Η χρεοκοπημένη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ επιχείρησε να περάσει με αιφνιδιαστικό τρόπο έναν πολυαναμενόμενο και προαγγελθέν από τους εγχώριους και ξένους καπιταλιστές νόμο για την αλλαγή του ισχύοντος συνδικαλιστικού νόμου, που κάνει ουσιαστικά αδύνατη την προκήρυξη απεργίας από τα πρωτοβάθμια σωματεία. Η Υπουργός Εργασίας, θέλησε να περάσει αυτές τις σοβαρές νομοθετικές αλλαγές, αργά το βράδυ της Δευτέρας 4 Δεκεμβρίου, ως τροπολογίες σ’ ένα άσχετο νομοσχέδιο αρμοδιότητας του Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, το οποίο προοριζόταν να κατατεθεί στη Βουλή την επόμενη μέρα, Τρίτη 5/12.

Η τροπολογία προβλέπει ότι, για να αποφασιστεί μία απεργία, χρειάζεται η θετική ψήφος του 50%+1 των εγγεγραμμένων μελών στο σωματείο. Αυτό σημαίνει ότι θα χρειάζεται ο υπερδιπλάσιος αριθμός εργαζομένων για την απόφαση απεργίας, καθώς, σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς, απαιτείται η πλειοψηφία από το 1/3 (στην πρώτη Γενική Συνέλευση) μέχρι το 1/5 (στην τρίτη Γενική Συνέλευση) των τακτοποιημένων οικονομικά μελών.

Αυτό το μέτρο θα κάνει εξαιρετικά δύσκολη, έως αδύνατη, τη λήψη μιας απόφασης για απεργία από τα πρωτοβάθμια σωματεία, καθώς η εργοδοτική τρομοκρατία αυξάνεται και οι διαρκείς πιέσεις από την κρίση κάνουν όλο και πιο δύσκολο για τους εργαζόμενους να συμμετάσχουν ενεργά και να λάβουν αποφάσεις για μια απεργία στο χώρο τους. Ακόμη πιο δύσκολη θα είναι η κήρυξη απεργίας από τα πρωτοβάθμια κλαδικά σωματεία, που περιλαμβάνουν μεγάλο αριθμό μελών σε διαφορετικές επιχειρήσεις.

Παράλληλα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι διακηρυγμένη πρόθεση των δανειστών να απαιτηθεί από την κυβέρνηση και η νομοθέτηση του «λοκ άουτ», δηλαδή της ανταπεργίας των εργοδοτών. Με αυτήν, δίνεται ένα πολύτιμο όπλο στη φαρέτρα του κεφαλαίου με το οποίο θα μπορεί να «λυγίζει» το εργατικό κίνημα με την απειλή της πείνας, κλείνοντας το εργοστάσιο ή την επιχείρηση μέχρι οι εργαζόμενοι να αποδεχθούν τις απαιτήσεις της εργοδοσίας για περισσότερες περικοπές.

Αυτά τα μέτρα, δεν είναι αφηρημένα κάποιες «εμμονές των δανειστών», αλλά αποτελούν ένα αναγκαίο όπλο για την αστική τάξη, η οποία χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερες περικοπές, ακόμη μεγαλύτερες επιθέσεις στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Η αστική τάξη γνωρίζει επίσης, ότι η παρούσα ύφεση των εργατικών αγώνων δεν θα διαρκέσει επ’ άπειρο και γι’ αυτό το λόγο προετοιμάζεται με κάθε δυνατό τρόπο.

Η ηγετική κλίκα του ΣΥΡΙΖΑ, για να παραμείνει γαντζωμένη στην εξουσία, είναι αποφασισμένη να πιει μέχρι τον πάτο το ποτήρι του εξευτελισμού, περνώντας μέτρα που καμία δεξιά κυβέρνηση της μεταπολίτευσης δεν είχε διανοηθεί να ψηφίσει. Βέβαια, όπως σωστά είχε δηλώσει ο Ιταλός μεγαλοβιομήχανος Τζιάνι Ανιέλι, «υπάρχει ένα είδος Αριστεράς που είναι πιο χρήσιμο από τη Δεξιά. Πρόκειται για εκείνη την Αριστερά που μπορεί να κάνει όλα όσα δεν θα μπορούσε να κάνει η Δεξιά».

Ωστόσο, η επίμαχη τροπολογία δεν κατατέθηκε για ψηφοφορία και η κυβέρνηση αναδιπλώθηκε το ίδιο βράδυ. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση, απέσυρε προσωρινά, ένα τόσο σημαντικό νομοσχέδιο, όχι λόγω μαζικών κινητοποιήσεων, αλλά απλά και μόνο μέσω της απειλής για μια αναιμική στάση εργασίας από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της αδυναμίας αυτής της κυβέρνησης. Το μόνο πράγμα που της επιτρέπει να διατηρείται στην εξουσία είναι η αντίστοιχα έντονη σημερινή φάση υποχώρησης του εργατικού κινήματος, που αποδείχθηκε και με την άμαζη και κατ’ ουσία, συμβολική κινητοποίηση που έγινε την Τρίτη από συνδικαλιστές και νεολαίους, κύρια του ΚΚΕ.

Τι είδους αγώνα χρειαζόμαστε

Το εργατικό κίνημα πρέπει να παλέψει με όλες του τις δυνάμεις ενάντια στην απόπειρα κατάργησης του δικαιώματος στην απεργία – ενός δικαιώματος κατακτημένου με αίμα και αγώνες. Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να γίνει από τη σημερινή συνδικαλιστική γραφειοκρατική ηγεσία που είναι – δικαίως – πλήρως απαξιωμένη στα πλατύτερα στρώματα των εργαζομένων. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να γίνει με μεθόδους πάλης που έχουν αποδείξει ότι είναι αναποτελεσματικές.

Η προκήρυξη άλλης μιάς 24ωρης γενικής απεργίας χωρίς σχέδιο για κλιμάκωση, είναι μία εγγυημένη συνταγή για μια περαιτέρω απογοήτευση των χιλιάδων αγωνιστών που θα την στηρίξουν. Οι πλατιές μάζες των εργαζομένων έχουν βγάλει το συμπέρασμα από την πείρα τους: οι δεκάδες 24ωρες, αποσπασματικές γενικές απεργίες από το ξέσπασμα της κρίσης δεν έχουν πετύχει ούτε μία νίκη, συνεπώς ούτε οι επόμενες μπορούν να έχουν αποτέλεσμα.

Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να δουν με ενθουσιασμό άλλη μία γενική απεργία στην οποία θα κληθούν να χάσουν ένα ακόμα μεροκάματο και να «παρελάσουν» για την τιμή των όπλων και μάλιστα, θα τους καλέσει να υπερασπιστούν το δικαίωμα στην απεργία με αυτόν τον αναποτελεσματικό τρόπο η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, που η ίδια έχει τόσο ευτελίσει το όπλο της απεργίας.

Φυσικά αυτή η στάση είναι αναμενόμενη από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, που παίζει το ρόλο του πράκτορα της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα και είναι ήδη απαξιωμένη στα μάτια των πλατύτερων στρωμάτων των εργαζομένων.

Αντίθετα, μια θεμελιωδώς διαφορετική στάση απαιτείται από τη συνδικαλιστική Αριστερά και ιδιαίτερα την πιο ισχυρή δύναμή της στους εργατικούς χώρους, δηλαδή τις δυνάμεις του ΚΚΕ. Όμως η ηγεσία του, παρά τις σωστές καταγγελίες κατά της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, μέχρι σήμερα δεν έχει προβάλει ένα πλάνο κλιμάκωσης των εργατικών αγώνων για την ανατροπή της λιτότητας και των μνημονίων. Μετά από 40 και πλέον γενικές απεργίες από την έναρξη της κρίσης οι εργαζόμενοι έχουν κουραστεί και απογοητευτεί από αυτές τις συμβολικές κινητοποιήσεις. Χρειάζονται ένα σχέδιο δράσης και μία ηγεσία αποφασισμένη να φτάσει μέχρι τέλους.

Επιπρόσθετα, στην περίοδο της πιο σοβαρής κρίσης στην ιστορία του καπιταλισμού, ο συνδικαλιστικός αγώνας, από μόνος του, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από τις πλατιές μάζες των εργαζομένων ως ικανός να λύσει τα προβλήματά τους. Σε συνθήκες μαζικής ανεργίας και διαρκούς επίθεσης στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, οι μεμονωμένες συνδικαλιστικές διεκδικήσεις και οι μεμονωμένοι συνδικαλιστικοί αγώνες δεν μπορούν να συσπειρώσουν και να κινητοποιήσουν μαζικά την εργατική τάξη. Οι εργαζόμενοι αναζητούν μία συνολική πολιτική λύση στα προβλήματα τους και ένα πρόγραμμα δράσης που θα στοχεύει στην επίτευξη της λύσης αυτής.

Οι εργαζόμενοι θα συσπειρωθούν με ενθουσιασμό σε έναν αγώνα που στοχεύει, όχι ενάντια στο ένα ή το άλλο μεμονωμένο μέτρο, αλλά στο να δοθεί μια συνολική πολιτική λύση στα προβλήματά τους – κάτι που δεν μπορεί να γίνει μέσα στα πλαίσια του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος. Χρειάζονται μία λύση εξουσίας και η μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να θέσει αυτό το στόχο σήμερα είναι η ηγεσία του ΚΚΕ, με την προβολή της ανάγκης για την άνοδο στην εξουσία μίας εργατικής κυβέρνησης με σοσιαλιστικό πρόγραμμα, που θα εθνικοποιήσει τα μεγάλα μονοπώλια και τις τράπεζες ώστε να εξασφαλίσει δουλειά, στέγη και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους. Μια τέτοια πολιτική, μετά από μια περίοδο σοβαρής και υπομονετικής προετοιμασίας, μπορεί να δώσει στα συνδικάτα νέα πνοή, να συσπειρώσει πλατιά στρώματα νέων εργαζομένων και να οδηγήσει σε ένα πραγματικά μαζικό και νικηφόρο εργατικό κίνημα.

Ηλίας Κυρούσης

Κοινοποιήστε