Ποιοι είμαστε

Για τι παλεύουμε

Επικοινωνία

Αρχική Θεωρία - Ιστορία Το γυναικείο ζήτημα, ο μαρξισμός και ο φεμινισμός

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Κομμουνιστική Τάση, το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Το γυναικείο ζήτημα, ο μαρξισμός και ο φεμινισμός

Το εξελισσόμενο κύμα καταγγελιών περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης εναντίον γυναικών έχει δημιουργήσει στην ελληνική κοινωνία ένα μεγάλο ρεύμα συμπάθειας και αλληλεγγύης για τα θύματα και έχει φέρει στο προσκήνιο την πολιτική συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να ξεριζωθεί η καταπίεση της γυναίκας. Οι κατάλληλες απαντήσεις σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα από τη σκοπιά του επιστημονικού σοσιαλισμού περιέχονται σε μια σειρά κειμένων που αρχίζουμε να δημοσιεύουμε στην ιστοσελίδα μας από σήμερα. Το πρώτο κείμενο αυτής της σειράς είναι ένα απόσπασμα από το κείμενο με τίτλο «Μαρξισμός και Διαθεματικότητα» που ψηφίστηκε στο παγκόσμιο συνέδριο της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT) τον Ιούλιο του 2018, και δημοσιεύθηκε στα ελληνικά ολόκληρο στο θεωρητικό περιοδικό «Μαρξιστική Φωνή» (Τεύχος 69, Χειμώνας 2019-2020).

 Η κρίση του καπιταλισμού έχει φέρει στην επιφάνεια πολλά ρεύματα αντίστασης ενάντια στην υπάρχουσα κοινωνία, τις αξίες, την ηθική και τις απαράδεκτες αδικίες και την καταπίεση της. Η κεντρική αντίθεση στην κοινωνία παραμένει ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην εργατική τάξη και το κεφάλαιο. Ωστόσο, η καταπίεση λαμβάνει πολλές διαφορετικές μορφές, ορισμένες από τις οποίες, είναι πολύ παλαιότερες και πιο βαθιά ριζωμένες από τη μισθωτή σκλαβιά. Μεταξύ των πιο οικουμενικών και επώδυνων μορφών καταπίεσης είναι η καταπίεση των γυναικών σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο. Η εξέγερση των γυναικών ενάντια σε αυτή την τερατώδη καταπίεση είναι θεμελιώδους σημασίας στον αγώνα για τη σοσιαλιστική επανάσταση, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την πλήρη συμμετοχή των γυναικών στον αγώνα κατά του καπιταλισμού.

Για αιώνες, η σταθερότητα της ταξικής κοινωνίας είχε ένα στερεό σημείο υποστήριξης στην οικογένεια: δηλαδή, στην υποδούλωση των γυναικών στους άνδρες. Αυτή η μορφή δουλείας είναι πολύ παλαιότερη από τον καπιταλισμό, όπως εξήγησε ο Ένγκελς, η ανάδυση της πατριαρχικής οικογένειας αντιπροσωπεύει την «παγκόσμια ιστορική ήττα του γυναικείου φύλου. Ο άντρας έγινε ο αφέντης του σπιτιού· η γυναίκα υποβιβάστηκε σε υπηρέτρια, σε σκλάβα των επιθυμιών του και ένα εργαλείο για παραγωγή παιδιών». Αυτή η ανδρική κυριαρχία και η υποδεέστερη θέση των γυναικών στην κοινωνία και την οικογένεια πλέον αμφισβητείται. Γιατί θα πρέπει οι γυναίκες να συνεχίσουν να ανέχονται τη θέση των πολιτών δεύτερης κατηγορίας; Η αμφισβήτηση του ρόλου των γυναικών στην κοινωνία και την οικογένεια έχει επαναστατικές επιπτώσεις και μπορεί να οδηγήσει σε μια επαναστατική αμφισβήτηση της ίδιας της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Η γεροντική παρακμή του καπιταλισμού οδηγεί σε σοβαρή επιδείνωση των συνθηκών ζωής για όλους τους εργάτες. Αλλά επιβάλλει ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες στις γυναίκες και τους νέους. Πολλοί δεν έχουν πρόσβαση σε εργασία και στέγαση. Οι γονείς στις μονογονικές οικογένειες και τα παιδιά τους καταδικάζονται στη φτώχεια και τις ατελείωτες κακουχίες. Για πολλούς, ακόμη και η στέγη πάνω από τα κεφάλια τους γίνεται κάτι το δύσκολο ή ακόμη και αδύνατο. Στο χώρο εργασίας, οι γυναίκες υποφέρουν από άνιση αμοιβή και από κάθε είδους παρενοχλήσεις. Η κατάσταση έχει γίνει τελείως ανυπόφορη.

Είναι δυνατόν να αξιολογήσουμε το επίπεδο του πολιτισμού μιας δεδομένης κοινωνίας από το πως αντιμετωπίζει τις γυναίκες, τα παιδιά και τους ηλικιωμένους. Από αυτή την άποψη ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι πολύ λιγότερο πολιτισμένος, πιο απάνθρωπος και σκληρός από τις παλαιότερες μορφές της ανθρώπινης κοινωνίας. Το επίπεδο αλλοτρίωσης και παρακμής των ανθρώπων, η αδιαφορία για τον ανθρώπινο πόνο και ο αισχρός εγωισμός έχουν φθάσει σε επίπεδα άγνωστα μέχρι τώρα στην ιστορία.

Η παρακμή της καπιταλιστικής κοινωνίας εκδηλώνεται με την πιο βάναυση μορφή της στην επιδημία βίας κατά των γυναικών. Στην Ινδία, το Πακιστάν, την Αργεντινή, το Μεξικό και άλλες χώρες, αυτό έχει εκφραστεί με πρωτοφανή αριθμό απαγωγών, βιασμών και φόνων. Αλλά στις κοινωνίες που θέλουν να περιγράφονται ως πολιτισμένες, παρόμοιες φρικαλεότητες διαπράττονται κατά των γυναικών και των παιδιών. Αυτά είναι αποκρουστικά συμπτώματα της ασθένειας μιας κοινωνίας που είναι σάπια και έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για την ανατροπή της.

Μια αυξανόμενη αίσθηση αλλοτρίωσης, αδικίας και καταπίεσης τροφοδοτεί την εξεγερσιακή διάθεση ανάμεσα στις γυναίκες ενάντια στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Η αφύπνιση εκατομμυρίων γυναικών, ειδικά της νεότερης γενιάς που νιώθει μια φλογερή αγανάκτηση για τις διακρίσεις, την καταπίεση και την ταπείνωση στην οποία υπόκεινται σε ένα άδικο σύστημα είναι ένα ριζοσπαστικό, προοδευτικό και επαναστατικό φαινόμενο που πρέπει να καλωσορίσουμε και να υποστηρίξουμε με τον μέγιστο ενθουσιασμό.

Είναι αυτονόητο ότι οι μαρξιστές τάσσονται απόλυτα υπέρ της πλήρους χειραφέτησης των γυναικών. Δεν μπορεί να υπάρξει ο παραμικρός δισταγμός, ασάφεια ή αμφιβολία σχετικά με αυτό. Πρέπει να αγωνιστούμε κατά της καταπίεσης των γυναικών σε όλα τα επίπεδα, όχι μόνο με λόγια αλλά με πράξεις. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να επιτρέψουμε την εντύπωση ότι αυτό είναι κατά κάποιο τρόπο ένα δευτερεύον ζήτημα που μπορεί θαφτεί κάτω από τη γενική κατηγορία: ταξική πάλη. Θα ήταν μοιραίο για το μαρξισμό αν οι γυναίκες πίστευαν ότι οι μαρξιστές είναι έτοιμοι να αναβάλουν τον αγώνα για τα δικαιώματα της γυναίκας για μετά τη νίκη του σοσιαλισμού. Αυτή είναι μία ψευδής και κακεντρεχής καρικατούρα του επαναστατικού μαρξισμού.

Ενώ είναι αλήθεια ότι η πλήρης χειραφέτηση των γυναικών (και των ανδρών) μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε μια αταξική κοινωνία, είναι εξίσου αληθές ότι μια τέτοια κοινωνία μπορεί να γίνει πραγματικότητα μόνο μέσω της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού. Δεν μπορεί κανείς να περιμένει από τις γυναίκες να αφήσουν στην άκρη τις άμεσες, πιεστικές τους ανάγκες περιμένοντας το σοσιαλισμό. Η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης είναι αδιανόητη χωρίς την καθημερινή πάλη για κατακτήσεις στα πλαίσια του καπιταλισμού.

Οι μαρξιστές αγωνίζονται ακόμα και για την παραμικρή βελτίωση των συνθηκών ζωής των εργαζόμενων ανθρώπων στα πλαίσια του καπιταλισμού για δύο λόγους. Καταρχάς, αγωνιζόμαστε για την υπεράσπιση των εργαζομένων κατά της εκμετάλλευσης, για την προάσπιση του βιοτικού τους επιπέδου, των δημοκρατικών δικαιωμάτων και των πλέον στοιχειωδών συνθηκών μιας πολιτισμένης ύπαρξης, για την προάσπιση της κουλτούρας και του πολιτισμού κατά της βαρβαρότητας. Δεύτερον, και σημαντικότερο, μόνο μέσω της εμπειρίας του καθημερινού αγώνα, η εργατική τάξη μπορεί να αποκτήσει μια αίσθηση της δικής της δύναμης, να αναπτύξει την οργανωτική της δύναμη και να ανυψώσει τη συλλογική της συνείδηση στο επίπεδο που απαιτεί η Ιστορία.

Το να απαιτούμε, όπως έχουν κάνει οι σεχταριστές και οι δογματικοί, οι εργαζόμενοι να αφήσουν κατά μέρος τις καθημερινές διεκδικήσεις τους «προς το συμφέρον της επανάστασης» είναι ο κολοφώνας της βλακείας. Θα μας καταδίκαζε στην ολοκληρωτική στειρότητα και απομόνωση. Σε αυτόν τον δρόμο η σοσιαλιστική επανάσταση θα παραμείνει για πάντα μια θολή οφθαλμαπάτη. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο αγώνας για την υπεράσπιση των γυναικών, κατά του αντιδραστικού ανδρικού σοβινισμού, για προοδευτικές μεταρρυθμίσεις και πλήρη ισότητα στους κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς τομείς, αποτελεί θεμελιώδες καθήκον όλων των γνήσιων επαναστατών μαρξιστών.

Στις 8 Μαρτίου 2018 είδαμε μια αυθεντική ένδειξη του κολοσσιαίου επαναστατικού δυναμικού του κινήματος των γυναικών στην Ισπανία, όταν 5.300.000 άνθρωποι (τόσο γυναίκες όσο και άνδρες) ανταποκρίθηκαν στην έκκληση για απεργιακή δράση. Εκατοντάδες χιλιάδες συμμετείχαν σε διαδηλώσεις σε όλη την Ισπανία. Αυτή η θαυμάσια κινητοποίηση πραγματοποιήθηκε υπό τη σημαία του φεμινισμού, αν και αντανακλούσε επίσης μια κολοσσιαία διάθεση δυσαρέσκειας που έχει δημιουργηθεί στην ισπανική κοινωνία για ένα ολόκληρο φάσμα ζητημάτων, για παράδειγμα για το ζήτημα των συντάξεων που οδήγησε τους συνταξιούχους σε μαζικές κινητοποιήσεις κατά τη διάρκεια του χρόνου.

Τα κεντρικά ζητήματα, ωστόσο, αφορούσαν συγκεκριμένα την καταπίεση των γυναικών: τη διαφορά των μισθών, τη βία και την κακομεταχείριση των γυναικών στην οικογένεια, την εργασία, την εκπαίδευση, το βάρος των οικιακών εργασιών κ.λπ. Αυτό εκφράστηκε με εμφατικό τρόπο στην τερατώδη περίπτωση του ομαδικού βιασμού στην Παμπλόνα και στη σκανδαλώδη συμπεριφορά των δεξιών δικαστών, η οποία ήταν μια σαφής απόδειξη του σάπιου και αντιδραστικού χαρακτήρα του συνόλου του ισπανικού κράτους, της αστυνομίας και του δικαστικού σώματος, τα οποία αποτελούν την άμεση κληρονομιά της δικτατορίας του Φράνκο ως αποτέλεσμα της προδοσίας της λεγόμενης Δημοκρατικής Μετάβασης.

Είναι μία στοιχειώδης αλήθεια του μαρξισμού ότι σε κάθε μαζικό κίνημα είναι απαραίτητο να κάνουμε μία προσεχτική διάκριση ανάμεσα στα προοδευτικά και τα αντιδραστικά στοιχεία. Ότι υπήρχε ένα εξαιρετικά προοδευτικό στοιχείο σε αυτό το εξαιρετικό κίνημα είναι πέρα από κάθε αμφιβολία. Όχι μόνο το υποστηρίξαμε, αλλά το κάναμε με δυναμισμό και ενθουσιασμό. Αλλά θα ήταν εντελώς εσφαλμένο και μονόπλευρο απλώς να τονίσουμε αυτήν την πτυχή του κινήματος και να αγνοήσουμε την άλλη πλευρά. Ποιος ήταν ο ρόλος των ηγετών αυτού του κινήματος; Απαίτησαν να πραγματοποιηθούν διαδηλώσεις μόνο από γυναίκες, να υπάρχουν ξεχωριστά μπλοκ γυναικών στη διαδήλωση και ήθελαν να επιτρέψουν μόνο μωβ σημαίες. Στην απεργία έπρεπε να συμμετάσχουν μόνο οι γυναίκες, με τους άντρες να παίρνουν τη θέση τους στη δουλειά τους – δηλαδή, ενεργώντας ως απεργοσπάστες! Κάτι τέτοιο θα περιόριζε δραστικά την έκταση του κινήματος της 8ης Μάρτη και θα καθιστούσε μία γενική απεργία αδύνατη. Αυτό ήταν εντελώς αντίθετο με τα συμφέροντα αυτού του κινήματος και αντανακλούσε την μυωπία και τις αντιδραστικές και διασπαστικές πολιτικές των αστών και μικροαστών φεμινιστών.

Οι Ισπανοί σύντροφοί μας παρενέβησαν δραστήρια σε αυτό το μαζικό κίνημα και είχαν μία ένθερμη αποδοχή. Αν και δεν αποκαλούμε τους εαυτούς μας φεμινιστές, κάνουμε πολύ σαφές ότι τασσόμαστε ολόψυχα υπέρ του αγώνα για τη χειραφέτηση των γυναικών και αγωνιζόμαστε με όλους εκείνους που αγωνίζονται κατά της καταπίεσης. Σε όλες τις διαδηλώσεις και συναντήσεις, δεν βρήκαμε κανένα ίχνος προκατάληψης εναντίον μας, τουλάχιστον από τη μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών που θεωρούν τους εαυτούς τους φεμινίστριες.

Είναι αλήθεια ότι ο φεμινισμός δεν είναι μία συγκεκριμένη σχολή σκέψης ή θεωρίας; Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς. Είναι απολύτως αληθές ότι τα εκατομμύρια που συμμετείχαν στις απεργίες και διαδηλώσεις στην Ισπανία στις 8 Μαρτίου υπό τη σημαία του φεμινισμού δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τις φεμινιστικές προκαταλήψεις της ηγεσίας. Αγωνίζονταν ενστικτωδώς ενάντια στα αντιδραστικά φαινόμενα που τους γέμιζαν με δίκαιη αγανάκτηση. Αυτό είναι το σημείο εκκίνησης για επαναστατικές εξελίξεις.

Ωστόσο, η ηγεσία αυτού του κινήματος ήταν στα χέρια των αστών και μικροαστών φεμινιστριών που σίγουρα αντιπροσωπεύουν μία σχολή σκέψης και μία σαφή ιδεολογία που είναι ριζικά αντίθετη, όχι μόνο στο μαρξισμό, αλλά ουσιαστικά στα ίδια τα συμφέροντα του αγώνα για τη χειραφέτηση των γυναικών.

Σήμερα η έννοια του φεμινισμού έχει γίνει τόσο ευρεία που έχει καταντήσει σχεδόν ανούσια. Ξαφνικά, όλοι είναι «φεμινιστές». Ακόμη και οι αντιδραστικοί πολιτικοί του ισπανικού PP (Λαϊκό Κόμμα) περιγράφουν τους εαυτούς τους ως φεμινιστές, επειδή, βλέπετε, έχουν γυναίκες υπουργούς – κάθε μία από τις οποίες είναι το ίδιο αντιδραστική και διεφθαρμένη όσο και οι άρρενες ομόλογοι της.

Η νέα μεταχειρισμένη έκδοση του PP, οι Ciudadanos, επιμένει φυσικά ιδιαίτερα στο ότι είναι «φεμινιστικό». Αλλά η πραγματικότητα αυτού του αστικού φεμινισμού ήταν κραυγαλέα εκτεθειμένη από το γεγονός ότι ο ηγέτης του κόμματος Άλμπερτ Ριβέρα, δήλωσε ότι δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν τη φεμινιστική απεργία στις 8 Μαρτίου «επειδή ήταν αντι-καπιταλιστική». Σημειώνουμε επίσης ότι οι πολιτικοί των Ciudadanos που αποφάσισαν τελικά να συμμετάσχουν στις διαδηλώσεις, αποδοκιμάστηκαν από τους διαδηλωτές και εκδιώχθηκαν από το κίνημα.

Ακόμη και μεταξύ των πιο προχωρημένων στοιχείων υπάρχει κάθε είδος σύγχυσης και αυταπατών, που εκτρέφονται εσκεμμένα από τους αστούς και μικροαστούς «θεωρητικούς» του φεμινισμού. Μια άλλη ιδέα που είναι διαδεδομένη σχετίζεται με τον «εγκάρσιο» χαρακτήρα του κινήματος, δηλαδή, ότι το κίνημα θα πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις γυναίκες, ανεξαρτήτου τάξης, πολιτικής ιδεολογίας κ.λπ.

Με μια φιλική και υπομονετική προσέγγιση, οι μαρξιστές μπορούν να καταπολεμήσουν αυτές τις προκαταλήψεις και να ξεκαθαρίσουν τη σύγχυση. Αλλά πρέπει να αποφύγουμε να ανακατέψουμε τις σημαίες μας. Προκειμένου να κερδίσουμε τα καλύτερα στοιχεία, είναι απαραίτητο να διατηρήσουμε μια σταθερή και σαφή μαρξιστική θέση σε κάθε περίπτωση.

Είναι απαραίτητο να αποκαλούμε τους εαυτούς μας φεμινιστές προκειμένου να συνδεθούμε με αυτή τη σημαντική μερίδα αγωνιστών; Όλες οι εμπειρίες μας δείχνουν ότι αυτό δεν ισχύει. Το ακόλουθο παράδειγμα έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Στην Antequera (Μάλαγα), οργανώσαμε μια συνάντηση για τη φεμινιστική απεργία της 8ης Μαρτίου με αρκετές γυναίκες ομιλήτριες από την αριστερά και συνδικαλιστικές οργανώσεις. Μια από τις συντρόφισσές μας μίλησε στη συνάντηση, εξηγώντας ότι ήταν συνδικαλίστρια και μαρξίστρια και πρόβαλε το πρόγραμμα μας. Στο τέλος της συνάντησης, μια ομάδα νεαρών γυναικών, την πλησίασε αμέσως στο τραπεζάκι μας και της είπαν ότι ήθελαν να δραστηριοποιηθούν. Αυτές οι νεαρές γυναίκες θεωρούν τους εαυτούς τους φεμινίστριες. Αλλά δεν είχαν κανένα απολύτως πρόβλημα να ταυτιστούν με το πρόγραμμα του μαρξισμού.

Αν οι σύντροφοί μας είχαν υιοθετήσει μια σεχταριστική και δογματική στάση απέναντι στο κίνημα, θα είχαν αναμφίβολα αποξενώνει τους εαυτούς τους από τέτοιες γυναίκες. Δεν τίθεται ζήτημα οι μαρξιστές να υιοθετήσουν μια τέτοια ανόητη προσέγγιση. Αλλά ταυτόχρονα, πρέπει να υιοθετήσουμε μια στάση αρχών, καθιστώντας σαφές ότι είμαστε μαρξιστές οι οποίοι αγωνίζονται για τα δικαιώματα των γυναικών και ότι θεωρούμε ότι αυτός ο σημαντικός αγώνας μπορεί να διεξαχθεί επιτυχώς μόνο ως μέρος ενός γενικευμένου ταξικού επαναστατικού αγώνα για έναν ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Εδώ έχουμε μια πολύ σαφή αναλογία, η οποία είναι η στάση των μαρξιστών στο εθνικό ζήτημα. Υποστηρίζουμε το αίτημα για την ανεξαρτησία της Καταλονίας από το ισπανικό κράτος; Ναι. Αλλά το κάνουμε, εξηγώντας ότι στην καπιταλιστική βάση, η ανεξαρτησία δεν θα επιλύσει τίποτα. Παλεύουμε για μία καταλανική εργατική Δημοκρατία, η οποία στο μέλλον θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας σοσιαλιστικής ομοσπονδίας των λαών της Ιβηρικής.

Εμείς, λοιπόν, καλούμε τους εαυτούς μας μαρξιστές εθνικιστές; Σίγουρα όχι! Δεν είμαστε εθνικιστές, αλλά προλεταριακοί διεθνιστές. Είναι ακριβώς μέρος του επαναστατικού μας προγράμματος η υποστήριξη του αγώνα του Καταλανικού λαού για να ελευθερωθεί από την κηδεμονία του αντιδραστικό ισπανικού κράτους, της σάπιας κυβέρνησης του PP και της αντιδημοκρατικής μοναρχίας που τους κληρονόμησε ο Φράνκο.

Και πάλι, η εμπειρία μας στην Καταλονία δείχνει ότι δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσουμε μια τέτοια συγκεχυμένη γλώσσα, προκειμένου να πείσουμε τα καλύτερα και πιο επαναστατικά στοιχεία των εργαζομένων και των νέων, πολλοί από τους οποίους αρχίζουν να κατανοούν την περιορισμένη και αντιδραστική φύση του αστικού και μικροαστικού εθνικισμού και να αναζητούν μία ριζοσπαστική, επαναστατική και ταξική εναλλακτική λύση.

Σε τελική ανάλυση, όλα τα ζητήματα – το ζήτημα της εθνικής καταπίεσης, ο αγώνας για τη χειραφέτηση των γυναικών, η καταπολέμηση του ρατσισμού – έχουν ταξικό χαρακτήρα. Αυτή είναι η θεμελιώδης διαχωριστική γραμμή που χωρίζει το μαρξισμό από τον εθνικισμό, τον φεμινισμό και κάθε άλλη εκδήλωση του αγώνα ενάντια στην καταπίεση.

Το κίνημα της 8ης Μαρτίου στην Ισπανία, μακριά από το να έρχεται σε αντίφαση με όσα γράψαμε πέρυσι, έρχεται να τονίσει ακριβώς αυτά τα σημεία. Το μαζικό κίνημα κατά της καταπίεσης των γυναικών έχει ένα τεράστιο επαναστατικό δυναμικό. Αλλά αυτό το δυναμικό μπορεί να εκφραστεί μόνο στο βαθμό που το κίνημα ξεπερνά τους στενούς περιορισμούς του αστικού και μικροαστικού φεμινισμού και συνδέεται με το γενικό κίνημα της εργατικής τάξης για να αλλάξει την κοινωνία. Καθήκον μας είναι να το βοηθήσουμε να κάνει την απαραίτητη μετάβαση.

Ενώ συμμετέχουμε ενεργά σε τέτοια κινήματα και προσπαθούμε να κερδίσουμε τα καλύτερα στοιχεία, θα πρέπει να αποδεικνύουμε τις βαθιές ταξικές διαχωριστικές γραμμές που υπάρχουν σε αυτά τα κινήματα, να βασιζόμαστε σε ότι είναι προοδευτικό σε αυτά, τη στιγμή που επικρίνουμε και αποκαλύπτουμε τα αστικά και μικροαστικά στοιχεία της ηγεσίας.

Διαβάστε το υπόλοιπο περιεχόμενο του κειμένου, όπως δημοσιεύθηκε τμηματικά, εδώ:

1ο μέρος

2ο μέρος

3ο μέρος

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα