Μπολσεβικισμός

Σε ολόκληρη την ογκώδη ιστορία του κινήματος της παγκόσμιας εργατικής τάξης, είναι αδύνατο να βρεθεί μια Ιστορία τόσο πλούσια και ποικίλη, όπως αυτή του Μπολσεβίκικου Κόμματος πριν από το 1917. Μια Ιστορία που διήρκεσε τρεις δεκαετίες και περιλάμβανε όλα τα στάδια της ανάπτυξης, από έναν μικρό κύκλο σ’ ένα μαζικό κόμμα, περνώντας όλα τα στάδια της νόμιμης και της παράνομης πάλης, τρεις επαναστάσεις, δύο πολέμους, την αντιμετώπιση ενός ευρέως φάσματος θεωρητικών προβλημάτων, όχι μόνο στα χαρτιά, αλλά στην πράξη: ατομική τρομοκρατία, εθνικό ζήτημα, το αγροτικό ζήτημα, ο ιμπεριαλισμός και το κράτος. Και θα ήταν επίσης αδύνατο να βρεθεί οπουδήποτε αλλού ένας τόσο μεγάλος και πλούσιος θησαυρός μαρξιστικής βιβλιογραφίας που αφορά όλη την κλίμακα των προβλημάτων, από το Α έως το Ω , με τέτοια εκπληκτική εμβρίθεια, στα γραπτά των δύο μεγαλύτερων επαναστατών του 20ου αιώνα, του Βλαντιμίρ Ιλιτς Λένιν και του Λέον Νταβίντοβιτς Τρότσκι.

Ωστόσο, ο σύγχρονος αναγνώστης που επιθυμεί να εξοικειωθεί με το υλικό αυτό, θα έρθει αντιμέτωπος με ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα. Σχεδόν όλη η βιβλιογραφία για την Ιστορία του Μπολσεβικισμού έχει γραφτεί από σκληρούς εχθρούς του Μπολσεβικισμού. Με πολύ λίγες άξιες εξαιρέσεις, όπως το έργο που έγινε από τους γάλλους μαρξιστές ιστορικούς Πιέρ Μπρουέ και Μαρσέλ Λίμπμαν, είναι αδύνατο να βρεθεί μια Ιστορία του Μπολσεβίκικου Κόμματος που να αξίζει τον κόπο της ανάγνωσης. Αλλά το θέμα των Μπρουέ και Λίμπμαν είναι κάπως διαφορετικό από εκείνο της παρούσας εργασίας και ενώ τα έργα τους μπορεί να συνιστώνται για ανάγνωση, ασχολούνται μόνο εν μέρει με το θέμα που μας απασχολεί εδώ, δηλαδή με το πώς οι Μπολσεβίκοι προετοιμάστηκαν για το έργο της κατάκτησης της εξουσίας το 1917.

Σχετικά με την παρούσα εργασία

Η παρούσα εργασία είναι γραμμένη από έναν μαρξιστή που έχει αφιερώσει το σύνολο της ενήλικης ζωής του στο να αγωνίζεται για τις ιδέες των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Τρότσκι. Το να δηλώνω με αυτόν τον τρόπο το είδος του ενδιαφέροντός μου, δεν το θεωρώ ως μειονέκτημα, αλλά το αντίθετο. Δεν θεωρώ την Ιστορία του Μπολσεβικισμού ως ένα απλώς ενδιαφέρον θεωρητικό θέμα, αλλά ως κάτι ζωντανό και σχετικό με το σήμερα.

Η γνωριμία μου με την ιστορία του Μπολσεβικισμού δεν περιορίζεται στη γνώση μέσω των βιβλίων. Σαράντα χρόνια ενεργής συμμετοχής στο Μαρξιστικό κίνημα παρέχουν σε κάποιον πολλές γνώσεις, οι οποίες δεν είναι διαθέσιμες σε ένα συγγραφέα του οποίου το ενδιαφέρον είναι απλώς ακαδημαϊκό.

Ο Καρλ Κάουτσκι, στις ημέρες που ήταν ακόμα μαρξιστής, έγραψε ένα βιβλίο που πρέπει σίγουρα να είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα της μεθόδου του ιστορικού υλισμού, με τίτλο «Η Καταγωγή του Χριστιανισμού». Σε αυτό το βιβλίο περιγράφει το πρώιμο χριστιανικό κίνημα με έναν τρόπο που ήταν δυνατός μόνο για κάποιον που είχε από «πρώτο χέρι» γνώση της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στις ηρωικές πρώτες μέρες της, όταν αγωνιζόταν σε σκληρές συνθήκες παρανομίας κατά του «αντι-σοσιαλιστικού» νόμου στη Γερμανία. Είναι αλήθεια ότι το κοινωνικό περιεχόμενο των δύο κινημάτων ήταν ριζικά διαφορετικό, όπως ήταν και η ιστορική στιγμή κατά την οποία αναπτύχθηκαν. Ωστόσο, οι ομοιότητες μεταξύ αυτών των επαναστατικών κινημάτων των απόκληρων ενάντια στο κράτος των πλουσίων και ισχυρών είναι εξίσου εντυπωσιακές, όπως και οι διαφορές.

Πολλές από τις καταστάσεις που αντιμετώπισαν οι πρωτοπόροι του ρωσικού Μαρξισμού είναι πολύ γνωστές σε μένα από προσωπική εμπειρία. Όχι μόνο από τον αγώνα για τις ιδέες του Μαρξισμού στο κίνημα της Βρετανικής εργατικής τάξης, αλλά από την εμπειρία του επαναστατικού κινήματος στη Γαλλία το 1968, στην Πορτογαλία το 1975, στην Ισπανία κατά τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας του Φράνκο και από το παράνομο κίνημα εναντίον της δικτατορίας του Πινοσέτ στη Χιλή. Όλα αυτά μου έδωσαν άφθονες ευκαιρίες για να παρακολουθήσω από πρώτο χέρι ακριβώς το είδος των καταστάσεων που αντιμετώπιζαν οι Μπολσεβίκοι στη μεγάλη μάχη τους εναντίον του τσαρικού καθεστώτος.

Επιπλέον, είχα προσωπική εμπειρία για πολλά χρόνια από τη δουλειά των επαναστατών στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, στη Λατινική Αμερική και την Ασία, ιδιαίτερα στο Πακιστάν, το οποίο παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά μιας ημι-φεουδαρχικής κοινωνίας εντυπωσιακά όμοιας με την τσαρική Ρωσία. Επιπλέον, πριν από τριάντα χρόνια ως φοιτητής στην ΕΣΣΔ συγκέντρωσα πολύ υλικό που χρησιμοποίησα για να γράψω αυτό το βιβλίο. Μπόρεσα να συναντηθώ και να μιλήσω με ανθρώπους που είχαν συμμετάσχει στο κόμμα των Μπολσεβίκων, συμπεριλαμβανομένων, δύο ηλικιωμένων κυριών που είχαν εργαστεί ως γραμματείς για τον Λένιν στο Κρεμλίνο, μετά την επανάσταση. Πιστεύω ότι αυτές οι εμπειρίες μου έδωσαν τη γνώση για την πραγματική φύση του Μπολσεβικισμού.

Τέλος, οφείλω πολλά στον Τεντ Γκραντ, το σύντροφο, φίλο και δάσκαλο μου για τα τελευταία σαράντα χρόνια. Θεωρώ τον Τεντ, όχι μόνο τον μεγαλύτερο ερμηνευτή του μαρξισμού, αλλά και τον άνθρωπο που προσωποποιεί τη σύνδεση με τις μεγάλες επαναστατικές παραδόσεις του παρελθόντος: την Αριστερή Αντιπολίτευση και το ίδιο το Μπολσεβίκικο Κόμμα. Χάρις στο έργο του κατά τα τελευταία εξήντα χρόνια, οι ιδέες του Λένιν και του Τρότσκι – των θεωρητικών και πρακτικών ηγετών του Οκτώβρη – έχουν διατηρηθεί στη ζωή και αναπτυχθεί.

Η παρούσα εργασία, έχει ως σκοπό να συνοδεύσει το έργο «Ρωσία: Από την επανάσταση στην αντεπανάσταση», στο οποίο ο Τεντ ανιχνεύει τις διεργασίες που έλαβαν χώρα στη Ρωσία μετά την Οκτωβριανή επανάσταση. Πιστεύω ότι και τα δύο βιβλία παρέχουν μια πλήρη εξιστόρηση και ανάλυση του Μπολσεβικισμού και της Ρωσικής επανάστασης, από τις απαρχές τους μέχρι σήμερα.

Γνωρίζω ότι δεν είναι συνήθεια των ακαδημαϊκών ιστορικών του Μπολσεβικισμού να «δηλώνουν την αιτία του ενδιαφέροντός τους», όπως εγώ έχω κάνει εδώ. Αυτό είναι λυπηρό, δεδομένου ότι η συντριπτική πλειοψηφία τους, παρά την επιφανειακή «στρώση» αμεροληψίας, στην πραγματικότητα, έχουν ως κίνητρο σαφώς την προκατάληψη ή ακόμα και την απερίφραστη εχθρότητα προς τον Μπολσεβικισμό και την επανάσταση γενικότερα. Επιπλέον, η δέσμευση σε μια συγκεκριμένη άποψη, σε καμία περίπτωση δεν αποκλείει την αντικειμενικότητα. Ο χειρουργός μπορεί να ασχολείται παθιασμένα με τη διάσωση της ζωής του ασθενούς του, αλλά γι ‘αυτόν ακριβώς τον λόγο, είναι σε θέση να διακρίνει με μεγάλη φροντίδα τα διάφορα τμήματα του οργανισμού.

Έχω λοιπόν, προσπαθήσει να ασχοληθώ αντικειμενικά με το υπό εξέταση θέμα. Δεδομένου ότι ο σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να μπορέσει η νέα γενιά να μάθει όλα τα διδάγματα από την ιστορική εμπειρία του Μπολσεβικισμού, το να αποσιωπήσει κανείς τα προβλήματα, τις δυσκολίες και τα λάθη, θα είναι τόσο ηλίθιο όσο και αντιπαραγωγικό. Όταν ο Όλιβερ Κρόμγουελ παρήγγειλε το πορτρέτο του, ο ίδιος προειδοποίησε αυστηρά τον καλλιτέχνη: «Ζωγράφισέ με όπως είμαι, με όλα τα σπυριά!». Το ίδιο ειλικρινής στάση, το ίδιο ειλικρινής ρεαλισμός χαρακτήριζε πάντα τη σκέψη του Λένιν και του Τρότσκι. Όταν έκαναν λάθη, δεν μασούσαν τα λόγια τους.

Μετά την επανάσταση, ο Λένιν είπε κάποια στιγμή ότι είχαν διαπράξει «πολλές ανοησίες». Αυτό απέχει πολύ από τις ιστορίες των σταλινικών, που παρουσιάζουν μια εσφαλμένη εικόνα του Μπολσεβίκικου Κόμματος, ως το κόμμα που είχε πάντα δίκιο και δεν έκανε ποτέ λάθος. Η παρούσα εργασία περιγράφει την ισχυρή πλευρά του Μπολσεβικισμού, αλλά δεν κρύβει τα προβλήματα. Αν γινόταν αυτό θα ήταν μια σοβαρή ζημιά στην υπόθεση του Λενινισμού, όχι για το παρελθόν, αλλά για το παρόν και το μέλλον. Για να μπορέσει η νέα γενιά να διδαχθεί από την Ιστορία του Μπολσεβικισμού είναι απαραίτητο να τον ζωγραφίσει όπως ήταν, «με όλα τα σπυριά».

Έχω χρησιμοποιήσει εσκεμμένα μη Μπολσεβίκικες πηγές, όσο το δυνατόν περισσότερο, ιδιαίτερα τους Μενσεβίκους συγγραφείς Νταν, Άξελροντ και Μάρτωφ, καθώς επίσης και τον οικονομολόγο Ακίμωφ. Τουλάχιστον ορισμένοι αστοί συγγραφείς, ενώ είναι επικριτικοί απέναντι στο Μπολσεβικισμό, έκαναν τον κόπο να αναφέρουν πολύ σχετικό υλικό. Βιβλία σαν το έργο του Ντέηβιντ Λέιν για την πρώιμη Ιστορία της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας ή του Ρόμπερτ Μακ Κην με τίτλο «Η Αγία Πετρούπολη μεταξύ των Επαναστάσεων», περιέχουν πλούσιο υλικό, που δεν μπορεί να βρεθεί εύκολα αλλού. Το βιβλίο του Μακ Κην αποτελεί αναμφίβολα αντίδοτο στην υπερβολική εντύπωση δύναμης που έχει δοθεί για τους Μπολσεβίκους για την περίοδο πριν από το 1917 και θα ήταν πολύ πιο πολύτιμο, αν ο συγγραφέας δεν είχε παρασυρθεί από την εχθρότητα του για τον Μπολσεβικισμό. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους είναι κατά πολύ χειρότεροι.

Έχοντας μελετήσει αυτό το υλικό για περισσότερα από τριάντα χρόνια, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα είναι το εξής: η καλύτερη πηγή για την εκ νέου ανακάλυψη της ιστορίας του Μπολσεβικισμού είναι τα γραπτά του Λένιν και του Τρότσκι. Είναι ένα ανεξάντλητο θησαυροφυλάκιο πληροφοριών και ιδεών, οι οποίες, στο σύνολό τους, συνθέτουν ένα λεπτομερές ιστορικό της Ρωσίας και του κόσμου για όλη την υπό εξέταση περίοδο. Το πρόβλημα είναι ότι πρόκειται για μια τεράστια ποσότητα υλικού – 45 τόμοι μόνο το έργο του Λένιν στην αγγλική γλώσσα και περίπου άλλοι 10 στα ρωσικά.

Ο Τρότσκι έγραψε πιθανώς ακόμα περισσότερα, αλλά η δημοσίευση των έργων του είναι πιο διάσπαρτη. Η λαμπρή αυτοβιογραφία του «Η ζωή μου», η μνημειώδης «Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης» και το υποτιμημένο τελευταίο αριστούργημα του «Στάλιν», παρέχουν πλούσιο υλικό για την Ιστορία του Μπολσεβικισμού. Το πρόβλημα είναι ότι ο επίδοξος μελετητής του Μπολσεβικισμού που θα επιχειρήσει να διαβάσει όλο αυτό το υλικό, θα χρειαζόταν τεράστιο χρόνο για να το πράξει. Ως εκ τούτου, έχω συμπεριλάβει σκόπιμα ένα μεγάλο αριθμό αρκετά εκτεταμένων αποσπασμάτων από αυτές τις πηγές, αν και αυτό έχει κάνει το κείμενο πιο μεγάλο και πιο περίπλοκο. Παρά αυτά τα προβλήματα, κρίθηκε απαραίτητο αυτό για μένα, για δύο λόγους: 1) προκειμένου να αποφευχθεί οποιοσδήποτε υπαινιγμός ανακρίβειας στην παράθεση και 2) για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη ώστε να έρθει σε επαφή με τα πρωτότυπα. Γιατί σε τελική ανάλυση, δεν μπορεί να υπάρξει κανένα υποκατάστατο της μελέτης των ίδιων των έργων των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Τρότσκι.

Χωρίς το Μπολσεβίκικο Κόμμα, χωρίς την καθοδήγηση του Λένιν και του Τρότσκι, οι Ρώσοι εργάτες, παρά τον ηρωισμό τους, ποτέ δεν θα είχαν κατακτήσει την εξουσία το 1917. Αυτό είναι το κεντρικό δίδαγμα της παρούσας εργασίας. Εάν εξετάσει κανείς την ιστορία του διεθνούς εργατικού κινήματος, βλέπει μια ολόκληρη σειρά αιματηρών και τραγικών ήττων. Εδώ, για πρώτη φορά, αν εξαιρέσουμε το σύντομο αλλά ηρωικό επεισόδιο της Κομμούνας του Παρισιού, η εργατική τάξη κατάφερε να ανατρέψει τους δυνάστες της και να αρχίσει το έργο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Όπως είπε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, «μόνο αυτοί τόλμησαν». Και τα κατάφεραν άψογα. Αυτό είναι το «έγκλημα» για το οποίο η αστική τάξη και οι πληρωμένοι απολογητές της δεν μπορούν ποτέ να συγχωρήσουν τους Μπολσεβίκους.

Μέχρι σήμερα, η άρχουσα τάξη ζει με το θανάσιμο φόβο της επανάστασης και αφιερώνει ένα καθόλου μικρό ποσό πόρων για την καταπολέμησή της. Στο πλαίσιο αυτό, το έργο τους έχει διευκολυνθεί σε μεγάλο βαθμό από τα εγκλήματα του ρώσικου σταλινισμού. Η προδοσία των ιδεών του Λένιν από τη σταλινική γραφειοκρατία στη Ρωσία οδήγησε τελικά στη λογική της κατάληξη, στη μεγαλύτερη προδοσία σε ολόκληρη την Ιστορία του εργατικού κινήματος, την καταστροφή της ΕΣΣΔ και την προσπάθεια της κυβερνώσας γραφειοκρατικής κάστας να κινηθεί προς την κατεύθυνση του καπιταλισμού.

Τώρα, 80 χρόνια μετά την επανάσταση (σημ.αρχ/κτη: έχει γραφτεί το 1999 στην πρώτη βρετανική έκδοση), όλες οι κατακτήσεις του Οκτώβρη καταστρέφονται και αντικαθίστανται από τη βαρβαρότητα της «ελεύθερης αγοράς». Αλλά ποτέ δεν είναι αρκετό για την άρχουσα τάξη το να ανατρέψει μια επανάσταση. Πρέπει να εξαλείψει τη μνήμη της, να την καλύψει με λάσπη και τα ψέματα. Για να ολοκληρώσει αυτόν τον άθλο, χρειάζονται τις υπηρεσίες των πιστών ακαδημαϊκών, οι οποίοι είναι πρόθυμοι να θέσουν τους εαυτούς τους στην υπηρεσία της διατήρησης της «ελεύθερης οικονομίας της αγοράς» (διάβαζε: «της κυριαρχίας των μεγάλων τραπεζών και των μονοπωλίων»). Αυτό εξηγεί το τυφλό μίσος κατά του Λένιν και του Τρότσκι που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τα γραπτά όλων των αστών ιστορικών της Ρωσικής επανάστασης, που κρύβεται δύσκολα πίσω από μια μάσκα ψευδούς αμεροληψίας.

 

Κοινοποιήστε