Ένας συνοπτικός απολογισμός του μεγάλου κινήματος της εργατικής τάξης και της νεολαίας στη Γαλλία ενάντια στον αντεργατικό νόμο που πέρασε τελικά η κυβέρνηση του αγαπημένου ευρωπαίου φίλου της κλίκας Τσίπρα.

Ο νέος εργασιακός νόμος (ή «Νόμος Ελ Κομρί», από το όνομα της Γαλλίδας υπουργού που τον διαμόρφωσε) ψηφίστηκε από τη γαλλική Εθνοσυνέλευση στις 22 Ιουλίου. Η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση έχει κερδίσει αυτή τη μάχη. Όπως έχουμε επισημάνει από τον Μάρτιο, η κυβέρνηση θα μπορούσε να υποχωρήσει μόνο αν βρισκόταν αντιμέτωπη με απεργίες διαρκείας, σε έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό βιομηχανιών. Ωστόσο, οι απεργίες διαρκείας και οι αποκλεισμοί που ξεκίνησαν με επίκεντρο τα λιμάνια και τα διυλιστήρια στα μέσα Μαΐου, δεν επεκτάθηκαν σημαντικά.

Για παράδειγμα, η απεργία των σιδηροδρομικών δεν ήταν αρκετή για να παραλύσει εντελώς τις μεταφορές. Η απεργία στη RATP (η Διεύθυνση Συγκοινωνιών του Παρισιού) δεν πραγματοποιήθηκε σε ευρεία κλίμακα και δεν είχε σχεδόν καμία επίπτωση. Έτσι οι εργάτες στα διυλιστήρια και στα λιμάνια – που ήταν, όπως και το 2010, η εμπροσθοφυλακή του κινήματος – δεν μπορούσαν να κρατήσουν μόνοι τους τον αγώνα επ’ αόριστο. Χωρίς μια ταχεία επέκταση της απεργίας διαρκείας, το κίνημα θα μπορούσε μόνο να υποχωρήσει. Όταν λοιπόν έφτασε η δεύτερη εβδομάδα του Ιουνίου, η υποχώρηση ήταν σαφώς σε εξέλιξη. Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση γνώριζε ότι ήταν σε ισχυρή θέση και είχε μόνο μια ιδέα στο μυαλό της: να τελειώσει το κίνημα όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ιδίως με τον περιορισμό του δικαιώματος στη διαδήλωση.

Γιατί οι απεργίες διαρκείας δεν εξαπλώθηκαν;

Το ερώτημα αυτό είχε ήδη γεννηθεί μετά την ήττα του κινήματος του φθινοπώρου του 2010 ενάντια στην επίθεση στις συντάξεις. Μια τυπική απάντηση είναι «επειδή οι εργαζόμενοι δεν το ήθελαν δεν ήταν έτοιμοι». Αυτή είναι η αγαπημένη «εξήγηση» των συνδικαλιστών ηγετών, μιας και τους απαλλάσσει από κάθε ευθύνη. Αυτή η απάντηση όμως, είναι λαθεμένη. Ανάγει την «μαχητικότητα» των εργαζομένων σε μια αφαίρεση, του ποιός θα αποδειχθεί μαχητικός ή όχι, ανεξάρτητα από τη συνολική δυναμική του αγώνα. Και το κεντρικό στοιχείο αυτής της δυναμικής είναι η ηγεσία του κινήματος, τα συνθήματα και το πρόγραμμά της.

Είναι σαφές ότι οι εργαζόμενοι δεν είναι πάντα πρόθυμοι να αγωνιστούν. Σαφώς «μια γενική απεργία δεν μπορεί να επιβληθεί», όπως συνηθίζουν να λένε οι ηγέτες των συνδικάτων. Πράγματι, αν μπορούσε να επιβληθεί, ο καπιταλισμός θα είχε ανατραπεί εδώ και πολύ καιρό. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αρκεστούμε σε τέτοιες διαπιστώσεις. Τελικά, ο βαθμός μαχητικότητας των εργατών αποκαλύπτεται μέσα στην ίδια την πάλη. Παρ’ όλα αυτά, είναι απαραίτητο να υπάρξει σωστή καθοδήγηση του αγώνα: η στρατηγική και τα συνθήματα που θα βγουν μπροστά, πρέπει να δημιουργούν τις συνθήκες σε κάθε στάδιο του αγώνα, ώστε να αναδεικνύεται η μέγιστη δυνατή μαχητικότητα των εργαζομένων.

Καταρχάς, η ηγεσία του κινήματος πρέπει να δώσει στους εργαζόμενους μια σαφή εικόνα για τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων. Ωστόσο, από την αρχή η ηγεσία των συνδικάτων έχει βασίσει ολόκληρη τη στρατηγική της στο να οργανώνει τις περιβόητες «ημέρες δράσης», όταν ήταν προφανές ότι αυτό δεν θα μπορούσε να κάνει την κυβέρνηση να υποχωρήσει. Ήταν η πίεση του κινήματος που ονομάστηκε «Nuits Debout» και των αντιπροσώπων της CGT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας) κατά τη διάρκεια του συνεδρίου της στα μέσα Απριλίου, που συνέβαλαν στο να γίνουν επιτέλους κεντρικό σύνθημα οι απεργίες διαρκείας. Υπό την πίεση της βάσης και με την έναρξη διαφόρων απεργιών διαρκείας ως τετελεσμένο γεγονός, ο ηγέτης της CGT Φιλίπ Μαρτίνεζ υποστήριξε αυτές τις απεργίες και μάλιστα, έκανε έκκληση να επεκταθούν.

Ωστόσο, κανένα σχέδιο δεν αναπτύχθηκε από την ηγεσία της Συνομοσπονδίας Συνδικάτων, για την υποστήριξη της επέκτασης των απεργιών διαρκείας. Ο Μαρτίνεζ παρουσίασε τις απεργίες διαρκείας ως «μια μορφή πάλης» μεταξύ άλλων, όταν ήταν η μόνη μορφή πάλης που θα μπορούσε να πετύχει τη νίκη. Σε πλήρη αντίθεση με την πραγματική ανάγκη του κινήματος – δηλαδή, την ανάγκη να επεκταθούν γρήγορα οι απεργίες διαρκείας, η CGT στις 20 του Μάη απλά ανακοίνωσε δύο ακόμα «ημέρες δράσης», στις 26 Μαΐου και στις 14 Ιουνίου. Η ημέρα δράσης στις 26 Μαΐου θα μπορούσε να διαδραματίσει δυναμικό ρόλο στην επέκταση των απεργιών διαρκείας που ξεκίνησαν στα μέσα του Μαΐου. Αλλά η 14η Ιουνίου βρισκόταν στο μακρινό μέλλον. Όπως γράψαμε στις 23 Μαΐου «..μέχρι τις 14 Ιούνη, είτε οι απεργίες διαρκείας θα εξαπλωθούν και σε άλλους τομείς, είτε το κίνημα θα έχει υποχωρήσει. Τουλάχιστον αυτή είναι η πιο πιθανή προοπτική – που συμφωνεί και με την εμπειρία του 2010..».

Ο Μαρτίνεζ παρέπεμψε την επιλογή σχετικά με τις μεθόδους του αγώνα στους εργαζόμενους που συγκεντρώνονται στις γενικές συνελεύσεις. Αλλά όπως γράψαμε στις 23 Μαΐου «…φυσικά, είναι αδύνατο να ξεκινήσει μια σοβαρή συνεχιζόμενη απεργία, ενάντια στη θέληση της πλειοψηφίας των εργαζομένων σε κάθε επιχείρηση. Η ανάγκη να οργανωθούν γενικές συνελεύσεις είναι επίσης εμφανής. Οι αγωνιστές των συνδικαλιστικών οργανώσεων το καταλαβαίνουν αυτό. Αυτό που χρειάζονται είναι μια καθαρή, επιθετική και αποφασιστική στάση της πανεθνικής ηγεσίας τους. Όταν καλούν για μια γενική συνέλευση των εργαζομένων στην εταιρεία τους, πρέπει να τους δείξουν ότι η CGT – ξεκινώντας με την εθνική ηγεσία της – δεν θα τους αφήσει μόνους και ότι θα διεξάγει μια συστηματική, ενεργητική, μαζική εκστρατεία για την κινητοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων κλάδων. Η απεργία διαρκείας δεν είναι, όπως ισχυρίστηκε ο Μαρτίνεζ, απλά μια μορφή πάλης. Είναι πλέον η μόνη μορφή πάλης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια νίκη. Αυτό είναι το μήνυμα που θα πρέπει να δίνεται με έμφαση από τις κορυφές της CGT. Χωρίς αυτό, οι εργαζόμενοι σε μια γενική συνέλευση θα κοιτάξουν πίσω από τους συνδικαλιστές συναδέλφους τους, προς την κεντρική ηγεσία της CGT και σημειώνοντας μια διστακτική, αναποφάσιστη στάση θα σκεφτούν ότι αν απεργήσουν κινδυνεύουν να μείνουν μόνοι τους..».

Μια ακόμη αδυναμία του κινήματος υπήρξαν τα προγραμματικά συνθήματά του. Η απόσυρση του Εργασιακού νόμου ήταν, όπως είναι λογικό, το κεντρικό αίτημα. Αλλά πολλοί εργαζόμενοι, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων υπαλλήλων, δεν αισθάνονται να απειλούνται άμεσα από αυτήν την αντι-μεταρρύθμιση (ακόμα και όταν καταλαβαίνουν ότι οποιαδήποτε οπισθοδρόμηση στον ιδιωτικό τομέα προετοιμάζει το έδαφος για οπισθοδρομήσεις στο δημόσιο τομέα). Αντίθετα, στον ιδιωτικό τομέα, πολλοί εργαζόμενοι είναι ήδη αντιμέτωποι με τους τύπους των διατάξεων που περιέχονται μέσα στον Εργασιακό νόμο, έχουν ήδη υποβληθεί στην κόλαση του συστήματος μόνιμης ανασφάλειας, των απλήρωτων υπερωριών και άλλων καταχρήσεων από τους εργοδότες. Ο χαρακτήρας του αγώνα παραήταν αποκλειστικά αμυντικός. Για να τραβηχτούν ευρύτερα στρώματα των εργατών μέσα στο κίνημα, είναι απαραίτητο να εμφανιστούν και τα επιθετικά αιτήματα, για παράδειγμα όσον αφορά τους μισθούς και τις ώρες εργασίας. Αντ ‘αυτού, οι ηγέτες των συνδικάτων επαναλάμβαναν ότι ο αγώνας αφορούσε και την εξασφάλιση «νέων δικαιωμάτων με εργασιακό κώδικα κατάλληλο για τον 21ο αιώνα». Ποια είναι όμως αυτά τα «νέα δικαιώματα» και τι σημαίνει ένας «εργασιακός κώδικας για τον 21ο αιώνα»; Αυτή η μυστικιστική διατύπωση, δεν έχει κανένα συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Βέβαια, δεν υπάρχει καμία εγγύηση μιας a priori νίκης του κινήματος. Ωστόσο, υπήρχαν αρκετά στοιχεία που έδειξαν με σαφήνεια τις μεγάλες δυνατότητες του κινήματος: το επίπεδο της εναντίωσης στον Εργασιακό νόμο μεταξύ του πληθυσμού (πάνω από 70%), η ευρεία υποστήριξη για τις απεργίες διαρκείας (παρά τη λυσσαλέα εκστρατεία κατά της CGT από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης), η άνευ προηγουμένου απομόνωση της κυβέρνησης στις δημοσκοπήσεις, το φαινόμενο του κινήματος «Nuit Debout» και η ριζοσπαστικά συνθήματα που κυριάρχησαν στη βάση των συνδικάτων και της νεολαίας, όπως το σύνθημα για μια «γενική απεργία».

Το πολιτικό εποικοδόμημα

Γενικότερα, είναι σαφές ότι μετά από χρόνια οικονομικής αναταραχής, μεγάλων ποσοστών ανεργίας και λιτότητας, ένα τεράστιο απόθεμα οργής και αγανάκτησης συσσωρεύεται στις τάξεις της γαλλικής κοινωνίας. Η όξυνση της ταξικής πάλης είναι αναπόφευκτη κατά την προσεχή περίοδο. Με αυτή την προοπτική, η κυβέρνηση και η άρχουσα τάξη θα πρέπει να πληρώσουν το τίμημα για το πέρασμα του σκληρού Εργασιακού Νόμου. Βγαίνοντας από αυτό τον αγώνα, η αστική δημοκρατία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εμφανίζονται πιο ανυπόληπτα από ό,τι ήδη ήταν. Επιπλέον, η καταστολή από την αστυνομία θα αφήσει το στίγμα της στη συνείδηση του λαού. Ως αποτέλεσμα, η συνείδηση της νεολαίας και των εργαζομένων θα οξύνθεί και θα ριζοσπαστικοποιηθεί. Με αυτή την έννοια, η άρχουσα τάξη και οι πολιτικοί της έχουν επιτύχει μια «πύρρειο νίκη». Δεν έχουν καμία λύση για την κρίση του καπιταλισμού, η οποία ανοίγει το δρόμο για ακόμη πιο ισχυρές κοινωνικές εκρήξεις.

Στο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, η ταξική πάλη θα κινηθεί προς την πολιτική αρένα, με τις προεδρικές εκλογές τον ερχόμενο Απρίλιο να έρχονται. Πολλοί νέοι και εργαζόμενοι θα πουν ότι «χρειαζόμαστε μια κυβέρνηση που θα καταργήσει τον Εργασιακό νόμο και θα ανακηρύξει το τέλος των πολιτικών λιτότητας». Από την άποψη αυτή, το κίνημα ενάντια στον Εργασιακό Νόμο και η στάση των διαφόρων πολιτικών κομμάτων κατά τη διάρκεια της πάλης έχουν δώσει ορισμένα μαθήματα που δεν θα ξεχαστούν.

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, που είχε ήδη απαξιωθεί πριν από τον Εργατικό Νόμο, βαδίζει προς εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα δημοτικότητας. Το κόμμα αποφάσισε ακόμα και να ακυρώσει το «θερινό σχολείο» του, πεπεισμένο (και δικαίως), ότι θα αποτελέσει στόχο όλων αυτών που αντιτίθενται στον Εργασιακό Νόμο. Για το 2017, οι τελευταίες ελπίδες των ηγετών του Σοσιαλιστικού Κόμματος, είναι ότι η ίδια διαδικασία απαξίωσης που τους έχει χτυπήσει τόσο άσχημα, θα χτυπήσει και τους Ρεπουμπλικάνους.Οι δε διάσημοι αριστεροί «αντάρτες» του Σοσιαλιστικού Κόμματος ήταν ικανοί μόνο για κενή ρητορική ενάντια στον Εργασιακό νόμο.

 Οι Ρεπουμπλικάνοι συμφωνούν με την ουσία του Εργασιακού Νόμου. Η πρόταση μομφής τους στη Βουλή ήταν απλά μια κίνηση εντυπωσιασμού, καθώς δεν ήθελαν πραγματικά να ανατρέψουν την κυβέρνηση. Στη Γερουσία, οι Ρεπουμπλικάνοι κάνουν το νόμο ακόμη σκληρότερο, όχι με την ελπίδα ότι οι αλλαγές τους θα γίνουν δεκτές, αλλά για να σηματοδοτήσουν τις πολιτικές τους προθέσεις, στην περίπτωση που έρθουν και πάλι στην εξουσία. Οι διάφοροι υποψήφιοι πρόεδροι στις Ρεπουμπλικανικές προκριματικές εκλογές δίνουν επίσης μια ένδειξη του πραγματικού τους προσώπου. Αυτή τη στιγμή, συναγωνίζονται σε υποσχέσεις για τις μεγαλύτερες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες (ο Ζυπέ υπόσχεται 85 – 100 δισ ευρώ, 100 δισ ο Σαρκοζί, 110 δισο Φιγιόν και 150 δισεκατομμύρια ο Λε Μερ). Ταυτόχρονα, όλοι προτείνουν να μειώσουν μαζικά τα «βάρη» των μεγάλων επιχειρήσεων. Το μήνυμα είναι σαφές: μια κήρυξη πολέμου κατά των εργαζομένων, των ανέργων και όλων των θυμάτων της κρίσης.

Τους τελευταίους τέσσερις μήνες του αγώνα ενάντια στον Εργασιακό Νόμο, το Εθνικό Μέτωπο (FN) της Λεπέν έχει πρακτικά εξαφανιστεί από τα «πολιτικά ραντάρ». Αυτοί οι υποκριτές που ισχυρίζονται ότι μάχονται ενάντια στα δεινά του «γαλλικού λαού» κρύβονται, ενώ οι άνθρωποι του μόχθου συμμετέχουν ενεργά στην ταξική πάλη. Συμφωνούν με τον Εργασιακό Νόμο και θα ήθελαν να προχωρήσουν πολύ περισσότερο. Ωστόσο, έχουν κάνει τις «μαθηματικές πράξεις» που δείχνουν ότι στο 74% του πληθυσμού, που δείχνει ισχυρή αντίθεση στον Εργασιακό νόμο, υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός προηγούμενων και πιθανά μελλοντικών ψηφοφόρων του FN. Έτσι απέφυγαν τα μικρόφωνα και έχουν επιστρέψει στην κατασκευή των αντιφατικών, δημαγωγικών διακηρύξεων τους.

Με την άμπωτη της μαζικής πάλης, το FN θα βγει γρήγορα από την κρυψώνα του και θα αναλάβει εκ νέου την «αντι-συστημική» δημαγωγία. Θα εκμεταλλευτούν τα πάντα: την πανωλεθρία του Σοσιαλιστικού Κόμματος, τη διστακτικότητα των «ανταρτών», την κρίση των Ρεπουμπλικανών, το οικονομικό τέλμα, την άνοδο της ανεργίας, το Brexit, και την κρίση της ΕΕ, καθώς και κάθε άλλη περίσταση που επιτρέπει στο FN να στιγματίσει τους «ξένους». Είναι ακόμη πιθανό ότι θα κριτικάρουν τον Εργασιακό Νόμο «αναδρομικά». Θα παρουσιαστούν σαν μια εναλλακτική λύση στην παρούσα κατάσταση, σαν τον αντίπαλο δέος της διεφθαρμένης πολιτικής τάξης.

Παρ’ όλα αυτά, μια άλλη, αληθινά αξιόπιστη εναλλακτική λύση απέναντι στο καπιταλιστικό κατεστημένο – η εναλλακτική λύση της Αριστεράς – μπορεί και πρέπει να κάνει την εμφάνισή της σε μαζική κλίμακα κατά τους μήνες που έρχονται. Το κίνημα απέδειξε για άλλη μια φορά τις δυνατότητες που υπάρχουν. Η εμπειρία αυτού του κινήματος είναι ευνοϊκή για την ανάπτυξη μιας μαζικής εναλλακτικής αριστερής δύναμης. Η αποτυχία του Σοσιαλιστικού Κόμματος ανοίγει ένα τεράστιο πολιτικό κενό στα αριστερά. Ωστόσο, το κενό αυτό δεν θα συμπληρωθεί αυτόματα από το κόμμα του Μελανσόν. Η μεγάλη λαϊκή υποστήριξη που απέσπασε το κίνημα ενάντια στον Εργασιακό νόμο, προήλθε από το σαφές ταξικό του περιεχόμενο. Ομοίως, η πολιτική εκστρατεία του Μελανσόν θα πρέπει να έχει ένα πολύ ξεκάθαρο ταξικό περιεχόμενο. Αυτός θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για «να τραβήξει το χαλί» κάτω από τα πόδια των αντιδραστικών δημαγωγών του Εθνικού Μετώπου.

Ζερόμ Ματελίς

Από τη γαλλική μαρξιστική εφημερίδα «La revolution» –
Μετάφραση: Αντριάνα Κοκκίνη