Τα τελευταία χρόνια, πάνω στο σαθρό έδαφος του ευρισκόμενου σε κρίση καπιταλισμού, βλέπουμε την αναζωπύρωση του εθνικού ζητήματος σε μια σειρά από χώρες. Όσο αυτό το έδαφος συνεχίζει να υπάρχει κάτω από τα πόδια μας, το εθνικό ζήτημα είναι πιθανό να εμφανιστεί σε διάφορες περιοχές του πλανήτη με έντονο τρόπο. Είναι ένα ζήτημα που μπορεί να αποκτήσει σημασία στην ταξική πάλη το επόμενο διάστημα. Το είδαμε αυτό πολύ παραστατικά με την περίπτωση της Καταλονίας, που βρίσκεται στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων από τις αρχές του περασμένου Σεπτέμβρη. Τους τελευταίους μήνες, γινόμαστε μάρτυρες της μακράν μεγαλύτερης πολιτικής κρίσης στην Ισπανία, από την αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας πριν από περίπου 40 χρόνια. Αυτοί οι παράγοντες γεννούν την αναγκαιότητα να ασχοληθούμε ενδελεχώς με τις πρόσφατες εξελίξεις στην Καταλονία και να βγάλουμε τα συμπεράσματα που απορρέουν από αυτές.

Το ιστορικό υπόβαθρο του εθνικού ζητήματος στην Καταλονία

Η δεσποτική Ισπανική Αυτοκρατορία στηριζόταν σε έναν τεράστιο και κοστοβόρο στρατιωτικό και γραφειοκρατικό μηχανισμό, ο οποίος προέκυψε σαν αποτέλεσμα των συνεχόμενων πολέμων, στους οποίους εμπλεκόταν η Ισπανική Αυτοκρατορία κατά την περίοδο του Μεσαίωνα. Το 19ο αιώνα, οι αστοί φιλελεύθεροι προσπάθησαν να εκσυγχρονίσουν τη χώρα και να εκκαθαρίσουν τα μεσαιωνικά κατάλοιπα. Αυτό, όμως, το έκαναν όχι στηριζόμενοι στις μάζες, όπως συνέβη στις μεγάλες αστικές επαναστάσεις, αλλά χρησιμοποιώντας βοναπαρτιστικές μεθόδους στηριζόμενοι στον στρατό και τη γραφειοκρατία, που κληρονόμησαν από τη φεουδαρχία.

Παράλληλα, η ενοποίηση του ισπανικού έθνους επιβλήθηκε βίαια, και όχι σε δημοκρατική βάση ή στη βάση της οικονομικής ανάπτυξης. Υπήρχαν έντονες προστριβές μεταξύ της πιο «μοντέρνας» και ανερχόμενης καταλανικής αστικής τάξης, που επένδυε κατά κύριο λόγο στη βιομηχανία, και της πιο οπισθοδρομικής καστιγιάνικης αστικής τάξης, που ασχολείτο με πιο παρασιτικές δραστηριότητες. Για παράδειγμα, οι μεν Καταλανοί αστοί επιθυμούσαν υψηλότερους δασμούς, για να προστατεύσουν τις βιομηχανίες τους από τον εξωτερικό ανταγωνισμό, οι δε Καστιγιάνοι αστοί χαμηλότερους για την εξαγωγή κατά κύριο λόγο αγροτικών προϊόντων. Παραδοσιακά, στις διαφορές που προέκυπταν μεταξύ των δύο αστικών τάξεων, επικρατούσαν οι Καστιγιάνοι αστοί μέσω του ελέγχου τους στον κρατικό μηχανισμό. Αυτό το γεγονός αποτελεί και ιστορικά τη βάση του εθνικού ζητήματος στην Καταλονία.

Οι Καταλανοί αστοί, από τη μεριά τους, παραδοσιακά χρησιμοποιούν τον καταλανικό εθνικισμό, με σκοπό να ενισχύσουν τη θέση τους εντός του ισπανικού κράτους και προσπαθώντας να αποσπάσουν παραχωρήσεις από την κεντρική κυβέρνηση. Πάντα, όμως, προσπαθούσαν να αποφύγουν τη μετωπική σύγκρουση με το ισπανικό κράτος, λόγω του ότι αφενός εξαρτώνται οικονομικά σε μεγάλο βαθμό από την ισπανική αγορά και, αφετέρου, ο μεγάλος τους αντίπαλος είναι η εργατική τάξη και όχι η ισπανική άρχουσα τάξη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, που δείχνει γλαφυρά την στάση των Καταλανών αστών, αποτελούν τα γεγονότα του 1917. Πιο συγκεκριμένα, ο Καταλανός φιλελεύθερος αστός Κάμπο προσπάθησε να οργανώσει συντακτική εθνοσυνέλευση με σκοπό τη δημοκρατική μεταρρύθμιση και την καταλανική αυτονομία ενάντια στο δεσποτικό ισπανικό καθεστώς. Για να πετύχει το σκοπό του, προσπάθησε να εμπλέξει και το εργατικό κίνημα, καλώντας σε γενική απεργία και ξεκινώντας διαπραγματεύσεις με τα σοσιαλιστικά και αναρχοσυνδικαλιστικά συνδικάτα. Στις προετοιμασίες τις απεργίας φάνηκε ότι αυτή αποκτά μαζική απήχηση. Οι φιλελεύθεροι άρχισαν να αναδιπλώνονται, βλέποντας ότι η κατάσταση μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχό τους. Οι φιλελεύθεροι και εθνικιστές υποστηρικτές του Κάμπο πρόδωσαν τους εργάτες και παράτησαν το εγχείρημα της συντακτικής εθνοσυνέλευσης. Όταν έγινε η απεργία, την αποκήρυξαν και υποστήριξαν τη βίαιη κρατική καταστολή, η οποία είχε ως αποτέλεσμα εκατοντάδες θανάτους. Όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος ο Κάμπο στα απομνημονεύματά του, μπροστά στον κίνδυνο του μπολσεβικισμού «το ζήτημα της ελευθερίας έπρεπε να αναβληθεί για ορισμένο διάστημα».

Ο ρόλος της δικτατορίας του Φράνκο και του μεταδικτατορικού καθεστώτος

Στην Ισπανία δεν έγινε ποτέ γνήσια αστικοδημοκρατική επανάσταση. Ακόμα και σήμερα, δεν έχουν επιλυθεί θεμελιώδη αστικοδημοκρατικά ζητήματα, όπως η κατάργηση της μοναρχίας, ο διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας και η εκκαθάριση των φρανκικών υπολειμμάτων από τον κρατικό μηχανισμό.

Το πιο πιεστικό, όμως, από αυτά τα εκκρεμή αστικοδημοκρατικά ζητήματα είναι το εθνικό. Όλες οι εθνικές μειονότητες της Ισπανίας, και ιδιαίτερα οι Καταλανοί, οι Βάσκοι και οι Γαλιθιανοί, παραδοσιακά, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, υφίστανται καταπίεση από τις απαρχές του ισπανικού κράτους. Η καταπίεση αυτή εντάθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο. Χαρακτηριστικά, αναφέρουμε ότι η χρήση των άλλων γλωσσών, που ομιλούνται στην ισπανική επικράτεια πλην της καστιγιάνικης, ήταν παράνομη ακόμη και στις καθημερινές συζητήσεις των ανθρώπων.

Το Σύνταγμα του 1978, μετά την αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας, δεν αποτελεί τομή αλλά συνέχεια του καθεστώτος του Φράνκο. Το σύνταγμα αυτό προέκυψε μετά από συμφωνία του παλιού καθεστώτος με τους ηγέτες των δύο μαζικών εργατικών κομμάτων, του κομμουνιστικού και του σοσιαλιστικού. Η συμφωνία αυτή περιείχε την ατιμωρησία των ενόχων για τα εγκλήματα της δικτατορίας, της οποίας ο κρατικός μηχανισμός διατηρήθηκε, την επιβολή της μοναρχίας και της ισπανικής σημαίας – και τα δύο σύμβολα του καθεστώτος του Φράνκο – και την άρνηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης για τις καταπιεσμένες εθνότητες. Για να κατανοηθεί καλύτερα αυτό, αναφέρουμε ότι το δεύτερο άρθρο του Συντάγματος του 1978 μιλάει για την «αδιαίρετη ενότητα του ισπανικού έθνους», ενώ ένα άλλο καθιστά σαφές ότι η ενότητα αυτή «είναι εγγυημένη από τις ένοπλες δυνάμεις».

Η τρομακτική καταπίεση της δικτατορίας δημιούργησε ισχυρές φυγόκεντρες τάσεις για τις καταπιεσμένες εθνότητες. Παρότι με την πτώση της δικτατορίας παραχωρήθηκε κάποια σχετική αυτονομία σε αυτές, ποτέ δεν τους προσφέρθηκε η δυνατότητα να αποφασίσουν ποια θα είναι η σχέση τους με το ισπανικό κράτος.

Η αναζωπύρωση του εθνικού ζητήματος στην Καταλονία

Τον Ιούνιο του 2006 εγκρίνεται με δημοψήφισμα η διεύρυνση του καθεστώτος αυτονομίας της Καταλονίας. Το νέο καταστατικό (Estatut) ψηφίζεται τόσο από την καταλανική όσο και την ισπανική βουλή, με κυβέρνηση PSOE και πρωθυπουργό τον Θαπατέρο, εκείνη την περίοδο. Παρόλα αυτά, τον Ιούνιο 2010 καταργούνται 14 από τα 223 άρθρα του Estatut με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ισπανίας, μετά από προσφυγή του νυν Ισπανού πρωθυπουργού, Μαριάνο Ραχόι.

Σαν συνέπεια της κρίσης του καπιταλισμού, συσσωρεύεται οργή και αγανάκτηση στους κόλπους της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων και αναπτύσσεται το γνωστό κίνημα των αγανακτισμένων στην Ισπανία. Τον Ιούνιο του 2011, μια συγκέντρωση των αγανακτισμένων περικυκλώνει το καταλανικό κοινοβούλιο και αναγκάζει τον τότε πρόεδρο της καταλανικής κυβέρνησης, Αρτούρ Μας, να διαφύγει με ελικόπτερο. Ο Μας υποστήριξε ότι η οργή των Καταλανών για την κρίση πρέπει να στραφεί προς τη Μαδρίτη. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε σημείο καμπής και αφετηρία για τη δημιουργία ενός μαζικού αποσχιστικού κινήματος στην Καταλονία.

Έκτοτε, το αυτονομιστικό κίνημα στην Καταλονία αναπτύσσεται σταθερά. Το 2011, το 15-20% του καταλανικού πληθυσμού ήταν υπέρ της ανεξαρτησίας. Το 2015, το αντίστοιχο ποσοστό ξεπέρασε το 40%. Ταυτόχρονα, η πλειοψηφία της νεολαίας, γύρω στο 60%, ήταν υπέρ της ανεξαρτησίας, καθώς επίσης και το 55-60% εκείνων που κατατάσσουν εαυτούς στα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Επίσης, σταθερά γύρω στο 80% του καταλανικού πληθυσμού τάσσεται υπέρ της έκφρασης του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση.

Στο μεσοδιάστημα, το Νοέμβριο του 2014, διενεργήθηκε συμβουλευτικό δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Καταλονίας. Το 80% των συμμετεχόντων ψήφισε υπέρ της ανεξαρτησίας, ωστόσο, η συμμετοχή ήταν κάτω από 40%. Επίσης, οι καταλανικές εκλογές του 2015 μετατράπηκαν σε ένα άτυπο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία. Σε αυτές σχηματίζεται για πρώτη φορά αυτονομιστική κυβέρνηση, υπό τον πρώην δήμαρχο της Χιρόνα, Κάρλες Πουτζδεμόν. Όμως, παρότι τα κόμματα υπέρ της ανεξαρτησίας κέρδισαν την πλειοψηφία των εδρών στο καταλανικό κοινοβούλιο – και συγκεκριμένα τις 72 από τις 135 – πήραν αθροιστικά το 48,8% των ψήφων, δηλαδή όχι την πλειοψηφία τους.

Η ταξική σύνθεση του αυτονομιστικού κινήματος

Είναι αλήθεια ότι το αυτονομιστικό κίνημα στην Καταλονία δεν έχει ομοιογενή ταξική σύνθεση. Μάλιστα, είναι επίσης αλήθεια ότι σε αυτό συμμετέχουν και ηγούνται κατά κύριο λόγο τα μικροαστικά στρώματα, κάποια ανώτερα στρώματα της εργατικής τάξης και ο πληθυσμός της καταλανικής επαρχίας. Δεν είναι τυχαίο ότι, σε σχετικές δημοσκοπήσεις, διαπιστώθηκε ότι υπέρ της ανεξαρτησίας ήταν κατά κύριο λόγο άνθρωποι με μεσαία και ανώτερα εισοδήματα, ενώ κατά ήταν κυρίως άνθρωποι με χαμηλότερα εισοδήματα.

Από κει και πέρα, υπάρχει η άποψη, την οποία μεταξύ άλλων υποστηρίζει και η ηγεσία του ΚΚΕ, ότι η σύγκρουση Βαρκελώνης-Μαδρίτης είναι μια ενδοαστική σύγκρουση. Αυτό έχει μια δόση αλήθειας, καθώς ως τέτοια ξεκίνησε αρχικά, με τους Καταλανούς αστούς να θέλουν να εκτρέψουν, όπως είδαμε, τη λαϊκή οργή από τους ίδιους. Επίσης, είναι αλήθεια ότι γίνεται και έντονη αστική προπαγάνδα υπέρ της ανεξαρτησίας, την οποία ασπάζεται και ένα τμήμα του αυτονομιστικού κινήματος και των καθημερινών ανθρώπων. Πρέπει να έχουμε υπόψιν μας ότι η Καταλονία είναι η πλουσιότερη περιφέρεια της Ισπανίας, κατέχοντας το 19% του εθνικού ΑΕΠ και την ισχυρότερη βιομηχανία στη χώρα, παρότι ο πληθυσμός της αποτελεί το 16% του συνολικού πληθυσμού της Ισπανίας. Παράλληλα, η Καταλονία πληρώνει τους μεγαλύτερους φόρους από κάθε άλλη ισπανική περιφέρεια, χωρίς τα κονδύλια που παίρνει από την κεντρική κυβέρνηση να είναι αντίστοιχα. Αυτό αποτελεί τη βάση της αστικής προπαγάνδας, σύμφωνα με την οποία οι Καταλανοί «δεν είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν για τους τεμπέληδες Ανδαλουσιανούς». Αυτό, όμως, είναι η μία όψη του νομίσματος και δε λέει όλη την αλήθεια, όπως θα δούμε παρακάτω.

Από τη μεριά της, η εργατική τάξη δεν έχει ενιαία στάση σε αυτό το ζήτημα. Ένα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης στη Βαρκελώνη και τις άλλες πόλεις της Καταλονίας αποτελείται από εσωτερικούς μετανάστες από άλλες περιοχές της Ισπανίας, οι περισσότεροι εκ των οποίων αισθάνονται είτε Ισπανοί, είτε εξίσου Καταλανοί και Ισπανοί. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, παραδοσιακά, η πλειοψηφία της εργατικής τάξης της Καταλονίας να είναι κατά της ανεξαρτησίας ή, έστω, αδιάφορη για αυτό το ζήτημα.

Το πολιτικό σκηνικό και η στάση των κομμάτων

Την καταλανική κυβέρνηση – μέχρι πρόσφατα – ήλεγχε ο συνασπισμός Junts pel Si (Μαζί για το Ναι), αποτελούμενος από τα PDeCAT (Δημοκρατικό Καταλανικό Ευρωπαϊκό Κόμμα) και ERC (Ρεπουμπλικανική Αριστερά της Καταλονίας). Η κυβέρνηση αυτή ήταν μια κυβέρνηση μειοψηφίας, που στηριζόταν στην ανοχή του CUP (Υποψηφιότητα της Λαϊκής Ενότητας). Αυτά τα 3 κόμματα είναι και εκείνα που τάσσονταν υπέρ της καταλανικής ανεξαρτησίας. Όλα τα άλλα κόμματα, που συναπαρτίζουν το καταλανικό κοινοβούλιο και υπάρχουν και σε πανεθνικό επίπεδο, δηλαδή το PP (Λαϊκό Κόμμα), οι Ciudadanos (Πολίτες), το PSOE (Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα) και οι Unidos Podemos (ο συνασπισμός Ενωμένης Αριστεράς και Podemos), είναι κατά της ανεξαρτησίας.

Το PDeCAT είναι ο διάδοχος του CDC (Δημοκρατική Σύγκλιση της Καταλονίας), του παραδοσιακού κόμματος της καταλανικής αστικής τάξης. Προέκυψε σαν διάσπαση του CDC, όταν αυτό απαξιώθηκε πλήρως στα μάτια των λαϊκών μαζών, μετά από μια σειρά σκανδάλων διαφθοράς. Το ERC είναι ένα κεντροαριστερό, μικροαστικό κόμμα, το οποίο το τελευταίο διάστημα είχε αναπτύξει αρκετά ριζοσπαστική ρητορική και έχει υπό την ηγεσία του, κατά κύριο λόγο, το αυτονομιστικό κίνημα. Το CUP είναι ένα αριστερό αντικαπιταλιστικό κόμμα, το οποίο έδωσε ανοχή στην καταλανική κυβέρνηση, λόγω της δημόσιας προθυμίας της να διεξαχθεί δημοψήφισμα για την αυτοδιάθεση και της θέσης της υπέρ της ανεξαρτησίας. Δυστυχώς, στο πλαίσιο αυτό, και για να μην «σπάσει» αυτή η άτυπη συμμαχία πριν από το δημοψήφισμα, είχε υπερψηφίσει και τον προϋπολογισμό λιτότητας της καταλανικής κυβέρνησης.

Από κει και πέρα, τα δύο κεντροδεξιά κόμματα, το PP και οι Ciudadanos, όπως ήταν αναμενόμενο ήταν κατά τόσο της καταλανικής ανεξαρτησίας όσο και της διεξαγωγής σχετικού δημοψηφίσματος. Το PSOE ήταν επίσης κατά του δημοψηφίσματος και της ανεξαρτησίας αλλά με μια πιο «διαλλακτική» στάση – με υποκριτικό, βέβαια, τρόπο. Στη ρητορική του εναντιώθηκε στα σκληρά κατασταλτικά μέτρα της κυβέρνησης Ραχόι και καλούσε σε «διάλογο» Βαρκελώνης και Μαδρίτης. Οι Unidos Podemos, πιστοί στην αστική νομιμότητα, υιοθέτησαν τη ρεφορμιστική, ηττοπαθή και ουτοπική θέση να διεξαχθεί δημοψήφισμα για την αυτοδιάθεση, το οποίο όμως δεν πρέπει να είναι μονομερές αλλά κοινά συμφωνηθέν. Μάλιστα, ο Πάμπλο Ιγκλέσιας, επικεφαλής των Podemos, όταν προκηρύχθηκε μονομερώς το καταλανικό δημοψήφισμα, δήλωσε ότι «αν ήμουν Καταλανός, δε θα ψήφιζα». Ωστόσο, οι αριστερές πτέρυγες τόσο των Podemos όσο και της Ενωμένης Αριστεράς υποστήριζαν το δημοψήφισμα. Ιδιαίτερα οι καταλανικές τους οργανώσεις, οι οποίες από κάποιο σημείο και μετά ήρθαν σε ρήξη με τις εθνικές τους ηγεσίες.

Προκήρυξη του δημοψηφίσματος και κρατική καταστολή

Στις 6 Σεπτέμβρη, συνεδριάζει το καταλανικό κοινοβούλιο και αποφασίζει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την απόσχιση της Καταλονίας από την Ισπανία, την 1η του Οκτώβρη. Την επόμενη μέρα, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ισπανίας κρίνει αντισυνταγματικό και ακυρώνει το σχετικό νόμο που ενέκρινε το καταλανικό κοινοβούλιο. Τις επόμενες μέρες ξεκινάει ένα ντεμαράζ καταστολής από το ισπανικό κράτος, με σκοπό την αποτροπή του δημοψηφίσματος, και μαζικές διαδηλώσεις και πολιτική ανυπακοή από τις καταλανικές μάζες.

Πιο συγκεκριμένα, στις 11 Σεπτέμβρη, 1 εκατομμύριο Καταλανοί πλημμυρίζουν τους δρόμους της Βαρκελώνης, για να τιμήσουν την «Ντιάντα», την εθνική ημέρα της Καταλονίας, και τη μετατρέπουν σε διαδήλωση υπέρ της καταλανικής ανεξαρτησίας. Τις επόμενες μέρες, η ισπανική κυβέρνηση απαντά, αναλαμβάνοντας η ίδια την εφαρμογή του καταλανικού προϋπολογισμού, για να εξασφαλιστεί ότι δε θα διατεθούν πόροι για τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, αλλά και τη διεύθυνση της καταλανικής αστυνομίας, κατά παράβαση του καθεστώτος αυτονομίας της Καταλονίας.

Άξια αναφοράς σε αυτή τη διαδήλωση είναι και η συμμετοχή του CUP. Το βασικό του σύνθημα ήταν «αυτοδιάθεση, ανεξαρτησία, σοσιαλισμός και φεμινισμός», ενώ το μπλοκ του απαρτιζόταν συντριπτικά από νεολαίους, με μέσο όρο ηλικίας αρκετά κάτω από τα 30 έτη. Η εκ των ηγετών του CUP και μέλος του καταλανικού κοινοβουλίου, Άννα Γκάμπριελ, άρχισε την ομιλία της με τη φράση «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα», έκανε αυτοκριτική για το ότι το CUP υπερψήφισε τον καταλανικό προϋπολογισμό και κριτική στους Podemos για την ασυνεπή στάση τους, ενώ τόνισε την ανάγκη σύνδεσης του αγώνα για την αυτοδιάθεση με την πάλη για το σοσιαλισμό. Μάλιστα, η κεντρική προεκλογική αφίσα του CUP για το δημοψήφισμα είναι εμπνευσμένη από ένα σοβιετικό πόστερ λίγο καιρό μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, που απεικόνιζε τον Λένιν να «σκουπίζει» από τον πλανήτη τους ιμπεριαλιστές. Πιο συγκεκριμένα, απεικονίζεται μια γυναίκα να «σκουπίζει» από το χάρτη της Καταλονίας το βασιλιά, τον Ραχόι και τους ιδιοκτήτες των τραπεζών, με κεντρικό σύνθημα «Escobrem los» – «Να τους διώξουμε όλους».

Γύρω στους 10.000 άνδρες των ΜΑΤ και της Εθνοφυλακής στέλνονται στη Βαρκελώνη από την υπόλοιπη Ισπανία και λαμβάνονται μια σειρά από μέτρα καταστολής. Αυτά περιλαμβάνουν ποινικές διώξεις απέναντι σε μέλη του καταλανικού κοινοβουλίου, που επιτρέπουν τη συζήτηση για το σχετικό νόμο, και σε αρκετούς από τους περίπου 750 – από τους 948 συνολικά – δημάρχους της Καταλονίας, που δήλωσαν ότι θα συνδράμουν στη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, απαγόρευση της δημόσιας συζήτησης για το δημοψήφισμα, κατάσχεση περισσότερων από 100.000 προεκλογικών αφισών και αρκετά ακόμα παρεμφερή μέτρα.

Στις 18 Σεπτέμβρη, μάλιστα, οι ισπανικές αστυνομικές δυνάμεις ξεκινούν να πραγματοποιούν εφόδους σε κρατικά κτίρια και τοπικά υπουργεία της Καταλονίας και συλλαμβάνουν 14 Καταλανούς αξιωματούχους μέχρι τις 20 Σεπτέμβρη. Χιλιάδες Καταλανοί βγαίνουν στους δρόμους της Βαρκελώνης, στις 20 Σεπτέμβρη, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τις συλλήψεις και τις επιχειρήσεις της ισπανικής αστυνομίας, με βασικά τους συνθήματα «σταματήστε τη δικτατορία» και «θέλουμε να ψηφίσουμε».

Η ακραία καταστολή εκ μέρους του ισπανικού κράτους είχε σαν αποτέλεσμα τη μεταστροφή πολλών ανθρώπων στην κατεύθυνση της υποστήριξης της ανεξαρτησίας. Η ψήφος στο δημοψήφισμα πλέον αντιμετωπιζόταν από τις καταλανικές μάζες περισσότερο ως ψήφος για τη δημοκρατία, παρά ως ψήφος για την ανεξαρτησία. Επίσης, άρχισαν να κάνουν και την εμφάνισή τους οι επιτροπές υπεράσπισης του δημοψηφίσματος. Οι επιτροπές αυτές, που είχαν κατά κύριο λόγο εργατική σύνθεση, άρχισαν να ξεφυτρώνουν η μία μετά την άλλη και να μαζικοποιούνται το τελευταίο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη σε γειτονιές, συνοικίες και πανεπιστημιακές σχολές σε όλη την επικράτεια της Καταλονίας. Παράλληλα, συνεχίστηκαν οι κινητοποιήσεις και οι διαδηλώσεις στη Βαρκελώνη και τις άλλες περιοχές της Καταλονίας. Αλληλέγγυοι με τους διαδηλωτές στάθηκαν και οι πυροσβέστες της περιοχής, καθώς και οι λιμενεργάτες, οι οποίοι μποϊκόταραν την άφιξη πλοίων που μετέφεραν αστυνομικούς στην Καταλονία.

Στις 27 Σεπτέμβρη, 5 μέρες πριν από το δημοψήφισμα, η τοπική αστυνομία λαμβάνει εντολές από την εισαγγελία της Ισπανίας να αποκλείσει τα σημεία, που είχαν επιλεγεί ως εκλογικά κέντρα, και να απαγορευτεί η είσοδος σε αυτά. Η επιχείρηση θα έπρεπε να ξεκινήσει την Παρασκευή 29 Σεπτέμβρη, αμέσως μετά τη λήξη του ωραρίου μαθημάτων, και να λήξει την επόμενη μέρα επιτυχώς. Ως αντίδραση σε αυτή την απόφαση, πάνω από 10.000 μαθητές και φοιτητές κατέκλυσαν τους δρόμους της Βαρκελώνης στις 28 Σεπτέμβρη, με σύνθημα την κατάληψη των σχολείων και των πανεπιστημίων σε συνεργασία με την τοπική κοινότητα και τις επιτροπές υπεράσπισης του δημοψηφίσματος, ώστε να επιτευχθεί η διεξαγωγή του. Επίσης, κάθε βράδυ στις 22:00, οι άνθρωποι στη Βαρκελώνη βγαίνουν στα μπαλκόνια τους και κάνουν θόρυβο, χτυπώντας κατσαρολικά ως ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στην καταστολή του ισπανικού κράτους.

Τα συνδικάτα CGT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας), CSC (Κοινοπραξία Ιατρικής και Κοινωνικής Περίθαλψης), IAC (Εναλλακτική Διασυνδικαλιστική Οργάνωση Καταλονίας) και άλλα μικρότερα συνδικάτα αρχικά προσανατολίζονταν στην προκήρυξη γενικής απεργίας διαρκείας, από τις 3 ως τις 9 του Οκτώβρη. Τελικά, αποφάσισαν να προκηρύξουν 24ωρη γενική απεργία στις 3 Οκτώβρη. Υπέρ της απεργίας τάχθηκαν το CUP και η καταλανική οργάνωση των Podemos. Ωστόσο, τα δύο μεγαλύτερα συνδικάτα στην Καταλονία, το UGT (Γενική Ένωση Εργαζομένων) και το CCOO (Εργατικές Επιτροπές), δεν παρείχαν την στήριξή τους, παρά μόνο μετά από διαβουλεύσεις και συμφωνία με την καταλανική κυβέρνηση. Μάλιστα, το έκαναν αυτό, διακηρύσσοντας ότι δεν πρόκειται για γενική απεργία, αλλά για «εθνική στάση εργασίας», και ότι οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα θα πρέπει να συμμετάσχουν κατόπιν συνεννόησης με την εργοδοσία.

Η μέρα του δημοψηφίσματος

Τη νύχτα της 30ης Σεπτέμβρη, πολλοί άνθρωποι κοιμήθηκαν μέσα στα εκλογικά κέντρα. Από τα χαράματα, κόσμος άρχισε να συρρέει προς αυτά, ενώ μέχρι να ξημερώσει, είχαν ήδη σχηματιστεί ουρές. Οι αστυνομικές δυνάμεις είχαν εντολή να κατασχέσουν τις κάλπες, να κλείσουν τα εκλογικά κέντρα και, γενικώς, να εμποδίσουν την εκλογική διαδικασία. Οι Mossos (δηλαδή, η καταλανική αστυνομία) δεν υπάκουσαν τις εντολές της ισπανικής κυβέρνησης. Στην καταλανική επαρχία, οι αγρότες έστηναν μπλόκα με τα τρακτέρ τους, για να εμποδίσουν την είσοδο των αστυνομικών δυνάμεων.

Όμως, η καταστολή από τις δυνάμεις της ισπανικής αστυνομίας ήταν άγρια. Το φωτογραφικό και οπτικοακουστικό υλικό, που κυκλοφόρησε ευρέως εκείνες τις μέρες, με γυναίκες, γριές και γέρους αιμόφυρτους από την αστυνομική βία, προκαλούν φρίκη. Οι τραυματίες τη μέρα του δημοψηφίσματος ξεπέρασαν τους 1.000, ενώ οι αστυνομικές δυνάμεις προέβησαν μέχρι και σε χρήση πλαστικών σφαιρών, κάτι που είναι παράνομο στην Καταλονία. Εκτός των άλλων, ένας 70χρονος έχασε τη ζωή του από έμφραγμα και ένας άλλος έχασε την όρασή του από πλαστική σφαίρα. Την ίδια ώρα που η αστυνομία χρησιμοποιούσε ωμή βία απέναντι σε ανυπεράσπιστους πολίτες, μικρές ομάδες φασιστών από την υπόλοιπη Ισπανία σκορπούσαν ανενόχλητοι τον τρόμο στο κέντρο της Βαρκελώνης απέναντι σε οποιονδήποτε θεωρούσαν υποστηρικτή της ανεξαρτησίας.

Τελικά, το δημοψήφισμα διεξήχθη, παρ’ όλες τις δυσκολίες, χάρη στη μεγάλη κινητοποίηση των καταλανικών μαζών. Στη διαδικασία συμμετείχαν 2,26 εκατομμύρια από τα 5,3 εκατομμύρια όσων είχαν δικαίωμα ψήφου, ή αλλιώς το 42,3% του καταλανικού εκλογικού σώματος. Από αυτούς, 2,03 εκατομμύρια ψήφισαν υπέρ της ανεξαρτησίας (90,1%), 170 χιλιάδες κατά (7,8%) και υπήρχαν και 2,1% λευκά και άκυρα. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι ψηφοφόροι του «ναι» στο δημοψήφισμα ξεπέρασαν κατά περίπου 70 χιλιάδες του ψηφοφόρους των αποσχιστικών κομμάτων στις τελευταίες καταλανικές εκλογές, όταν εκείνα συγκέντρωσαν αθροιστικά το 48,8% των ψήφων.

Δύο είναι οι παράγοντες, που δικαιολογούν τη σχετικά χαμηλή συμμετοχή στο δημοψήφισμα. Ο πρώτος είναι ότι αυτοί που τάσσονταν κατά της ανεξαρτησίας αφενός είχαν χαμηλότερο κίνητρο να προσέλθουν στις κάλπες – σε συνδυασμό με την επίγνωση των δύσκολων συνθηκών και της καταστολής – και, αφετέρου, τα κόμματα κατά της ανεξαρτησίας καλούσαν όχι σε ψήφο υπέρ του «όχι» αλλά σε αποχή. Ο δεύτερος παράγοντας είναι οι επιχειρήσεις της αστυνομίας. Υπολογίζεται ότι από τα περίπου 400 εκλογικά κέντρα, που κατάφεραν να κλείσουν οι αστυνομικές δυνάμεις, και από τις κάλπες που κατασχέθηκαν, χάθηκαν περίπου 770.000 ψήφοι.

Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Μαριάνο Ραχόι, δήλωσε προκλητικά τα εξής, το ίδιο βράδυ, σε συνέντευξη τύπου: «Δεν υπήρξε κανένα δημοψήφισμα ανεξαρτησίας στην Καταλονία. Σήμερα νίκησε η Δημοκρατία. Από αύριο ξεκινάμε να δουλεύουμε για την αποκατάσταση της κανονικότητας του καθεστώτος. Συγχαίρω τις ισπανικές αστυνομικές δυνάμεις και τους Καταλανούς που δεν ψήφισαν». Ο υπουργός Δικαιοσύνης της Ισπανίας, Ραφαέλ Καταλά, δήλωσε στο κρατικό κανάλι της Ισπανίας: «Όσο κι εάν προσπάθησε κανείς να εστιάσει στο αντίθετο, εγώ βλέπω πώς συμπεριφέρονται απέναντι σε δημόσιες αναταραχές οι αστυνομίες κρατών, των οποίων σήμερα τα μέσα ενημέρωσης εκφράζουν τον αποτροπιασμό τους. Εγώ πιστεύω πως επέδειξαν απέναντι στους πολίτες σεβασμό, μέτρο, αναλογικότητα στην επέμβασή τους και δε χρησιμοποιήθηκε βία παρά μόνον σε ακραίες περιστάσεις». Από τη μεριά του, ο Ισπανός υπουργός Εσωτερικών, Χουάν Ιγνάθιο Θόιδο, εξέφρασε τη λύπη του για τους τραυματίες «και από τις δύο πλευρές», δικαιολόγησε τη χρήση βίας ως αναγκαία «για να αποφευχθεί ένα χειρότερο κακό» και επέρριψε όλες τις ευθύνες για τα γεγονότα στον Καταλανό πρόεδρο Πουτζδεμόν.

 

Νίκος Σέντης

Κοινοποιήστε