Ανεπάρκεια τροφίμων, ΗΠΑ, καπιταλιστική αγορά, οικονομία της αγοράς

Εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού, εκατομμύρια άνθρωποι προσπάθησαν να προετοιμαστούν για την κοινωνική απομόνωση όπως και σε μια περίπτωση χιονοθύελλας – με το να συγκεντρώσουν όχι μόνο χαρτί υγείας και απολυμαντικά, αλλά και βασικά τρόφιμα όπως γάλα, αυγά, αλεύρι και όσπρια. Τα σούπερ μάρκετ σε ολόκληρη την χώρα, δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν σε αυτή την ξαφνική αύξηση της ζήτησης. Όχι απλώς ράφια, αλλά ολόκληρα καταστήματα άδειασαν, έτσι ώστε να χρειάζεται να καθιερωθούν κανόνες περί «ενός προϊόντος ανά πελάτη» σε συγκεκριμένα προϊόντα και αναρτήθηκαν επίσης ανακοινώσεις, που περιέγραφαν ποια προϊόντα έχουν πλέον εξαντληθεί. Όπως έχουμε προαναφέρει σε προηγούμενο άρθρο, οι καπιταλιστές δεν μπορούν να διατηρήσουν την επάρκεια στις αλυσίδες εφοδιασμού, σε κρίσεις όπως αυτή.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης καθησύχασαν γρήγορα το κοινό, λέγοντας ότι δεν υπάρχει έλλειψη τροφίμων στην Αμερική. Η Αμερική είναι άλλωστε ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός γεωργικών προϊόντων στον κόσμο. Ωστόσο, οι τράπεζες τροφίμων (σ.τ.μ: φιλανθρωπικές οργανώσεις στις ΗΠΑ που παρέχουν δωρεάν τρόφιμα σε άπορους) δεν μπορούν να συμβαδίσουν με την αύξηση της ζήτησης, λόγω της δραματικής εκτόξευσης της ανεργίας και αρκετές έχουν κλείσει τελείως.

Την ίδια στιγμή, «εκατοντάδες τόνοι» φαγητού πετιούνται, θάβονται και καίγονται σύμφωνα με την New York Times. Ειδικότερα, φρέσκα φρούτα, γαλακτοκομικά και πουλερικά έχουν καταστραφεί σε αρκετά μεγάλες ποσότητες, σε σημείο που έχει σημάνει συναγερμό. Με τα σχολεία και πολλά εστιατόρια να είναι πλέον κλειστά, οι προμηθευτές τους μένουν χωρίς αυτήν την «πελατεία». Αυτοί οι προμηθευτές προτίμησαν να καταστρέψουν τρόφιμα, καθώς δεν μπορούσαν να βγάλουν κέρδος από αυτά, αντί να τα διανείμουν εκεί που χρειάζονται. Η ζήτηση τροφίμων από τις επιχειρήσεις εστίασης έχει μειωθεί, ενώ αντίθετα έχει αυξηθεί η ζήτηση από τα νοικοκυριά και μαζί με αυτήν έχουν αυξηθεί και οι τιμές. Όπως πάντα, το αποτέλεσμα μέσα σε συνθήκες «ελεύθερης αγοράς» είναι η σπατάλη και το απόλυτο χάος.

Η αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων για τα εστιατόρια και τον τουρισμό είναι σε μεγάλο βαθμό διαχωρισμένη από αυτή για οικιακή κατανάλωση. Στην πρώτη περίπτωση, τα τρόφιμα για τα εστιατόρια και τα σχολεία συσκευάζονται πιο μαζικά και αποτελούνται από λιγότερο «επεξεργασμένα», πιο φρέσκα συστατικά. Η βιομηχανία τροφίμων για την οικιακή κατανάλωση από την άλλη πλευρά, κυριαρχείται από επεξεργασμένα ή μερικώς επεξεργασμένα τρόφιμα και προ-μαγειρεμένα γεύματα σε ατομικές συσκευασίες, με τα οποία τρέφεται η συντριπτική πλειοψηφία των καταναλωτών σούπερ μάρκετ: το ταλαιπωρημένο απ’ την υπερεργασία προλεταριάτο.

Οι νοσοκόμες που δουλεύουν διπλές βάρδιες, οι μητέρες μονογονεϊκών οικογενειών που κερδίζουν ίσα-ίσα το ψωμί τους και δεν μπορούν να υποστηρίξουν οικονομικά τη φύλαξη των παιδιών τους, οι υπάλληλα που κάνουν απογευματινά μαθήματα – όλοι όσοι δεν έχουν μέσα στη μέρα τους το χρόνο ή την ενέργεια για να ετοιμάσουν φρέσκα υγιεινά γεύματα, δεν έχουν και πολλές επιλογές. Έτσι, η ζήτηση φρέσκων προϊόντων έχει μειωθεί και ένα μεγάλο μέρος της συγκομιδής εκτρέπεται από τη γραμμή παραγωγής φρέσκων σε εκείνη των κατεψυγμένων τροφίμων. Με την απουσία ενός ορθολογικού σχεδίου, αυτή είναι μια κάθε άλλο παρά ομαλή μετάβαση.

Ως αποτέλεσμα, πετιούνται κατ’ εξακολούθηση τόνοι τροφίμων, αφού δεν μπορούν να πουληθούν με κέρδος. Η New York Times ανέφερε ότι μια και μόνη φάρμα πέταξε 31.000 λίβρες γάλα, ή περίπου 3.600 γαλόνια (σ.τ.ε: βρετανικές – αμερικανικές μονάδες μέτρησης μάζας και όγκου αντίστοιχα), σε μια λίμνη. Όμως ακόμα και πριν τον κορωνοϊό, κάθε μέρα στις ΗΠΑ πετάγονταν περίπου 150.000 γαλόνια γάλα – όλα αυτά, για να διατηρηθούν οι τιμές ψηλά.

Παράλληλα, πριν απ’ την πανδημία, μέσα στο 2018, το 11% των νοικοκυριών δήλωσαν ότι ένιωθαν ανασφάλεια για τη δυνατότητα τους να αγοράσουν τρόφιμα, και 23,5 εκατομμύρια άνθρωποι ζούν σε «διατροφικές ερήμους», δηλαδή ζουν τουλάχιστον 10 μίλια μακριά από το κοντινότερο σούπερ μάρκετ. Αυτές οι οικογένειες τώρα αντιμετωπίζουν ακόμα μεγαλύτερες δυσκολίες, με τις τράπεζες τροφίμων ανέτοιμες και τα κοντινά εστιατόρια κλειστά. Εκατομμύρια άνθρωποι, συμπεριλαμβανόμενων εκατομμυρίων παιδιών, είναι αντιμέτωποι κυριολεκτικά με την πείνα μέσα στην πιο πλούσια χώρα του κόσμου.

Τα προβλήματα της κατασπατάλησης και συγχρόνως της έλλειψης τροφίμων, οι αντιθέσεις της υπερπαραγωγής και της πείνας, ήταν γνωστά, πολύ πριν κάνει την εμφάνισή του ο κορωνοϊός. Όμως, η κρίση επιδεινώθηκε βαθιά, από τη στιγμή που ξέσπασε η πανδημία. Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, που γράφτηκε πάνω από 170 χρόνια πριν, εντοπίζουμε τα εξής προφητικά λόγια:

«Στις κρίσεις ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη προηγούμενη εποχή θα φαινόταν σαν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγωγής. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται πάλι πίσω σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. Θα ‘λεγε κανείς ότι ένας λιμός, ένας γενικός καταστροφικός πόλεμος, της έκοψε όλα τα μέσα ύπαρξης. Η βιομηχανία, το εμπόριο φαίνονται εκμηδενισμένα. Και γιατί; Επειδή η κοινωνία έχει πάρα πολύ πολιτισμό, πάρα πολλά μέσα ύπαρξης, πάρα πολλή βιομηχανία, πάρα πολύ εμπόριο».

Η εργατική τάξη, που αποτελεί τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, δεν μπορεί ποτέ να αγοράσει όλα αυτά που η ίδια παράγει. Αυτή είναι και η θεμελιώδης αντίφαση του καπιταλισμού. Οι εργάτες πουλάνε την ικανότητα τους να εργάζονται, για λιγότερα απ’ την αξία των εμπορευμάτων που παράγουν. Η διαφορά μεταξύ των δυο είναι η υπεραξία – η μόνη και μοναδική πηγή κάθε καπιταλιστικού κέρδους.

Επιπρόσθετα, τα εργοστάσια συσκευασίας κρεάτων, έχουν μετατραπεί σε εστίες εξάπλωσης του ιού, καθώς οι χαμηλόμισθοι εργάτες στην παραγωγή τροφίμων συνωστίζονται δίπλα-δίπλα, χωρίς επαρκή μέσα ατομικής προστασίας για να παραμείνουν υγιείς. Δεν μπορούν να απομονωθούν στο σπίτια τους καθώς εργάζονται σε έναν κοινωνικά αναγκαίο τομέα της παραγωγής και στοιβάζονται με εκατοντάδες άλλους, σε μη αποστειρωμένους χώρους εργασίας. Για να κρατηθεί ψηλά η παραγωγή, τα εργοστάσια αυτά δεν ενημέρωσαν τους υπαλλήλους τους για γνωστά κρούσματα κορωνοϊού στο χώρο εργασίας και πολλά από αυτά έκλεισαν μόνο αφού υπήρξε εκτόξευση των κρουσμάτων στο προσωπικό. Πολλοί από αυτούς τους εργάτες είναι μετανάστες και δεν θα έχουν πρόσβαση σε διαγνωστικό έλεγχο. Επομένως, για να θρέψουν και να προστατέψουν τις οικογένειές τους, θα πρέπει να συνεχίζουν να εκτίθενται στον ιό και πιθανά να τον μεταδίδουν. Το γεγονός αυτό, οδήγησε τους εργάτες να εξάγουν το ακόλουθο συμπέρασμα: «Δεν ενδιαφέρονται (οι εργοδότες) για τους υπαλλήλους τους, ενδιαφέρονται μόνο για το χρήμα τους».

O κορωνοϊός χτυπά επίσης σκληρά τους μικροϊδιοκτήτες εστιατορίων και καλλιεργειών, απειλώντας τα μέσα επιβίωσης των ίδιων καθώς και εκείνων που απασχολούν. Στις αγροτικές καλλιέργειες που επλήγησαν περισσότερο από τις μεταβολές στην αγορά, δόθηκαν εντυπωσιακές κρατικές επιδοτήσεις ύψους 16 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ωστόσο, οι επιδοτήσεις αυτές ισοδυναμούν ουσιαστικά, με την πληρωμή τροφίμων που έχουν ήδη πεταχτεί, δεν παρέχουν κάποια άμεση βοήθεια στους εργάτες γης και τους συσκευαστές κρέατος, και δεν υπάρχει έλεγχος, για το πως ή το εάν, αυτά τα εκατομμύρια χρησιμοποιούνται.

Σε σύγκριση με αυτό, η κυβέρνηση αγοράζει τρόφιμα αξίας μόλις πάνω από τρία δισεκατομμύρια δολάρια απευθείας από τους παραγωγούς που έχουν υπερπαραγωγή τροφίμων, για να διανεμηθούν σε μη κερδοσκοπικούς τομείς και φιλανθρωπίες. Το γεγονός αυτό, αναμφίβολα θα παρέχει προσωρινά τα μέσα για να επιβιώσουν πολλοί άνθρωποι. Δυστυχώς όμως, δεν πρόκειται να λύσει τη ρίζα του προβλήματος – την κρίση υπερπαραγωγής του καπιταλισμού και την απρόβλεπτη φύση της αγοράς.

Προτού η χώρα οδηγηθεί σε καραντίνα, το ένα τρίτο του προϋπολογισμού ενός μέσου νοικοκυριού στις ΗΠΑ κατευθυνόταν στα εστιατόρια και τώρα αυτό έχει αλλάξει τελείως. Πολλοί μικροκαλλιεργητές θα πρέπει να πουλήσουν τη γη τους την επόμενη περίοδο και το 3% των αμερικανικών εστιατορίων δήλωσαν ότι έκλεισαν οριστικά λόγω της κρίσης. Αυτοί οι μικροϊδιοκτήτες βρίσκονται, όπως και μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης, πολύ «βαθιά βουτηγμένοι» μέσα στην κρίση για να μπορέσουν με το μικρό επίδομα των 1.200 δολαρίων να ξεφύγουν από την επικείμενη οικονομική εξαθλίωση.

Την ώρα που τόσες μικρές επιχειρήσεις στη βιομηχανία τροφίμων υφίστανται ένα θανάσιμο πλήγμα από την καραντίνα, άλλες εταιρείες κατάφεραν να προσαρμοστούν γρήγορα σε αυτήν την ξαφνική μετακίνηση της ζήτησης από τον έναν τομέα στον άλλο. Ένα στέλεχος της εταιρείας διανομής τροφίμων «Natoora», σε συνέντευξή του στη «Bon Apettit», είπε ότι πάνω από 200 εστιατόρια που η εταιρεία τροφοδοτούσε με προϊόντα στη Νέα Υόρκη πριν από τη γενική καραντίνα, έκλεισαν, τουλάχιστον προσωρινά. Η εταιρεία ήταν σε θέση να προσανατολίσει αυτήν την τροφοδοσία προς τα νοικοκυριά – ωστόσο, όχι στις τράπεζες τροφίμων, που παλεύουν να παραμείνουν ανοιχτές.

Αυτό δείχνει, ότι μια εκτεταμένη αλλαγή, στο πώς, στο πού και στο πότε θα διανέμονται τα τρόφιμα δεν θα ήταν τελικά τόσο δύσκολη και θα μπορούσε να συντονιστεί σε ένα εθνικό και διεθνές επίπεδο. Η τεχνολογία, οι υποδομές και το εργατικό δυναμικό υπάρχουν – το μόνο εμπόδιο είναι το κίνητρο του κέρδους και ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων. Η δημιουργία μεγάλων καντινών – εστιατορίων που θα σερβίρουν φρέσκα, υγιεινά και σε μεγάλες ποσότητες γεύματα στις γειτονιές της εργατικής τάξης, θα μπορούσε να επιτευχθεί σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες.

Ωστόσο, όλη αυτή η διαδικασία απαιτεί ένα ορθολογικό σχέδιο παραγωγής. Τα οφέλη για την κοινωνία, από μια τέτοια προσέγγιση, θα ήταν ανυπολόγιστα. Για παράδειγμα, ας λάβουμε υπόψιν, τις αρνητικές επιπτώσεις που έχει στο περιβάλλον η καπιταλιστική παραγωγή τροφίμων. Η σπατάλη θα μπορούσε να μειωθεί δραστικά – αν όχι εντελώς, και τεχνολογίες αποκατάστασης θα μπορούσαν να εφαρμοστούν γρήγορα, ώστε να μειωθούν δραστικά τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα.

Ακόμα, η μείωση του φόρτου της προετοιμασίας γευμάτων – ως μέρος της «δεύτερης βάρδιας» – που πέφτει κυρίως στις γυναίκες της εργατικής τάξης – θα αποτελούσε σημαντικά βήμα στην απελευθέρωσή μας από την καταπίεση. Και φυσικά, η ορθολογική διαχείριση της κτηνοτροφίας θα μπορούσε να αποτρέψει εξαρχής την εμφάνιση πανδημιών όπως του κορωνοϊού ή να επιβραδύνει την εξάπλωση τους, με ένα γρήγορο περιορισμό, οποτεδήποτε νέες ασθένειες εξαπλωθούν στους ανθρώπους.

Ωστόσο, τίποτα από όλα αυτά δεν είναι εφικτό στον καπιταλισμό. Μόνο με την εθνικοποίηση των μεγάλων εταιρειών παραγωγής και διανομής τροφίμων και τη λειτουργία τους υπό τον δημοκρατικό έλεγχο των εργατών, μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι τρόφιμα υψηλής ποιότητας θα είναι διαθέσιμα για όλους, όποτε και όπου χρειαστεί.

Έρικα Ρεντλ
Μετάφραση από την ιστοσελίδα In Defence of Marxism: Μαρίνα Τσαλούπη