ΚΚΕ

Με την σύγκλιση Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ στις 23 Ιουνίου ολοκληρώθηκε η εκ νέου μελέτη και συγγραφή της Ιστορίας του Κόμματος, για την περίοδο από την ίδρυσή του το 1918 μέχρι τη λήξη του εμφυλίου το 1949. Πρόκειται για την περίοδο που αναλύεται στον Α’ Τόμο του «Δοκιμίου της Ιστορίας του ΚΚΕ» που ξεκίνησε να γράφεται επί ηγεσίας Χαρίλαου Φλωράκη. Αντίστοιχη διαδικασία σημαντικών αλλαγών σε βασικά σημεία της κομματικής ιστορίας είχε πραγματοποιηθεί και για τον Β’ Τόμο, που αφορά την περίοδο 1949-1968, το 2011.

Αυτή η επανεξέταση της επίσημης Ιστορίας του Κόμματος, που είχε δρομολογηθεί με αποφάσεις των πρόσφατων Συνεδρίων, εντάσσεται αναμφίβολα στη γενικότερη, απόλυτα σωστή, προγραμματική στροφή του ΚΚΕ κατά τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για μια στροφή που διαχωρίζει προγραμματικά το Κόμμα από το ρεφορμισμό και σηματοδοτεί την εγκατάλειψη των «λαϊκών μετώπων» και της «θεωρίας των σταδίων» – τη θεωρητική φόρμουλα με βάση την οποία τόσο η ηγεσία του ΚΚΕ όσο και συνολικά της Κομμουνιστικής Διεθνούς είχαν παραιτηθεί από την άμεση πάλη για την εξουσία και το σοσιαλισμό, από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 κι έπειτα. Σύμφωνα με την πολιτική του «λαϊκού μετώπου» και της «θεωρίας των σταδίων», πάντα προηγούταν της σοσιαλιστικής επανάστασης ένα ενδιάμεσο στάδιο (αντιφασιστικό – δημοκρατικό, αντιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό ή και αντιμνημονιακό κατά την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ τα προηγούμενα χρόνια) μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού.

Η εγκατάλειψη της πολιτικής αυτής που οδήγησε στην προδοσία και την ήττα όλων των επαναστατικών κινημάτων του περασμένου αιώνα, χαρακτηρίστηκε από την ίδια την ηγεσία του ΚΚΕ – και καθόλου αβάσιμα – ως μια διαδικασία «αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα» του κόμματος και φυσικά, χαιρετίστηκε από την Κομμουνιστική Τάση με μια σειρά άρθρων και αναλύσεων (διαβάστε εδώ την ανάλυσή μας για τις Θέσεις του 20ου Συνεδρίου).

Αλλαγές «διαζυγίου» από το ρεφορμισμό

Σε αυτήν την κατεύθυνση λοιπόν, η ΚΕ του ΚΚΕ στην εισήγησή της στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του Ιουνίου γράφει σχετικά με την επαναστατική περίοδο στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1940: «Η σημασία της περιόδου έγκειται στην εκτίμηση για διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης, δηλαδή ότι διαμορφώθηκαν αντικειμενικές συνθήκες, ώστε ο υποκειμενικός παράγοντας, το επαναστατικό εργατικό κίνημα, υπό την καθοδήγηση του ΚΚΕ, να σχεδιάσει και να οργανώσει επαναστατική εξέγερση, εργατική (προλεταριακή), σοσιαλιστική επανάσταση με στόχο την κατάκτηση της εξουσίας».

Βέβαια, οι συμφωνίες του Λιβάνου, της Καζέρτας και της Βάρκιζας είχαν ήδη χαρακτηριστεί εδώ και δεκαετίες από τις παλιότερες ηγεσίες του κόμματος ως «συμβιβαστικές» και «υποχωρητικές». Αλλά, καθώς αποτελούσαν απλά την αποκορύφωση μιας συνολικότερης πολιτικής – της πολιτικής των «λαϊκών μετώπων» και των «σταδίων», την οποία οι ηγεσίες εκείνες συνέχιζαν να υποστηρίζουν, οι συμφωνίες αυτές παρουσιάζονταν απλά ως επιμέρους λάθη μέσα σε μια γενικότερα σωστή πολιτική.

Αντίθετα, στην προαναφερθείσα εισήγηση της ΚΕ, ως αιτία περιγράφεται το «ότι το ΚΚΕ στρατηγικά ήταν εγκλωβισμένο στο στόχο της συνεργασίας με αστικές δυνάμεις». Αναφέρεται σωστά ότι η ρίζα του προβλήματος έγκειται στη γενικότερη στρατηγική του Κόμματος που προέκυψε από την 6η Ολομέλεια της ΚΕ το 1934 και το Συνέδριο του 1935, δηλαδή στην υιοθέτηση της «θεωρίας των σταδίων». Επίσης ορθά, εξηγείται ότι η υιοθέτηση της πολιτικής αυτής οφείλεται «και στη στρατηγική των σταδίων που επικράτησε ως γενική στρατηγική στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα (…) με τη μορφή αντιφασιστικών και στη συνέχεια αντιμονοπωλιακών κυβερνήσεων», δηλαδή στη γενικότερη πολιτική των «λαϊκών μετώπων» της ηγεσίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Στη συνέχεια, η εισήγηση της ΚΕ προχωρά σε μια ακόμα πιο αναλυτική εξέταση της περιόδου του «δεύτερου γύρου» του Εμφυλίου. Εκεί αναφέρεται πως, παρότι οι συνθήκες για την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη δεν ήταν το ίδιο ευνοϊκές με την περίοδο του 1944, η Ελλάδα συνέχιζε να βρίσκεται σε μια γενικότερη επαναστατική περίοδο, που η τότε ηγεσία απέτυχε να εκμεταλλευτεί σωστά. Τονίζεται ότι παρά την υιοθέτηση της μαχητικής μορφής πάλης του ένοπλου αγώνα, ο πολιτικός χαρακτήρας αυτής της πάλης δεν είχε ως στόχο την εργατική εξουσία αλλά αντιμετωπιζόταν «ως μαζική λαϊκή αυτοάμυνα και πίεση για “ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις”».

Παρατίθεται μάλιστα, χαρακτηριστική αλληλογραφία της τότε ΚΕ του ΚΚΕ με τους Μολότοφ και Δημητρόφ, στην οποία αποτυπώνεται η σφοδρή αντίθεση της ηγεσίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς στο ενδεχόμενο μετατροπής του ένοπλου αγώνα σε πάλη για την εργατική εξουσία. Η σημερινή ΚΕ ορθά χαρακτηρίζει ως λανθασμένη αυτήν την πολιτική, καθώς «ήταν υποδείξεις εναρμονισμένες με τη γενικότερη στρατηγική του αντιφασιστικού μετώπου, όπως είχε διαμορφωθεί και προωθούνταν σε μια σειρά από χώρες της Ευρώπης, με τη συμμετοχή ΚΚ σε αστικές μεταπολεμικές κυβερνήσεις (…)». Τέλος, μαζί με όλες αυτές τις σημαντικές αλλαγές στην Ιστορία του ΚΚΕ, πραγματοποιήθηκε και η «κομματική αποκατάσταση» του Άρη Βελουχιώτη στην οποία όμως θα αναφερθούμε σε ειδικό άρθρο.

Αναγκαία η συνέχεια της «αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα» του Κόμματος

Συμπερασματικά, με την επανεξέταση της επίσημης Ιστορίας του ΚΚΕ και τη συζήτηση που τη συνοδεύει, η ηγεσία του κόμματος υιοθετεί τη μαρξιστική ανάλυση για σημαντικά ζητήματα της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος και του κόμματός του – σε αντίθεση με τη ρεφορμιστική προσέγγιση που χαρακτήριζε παραδοσιακά την ηγεσία του κόμματος τις προηγούμενες δεκαετίες.

Ωστόσο, υπάρχουν μια σειρά αδυναμίες που εκφράζονται και μέσα από την προαναφερθείσα εισήγηση της ΚΕ στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, οι οποίες είναι αναγκαίο να διορθωθούν προκειμένου να υπάρξει μια πλήρης «αποκατάσταση του επαναστατικού χαρακτήρα» του κόμματος μπροστά στους μεγάλους ταξικούς αγώνες του μέλλοντος.

Μια ενδεικτική αδυναμία της τρέχουσας επανεξέτασης της ιστορίας του κόμματος αφορά το Μακεδονικό εθνικό ζήτημα. Στη σχετική ανακοίνωση της Κομμουνιστικής Τάσης αναλύεται η θέση που πρέπει κατά τη γνώμη μας να έχουν οι κομμουνιστές πάνω στο ζήτημα, καθώς και συνοπτικά η πορεία της πολιτικής του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος γι’ αυτό, οι ανά περιόδους λανθασμένες θέσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ ιστορικά κλπ.

Η βασικότερη αδυναμία όμως, είναι η ανεπαρκής εξήγηση για την επικράτηση της πολιτικής των «λαϊκών μετώπων» και της «θεωρίας των σταδίων» στην ηγεσία του ΚΚΣΕ, της Κομμουνιστικής Διεθνούς και των εθνικών ΚΚ, συμπεριλαμβανομένου του ΚΚΕ. Σε σχέση με το ΚΚΕ, η εισήγηση της ΚΕ θεωρεί την υιοθέτηση αυτής της πολιτικής αποτέλεσμα του συνδυασμού της επίδρασης που είχε στην ελληνική ηγεσία η αντίστοιχη θέση του ΚΚΣΕ και της ΚΔ και της λανθασμένης ανάλυσης για τη φύση του ελληνικού καπιταλισμού και της ελληνικής αστικής τάξης.

Ο λανθασμένος χαρακτηρισμός της ελληνικής αστικής τάξης «για πολλά χρόνια ως κομπραδόρικης με μειωμένη εθνική συνείδηση» ήταν φυσικά μια σοβαρή αδυναμία στην πολιτική των τότε ηγεσιών του ΚΚΕ. Όμως αυτή δεν αποτέλεσε βασική αιτία της υιοθέτησης της πολιτικής του «λαϊκού μετώπου», αλλά βασικό αποτέλεσμά της. Για πολλά χρόνια από την ίδρυσή του η ηγεσία του ΚΚΕ, ενώ υπογράμμιζε τα στοιχεία καθυστέρησης και εξάρτησης του ελληνικού καπιταλισμού, τόνιζε σωστά ότι η πάλη της εργατικής τάξης στην Ελλάδα πρέπει να έχει ως στόχο τη σοσιαλιστική επανάσταση – όπως σωστά υποστηρίζει και η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ ότι θα έπρεπε να συμβαίνει. Μόνο αργότερα, με την υιοθέτηση της πολιτικής του «λαϊκού μετώπου» άρχιζαν να υπερτονίζονται από την ηγεσία Ζαχαριάδη τα στοιχεία της καθυστερήσης και της υποτέλειας της ελληνικής αστικής τάξης, προκειμένου να δικαιολογηθεί η νέα πολιτική.

Αντίστοιχα και για την επικράτηση αυτής της πολιτικής στην Κομμουνιστική Διεθνή, δίνεται μια επίσης λανθασμένη εξήγηση. Παρ’ ότι τονίζεται ότι η πολιτική των «λαϊκών μετώπων» εφαρμόστηκε γενικευμένα απ’ όλα τα ΚΚ από τη δεκαετία του ‘30 κι έπειτα, υποστηρίζεται ότι η πηγή αυτής της λανθασμένης πολιτικής ήταν η τακτική του «ενιαίου μετώπου» που είχε υιοθετηθεί πάνω από δέκα χρόνια νωρίτερα, στο 3ο και 4ο Συνέδριο της ΚΔ. Σύμφωνα με την εισήγηση της ΚΕ στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, «στα επόμενα συνέδρια της ΚΔ, μέσα από μια αντιφατική πορεία εναλλαγών στη στάση απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία, σταδιακά αδυνάτιζε το μέτωπο απέναντί της (…)».

Με αυτόν τον τρόπο, τα «λαϊκά μέτωπα» εμφανίζονται ως συνέχεια της τακτικής του «ενιαίου μετώπου». Το «ενιαίο μέτωπο» παρουσιάζεται να προτάθηκε από τον Λένιν μόνο για περιπτώσεις όπου υπάρχουν μη επαναστατικές συνθήκες και μόνο για «περιορισμένους οικονομικούς και πολιτικούς στόχους», ενώ η τακτική των Μπολσεβίκων κατά το 1917 – όπου υπήρχαν ανοιχτά επαναστατικές συνθήκες – ήταν υποτίθεται διαμετρικά αντίθετη: «Σε επαναστατικές συνθήκες, το ΚΚ(μπ) εφάρμοσε γραμμή διαπάλης στα Σοβιέτ από το Φλεβάρη έως τον Οκτώβρη του 1917 απέναντι στους Μενσεβίκους, με στόχο να κατακτήσει την πλειοψηφία σε αυτά. Ομως, αυτές οι συνθήκες δεν έδωσαν ανάλογη πείρα και για τις νέες, μη επαναστατικές συνθήκες σε σειρά χωρών».

Όμως, το «ενιαίο μέτωπο» και το «λαϊκό μέτωπο» είναι δυο τελείως διαφορετικά πράγματα. Η τακτική του «ενιαίου μετώπου» είναι η τακτική της επιδίωξης της πλατύτερης δυνατής ταξικής ενότητας ενάντια στην επίθεση της αστικής τάξης με παράλληλο πολιτικό αγώνα των κομμουνιστών για το κέρδισμα της πλειοψηφίας της τάξης. Αυτή ακριβώς ήταν η βάση της τακτική των Μπολσεβίκων το 1917. Οι Μπολσεβίκοι, μπροστά στην αστική αντεπίθεση της απόπειρας πραξικοπήματος του Κορνίλοφ ενάντια στην Προσωρινή Κυβέρνηση τον Αύγουστο του ‘17, πρότειναν «ενιαίο μέτωπο» στους ρεφορμιστές Μενσεβίκους ενάντια στην αντεπανάσταση, ενώ παράλληλα διατήρησαν ακέραια την πολιτική κριτική απέναντι στην προδοτική τους στάση. Στην πραγματικότητα, μόνο έτσι κατάφεραν να κερδίσουν την υποστήριξη της πλειοψηφίας των εργατών, που ως τότε την απολάμβαναν οι Μενσεβίκοι.

Αντίθετα, η πολιτική του «λαϊκού μετώπου» αποτελεί μια πολιτική ταξικής συνεργασίας με την αστική τάξη, με σκοπό τον πολιτικό αφοπλισμό και την παράλυση της εργατικής τάξης. Είναι η πολιτική των Μενσεβίκων (και των λεγόμενων«παλιών» Μπολσεβίκων Κάμενεφ, Στάλιν κ.α) που συμμετείχαν στην Προσωρινή Κυβέρνηση μαζί με τη «δημοκρατική μερίδα» της αστικής τάξης, την οποία πολέμησε ο Λένιν με τις «Θέσεις του Απρίλη».

Επομένως, η «μετακίνηση» της ηγεσίας της ΚΔ από το λενινιστικό «ενιαίο μέτωπο» στο μενσεβίκικο «λαϊκό μέτωπο», δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να έγινε ομαλά, στη βάση μια απλής συσσώρευσης μικρο-λαθών και λανθασμένων εκτιμήσεων. Παρεμπιπτόντως, η «αντιφατική πορεία εναλλαγών στη στάση απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία» που αναφέρει η εισήγηση της ΚΕ ότι μεσολάβησε μεταξύ των δυο πολιτικών της ΚΔ, ήταν στην πραγματικότητα η υιοθέτηση της εγκληματικά σεχταριστικής πολιτικής της «Τρίτης Περιόδου» που έγινε εν μέσω της Γερμανικής επανάστασης και ουσιαστικά μαζί με την οπορτουνιστική πολιτική της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας την οδήγησαν στην καταστροφή και άνοιξαν το δρόμο για τη νίκη του Χίτλερ.

Ποια είναι επομένως η αιτία της επικράτησης της πολιτικής του «λαϊκού μετώπου» στην ΚΔ; Είναι ακριβώς αυτή που εξήγησαν και ανέλυσαν μαρξιστικά διεθνώς και στην Ελλάδα, οι βασικότεροι και συνεπέστεροι πολέμιοι αυτής της παραλλαγής του μενσεβικισμού, δηλαδή ο Λέον Τρότσκι και η Αριστερή Αντιπολίτευση της ΚΔ και ο Παντελής Πουλιόπουλος και η μαρξιστική αντιπολίτευση του ΚΚΕ: η πολιτική του «λαϊκού μετώπου» ήταν η πλέον κατάλληλη πολιτική για τη συντηρητική γραφειοκρατική κάστα που αναδείχθηκε στην εξουσία στην ΕΣΣΔ με πολιτικό εκφραστή τον Στάλιν. Αυτό το προνομιούχο στρώμα, αναδείχθηκε στην εξουσία στη βάση της απομόνωσης της επανάστασης στη Ρωσία, σε μια οικονομικά καθυστερημένη, μισο-αγροτική και τσακισμένη από τον πόλεμο χώρα. Βάση των προνομίων της γραφειοκρατίας αποτελούσε ο από πλευράς της σφετερισμός της εξουσίας από την αποκαμωμένη ρωσική εργατική τάξη μέσα σε συνθήκες ήττας του διεθνούς επαναστατικού κινήματος.

Κατ’ αντανάκλαση της συντηρητικής της φύσης, επέλεξε τη «συμφιλίωση» με τις αστικές τάξεις της Δύσης. Η πολιτική του «λαϊκού μετώπου» στηριζόταν στην αυταπάτη ότι οι καπιταλιστές της Δύσης θα μπορούσαν να παραιτηθούν από την απόπειρα για μια καπιταλιστική παλινόρθωση στη Ρωσία – κάτι που θα έβαζε τέλος και στα προνόμια της σοβιετικής γραφειοκρατίας – αν έπαιρναν ως αντάλλαγμα την εγγύηση πως η σοβιετική γραφεικρατία με τη σειρά της, υιοθετώντας την πολιτική του «λαϊκού μετώπου», δεν επιδιώκει τη σοσιαλιστική επανάσταση στις χώρες τους. Άλλωστε, η γραφειοκρατία έτρεμε μπροστά στο ενδεχόμενο ανάδειξης μιας γνήσιας εργατικής δημοκρατίας μετά από μια νικηφόρα επανάσταση σε κάποια άλλη χώρα, η οποία θα αποτελούσε ζωντανό παράδειγμα για την εργατική τάξη της Σοβιετικής Ένωσης.

Παράλληλα, για να υιοθετηθεί αυτή η πλήρως αντι-μαρξιστική, μενσεβίκικη πολιτική από το μπολσεβίκικο κόμμα και την Κομμουνιστική Διεθνή μετά το θάνατο του Λένιν, ήταν απαραίτητο η σοβιετική γραφειοκρατία να διαρρήξει κάθε σχέση με τις μεθόδους του Λένιν κατά την εσωκομματική πολιτική συζήτηση και να συκοφαντήσει, να διαγράψει, να εξορίσει και να δολοφονήσει τους υποστηρικτές του γνήσιου Μπολσεβικισμού – Λενινισμού. Όμως, στα γραπτά και τις αναλύσεις τους – και πάνω απ’ όλα στο έργο του Λέον Τρότσκι – κάθε αγωνιστής και αγωνίστρια που αντιλαμβάνεται την ορθότητα της εγκατάλειψης της πολιτικής του «λαϊκού μετώπου» και της ιστορικής κληρονομιάς του από το ΚΚΕ, θα βρει ακλόνητα και στέρεα θεμέλια για τον πολιτικό εξοπλισμό του αγώνα για την εργατική εξουσία και το σοσιαλισμό.

Πάτροκλος Ψάλτης