kke-ekloges-stash-pros-syriza


Το εκλογικό αποτέλεσμα για το ΚΚΕ ήταν θετικό, με άνοδο μίας μονάδας (5,47% από 4,5%) και 60.911 ψήφων πανελλαδικά και με τα ποσοστά του να αγγίζουν τον ίδιο μέσο όρο στις περισσότερες μεγάλες πόλεις και σε κάποιες περιπτώσεις στα μεγάλα αστικά κέντρα να τον ξεπερνούν (π.χ Β’ Αθηνών 6,94%, Β’ Πειραιώς 8,19%, Λάρισας 6,93%). Συμπερασματικά, το κόμμα δείχνει να κρατάει την ανοδική πορεία που κατέγραψε και στις Ευρωεκλογές, σε σχέση με τις εκλογές του Ιουνίου του 2012. Ταυτόχρονα, είναι απόλυτα θετικό το γεγονός ότι παρότι το κόμμα στράφηκε προς ένα ξεκάθαρο επαναστατικό πρόγραμμα, χωρίς ενδιάμεσα στάδια πριν από τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, αυτό δεν απομάκρυνε τους ψηφοφόρους του, αλλά αντιθέτως συσπειρώθηκαν νέοι.

Βεβαίως, πρέπει να επισημάνουμε ότι με το αποτέλεσμα αυτό, εν μέρει μόνο το κόμμα αντέστρεψε την εικόνα διαρροής παραδοσιακών ψηφοφόρων του προς τον ΣΥΡΙΖΑ και είναι ένα ποσοστό αρκετά χαμηλότερο από το ποσοστό που κατέγραψε στις εκλογές του Μαΐου του 2012 (8,48%) και του 2009 (7,54%). Το σημαντικότερο όμως, είναι ότι είναι ένα ποσοστό πολύ κατώτερο των αντικειμενικών δυνατοτήτων εκλογικής απήχησης που μπορούν να έχουν οι κομμουνιστές σε συνθήκες σαν τις σημερινές, δηλαδή συνθήκες ακραίας φτωχοποίησης της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, κατάρρευσης του παραδοσιακού κόμματος του κεφαλαίου και του αστικοποιημένου ΠΑΣΟΚ, όξυνσης της ταξικής πάλης (παρά την ύφεση των κινητοποιήσεων της τελευταίας χρονιάς) και έντονης ριζοσπαστικοποίησης.

Για το γεγονός αυτό, ευθύνεται σε σημαντικό βαθμό η αριστερίστικη τακτική της ηγεσίας του κόμματος. Η αδυναμία της ηγεσίας του ΚΚΕ να απαντήσει με ένα θετικό τρόπο στο ζήτημα της κυβέρνησης και της εξουσίας, η άρνησή της να θέσει αυτό το ζήτημα σήμερα οδηγεί την μεγάλη μάζα των ριζοσπαστικοποιημένων ψηφοφόρων στην υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ, ακριβώς γιατί είχε μια απάντηση στο συγκεκριμένο θέμα που οι εργαζόμενοι αισθάνονται απόλυτα επιτακτικό για την ζωή τους. Η άρνηση της ηγεσίας του ΚΚΕ να δώσει ακόμη και υπό όρους ψήφο ανοχής στο ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο σύμφωνα με τη ρητορική της δεν διαχωρίζει από τα αστικά κόμματα, παίζει έναν απόλυτα αρνητικό ρόλο, δίνοντας έμμεσα κάλυψη στην προσπάθεια της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ να φτάσει σε συμφωνία με την αστική τάξη της χώρας, μέσω της συγκυβέρνησης με ένα δημαγωγικό αστικό κόμμα.

Ταυτόχρονα απομακρύνει χιλιάδες ριζοσπαστικοποιημένους αριστερούς ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ από το ΚΚΕ, που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να τους προσεγγίσει. Για τον μέσο ψηφοφόρο του ΣΥΡΙΖΑ, αυτή τη στιγμή, το ΚΚΕ εμφανίζεται να «χτυπάει» την αριστερή κυβέρνηση όπως ακριβώς κάνουν και τα δεξιά αστικά κόμματα.

Μια διαφορετική τακτική εκτιμούμε ότι θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει την απήχηση του ΚΚΕ στους εργαζόμενους και το σημαντικότερο, να προωθήσει την ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης τους, κάνοντας τους να αντιληφθούν την αναγκαιότητα ενός επαναστατικού σοσιαλιστικού προγράμματος για την κατάργηση της λιτότητας και την αντιμετώπιση των καταστροφικών συνεπειών της καπιταλιστικής κρίσης. Μια τακτική δηλαδή που θα συνδύαζε την ψήφο ανοχής προς την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με την προγραμματική ανεξαρτησία του κόμματος. Αν δηλαδή το ΚΚΕ έδινε ψήφο εμπιστοσύνης με τον όρο της υλοποίησης των προγραμματικών δεσμεύσεων της κατάργησης των μνημονίων, της διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, της επαναφοράς των συλλογικών συμβάσεων και της ανόδου του κατώτατου μισθού και των άλλων θετικών μέτρων που υποστηρίζει και το ΚΚΕ, ακόμα και αν αμφισβητεί την δυνατότητα υλοποίησης τους μέσα στα πλαίσια της ΕΕ και του καπιταλισμού, και την ταυτόχρονη προειδοποίηση ότι θα άρει την υποστήριξη αν δεν υλοποιηθούν αυτά σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, θα έπειθε τους εργαζόμενους, ότι το ΚΚΕ είναι ο εγγυητής της αριστερής πορείας της κυβέρνησης.

Αν από την άλλη, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αρνούταν μια τέτοια στήριξη, το ΚΚΕ θα έβγαινε δικαιωμένο στα μάτια της εργατικής τάξης, ανεβάζοντας σημαντικά την επιρροή του. Αν τέλος η κυβέρνηση αυτή αποτύγχανε να αλλάξει ριζικά την κατάσταση λόγω της ανεπάρκειας του πολιτικού της προγράμματος και των εμποδίων της ΕΕ και των καπιταλιστικών νόμων της αγοράς, όπως σωστά προβλέπει το ΚΚΕ, τότε το κόμμα θα είχε επιτύχει να καταρρίψει πιο γρήγορα τις ρεφορμιστικές αυταπάτες των υποστηρικτών του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα από την δοκιμασία τους στην πράξη, χωρίς να χρεωθεί την απροθυμία του να «βοηθήσει». Έτσι θα έπειθε πολύ πιο γρήγορα για την ορθότητα του δικού του προγράμματος και για τις ειλικρινείς προθέσεις του, σε κάθε περίπτωση.

Πολλοί καλοπροαίρετοι υποστηρικτές του ΚΚΕ, θα αναρωτηθούν, πως είναι δυνατόν να στηρίξουμε τον ΣΥΡΙΖΑ να σχηματίσει κυβέρνηση εφόσον έχουμε τόσο σημαντικές προγραμματικές διαφωνίες μαζί του; Δεν θα χρεωθούμε έτσι την αποτυχία του; Η απάντηση στα εύλογα αυτά ερωτήματα είναι ότι σαφώς δεν προτείνουμε τη συμμετοχή του ΚΚΕ στην κυβέρνηση, εφόσον δεν υπάρχει προγραμματική συμφωνία, αλλά την υπό όρους στήριξη της για να υλοποιήσει τα θετικά μέτρα του προγράμματος, διατηρώντας αφενός την πλήρη πολιτική και προγραμματική ανεξαρτησία του ΚΚΕ και αφετέρου τη δυνατότητα να άρει την στήριξη αν η κυβέρνηση στραφεί προς τα δεξιά.

Η αποτυχία της κυβέρνησης δεν θα έπληττε και το ΚΚΕ; Απεναντίας, αν το ΚΚΕ προειδοποιούσε σε κάθε βήμα για την ανεπάρκεια του κυβερνητικού προγράμματος και πρότεινε το δικό του πρόγραμμα και τις δικές του πολιτικές θέσεις σαν εναλλακτική λύση, οι μάζες θα έβγαζαν γρήγορα συμπεράσματα μέσα από την εμπειρία τους και θα αναγνώριζαν στους κομμουνιστές ότι έχουν δίκιο, ότι το δικό τους πρόγραμμα είναι ανώτερο και θα τους έδιναν τη δυνατότητα σύντομα να το υλοποιήσουν στην πράξη.

«Αριστερισμός: η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού»

Ας δανειστούμε τα λόγια του Λένιν σε μια ανάλογη περίπτωση, όταν στην Αγγλία φαινόταν η δυνατότητα του Εργατικού Κόμματος (ενός ρεφορμιστικού κόμματος) να ανέλθει στην κυβέρνηση και συμβούλευε τους Άγγλους κομμουνιστές να διαμορφώσουν την τακτική τους απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο:

«Οι αριστεροί κομμουνιστές θεωρούν αναπόφευκτο το πέρασμα της εξουσίας στο Εργατικό Κόμμα και ομολογούν πως τώρα έχει με το μέρος του την πλειοψηφία των εργατών. Από δω βγάζουν το περίεργο εκείνο συμπέρασμα που η σ. Σίλβια Πάνκχερστ το διατυπώνει έτσι:

«Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν πρέπει να κλείνει συμβιβασμούς… Πρέπει να διατηρήσει τη θεωρία του καθαρή, την ανεξαρτησία του από το ρεφορμισμό άσπιλη. Η αποστολή του είναι να τραβά μπροστά, χωρίς να σταματά και χωρίς να ξεφεύγει από το δρόμο του, να τραβά ολόισια προς την κομμουνιστική επανάσταση».

Απεναντίας, από το γεγονός ότι η πλειοψηφία των εργατών στην Αγγλία ακολουθεί ακόμη τους άγγλους Κερένσκι ή τους Σάιντεμαν, από το ότι δεν έχει ακόμη πείρα από την κυβέρνηση αυτών των ανθρώπων, πείρα που χρειάστηκε και στη Ρωσία και στη Γερμανία για να περάσουν μαζικά οι εργάτες στον κομμουνισμό, απ’ αυτό βγαίνει αναμφισβήτητα πως οι άγγλοι κομμουνιστές πρέπει να πάρουν μέρος στον κοινοβουλευτικό αγώνα, πρέπει μέσα από το κοινοβούλιο να βοηθήσουν την εργατική μάζα να δει στην πράξη τα αποτελέσματα της κυβέρνησης των Χέντερσον και Σνόουντεν, πρέπει να βοηθήσουν τους Χέντερσον και Σνόουντεν να νικήσουν τους ενωμένους Λόιντ Τζορτζ και Τσόρτσιλ. Κάθε διαφορετική ενέργεια σημαίνει δυσκόλεμα της υπόθεσης της επανάστασης, γιατί χωρίς μια αλλαγή στις αντιλήψεις της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης η επανάσταση είναι ανέφικτη και η αλλαγή αυτή δημιουργείται από την πολιτική πείρα των μαζών και ποτέ με την προπαγάνδα και μόνο. «Εμπρός χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς να ξεφεύγουμε από το δρόμο» –όταν αυτό το λέει μια ολοφάνερα αδύνατη μειοψηφία εργατών, που ξέρει (η πάντως πρέπει να ξέρει) πως σε περίπτωση νίκης του Χέντερσον και του Σνόουντεν ενάντια στον Λόιντ Τζορτζ και τον Τσόρτσιλ η πλειοψηφία μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα θα απογοητευτεί από τους αρχηγούς της και θα περάσει στην υποστήριξη του κομμουνισμού (ή πάντως στην ουδετερότητα και κατά το μεγαλύτερο μέρος στην ευμενή ουδετερότητα απέναντι στους κομμουνιστές) –αυτό το σύνθημα είναι ολοφάνερα λαθεμένο. Είναι το ίδιο σαν να ρίχνονταν στη μάχη 10.000 στρατιώτες ενάντια σε 50.000 αντιπάλους, ενώ θα έπρεπε να «σταματήσουν», «να αλλάξουν δρόμο», ακόμη και να κλείσουν «συμβιβασμό», μόνο και μόνο για να περιμένουν να φτάσουν οι ενισχύσεις από 100.000 που δεν μπορούν να μπουν αμέσως στη μάχη. Αυτό είναι διανοουμενίστικη παιδαριωδία και όχι σοβαρή τακτική της επαναστατικής τάξης…

Αν δεν είμαστε επαναστατική ομάδα, αλλά Κόμμα της επαναστατικής τάξης, αν θέλουμε να τραβήξουμε μαζί μας τις μάζες (και χωρίς αυτό κινδυνεύουμε να μείνουμε απλώς φαφλατάδες), πρέπει, πρώτο, να βοηθήσουμε τον Χέντερσον ή τον Σνόουντεν να νικήσουν τον Λόιντ Τζορτζ και τον Τσόρτσιλ (μάλιστα πιο σωστά: να αναγκάσουμε τους πρώτους να νικήσουν τους δεύτερους, γιατί οι πρώτοι φοβούνται τη νίκη τους!)• δεύτερο, να βοηθήσουμε την πλειοψηφία της εργατικής τάξης να πειστεί με την πείρα της ότι έχουμε δίκιο, δηλ. ότι οι Χέντερσον και οι Σνόουντεν δεν αξίζουν τίποτε, ότι είναι από τη φύση τους μικροαστοί προδότες, ότι η χρεοκοπία τους είναι αναπόφευκτη• τρίτο, να φέρουμε πιο κοντά τη στιγμή που με βάση την απογοήτευση της πλειοψηφίας των εργατών από τους Χέντερσον θα μπορέσουμε με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας να ανατρέψουμε αμέσως την κυβέρνηση των Χέντερσον, που θα βολοδέρνει ακόμη πιο συγχυσμένα, αφού και ο ίδιος ο τόσο έξυπνος και τόσο σοβαρός, όχι μικροαστός, αλλά μεγαλοαστός, Λόιντ Τζορτζ δείχνει πλήρη σύγχυση και εξασθενεί τον εαυτό του (και όλη την αστική τάξη) όλο και περισσότερο, χθες με τις «προστριβές» του με τον Τσόρτσιλ και σήμερα με τις «προστριβές» του με τον Άσκουϊθ…» (Β. Ι. Λένιν: Ο «Αριστερισμός», Κεφάλαιο IX ,ο «αριστερός» κομμουνισμός στην Αγγλία)

Και ακόμα, ας δούμε τι έγραφε η απόφαση του 4ου συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς της εποχής του Λένιν σχετικά με την πιθανότητα για κυβερνήσεις σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων:

«Η εργατική κυβέρνηση: (ενδεχόμενα και η εργατοαγροτική κυβέρνηση) πρέπει παντού να μας χρησιμεύσει σαν γενικό προπαγανδιστικό σύνθημα. Αλλά σαν άμεσο πολιτικό σύνθημα, η εργατική κυβέρνηση αποκτάει σημασία στις χώρες όπου η κατάσταση της αστικής κοινωνίας είναι ιδιαίτερα πολύ λίγο ασφαλής, και όπου ο συσχετισμός των δυνάμεων μεταξύ των εργατικών κομμάτων και της μπουρζουαζίας θέτει στην ημερήσια διάταξη τη λύση της εργατικής κυβέρνησης σαν πολιτική ανάγκη.

Σ’ αυτές τις χώρες το σύνθημα της «εργατικής κυβέρνησης» αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια όλης της τακτικής του ενιαίου μετώπου.

Τα κόμματα της 2ης Διεθνούς σ’ αυτές τις χώρες προσπαθούν να «σώσουν» την κατάσταση υποστηρίζοντας και πραγματοποιώντας τη συμμαχία των αστών με τους σοσιαλδημοκράτες. Οι πιο πρόσφατες προσπάθειες που έγιναν από ορισμένα κόμματα της 2ης Διεθνούς (π.χ. στη Γερμανία), που αρνήθηκαν την ανοιχτή συμμετοχή τους σε μια τέτοια κοινή κυβέρνηση, για να πραγματοποιήσουν σύγχρονα το συνασπισμό τους με τους αστούς με μασκαρεμένη μορφή, είναι απλώς μια μανούβρα που αποβλέπει να καθησυχάσει τις μάζες οι οποίες διαμαρτύρονται εναντίον τέτοιων συνασπισμών, και μια ραφιναρισμένη εξαπάτηση των εργατικών μαζών. Στη φανερή ή μασκαρεμένη συμμαχία της αστικής τάξης με την σοσιαλδημοκρατία, οι κομουνιστές αντιτάσσουν το ενιαίο μέτωπο όλων των εργατών και τον πολιτικό και οικονομικό συνασπισμό όλων των εργατικών κομμάτων εναντίον της μπουρζουαζίας για την οριστική ανατροπή της. Στον κοινό αγώνα όλων των εργατικών κομμάτων εναντίον της μπουρζουαζίας, όλος ο κρατικός μηχανισμός πρέπει να περάσει στα χέρια της εργατικής κυβέρνησης και οι θέσεις της εργατικής κυβέρνησης να ενισχυθούν.» (Απόσπασμα από τις θέσεις του 4ου συνεδρίου της ΚΔ)

Φυσικά ξέρουμε εκ των προτέρων, τι θα απαντήσει (όπως έχει πολλές φορές κάνει) η ηγεσία του ΚΚΕ, απέναντι στην αναφορά μας στα κείμενα του Λένιν και την ΚΔ, ότι δηλαδή, μιλάνε για «τελείως διαφορετικές συνθήκες», σε «τελείως διαφορετικές εποχές». Το επιχείρημα αυτό, όμως, δεν αποτελεί παρά υπεκφυγή, όσο οι σύντροφοι δεν μπαίνουν στον κόπο να μας εξηγήσουν σε τι συνίσταται αυτή η διαφορά που κάνει ανεπίκαιρα τα συνθήματα και την τακτική του Ενιαίου Μετώπου και της Εργατικής Κυβέρνησης. Εμείς επιμένουμε ότι οι ομοιότητες που επιβάλλουν μια ανάλογη τακτική είναι πολύ περισσότερες από τις διαφορές και συγκεκριμένα, έχουμε επίθεση από την πλευρά του κεφαλαίου και την ανάγκη των μαζών να την αντιμετωπίσουν, έχουμε τους κομμουνιστές μειοψηφία μέσα στην εργατική τάξη και ισχυρή επιρροή ενός ρεφορμιστικού κόμματος πάνω σε αυτήν, και τη δυνατότητα, όπως φάνηκε από τις εκλογές να σχηματιστεί μια κυβέρνηση συνασπισμού των εργατικών κομμάτων.

Το εκλογικό αποτέλεσμα ανέδειξε τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ που θεωρητικά, θα μπορούσε να εξελιχθεί είτε σε μια ψευδεπίγραφη αριστερή κυβέρνηση, είτε σε μια φιλολαϊκή αριστερή κυβέρνηση που θα αποτύχει να εφαρμόσει το πρόγραμμα της, υλοποιήθηκε τελικά σαν μια κυβέρνηση ταξικής συνεργασίας, (δηλαδή συγκυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με αστικά κόμματα- όπως οι ΑΝΕΛ) και θα μπορούσε με μια διαφορετική τακτική και στάση του ΚΚΕ να είναι μια εργατική κυβέρνηση με τη συμμετοχή ή την στήριξη των κομμουνιστών. Στο ενδεχόμενο να υλοποιηθεί (όπως και έγινε) ένα από τα πρώτα τρία σενάρια και όχι το τελευταίο, προφανώς και δεν είναι καθόλου άμοιρη ευθυνών η ηγεσία του ΚΚΕ.

Ποια θα πρέπει να είναι σήμερα με δεδομένες τις εξελίξεις η στάση του ΚΚΕ; Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, παρά το δεδομένο της συμμετοχής των τελευταίων που κατά τη γνώμη μας αποτελούν εμπόδιο για την απρόσκοπτη αριστερή πορεία της κυβέρνησης και δυνητικά πράκτορες του κεφαλαίου μέσα σε αυτήν, έχει εξαγγείλει μια σειρά από αριστερά φιλολαϊκά μέτρα, που έχουν ενθουσιάσει τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, έχουν δημιουργήσει προσδοκίες και κλίμα υποστήριξης στα φτωχά λαϊκά στρώματα και έχουν γεμίσει ανησυχία τους Έλληνες και Ευρωπαίους καπιταλιστές. Αυτές τις μέρες σίγουρα αρκετοί υποστηρικτές και μέλη του ΚΚΕ θα αναρωτιούνται δικαίως, αν είναι σωστή η πολιτική της ηγεσίας τους, απέναντι στη νέα κυβέρνηση. Δεν είναι αργά για το ΚΚΕ να παρέμβει αποφασιστικά στις εξελίξεις. Αυτό που κατά τη γνώμη μας, θα έπρεπε να κάνει η ηγεσία του κόμματος, είναι να ζητήσει δημόσια μια συνάντηση με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, να διαβεβαιώσει για την πρόθεση της να στηρίξει κοινοβουλευτικά τα θετικά αυτά μέτρα και να δώσει ψήφο «ανοχής» στην κυβέρνηση αν αυτή αποτελείται μόνο από τον ΣΥΡΙΖΑ και να την καλέσει να λάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τις προγραμματικές της δηλώσεις, ακυρώνοντας τη συμφωνία με τους ΑΝΕΛ, διατηρώντας ταυτόχρονα την δυνατότητα να αποτελεί αντιπολίτευση σε όλα τα ζητήματα που υπάρχει διαφωνία και την άρνηση της να συνεχίσει να στηρίζει αν δεν τηρηθούν οι δεσμεύσεις ή αν η κυβέρνηση φέρει προς ψήφιση αντιλαϊκά μέτρα.

Μια τέτοια στάση θα ενθουσίαζε τους εργαζόμενους, θα έβγαζε πολλούς αγωνιστές του ΣΥΡΙΖΑ από τη δύσκολη θέση να ανέχονται τη συμφωνία με τους ΑΝΕΛ, που έχει ελάχιστη απήχηση στην βάση του ΣΥΡΙΖΑ και θα άνοιγε τα αυτιά πολλών ψηφοφόρων και μελών του ΣΥΡΙΖΑ για το πρόγραμμα και τις ιδέες του ΚΚΕ, που σαν κομμουνιστές- μέλη του ΣΥΡΙΖΑ αναγνωρίζουμε την ανωτερότητα τους απέναντι στις σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες της ηγεσίας μας. Από την άλλη πλευρά, οφείλουμε να προειδοποιήσουμε, πως ενδεχόμενη αποτυχία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, δεν θα πείσει το μεγαλύτερο μέρος των μαζών για την ορθότητα της στάσης του ΚΚΕ, όπως ίσως αρκετοί σύντροφοι φαντάζονται, αλλά θα τις σπρώξει απογοητευμένες στην αγκαλιά της συνασπισμένης αντίδρασης ή στην παθητική ανοχή της και θα απομακρύνει το ενδεχόμενο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού αντί να το φέρει πιο κοντά. Η ενδεχόμενη ήττα θα είναι ήττα για το σύνολο της εργατικής τάξης και της Αριστεράς. Τα καθήκοντα είναι ιστορικά για τους κομμουνιστές, όπου και αν βρίσκονται και τους καλούμε να δώσουμε μαζί αυτή την μάχη.

Παναγιώτης Κολοβός – Μέλος ΟΜ ΣΥΡΙΖΑ Δικηγόρων