Η Γαλλική Επανάσταση είναι μια ανεξάντλητη πηγή διδαγμάτων για τους σύγχρονους σοσιαλιστές και τους αγωνιστές της εργατικής τάξης. Ωστόσο, καθώς τα άρθρα που ξεκινάμε να δημοσιεύουμε γράφτηκαν δεκαπέντε χρόνια πριν, περιέχουν πολλές αναφορές στο σύγχρονό τους σκηνικό, οι οποίες ενδεχομένως τώρα να μην είναι τόσο κατάλληλες, όσο ήταν τη στιγμή που γράφτηκαν. Συγκεκριμένα, οι αναφορές στον Γκορμπατσόφ και τις μεταρρυθμίσεις του (γνωστές ως «περεστρόικα» και «γκλάσνοστ») τώρα μοιάζουν με «αρχαία ιστορία».

Στο σημείο αυτό, θέλω να σημειώσω πως την εποχή, που όλοι επευφημούσαν τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις του  Γκορμπατσόφ, η Διεθνής Μαρξιστική Τάση που ίδρυσε ο Τεντ Γκραντ εξηγούσε ότι η «περεστρόικα» θα αποτύγχανε αναπόφευκτα. Αυτή η πρόβλεψη φαίνεται πως έχει επιβεβαιωθεί. Ωστόσο, αντί να οδηγήσει στην πολιτική επανάσταση, η οποία θα οδηγούσε την ΕΣΣΔ σε γνήσιο σοσιαλισμό, η απόλυτη διαφθορά του σταλινικού καθεστώτος οδήγησε σε μια καπιταλιστική αντεπανάσταση με τις πλέον καταστροφικές συνέπειες για όλους τους λαούς της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό ωστόσο δεν είναι θέμα αυτού του δοκιμίου.

Αρχικά, σκέφτηκα απλά να ξαναγράψω τα άρθρα. Αλλά αυτό θα ήταν πολύ χρονοβόρο. Για το λόγο αυτό, αποφάσισα να τα δημοσιεύσω έτσι ως έχουν, με ένα εισαγωγικό δοκίμιο, στο οποίο θα αξιοποιούσα την ευκαιρία να υπογραμμίσω και να αναπτύξω κάποια από τα βασικά θέματα που αξίζουν προσοχής.

Ασφαλώς, το ενδιαφέρον για τη Γαλλική Επανάσταση δεν περιορίζεται στη Γαλλία. Όπως ακριβώς και η Ρωσική Επανάσταση, ανήκει στην κατηγορία των πραγματικά μεγάλων ιστορικών γεγονότων που έχουν παγκόσμιο περιεχόμενο. Ο σύγχρονος  σοσιαλιστής, που επιθυμεί να κατανοήσει τι είναι μια επανάσταση, καλό είναι να μελετήσει προσεκτικά και σε βάθος τα γεγονότα του 1789-93. Αντίστοιχα, εάν κανείς επιθυμεί να κατανοήσει τη φύση του σταλινικού εκφυλισμού της Ρωσικής Επανάστασης, μια προσεκτική μελέτη της ανόδου του Βοναπαρτισμού στη Γαλλία παρέχει πολύτιμες πληροφορίες και βαθιά αντίληψη του θέματος.

Σήμερα, δεκαπέντε χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η αστική τάξη έχει εξαπολύσει μια χωρίς προηγούμενο ιδεολογική αντεπίθεση ενάντια στην ιδέα της επανάστασης και του σοσιαλισμού. Η ουσία αυτής της αντιδραστικής πολεμικής είναι η ακόλουθη: να δείξουν ότι το μόνο εφικτό σύστημα είναι ο καπιταλισμός. Είναι το πρώτο καθήκον των μαρξιστών να απαντήσουν σε αυτό το ψέμα και να δείξουν πως ο καπιταλισμός είναι σύστημα εξίσου καταδικασμένο όσο και το καθεστώς του Λουδοβίκου του XVI και της Μαρίας Αντουανέτας.  Σήμερα, όπως τότε, η επαναστατική θεωρία έπαιξε κυρίαρχο ρόλο. Ο δρόμος για την επανάσταση προετοιμάστηκε από μια αξιοσημείωτη γενιά διανοουμένων και φιλοσόφων, οι οποίοι υπέβαλαν την καθεστηκυία τάξη σε μια ριζοσπαστική κριτική. Οι θεσμοί, η ηθική, η θρησκεία, η πολιτική και οι προκαταλήψεις μιας δοσμένης κοινωνίας είναι φραγμοί που κλείνουν το δρόμο για την αλλαγή. Η σύγκρουση και η αποκάλυψη του ρόλου τους αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελιακή αλλαγή της κοινωνίας.

Ο ρόλος των μαζών

Μια προσεκτική ματιά στη Γαλλική Επανάσταση (και στη Ρωσική) μας προσφέρει ένα πλήρες αντίδοτο στην ψευδή άποψη που θέλει τις επαναστάσεις να είναι έργο μικρών, μειοψηφικών, συνωμοτικών ομάδων και δημαγωγών. Ο ρόλος των μαζών είναι θεμελιώδης στο προχώρημα της επανάστασης σε κάθε της στάδιο. Και όταν αυτή η ενεργός συμμετοχή των μαζών εξασθενίζει, τότε η επανάσταση διακόπτεται και γυρνά στο αντίθετό της. Αυτό συνέβη τόσο στη Γαλλία όσο και στη Ρωσία και οδήγησε αμέσως στην αντίδραση, πρώτα στη Θερμιδοριανή και έπειτα στη Βοναπαρτιστική της εκδοχή.

Είναι αδύνατο να διαβάσει κανείς την εμπνευσμένη ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης στην περίοδο της ανάπτυξής της, χωρίς να νιώσει ένα έντονο συναίσθημα υπερηφάνειας για τα κατορθώματα του επαναστατημένου λαού. Εδώ βρίσκεται η απάντηση σε όλους εκείνους τους δειλούς και σκεπτικιστές, οι οποίοι αμφιβάλουν σχετικά με την τεράστια επαναστατική προοπτική που συνδέεται με τις μάζες.

Ο Τρότσκι ορίζει την επανάσταση ως τη στιγμή όπου οι μάζες, δηλαδή τα εκατομμύρια των απλών, καθημερινών ανδρών και γυναικών, ξεκινούν να συμμετέχουν στην πολιτική και να παίρνουν τις ζωές τους και τις τύχες τους στα ίδια τους τα χέρια. Η επανάσταση ταράζει την κοινωνία απ’ άκρο σ’ άκρο και κινητοποιεί στρώματα που μέχρι πρότινος ήταν αδρανή και «απολίτικα».

Ο ρόλος των γυναικών στη Γαλλική Επανάσταση απεικονίζει πολύ καλά αυτό το γεγονός. Μια από τις πλέον αποφασιστικές στιγμές της Επανάστασης ήταν η 5η του Οκτώβρη 1789, όταν έξι με επτά χιλιάδες γυναίκες του Παρισιού διαδήλωσαν εν μέσω βροχής στις Βερσαλλίες, για να απαιτήσουν ψωμί και ανάγκασαν το Βασιλιά να μεταφερθεί στο Παρίσι. Προκάλεσαν λοιπόν το φιλότιμο των αντρών, οι οποίοι ενώθηκαν σε αυτή την παράξενη πομπή που σχημάτιζε «ο φούρναρης, η γυναίκα του και το παιδί του». Αυτή μετέτρεψε όμως το βασιλιά της Γαλλίας σε έναν κατ’ ουσία φυλακισμένο του επαναστατημένου λαού.

Οι ηγέτες της Γαλλικής Επανάστασης ήταν σπουδαίοι άνδρες. Ο Μιραμπό ήταν εξαιρετικός ομιλητής και ικανός πολιτικός. Ο Δαντών ήταν μια προσωπικότητα μεγάλου διαμετρήματος που υπήρξε πηγή λαμπρής έμπνευσης για την Επανάσταση σε μια στιγμή που αυτή διέτρεχε τρομερό κίνδυνο. Και ο Ροβεσπιέρος, παρά τα σοβαρά του ελαττώματα, υπήρξε ένας γενναίος εκπρόσωπος εκείνης της πτέρυγας των Ιακωβίνων, που εκπροσωπούσαν τις φτωχές και ημι-προλεταριακές μάζες του Παρισιού και είχαν στόχο να προχωρήσουν την Επανάσταση προς τα μπρος.

Ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος

Όπως αναμενόταν εξάλλου, οι σύγχρονοι αστοί κριτές της Επανάστασης, έχουν διατηρήσει την πιο κακεντρεχή τους μοχθηρία για τις πιο συνεπείς επαναστατικές φυσιογνωμίες. Ο Ροβεσπιέρος, αφού σπιλώθηκε για πολλές γενεές, τώρα γίνεται ανεκτός με μια απρόθυμη, είναι η αλήθεια, αποδοχή. Αλλά τον Μαρά, αυτόν τον υπέροχα θαρρετό άνδρα, συνεχίζουν να τον αντιμετωπίζουν σαν ψόφιο σκύλο, ενώ άνδρες όπως τον Χέμπερτ, που ήταν ο πλέον συνεπής ηγέτης των μαζών, σχεδόν δεν τον αναφέρουν.

Embed from Getty Images

Ο μεγαλύτερος όμως πρωταγωνιστής της Επανάστασης δεν έχει όνομα. Είναι ο ίδιος ο επαναστατημένος λαός, εκείνοι οι αμέτρητοι άγνωστοι και ατραγούδιστοι ήρωες και ηρωίδες, οι οποίοι αποτέλεσαν το βασικό μοχλό κίνησης της όλης διαδικασίας. Σε όποιο σημείο επιτρέπουν για τις μάζες έστω κάποιο ελάχιστο ρόλο, αυτός ο ρόλος που τους δίνεται είναι αυτός άμυαλων και άβουλων ζώων, τα οποία αναμίχθηκαν σε μια τυφλή εξέγερση ενάντια στα δεινά που υπέφεραν.

Ούτε η αλήθεια είναι πως το αυθόρμητο κίνημα των μαζών έπαιξε τον πιο σπουδαίο ρόλο. Αλλά ακόμα και εδώ το κίνημα δεν ήταν απόλυτα αυθόρμητο. Είχε τους τοπικούς του ηγέτες, παρ’ όλο που τα ονόματά τους δεν έμειναν στην Ιστορία. Οι μάζες ήταν οργανωμένες με τρόπο ανάλογο με τα πολιτικά κόμματα.

Τα βασικά κύτταρα της Επανάστασης, ιδιαίτερα στο Παρίσι, αλλά και στις επαρχίες, ήταν οι λέσχες και οι μυστικές εταιρίες. Είναι αδύνατο να υποβαθμίσουμε τη σημασία οργανώσεων όπως οι επαναστατικές λέσχες, οι οποίες είχαν σα μοντέλο την μορφή οργάνωσης της Λέσχης των Ιακωβίνων ( «Η Εταιρία των Φίλων του Συντάγματος») στο Παρίσι. Εκεί οι μάζες έρχονταν να συζητήσουν τα φλέγοντα ζητήματα της ημέρας, να ακούσουν τους πιο δημοφιλείς ηγέτες, να επιδοκιμάσουν και να σφυρίξουν, να επιχειρηματολογήσουν και να διαπληκτιστούν. Να αποφασίσουν.

Χρησιμοποιώντας σαν μέσο τις λέσχες τους, οι μάζες ασκούσαν πίεση στους εκλεγμένους εκπροσώπους τους στην Εθνική Συνέλευση. Κινητοποιούσαν την κοινή γνώμη. Δρούσαν σαν το εστιακό σημείο, για να διοχετευτεί η δυσαρέσκεια. Με πολλούς τρόπους έπαιξαν ρόλο αντίστοιχο των Σοβιέτ στη Ρωσική Επανάσταση.

Επίσης, με αντίστοιχο τρόπο όπως στα Σοβιέτ, η πρόοδος της Επανάστασης καθορίστηκε από την άνοδο και την πτώση των πολιτικών τάσεων μέσα στις λέσχες, όπου η πιο ακραία τάση πάντα διαδεχόταν την πιο μετριοπαθή. Αυτή η διαδικασία ολοκλήρωσε τελικά την πορεία της και τελικά εκτονώθηκε. Μια αντίστοιχη διαδικασία μπορεί εξάλλου να παρατηρηθεί και στην Αγγλική Επανάσταση των μέσων του 17ου αιώνα, όπου ο Πρότυπος Στρατός του Κρόμγουελ έπαιξε έναν ανάλογο ρόλο με τις λέσχες και τα Σοβιέτ.

Μέχρι τα τέλη του 1790, η λέσχη των Ιακωβίνων στο Παρίσι αριθμούσε 1.100 μέλη. Σχεδόν όλα ανήκαν στη ριζοσπαστική μεσαία τάξη. Την περίοδο που έπεσε η μοναρχία, υπήρχαν πάνω από χίλιες τοπικές εταιρίες συνδεδεμένες με αυτή τη λέσχη και στα μέλη συμπεριλαμβάνονταν τεχνίτες και άλλα προλεταριακά και ημι-προλεταριακά στοιχεία, παρ’ όλο που η ηγεσία παρέμενε σταθερά στα χέρια μεσοαστών επαγγελματιών, όπως του Ροβεσπιέρου.

Πιο σημαντική ακόμα ήταν η Κομμούνα του Παρισιού και οι αναρίθμητες τοπικές κοινότητες που την αντέγραψαν στην επαρχία. Τον Ιούνη του 1789, οι 407 εκλεγμένοι αντιπρόσωποι της «Etats-généraux» εγκαταστάθηκαν στο ξενοδοχείο «Hôtel de Ville» του Παρισιού, σχηματίζοντας μια ανεπίσημη δημοτική κυβέρνηση. Μέχρι το Δεκέμβρη του 1789, οι τοπικές εξεγέρσεις είχαν εγκαταστήσει παρόμοια σώματα στις πόλεις και στα χωριά σε ολόκληρη τη Γαλλία. Αυτά τα σώματα έτειναν να συσπειρωθούν, ώστε να σχηματίσουν την εστία και το οργανωτικό κέντρο του επαναστατικού κινήματος. Αυτό συνέβη ιδίως στο Παρίσι, αλλά επίσης εμφανίστηκε και σε άλλες περιοχές.

Τον Αύγουστο του 1792, οι περιοχές της εργατικής τάξης του Παρισιού αποτέλεσαν την εστία, από όπου ξεκίνησε μια εξέγερση ενάντια στη νομοθετική συνέλευση, συντρίβοντας τους «Τουιγιέρους» και συλλαμβάνοντας το Βασιλιά. Απαιτούσαν καθολικό δικαίωμα ψήφου για τους άντρες και την ψήφιση ενός νέου Εθνικού Συμβουλίου. Επίσης, ανακήρυξαν μια επαναστατική κυβέρνηση ή αλλιώς «Κομμούνα» στο Παρίσι. Ο Ροβεσπιέρος εξελέγη σε αυτήν.

Στην Κομμούνα κυριαρχούσε η ακραία πτέρυγα των Ιακωβίνων του Παρισιού. Κατ’ ουσία, δόθηκε η αφορμή για μια κατάσταση ανάλογη με τη δυαδική εξουσία στη Ρωσική Επανάσταση μετά την πρώτη Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917. Η Κομμούνα λειτουργούσε παράλληλα με την Εθνοσυνέλευση και της εξασκούσε διαρκή πίεση. Παρείχε μια βάση για το Ροβεσπιέρο και την αριστερή πτέρυγα των Ιακωβίνων. Κάτω από την πίεση της Κομμούνας, μια ενιαία νομοθετική-δικαστική συνέλευση εξελέγη τελικά, στη βάση του γενικού δικαιώματος ψήφου των ανδρών στα τέλη του 1792. Αυτή ήταν η κινητήρια δύναμη που ώθησε την Επανάσταση προς τα μπρος.

Το ζήτημα της βίας

Embed from Getty Images

Οι εχθροί της επανάστασης πάντα προσπαθούν να αμαυρώσουν την εικόνα της, με την κατηγορία της βίας και της αιματοχυσίας. Στην πραγματικότητα, η βία των μαζών είναι η αναπόφευκτη αντίδραση στη βία της παλιάς άρχουσας τάξης. Η καταγωγή της τρομοκρατίας πρέπει να εντοπιστεί στην αντίδραση της επανάστασης, στην απειλή της βίαιης ανατροπής της από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Έτσι, το μανιφέστο του Μπρούνσγουικ της 27ης Ιουλίου προσέφερε «αδελφότητα και βοήθεια» σε όλους τους λαούς, που ήταν έτοιμοι να ακολουθήσουν τα γαλλικό παράδειγμα και να αγωνιστούν για την ελευθερία τους. Το διεθνιστικό πνεύμα της Επανάστασης εκφράστηκε στο Ψήφισμα του Δεκέμβρη της Εθνοσυνέλευσης, το οποίο διακήρυττε πως σε κάθε περιοχή που καταλαμβανόταν από το στρατό της Επανάστασης, θα καταργούνταν όλες οι φεουδαρχικές υποχρεώσεις και η περιουσία της Εκκλησίας και των αριστοκρατών θα κατάσχονταν. Ο Πόλεμος στην Ευρώπη σήμαινε τώρα επανάσταση. Αυτή ήταν η αιτία για τις καταπληκτικές επιτυχίες των γαλλικών επαναστατικών στρατών, που θριάμβευσαν απέναντι στο μέτωπο της μοναρχικής και φεουδαλικής αντίδρασης.

Η επαναστατική δικτατορία στηρίχθηκε στον επαναστατικό πόλεμο. Η ενεργός υποστήριξη των μαζών εξασφαλίστηκε από το συνδυασμό του πολέμου ενάντια στους ξένους εχθρούς, με τον ταξικό πόλεμο στο εσωτερικό. Υπό τον Ροβεσπιέρο, η Εθνοσυνέλευση έλαβε ενεργητικά μέτρα ενάντια στους πλούσιους, ειδικά στους νεόπλουτους κερδοσκόπους. Υπήρχαν επίσης μέτρα υπέρ των φτωχών. Φορολογία και δημεύσεις αποσκοπούσαν στην αναδιανομή του πλούτου. Ο Νόμος του Μεγίστου προσπάθησε να ελέγξει τον πληθωρισμό, θέτοντας όριο για τις αυξήσεις των τιμών. Κατά την περίοδο της ανόδου του, η Τρομοκρατία ήταν ένα όπλο στα χέρια των μαζών ενάντια στους εχθρούς της Επανάστασης, τους αριστοκράτες, τους γαιοκτήμονες, προδότες αστούς και δύστροπους παπάδες. Είναι αλήθεια πως πολλοί ακόμα έπεσαν θύματα, ιδιαίτερα στις περιοχές που μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος, αλλά η πρόθεση ήταν να εξαλείψει και να φοβίσει τους αντιδραστικούς. Αυτό το παραδέχεται ένας σοβαρός ιστορικός που γενικά είναι κριτικός απέναντι στον Ροβεσπιέρο και την Τρομοκρατία. «Παρ’ όλο που ήταν φρικτός», γράφει ο Ντέιβιντ Τόμσον, «συγκρινόμενος με τις φρικαλεότητες που έκαναν οι μοντέρνες δικτατορίες, ήταν ήπιος και σχετικά έκανε διακρίσεις».(D. Thomson, Europe Since Napoleon, σελ. 41, δική μου έμφαση.)

Αλλά κατά την περίοδο της πτώσης, τα θύματα της Τρομοκρατίας ήταν επαναστάτες. Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Κατά τη διάρκεια της Λευκής Τρομοκρατίας που ακολούθησε την πτώση του Ροβεσπιέρου, εκτός από τους 90 Ιακωβίνους ηγέτες που εκτελέστηκαν άμεσα, ένας τεράστιος αριθμός επαναστατών δολοφονήθηκαν μυστικά. Οι μεταρρυθμίσεις των Ιακωβίνων αντικαταστάθηκαν από αντιμεταρρυθμίσεις. Ο νόμος του Μεγίστου καταργήθηκε. Αντιδραστικοί εμιγκρέδες επετράπη να επιστρέψουν, ενώ επαναστάτες θανατώθηκαν ή φυλακίστηκαν. Ο Ντέβιντ Τόμσον δίνει μια ζωηρή εικόνα της ταξικής φύσης του νέου Διευθυντηρίου και των υποστηριχτών του:

«Η νέα άρχουσα τάξη, η οποία υποστήριζε τα μέτρα του νέου Διευθυντηρίου, όπως η παλιότερη Συνέλευση, περιλάμβανε επιχειρηματίες και οικονομικούς κερδοσκόπους, εργολήπτες στρατιωτικών έργων και αγρότες με ιδιοκτησία γης, όλα εκείνα τα μεσοαστικά στοιχεία που είχαν κερδίσει περισσότερο από την επανάσταση και τον πόλεμο. Η νέα πλουτοκρατία, με χυδαία γούστα και άξεστη στις συνήθειες της, ήθελε πάνω απ’ όλα να εδραιώσει και να αυξήσει τα κέρδη της». (ο.π., σελ. 44)

Η Γαλλία του 1789 και η Ρωσία του 1917

Εξαιρώντας μία μόνο λέξη, η παραπάνω περιγραφή θα ταίριαζε απόλυτα στη νεόπλουτη κάστα των γραφειοκρατών. που σφετερίστηκε την εξουσία στη Ρωσία μετά το θάνατο του Λένιν και οι οποίοι κατεδίωξαν τους πραγματικούς μπολσεβίκους, με τον ίδιο ζήλο όπως οι Θερμιδοριανοί  αντιδραστικοί στη Γαλλία κυνήγησαν και σύνθλιψαν τους Ιακωβίνους. Και στις δύο περιπτώσεις, έχουμε να κάνουμε με τη μικροαστική αντίδραση απέναντι στην επανάσταση, στο χρονικό εκείνο σημείο όπου οι μάζες, φθαρμένες από τα χρόνια αγώνων και θυσιών, είχαν αρχίσει να πέφτουν σε αδράνεια και αδιαφορία. Αυτή είναι εξάλλου και η αιτία της ήττας των Ιακωβίνων στη Γαλλία και των υποστηρικτών του Τρότσκι στη Ρωσία από άνδρες που, από κάθε άποψη και κύρια σε σχέση με το ηθικό και πνευματικό τους επίπεδο, ήταν πολύ υποδεέστεροι.

Ασφαλώς το ταξικό περιεχόμενο των δύο Επαναστάσεων – της Γαλλικής και της Ρωσικής – ήταν διαφορετικό. Έτσι, κάθε ιστορική αναλογία στέκει μόνο εντός ορισμένων ορίων. Οι Θερμιδοριανοί ήταν εκπρόσωποι της ανερχόμενης αστικής τάξης, η οποία ήταν ο πραγματικός κερδισμένος της Γαλλικής Επανάστασης. Η σταλινική γραφειοκρατία δεν ήταν μια τάξη, με την έννοια που χρησιμοποιούν τη λέξη οι μαρξιστές. Δεν κατείχε τα μέσα παραγωγής, αλλά ήταν ένα παρασιτικό μόρφωμα στο σώμα του εργατικού κράτους. Οι εξουσίες και τα προνόμια της εξαρτιόνταν από την εθνικοποιημένη ιδιοκτησία που εγκαθίδρυσε η Οκτωβριανή Επανάσταση. Για την υπεράσπιση αυτών των νέων μορφών ιδιοκτησίας από τα αστικά στοιχεία στη Ρωσία, οι σταλινικοί στηρίχθηκαν στην εργατική τάξη και πέτυχαν αποφασιστικά πλήγματα στους κουλάκους και τους ανθρώπους της ΝΕΠ («ΝΕΠμεν»). Αλλά αυτό το έκαναν, όχι για να επιστρέψει η Ρωσία στο δημοκρατικό σοβιετικό σύστημα που εγκαθιδρύθηκε από τους Λένιν και Τρότσκι, αλλά για να αναγείρουν μια φρικτή, ολοκληρωτική καρικατούρα εργατικού κράτους.

Τη στιγμή λοιπόν που στη Γαλλία η αποκρυστάλλωση μιας αστικής επανάστασης υπό την ηγεσία του Ναπολέοντα οδήγησε σε αστικό βοναπαρτισμό, στη Ρωσία ο εκφυλισμός μιας προλεταριακής επανάστασης υπό τον Στάλιν οδήγησε σε προλεταριακό βοναπαρτισμό.

Δεδομένου του αστικού χαρακτήρα της Γαλλικής Επανάστασης, κανένα άλλο αποτέλεσμα δεν ήταν δυνατό. Είναι αλήθεια πως η Επανάσταση υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχής λόγω της συμμετοχής των πληβειακών μαζών. Εξαιτίας αυτής της συμμετοχής εξάλλου, η Επανάσταση πήγε πολύ πιο μακριά απ’ ό,τι θα ήταν δυνατό σε αστική βάση. Οι μάζες έπρεπε όμως μετά να μπουν στη θέση τους και να πάρουν το μάθημά τους! Αυτό φάνηκε κατά την αιματηρή κατάπνιξη μιας σειράς εξεγέρσεων κατά τη διάρκεια του 1795, και ιδιαίτερα στο ξεσήκωμα του Οκτώβρη στο Παρίσι που κατεστάλη βιαίως από το στρατηγό Μπαράς και το νεαρό υφιστάμενό του Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Την τελευταία, επιθανάτια πνοή της Επανάστασης αποτέλεσε ένα επεισόδιο, γνωστό ως η «Συνομωσία των Ίσων», που καθοδηγήθηκε από τον François -Noël («Gracchus») Babeuf (Γράκχο Μπαμπέφ) στα 1796. Σε μια τελευταία, απέλπιδα προσπάθεια να συγκρατηθεί η διολίσθηση προς την αντίδραση και σαν διαμαρτυρία στην εξουσία και τα προνόμια των πλουσίων, μια νέα λέσχη ιδρύθηκε στο Παρίσι. Η «Εταιρία του Πάνθεον». Τα παλιά όνειρα της Επανάστασης ξύπνησαν ξανά. Παλιοί Ιακωβίνοι ενεργοποιήθηκαν στη λέσχη, η οποία οργάνωνε συναντήσεις σε μία κρύπτη υπό το φως φακού. Η λέσχη εξέδιδε μάλιστα και εφημερίδα, την «Le Tribun». Η Διοίκηση, αισθανόμενη πως η λέσχη αυτή αποτελούσε δυνητική εστία εξέγερσης, έστειλε τον ίδιο τον Στρατηγό Βοναπάρτη να αναστείλει τη λειτουργία της, το Φλεβάρη του 1796.

Η άκρα αριστερή πτέρυγα της λέσχης, καθοδηγούμενη από τον Μπαμπέφ, σχημάτισε μια στασιαστική επιτροπή έξι ατόμων («Η Μυστική Διοίκηση») και προετοίμασε ένα ξεσηκωμό. Όμως, αυτά δεν ήταν παρά μόνο άδειες μορφές ενός κινήματος, του οποίου η ουσία είχε ήδη διαλυθεί. Το κίνημα του Μπαμπέφ ήταν πολύ πρόωρο και καθυστερημένο ταυτόχρονα. Ήταν πολύ αργά για δώσει νέα πνοή ζωής σε ένα κίνημα που είχε ήδη ολοκληρώσει την πορεία του και έφτασε στα ιστορικά του όρια, και πολύ νωρίς για να καταγράψει στα πανό του το σύνθημα της σοσιαλιστικής επανάστασης, της οποίας η ώρα ακόμα δεν είχε φτάσει.

Από την αρχή, η συνωμοσία του Μπαμπέφ ήταν καταδικασμένη. Οι στόχοι της ήταν ουτοπικοί: ζητούσε επιστροφή στο Σύνταγμα του 1793 και την αναβίωση του αρχικού ιδεαλισμού και της ειλικρίνειας της Επανάστασης. Μα ήταν αδύνατο να γυρίσουν πίσω οι δείχτες του ρολογιού. Όμως, κατά κάποια έννοια, το κίνημα του Μπαμπέφ έδειχνε το δρόμο, όχι για επιστροφή στα 1793, αλλά στο μέλλον, στον αγώνα της εργατικής τάξης για σοσιαλισμό. Έγραψε στο πανό του την ιδέα της «Δημοκρατίας των Ίσων», στην οποία ο κομμουνισμός θα καταργούσε τις διαφορές μεταξύ πλουσίων και φτωχών.

Λέγεται, με κάποια επιχειρήματα, ότι η Εκκλησία χτίστηκε πάνω στο αίμα των μαρτύρων της. Το ίδιο είναι αλήθεια για το επαναστατικό κίνημα και το κίνημα της εργατική τάξης γενικότερα. Η εξέγερση των Ίσων ήταν μια γενναία πράξη και ένα αγωνιστικό κάλεσμα για τις μελλοντικές γενιές που ηχούσε με ιδιαίτερη δύναμη στα επόμενα χρόνια. Οι οργανωτές της δεν μπορούν να κατηγορηθούν για το ότι δεν κατανόησαν ότι οι υλικές συνθήκες για μια αταξική κοινωνία έπρεπε πρώτα να αναπτυχθούν κάτω από τον καπιταλισμό.

Αυτή τη σπουδαία παρατήρηση έκαναν οι Μαρξ και Έγκελς μισό αιώνα αργότερα. Αυτό που είναι σπουδαίο είναι ότι διατήρησαν την πίστη τους στο λαό τους και ποτέ δεν παραδόθηκαν, προτιμώντας να πεθάνουν από το να συρθούν σε μια ατιμωτική συνθηκολόγηση. Ηττήθηκαν και ήταν δεδομένο ότι θα ηττούνταν. Άφησαν όμως πίσω τους ένα λάβαρο και μια παράδοση για τις μελλοντικές γενιές. Με τον ίδιο τρόπο και η Τροτσκιστική Αριστερή Αντιπολίτευση, η οποία καθοδήγησε τη μάχη ενάντια στη σταλινική πολιτική αντεπανάσταση στη Ρωσία, δημιούργησε μια παράδοση, πάνω στην οποία μπορούν να βασιστούν οι νεότερες γενιές. Θυσίασαν εαυτούς, ώστε αυτό το ακηλίδωτο λάβαρο και οι παραδόσεις της Επανάστασης να μπορέσουν να διατηρηθούν.

Η δίκη του Μπαμπέφ

Ο Μπαμπέφ σε καμία περίπτωση δεν ήταν απλά ένας ονειροπόλος ουτοπιστής χωρίς ελπίδα. Ήταν ένας πρακτικός επαναστάτης και έκανε όλα τα πρακτικά βήματα, για να εξασφαλίσει την επιτυχία του ξεσηκωμού. Οι προετοιμασίες ήταν πληρέστατες. Όπλα είχαν αποθηκευτεί. Πυρομαχικά είχαν μαζευτεί. Είχαν εκπονηθεί σχέδια, ώστε, μετά από ένα συμφωνημένο σήμα, να προχωρήσουν στην κατάληψη καθοριστικής σημασίας δημοσίων κτιρίων και φούρνων. Αλλά, η μοιραία αδυναμία της όλης επιχείρησης αποδείχτηκε πως ήταν το γεγονός ότι οι συνωμότες έδωσαν πολύ μεγάλη έμφαση στη διείσδυση στις τάξεις του στρατού και της διοίκησης. Αυτό αποτελούσε μια σιωπηρή παραδοχή πως είχε αλλάξει η κατάσταση.

Η δολοφονία του Μαρά

Οι μάζες ήταν πλέον καταπτοημένες και παθητικές. Η δυσαρέσκειά τους προς τη Διοίκηση εκφραζόταν με ψιθύρους και σιωπηρές κατάρες, αλλά το παλιό μαχητικό πνεύμα δεν ήταν πλέον παρόν. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ο Μπαμπέφ στήριξε υπερβολικές ελπίδες στη διείσδυση στο στρατό και στο κράτος με τους επαναστατικούς του πράκτορες. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το κίνημα αναγκαστικά υιοθέτησε τη μορφή της συνωμοσίας. Ένα κίνημα δηλαδή που μπορούμε να πούμε πως ξεδιπλώθηκε πίσω από τις πλάτες των μαζών.

Σε ένα τέτοιο κίνημα διείσδυσαν με ιδιαίτερη ευκολία οι πράκτορες του καθεστώτος. Όπως και ο Στάλιν, ως πρώην μπολσεβίκος ήξερε καλά τους κινδύνους που έκρυβε μια μικρή επαναστατική οργάνωση, έτσι και οι πρώην Ιακωβίνοι της Διοίκησης δεν ήταν ξένοι προς την επαναστατική τακτική και μπορούσαν να βάζουν κατασκόπους στις γραμμές των συνωμοτών εξαρχής. Στην παραμονή της εξέγερσης, έδρασαν. Οι ηγέτες συνελήφθησαν και πήγαν σε δίκη. Αυτός ο πρόγονος των Σταλινικών Δικών είχε σχεδιαστεί, για να σπείρει τρόμο στις μάζες και σε όλους εκείνους που θα τολμούσαν οτιδήποτε απέναντι στην αριστοκρατία. Πραγματοποιήθηκε μπροστά από ένα ειδικό δικαστήριο (δηλαδή ένα δικαστήριο που ήταν σίγουρο πως θα έδινε την επιθυμητή ετυμηγορία) και διήρκεσε τρεις μήνες.

Embed from Getty Images

Αλλά εδώ τελειώνει η αναλογία με τις δίκες της Μόσχας. Ενώ από τα θύματα του Στάλιν αφαιρέθηκε κάθε δυνατότητα να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους ή να εκθέσουν την άποψή τους, στον Μπαμπέφ δόθηκε τουλάχιστον η άδεια να αξιοποιήσει το δικαστήριο για να προσβάλει το καθεστώς και να διαδώσει τις κομμουνιστικές και επαναστατικές, του απόψεις. Έχοντας με ειλικρίνεια υπερασπίσει την υπόθεσή του, ο Μπαμπέφ προσπάθησε να στερήσει την γκιλοτίνα από το θύμα της αυτοκτονώντας, αλλά απέτυχε. Η εκτέλεση του Μπαμπέφ ήταν η τελευταία πράξη της αχρείας Λευκής Τρομοκρατίας, που κλείνει την ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης. Από εκεί και στο εξής, τα πράγματα έλαβαν μια διαρκή καθοδική πορεία.

Μετά τη σάπια και διεφθαρμένη Διοίκηση, έρχεται η εξίσου σάπια και διεφθαρμένη προσωπική δικτατορία του Βοναπάρτη, η οποία επανέφερε όλα τα εξωτερικά σημάδια της παλιάς αριστοκρατικής τάξης, ενώ διατήρησε τις κοινωνικο-οικονομικές κατακτήσεις της Επανάστασης: την αναδιανομή της γης στους αγρότες. Από εκεί προκύπτει εξάλλου η φανατική πίστη των Γάλλων αγροτών στο Βοναπάρτη και στους διαδόχους του. Ο Βοναπαρτισμός είναι, στην ουσία, ο νόμος του σπαθιού. Η προσωπική δικτατορία ενός στρατιωτικά ισχυρού άνδρα. Έχει όμως ακόμα μία ιδιαιτερότητα: Ο Βοναπάρτης δικτάτορας τείνει να εξισορροπεί μεταξύ των τάξεων, να παρουσιάζει εαυτόν ως την ενσάρκωση του Έθνους, να στέκεται πάνω από τις τάξεις, πάνω από το καλό και το κακό. Η Διοίκηση, με την επίθεσή της στην Αριστερά, έγειρε την πλάστιγγα πολύ προς τα δεξιά.

Οι βασιλόφρονες στη Συνέλευση οσμίστηκαν αίμα και έγιναν πολύ πιο τολμηροί. Το Σεπτέμβριο του 1797, η Διοίκηση αναγκάστηκε να κάνει έκκληση στο Βοναπάρτη για βοήθεια, ώστε να απομακρυνθούν οι νεοεκλεγέντες βασιλόφρονες από τη Συνέλευση. Με αυτό το μοιραίο βήμα, ο Βοναπάρτης μετατράπηκε σε κύριο διαιτητή της εξουσίας στη Γαλλία. Μια σειρά από πολιτικές κρίσεις δημιούργησαν συνθήκες για την αναπόφευκτη λύση του δράματος. Στις 9 Νοεμβρίου (18 Μπρυμαίρ, σύμφωνα με το επαναστατικό ημερολόγιο), ο Βοναπάρτης πήρε την εξουσία με πραξικόπημα, με την υποστήριξη του Μπάρας και του Σιεγιές. Η φόρμουλα για το νέο Σύνταγμα αποκαλύπτει με ακρίβεια τη φύση του βοναπαρτιστικού καθεστώτος: «Εμπιστοσύνη από τους κάτω, εξουσία από τα πάνω».

Ο Ναπολέον Βοναπάρτης

Embed from Getty Images

Όπως ακριβώς ο Στάλιν περιέλαβε παλιούς επισήμους του τσαρικού καθεστώτος στο καθεστώς του, έτσι και το περιβάλλον του Ναπολέοντα περιελάμβανε πολλούς παλιούς βασιλικούς. Οι νόμοι μεταρρυθμίστηκαν βάσει ενός αντιδραστικού πνεύματος. Η θέση των γυναικών ξέπεσε, αφού δόθηκε έμφαση στην εξουσία του πατέρα πάνω στη γυναίκα, τα παιδιά και την περιουσία της οικογένειας. Οι γυναίκες ήταν υποτελείς των ανδρών τους και τα διαζύγια έγιναν πολύ δυσκολότερα.

Πάνω απ’ όλα, η νέα Νομοθεσία έδινε πολύ βάρος στην «ιερότητα» της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Κατοχύρωνε επίσης με τρόπο ξεκάθαρο τα δικαιώματα ιδιοκτησίας εκείνων που είχαν αποκτήσει κτήματα, που προηγουμένως ανήκαν στην αριστοκρατία και την Εκκλησία. Αυτά εξασφάλιζαν στο νέο καθεστώς την τυφλή πίστη των αγροτών, οι οποίοι τα είδαν σαν εγγύηση για τη διατήρηση των κοινωνικών και οικονομικών κεκτημένων της Επανάστασης. Αυτό, και μόνο αυτό μονάχο, εξηγεί την φανατική υποταγή της γαλλικής αγροτιάς (και συνεπώς και του γαλλικού στρατού) στο Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Αυτοί οι «αντικατοπτρισμοί» της Γαλλικής Επανάστασης είναι εξαιρετικά περιορισμένοι και δεν καλύπτουν το θέμα. Αλλά εάν αυτά τα άρθρα ανοίξουν την όρεξη του αναγνώστη να εντρυφήσει σε μεγαλύτερο βάθος στην ιστορία της Επανάστασης και να καταλήξει στα απαραίτητα συμπεράσματα, ο σκοπός τους θα έχει επιτευχθεί.

Άλαν Γουντς

Μετάφραση-Επιμέλεια: Άγγελος Ηρακλείδης