Μυριβήλης το 1917 στο έργο του «Η ζωή εν τάφω» : «Αυτοί εδώ οι χωριάτες», γράφει για τους οικοδεσπότες του στη Βελούσινα, «δε θέλουν νάναι μήτε «Μπουλγκάρ», μήτε «Σρρπ», μήτε «Γκρρτς». Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ»» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1991, σ. 104-5).

Αυτοί οι πληθυσμοί διαμόρφωσαν μια δική τους γλώσσα, που είχε ομοιότητες με τη βουλγαρική και τη σερβική, με πολλούς τοπικούς ιδιωματισμούς. Είναι επίσης παράλογο να λέγεται ότι οι Μακεδόνες δεν είναι έθνος, επειδή η γλώσσα τους έχει κοινά στοιχεία με τη βουλγαρική. Με την ίδια λογική, δεν θα έπρεπε να υπάρχουν ως ξεχωριστά έθνη-κράτη η Αυστρία, η Ιρλανδία, το Βέλγιο, η Κροατία, η Ουκρανία, η Λευκορωσία κ.α.

Η σημαντικότερη εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση του σλαβικού πληθυσμού της Μακεδονίας στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν η Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ ή ВМРО) και ιδρύθηκε το 1893 στη Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με το ιδρυτικό καταστατικό της, μέλος μπορούσε να είναι κάθε κάτοικος της ευρωπαϊκής Τουρκίας χωρίς εθνικές και θρησκευτικές διακρίσεις και σκοπός της ήταν η κατάργηση της οθωμανικής εξουσίας, το μοίρασμα της γης των τσιφλικάδων στους ακτήμονες και η δημιουργία μιας ελεύθερης και ανεξάρτητης Μακεδονίας.

Στο εσωτερικό της αρχικά, η ισχυρότερη ήταν η αριστερή, σοσιαλιστική – αναρχική τάση, που υποστήριζε την αυτονομία – ανεξαρτησία της Μακεδονίας με ηγέτες όπως οι Γιάνε Σαντάνσκι, Χρίστο Τσερνοπέεφ Ντάμιαν Γκρούεφ, Χρίστο Τατάρτσεφ. Το 1895, όμως, ιδρύεται το προαναφερθέν «Κομιτάτο των Βερχοβιστών» (Ανώτατη Μακεδονική Επιτροπή, «Βερχόβεν Κομιτάτ») ή «Εξωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση», από τον Βούλγαρο βασιλιά, Φερδινάνδο και τους αυλικούς του, Ιβάν Γκαρβάνωφ και Μπόρις Σαράφωφ που συγκροτούσε πλέον μία ισχυρή δεξιά τάση, η οποία επιθυμούσε την ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία και επιχείρησε να συγκεντρώσει στα χέρια της τον έλεγχο όλων των μακεδονικών επαναστατικών ομάδων .

Με την προετοιμασία και την καθοδήγηση της ΕΜΕΟ, που είχε πλέον από την αρχή του αιώνα λάβει την ονομασία «Εσωτερική Μακεδονοαδριανουπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση» (Βάτρεσνα Μακεντόνσκα-Οντρίνσκα Ρεβολουτσιόνα Οργκανιζάτσια – ΒΜΡΟ), ξέσπασε η εξέγερση του «Ίλιντεν» στις 20 Ιουλίου του 1903, ημέρα της γιορτής του Προφήτη Ηλία – Μεταμορφώσεως.

Η εξέγερση ήταν αγροτικού χαρακτήρα. Είχε ως βάση κυρίως στις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και σε αυτήν ήταν καθολική η συμμετοχή του μακεδονικού αγροτικού πληθυσμού που πήρε τα όπλα. Δεν ήταν ένα τεχνητά δημιουργημένο κίνημα από την ΕΜΕΟ, είχε βαθιές ρίζες και υπήρξε ένα πηγαίο κίνημα.

Οι λεγόμενοι «Τσεντραλιστές» (από τον όρο «Κεντρική Επιτροπή» που χρησιμοποιούσαν για να διαφοροποιούνται από τους δεξιούς που έλεγχαν την Ανώτατη Μακεδονική Επιτροπή), ο παλιός ηγετικός πυρήνας της ΕΜΕΟ, δηλαδή η αριστερή, αυτονομιστική τάση, υπεράσπισαν στην εξέγερση την ιδέα της μακεδονικής ανεξαρτησίας και της ένταξης μιας ανεξάρτητης Μακεδονίας σε μια Βαλκανική ομοσπονδία.

Η εξέγερση επικράτησε για λίγες μέρες στο Κόσοβο, τη Νεβέσκα και την Κλεισούρα. Η βραχύβια επικράτησή της ενσαρκώθηκε με την ανακήρυξη της «Δημοκρατίας του Κρουσόβου», ενώ επικράτησε για λίγο και στην περιοχή των Σαράντα Εκκλησιών στην ανατολική Θράκη. Τελικά όμως, καταπνίγηκε από τον Οθωμανικό στρατό με πυρπολήσεις χωριών και μαζικές δολοφονίες.

Το ελληνικό κράτος,  συνεργάστηκε με τις οθωμανικές αρχές για την κατάπνιξη της εξέγερσης, μέσω του πιστού στο Πατριαρχείο κλήρου (Μητροπολίτης Καστοριάς, Γερμανός Καραβαγγέλης) και άλλων πρακτόρων της ελληνικής κυβέρνησης που βοήθησαν τον οθωμανικό στρατό.

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913 ο γεωγραφικός χώρος της Μακεδονίας που με κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας είχε απελευθερωθεί από τους Οθωμανούς, διαμελίστηκε και μοιράστηκε ανάμεσα στα τρία κράτη με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, του 1913. Η «Μακεδονία του Αιγαίου» (το 52% της γεωγραφικής έκτασης της Μακεδονίας) πέρασε στην Ελλάδα, η «Μακεδονία του Βαρδάρη» (το 38%) πέρασε στη Σερβία και η «Μακεδονία του Πιρίν» (9%) στη Βουλγαρία, ενώ στην Αλβανία περιήλθε το 1/% του μακεδονικού εδάφους. Έτσι το τρέχον σύνθημα «Η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική» αντιφάσκει με την ίδια τη Συνθήκη με την οποία η νότια Μακεδονία είχε γίνει ελληνική και είναι αντικειμενικά, ένα καθαρά επεκτατικό – ιμπεριαλιστικό σύνθημα.

Με τη μοιρασιά της Μακεδονίας, οι βαλκανικές αστικές τάξεις Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας, κάθε άλλο παρά έλυσαν το «Μακεδονικό», καθώς διαμελίστηκε και η μακεδονική εθνότητα που βρέθηκε να κατοικεί σε τρεις διαφορετικές χώρες, στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και τη Σερβία. Και τότε άρχισαν τα μεγαλύτερα βάσανά της. Καμία από τις τρεις αυτές άρχουσες τάξεις δεν ήθελε να αναγνωρίσει την ύπαρξη της μακεδονικής εθνότητας.

Οι Βούλγαροι, όσους αυτοπροσδιορίζονταν εθνικά ως «Μακεδόνες», τους θεωρούσαν Βούλγαρους, οι Σέρβοι Σέρβους και οι Έλληνες αστοί όπως είπαμε προηγουμένως, ανέπτυξαν τη θεωρία ότι πρόκειται για Έλληνες, γνήσιους απόγονους του Μεγάλου Αλέξανδρου που εκσλαβίσθηκαν, νομίζοντας ότι έτσι θα τους προσεταιριστούν και θα τους αφομοιώσουν εθνικά.

Η ύπαρξη των Μακεδόνων ως έθνος με δική του γλώσσα και γραφή ομολογήθηκε από το ίδιο το ελληνικό κράτος, όταν το 1925 το υπουργείο Παιδείας προχώρησε στην έκδοση του πρώτου αλφαβηταριού-αναγνωστικού στα Μακεδονικά, με τίτλο «ABECEDAR». Η πρώτη έκδοσή του, έγινε στη γλώσσα που μιλιόταν κυρίως στις περιοχές της Φλώρινας και του Μοναστηριού, με λατινικούς χαρακτήρες σε μια προσπάθεια μετριασμού της σλαβικής επιρροής στην περιοχή. Μάλιστα, για να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις των Βουλγάρων και των Σέρβων για τη μη χρήση του Κυριλικού αλφαβήτου στην Κοινωνία των Εθνών (Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, «Μειονοτικές ευαισθησίες και εκπαιδευτικά προβλήματα: Η περίπτωση του Abecedar», στο Γλώσσες, αλφάβητα και εθνική ιδεολογία στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια εκδ.Κριτική, Αθήνα 1999 σελ. 337) ο εκπρόσωπος της Ελλάδας, Βασίλης Δενδραμής, υπερασπίστηκε το αναγνωστικό, χαρακτηρίζοντας τη μακεδονική γλώσσα ως ανεξάρτητη και διακριτή σε σχέση με τη βουλγαρική ή τη σερβική (Hugh Poulton, Who are the Macedonians?, C. Hurst & Co, 2000, σ. 88).

Στη συνέχεια, η εμπειρία από τον αυταρχικό εκσερβισμό κατά τον Μεσοπόλεμο και από τη βίαιη βουλγαρική κατοχή του 1941-44, ενέτειναν στις τάξεις των σλαβικών πληθυσμών της Μακεδονίας την τάση για την υπεράσπιση μιας πλήρως διακριτής εθνικής ταυτότητας.

Γενικότερα, όλα αυτά τα χρόνια μετά του Βαλκανικούς πολέμους και οι «τρεις μικροί ληστές» των Βαλκανίων επιχείρησαν τη βίαιη εξόντωση της μακεδονικής εθνότητας. Στο βουλγάρικο τμήμα της Μακεδονίας, στη «Μακεδονία του Πιρίν», εκβουλγαρίστηκε βίαια. Και στη Σερβία εφαρμόστηκε η ίδια σκληρή καταπίεση. Η σερβική αστική τάξη δεν ήταν διατεθειμένη να αναγνωρίσει μια ιδιαίτερη σλαβομακεδονική εθνότητα. Εκεί ήταν που δημιουργήθηκε ο μύθος ότι το πραγματικό ιστορικό όνομα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας είναι «Βαρντάρσκα Μπανοβίνα». Στην πραγματικότητα, η ονομασία αυτή χρησιμοποιήθηκε από το γιουγκοσλαβικό κράτος από το 1929 έως το 1941, όταν η στρατιωτική δικτατορία του βασιλιά Αλέξανδρου επιχείρησε να εξαλείψει τις διαφορετικές εθνότητες της χώρας, συγχωνεύοντας τις σ’ ένα ενιαίο γιουγκοσλαβικό έθνος υπό σερβική ηγεμονία. Όλες οι περιφέρειες της Γιουγκοσλαβίας αντικαταστάθηκαν από Διοικήσεις («Μπανοβίνες») που πήραν τα ονόματα των τοπικών ποταμών.

Την ίδια περίοδο, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το 1923, είχαμε υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, με την οποία τα δύο κράτη ομογενοποίησαν εθνικά τα εδάφη που περιήλθαν στην κυριαρχία τους. Έτσι, 1,2 εκατομμύριο χριστιανοί της Μικράς Ασίας, Έλληνες στη συντριπτική τους πλειονότητα, εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες σε περιοχές που εγκατέλειψαν 600 χιλιάδες Τούρκοι από τα εδάφη κυρίως της νότιας Μακεδονίας, αλλάζοντας έτσι την πληθυσμιακή σύνθεση της ελληνικής Μακεδονίας. Από τότε πλέον, η πλειονότητα του πληθυσμού σε αυτό το κομμάτι της Μακεδονίας γίνεται ελληνόφωνη.

Από εκεί και έπειτα, η μακεδονική εθνότητα γνώρισε στο πλαίσιο του ελληνικού κράτους τρομερούς διωγμούς και επιχειρήσεις βίαιου εξελληνισμού. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι υποχρεώθηκαν να μη μιλούν τη μητρική τους γλώσσα. Τους απαγόρευαν να καλλιεργούν τα πολιτισμικά τους ήθη και έθιμα, ενώ ολόκληρα χωριά και οικογένειες υποχρεώθηκαν να ξαναβαφτιστούν.

Το 1924, δυο χρόνια μετά την ήττα της ελληνικής, ιμπεριαλιστικής Μικρασιατικής εκστρατείας, στην ελληνική Μακεδονία ζούσαν ακόμα 220.000 σλαβόφωνοι Μακεδόνες. Στην απογραφή του 1928, παρά την κρατική τρομοκρατία που καθιστά τα επίσημα στοιχεία εντελώς αναληθή, 81.000 κάτοικοι της χώρας δήλωσαν τη μακεδονική σαν μητρική τους γλώσσα.

Καθ’ όλη λοιπόν την περίοδο του μεσοπολέμου μέσα στη Βαλκανική Μακεδονία που είχε μοιραστεί ανάμεσα σε Ελλάδα, Σερβία και Βουλγαρία, υπήρχε μια σκληρά καταπιεσμένη εθνότητα: οι Μακεδόνες με την δική τους εθνική συνείδηση, τα δικά τους ήθη και έθιμα, τους εθνικο-απελευθερωτικούς τους αγώνες, που κορωνίδα τους στάθηκε η πνιγμένη στο αίμα, λαϊκή επανάσταση του Ίλιντεν, υπέστησαν την πιο σκληρή καταπίεση από τις Βαλκανικές αστικές τάξεις, τη σερβική, τη βουλγαρική και την ελληνική.

Ως αποτέλεσμα της φοβερής καταπίεσης κατά της διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής, σύσσωμη η μακεδονική μειονότητα τάχθηκε στο πλευρό του ΕΑΜ. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, η μακεδονική εθνότητα γνώρισε ακόμα σκληρότερη καταπίεση από την ελληνική αστική τάξη, συνεχίζοντας να κατοικεί σε μια συνοριακή λωρίδα της ελληνικής Μακεδονίας και να αριθμεί, παρά τις ψευδείς επίσημες στατιστικές, στην πραγματικότητα 200 με 250 χιλιάδες Μακεδόνες.

Στον Εμφύλιο πόλεμο, συμμετείχε μαζικά στον Δημοκρατικό Στρατό. Με την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού και το τέλος του Εμφυλίου, 40.000 Μακεδόνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. Μετά την απογραφή του 1951, 41.000 άνθρωποι εξακολούθησαν να δηλώνουν τα μακεδονικά σαν μητρική τους γλώσσα. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που απογράφηκε το σχετικό στοιχείο.

Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα απαγορεύεται ρητά ο επαναπατρισμός των Μακεδόνων πολιτικών προσφύγων, με το πρόσχημα ότι είναι «μη Έλληνες στο γένος». Έτσι το ελληνικό κράτος το 1982, με το διαβόητο «νόμο Σκουλαρίκη», επέτρεψε σε όλους τους πρώην μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού να επιστρέψουν στην Ελλάδα, οι ίδιοι και τα παιδιά τους, εκτός από τους Μακεδόνες.

Αυτή η πολιτική καταπίεσης και βίαιης αφομοίωσης οδήγησε στη συρρίκνωση της μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, η οποία εξακολουθεί να είναι «αόρατη» για το ελληνικό αστικό κράτος. Όλες οι ελληνικές αστικές κυβερνήσεις είναι διαχρονικά συνυπεύθυνες για το έγκλημα που συντελείται σε βάρος των εθνικά Μακεδόνων της Ελλάδας, για πάνω από έναν αιώνα.

Σε αντίθεση με την καπιταλιστική Ελλάδα, στα παραμορφωμένα εργατικά κράτη της Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας παραχωρήθηκαν στη μακεδονικά εθνότητα όλα τα τυπικά δικαιώματα ισοτιμίας με τους λοιπούς Γιουγκοσλάβους και Βούλγαρους πολίτες. Στη Βουλγαρία συμπαγείς μακεδονικοί πληθυσμοί ζούσαν κυρίως συγκεντρωμένοι στη «Μακεδονία του Πιρίν», ενώ στο πλαίσιο της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας συγκεντρώνονταν στα εδάφη της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Παρά την απουσία της παλιάς ιδιαίτερης εθνικής καταπίεσης, οι μακεδονικοί πληθυσμοί σε αυτά τα κράτη υπέστησαν όπως όλοι οι εργαζόμενοι πολίτες τους, σκληρή καταπίεση από την προνομιούχα και ανεξέλεγκτη γραφειοκρατία, κατ’ εικόνα και ομοίωση της γραφειοκρατικά εκφυλισμένης ΕΣΣΔ της περιόδου του Στάλιν και των διαδόχων του.

Συνεχίζεται

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος

Πηγές – άρθρα, κείμενα και βιβλία:

Evangelos Kofos,«Greece’s Macedonian Adventure: the Controversy over FYROM’s Independence and Recognition» (στο συλλογικό Greece and the New Balkans, εκδ. Pella, Ν. Υόρκη 1999).

Τάσος Κωστόπουλος Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία, εκδ. Μαύρη Λίστα, Αθήνα 2000.

Μακεδονικό: Πόσο γνωρίζουμε την Ιστορία; Αθηνά Σκουλαρίκη, 22/1/2018, «Αυγή»

Θεόδωρος Σκυλακάκης: Στο όνομα της Μακεδονίας, εκδ. Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1995.

ΕΤΣΙ «ΦΤΙΑΧΤΗΚΕ» Η ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ – Οι δέκα μύθοι του «Σκοπιανού» – http://www.iospress.gr

Αλέξανδρος Τάρκας, Αθήνα-Σκόπια. Πίσω από τις κλειστές πόρτες, εκδ. Λαβύρινθος, Αθήνα 1995.

Μιχ. Παπακωνσταντίνου, Το ημερολόγιο ενός πολιτικού. Η εμπλοκή των Σκοπίων, εκδ. Εστία, Αθήνα 1994.

Loring Danforth, Η μακεδονική διαμάχη. Ο εθνικισμός σε έναν υπερεθνικό κόσμο, μτφρ. Σπύρος Μαρκέτος, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1999.

Aristotle Tziampiris, Greece, European Political Cooperation and the Macedonian Question, εκδ. Ashgate, 2001.

Γιάννης Βαληνάκης – Σωτήρης Ντάλης, Το ζήτημα των Σκοπίων. Επίσημα κείμενα 1990-1996, εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 1996.

Νίκος Μαραντζίδης: Μακεδονικό: Εθνικισμός και εμπόριο , «Το Βήμα»/ «Βιβλία», 1.5.2010

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ 1901-1903, ΤΣΑΚΑΛΑΡΩΦ ΒΑΣΙΛΗΣ, Εκδόσεις ΠΕΤΣΙΒΑΣ

10+1 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ, ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ

Η κρίση στα Βαλκάνια το Μακεδονικό και η Εργατική τάξη – Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο

ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΚΑΡΑΒΑΣ ΣΠΥΡΟΣ Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΡΑΜΑ

Βασίλης Ραφαηλίδης, «Οι λαοί των Βαλκανίων», εκδόσεις «21ος Αιώνας»

Λέον Τρότσκι «Τα Βαλκάνια και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13» εκδόσεις «Θεμέλιο»

Το Μακεδονικό Ζήτημα και οι κομμουνιστές – Παντελής Πουλιόπουλος

Ο Τρότσκι για το Μακεδονικό – www.marxismos.com

To Μακεδονικό Ζήτημα και η μαρξιστική Αντιπολίτευση του ΚΚΕ – Παντελής Πουλιόπουλος – www.marxismos.com

«Προβλήματα της Κομμουνιστικής Αντιπολίτευσης στην Ελλάδα» – www.marxismos.com

Γλώσσες, αλφάβητα και εθνική ιδεολογία στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, εκδ. Κριτική, Αθήνα 1999

Γλώσσες, αλφάβητα και εθνική ιδεολογία στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, εκδ.Κριτική, Αθήνα 1999

– Κ.Δ.Κ – Βασικά ζητήματα του εργατικού κινήματος, εκδ. «Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη», Αθήνα, Οκτώβριος 1979

– «Το Φάντασμα της Ιστορίας – Το γνωστό άγνωστο Ίλιντεν» – Τάσος Κωστόπουλος – Εφημερίδα των Συντακτών – 26/5/2018

– «Η Ιστορία του Μπολσεβικισμού – Τροτσκισμού στην Ελλάδα» – Κώστας Καστρίτης (Λουκάς Καρλιάφτης), Εκδόσεις «Εργατική Πρωτοπορία»