Η υπόθεση των οχτώ Τούρκων αξιωματικών οι οποίοι ζητούν άσυλο στην Ελλάδα, έπειτα από το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016 κατά του Ερντογάν, έχει επανέλθει τις τελευταίες ημέρες στο προσκήνιο. Πρόκειται για μια ακόμη περίπτωση ανάδειξης του κλιμακούμενου εκφυλισμού και του απροκάλυπτου οπορτουνισμού της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

«Παζάρια» αντί για στάση αρχών

Η κυβέρνηση έχει κινηθεί από την αρχή της υπόθεσης με έναν τελείως οπορτουνιστικό τρόπο. Οι οχτώ αξιωματικοί ισχυρίζονται πως δεν είχαν καμία ανάμιξη στο πραξικόπημα και πως ήρθαν στην Ελλάδα το βράδυ του πραξικοπήματος, επειδή την ώρα που κατόπιν εντολών μετέφεραν τραυματίες δέχθηκαν πυρά από την τουρκική αστυνομία και θεώρησαν πως κινδύνευε η ζωή τους. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση έσπευσε να προδικάσει κάθε δικαστική απόφαση, φωτογραφίζοντάς τους ως πραξικοπηματίες. Δια στόματος της τότε κυβερνητικής εκπροσώπου Ολ. Γεροβασίλη, θα τηρούνταν οι προβλεπόμενες διαδικασίες από το διεθνές δίκαιο, αλλά «λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψιν ότι στη χώρα τους κατηγορούνται για παραβίαση της συνταγματικής νομιμότητας».

Ανεξαρτήτως του αν οι οχτώ αξιωματικοί συμμετείχαν πράγματι στο αποτυχημένο πραξικόπημα ή όχι, η κυβερνητική θέση πως αυτή η κατηγορία από την τουρκική κυβέρνηση εναντίον τους θα πρέπει να «ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη» συνιστά σοβαρό ατόπημα. Η κυβέρνηση ουσιαστικά αναγνωρίζει έτσι ως έγκυρες τέτοιου είδους «ετυμηγορίες» από το βοναπαρτιστικό καθεστώς του Ερντογάν και άρα νομιμοποιεί τις μαζικές διώξεις ενάντια σε κάθε πολιτικό αντίπαλο που αυτό πραγματοποιεί, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα το αποτυχημένο πραξικόπημα.

Τι ήταν αυτό που οδήγησε σε αυτήν τη θλιβερή στάση την κυβέρνηση; Μα φυσικά η ανάγκη της να διατηρήσει καλές σχέσεις με την τουρκική κυβέρνηση, από την οποία εκτός των άλλων, ήταν και είναι απόλυτα εξαρτημένη στο ζήτημα του προσφυγικού. Φοβόταν πως μια επιθετική στάση στο ζήτημα των οκτώ, όπως για παράδειγμα η άρνηση να εκδοθούν στην Τουρκία, θα προκαλούσε ως αντίποινα την πλήρη απελευθέρωση των προσφυγικών ροών από την Τουρκία στην Ελλάδα.

Αυτό θα δημιουργούσε μια ακόμα πιο εκρηκτική κατάσταση για την κυβέρνηση, η οποία έχοντας αποδεχθεί τις αντιδραστικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το προσφυγικό, θα αναγκαζόταν να δημιουργήσει νέα μαζικά «στρατόπεδα συγκέντρωσης» για μετανάστες και πρόσφυγες και να διοχετεύσει χρήματα για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών τους που διαφορετικά θα μπορούσε να διοχετεύσει στην αποπληρωμή των δανείων προς την τρόικα ή στα διάφορα ψηφοθηρικά «μερίσματα». Έτσι, για άλλη μια φορά, η καριερίστικη κυβερνητική κλίκα πλειοδότησε σε οπορτουνισμό, καθορίζοντας τη στάση της με κριτήριο το τι θα της δώσει περισσότερο χρόνο στις υπουργικές καρέκλες.

Ο ρόλος της Γερμανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Παρά τις φλυαρίες για τη «διάκριση των εξουσιών», οι δικαστικές αρχές ξεκίνησαν από το Φθινόπωρο του 2016 να δρομολογούν την έκδοση των οκτώ, σε πλήρη ευθυγράμμιση με την κυβερνητική θέση.

Λίγους μήνες αργότερα όμως, τον Ιανουάριο του 2017, ο Άρειος Πάγος αποφάσισε αμετάκλητα τη μη έκδοση των οχτώ στρατιωτικών. Μακριά από το να είναι μια απόφαση της «ανεξάρτητης δικαιοσύνης» κόντρα στην «εκτελεστική εξουσία», αυτή η απόφαση ήρθε σαν αποτέλεσμα της αλλαγής της στάσης της Γερμανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατά συνέπεια και της ελληνικής κυβέρνησης, απέναντι στην Τουρκία. Τους μήνες που είχαν προηγηθεί, μια μικρή διπλωματική κρίση είχε εμφανιστεί στις σχέσεις μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας (αποκαλύψεις για εκτεταμένη δράση των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών εντός της Γερμανίας, διπλωματικές προκλήσεις του Ερντογάν κατά την προεκλογική εκστρατεία για το επερχόμενο δημοψήφισμα του 2017, ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για πάγωμα των διαδικασιών ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ κλπ).

Πιστή στη μέθοδο των οπορτουνιστικών ζιγκ-ζαγκ λοιπόν η ελληνική κυβέρνηση – αφού είχε κατορθώσει να βρεθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση «στ’ αριστερά της» μιλώντας για αυξανόμενες παραβιάσεις των στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων στην Τουρκία μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, τη στιγμή που εκείνη «λάμβανε σοβαρά υπόψη της» τις κατηγορίες της τουρκικής κυβέρνησης κατά των φερόμενων ως πραξικοπηματιών – άλλαξε σιωπηλά στάση στο ζήτημα της έκδοσης των οχτώ στρατιωτικών και στη συνέχεια, ήρθε ο Άρειος Πάγος για να αποφασίσει αμετάκλητα τη μη έκδοσή τους.

Μαζικές διώξεις αγωνιστών και «αντιφρονούντων» στην Τουρκία

Κι ενώ το ζήτημα έμοιαζε λήξαν, η ελληνική κυβέρνηση τις τελευταίες ημέρες επιδίδεται σε μια νέα, άνευ αρχών αλλαγή στάσης, προσπαθώντας να εξευμενίσει τον Ερντογάν. Αντιλαμβανόμενη ότι συνεχίζει να βρίσκεται στο έλεος της τουρκικής κυβέρνησης σε σχέση με τις προσφυγικές ροές και θέλοντας να διατηρήσει το όποιο «θετικό» πολιτικό και οικονομικό κλίμα δημιουργήθηκε μετά την πρόσφατη επίσκεψη του Ερντογάν στην Ελλάδα, αποστασιοποιείται εκ νέου από την απόφαση για μη έκδοση των οχτώ αξιωματικών, φτάνοντας στο σημείο να αναστείλει την απόφαση της Επιτροπής Ασύλου για χορήγηση ασύλου στον έναν από αυτούς!

Ποια είναι η αιτία για αυτή τη μεταστροφή; Έχοντας αποφύγει μια πλήρως εξευτελιστική στάση, όπως θα ήταν η άνευ όρων παράδοση των οχτώ στο τουρκικό καθεστώς και έχοντας αποδεχτεί την γραμμή Γερμανίας – ΕΕ για «λελογισμένη αντίσταση», θέλει τώρα να αποφύγει να φτάσει στο άλλο άκρο, της ανεξέλεγκτης όξυνσης των σχέσεων με την Τουρκία. Αρνούμενη το άσυλο στους οχτώ αξιωματικούς και οδηγώντας τους να αναζητήσουν άσυλο σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα, επιδιώκει να εξισορροπήσει τις σχέσεις της με την τουρκική κυβέρνηση και να μην πάρει εκείνη την ευθύνη της «υπόθαλψης τρομοκρατών».

Συνοψίζοντας λοιπόν εκ νέου τη στάση της κυβέρνησης, ο νυν κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δ. Τζανακόπουλος, αφού επανέλαβε μονότονα πως η τελική απόφαση θα παρθεί από τη Δικαιοσύνη και όχι από την κυβέρνηση, συμπλήρωσε εμφατικά ότι «η πολιτική θέση της ελληνικής κυβέρνησης είναι πάντως σαφής: δεν είναι ευπρόσδεκτοι όσοι υπάρχει υπόνοια ότι εμπλέκονται με το πραξικόπημα στην Τουρκία». Για άλλη μια φορά εδώ αναγνωρίζονται ως κριτήριο για τη θέση της κυβέρνησης οι «υπόνοιες» που εκτοξεύει το τουρκικό καθεστώς ενάντια σε αντιπολιτευόμενους.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είναι προφανώς πολύ απασχολημένος με το να κατασκευάζει τα σοφίσματα υπεράσπισης της κυβερνητικής πολιτικής που του εξασφαλίζουν τον υπουργικό μισθό, ώστε του διέφυγε η έκταση των πολιτικών διώξεων που πραγματοποιεί το τουρκικό καθεστώς με βασικό μέσο ακριβώς τέτοιες «υπόνοιες» για συμμετοχή στο αποτυχημένο πραξικόπημα.

Από την επομένη του αποτυχημένου πραξικοπήματος και ιδιαίτερα μετά την οριακή νίκη στο δημοψήφισμα του 2017, το καθεστώς του Ερντογάν έχει εξαπολύσει ένα ασύλληπτης έκτασης «κυνήγι μαγισσών»: έχει επιβληθεί στρατιωτικός νόμος, εκατοντάδες χιλιάδες υποστηρικτές της αστικής πτέρυγας του Γκιουλέν (που σύμφωνα με την τουρκική κυβέρνηση ήταν ο οργανωτής του πραξικοπήματος) έχουν συλληφθεί, χιλιάδες Κεμαλικοί αξιωματικοί του στρατού έχουν εκδιωχθεί από τα πόστα τους.

Δεν είναι όμως μόνο οι υποστηρικτές των αντιπολιτευόμενων πτερύγων της τουρκικής άρχουσας τάξης που διώκονται, αλλά φυσικά και οι αγωνιστές του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς, ενώ ταυτόχρονα, στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα καταπατώνται. Οι καταγγελίες για επιτόπιες εκτελέσεις άνευ δίκης και για βασανισμούς συλληφθέντων αμέσως μετά το πραξικόπημα ήταν καταιγιστικές, πάνω από 130 μέσα ενημέρωσης έχουν κλείσει με απόφαση του κράτους και οι συλλήψεις δημοσιογράφων είναι συνεχείς. Εκατόν είκοσι χιλιάδες άνθρωποι έχουν απολυθεί ως υποστηρικτές του πραξικοπήματος και σαράντα χιλιάδες έχουν συλληφθεί – με ένα μεγάλο ποσοστό να αποτελεί στελέχη, μέλη και υποστηρικτές του αριστερού, φιλο-κουρδικού HDP. Οι κουρδικές περιοχές είναι ουσιαστικά σε καθεστώς κατοχής με μόνιμη παρουσία του στρατού, ενώ τον Νοέμβριο του 2016 η αστυνομία συνέλαβε απροκάλυπτα τους δυο βασικούς ηγέτες και δέκα ακόμα βουλευτές του HDP, κατηγορώντας τους ότι «προωθούν την τρομοκρατία».

Κατά την προεκλογική εκστρατεία για το δημοψήφισμα, κάθε αναφορά από τα ΜΜΕ στη λέξη «Όχι» ήταν πρακτικά απαγορευμένη και ο Ερντογάν ταύτισε κάθε υποστήριξη στο «Όχι» με την υποστήριξη στους πραξικοπηματίες – άραγε ο κ. Τζανακόπουλος παίρνει «πολύ σοβαρά υπόψη» και αυτήν την «υπόνοια» ενάντια στο 49% των ψηφοφόρων που ψήφισαν τελικά «Όχι» στο δημοψήφισμα;

Ο κατήφορος συνεχίζεται

Γίνεται επομένως φανερό, ότι ακόμα και σ’ αυτό το σχετικά δευτερεύον ζήτημα η ελληνική κυβέρνηση αδυνατεί να κρατήσει μια στοιχειωδώς συνεπή στάση. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της αναπόφευκτης χρεοκοπίας που είναι καταδικασμένος να αντιμετωπίσει ο ρεφορμισμός ερχόμενος στην εξουσία αποτελεί ο πρώην «κινηματικός» Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Γ. Μουζάλας. Αρχικά αποδέχεται την εγκληματική συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας για το προσφυγικό και την Τουρκία ως ασφαλή χώρα για «επαναπροωθήσεις» και στη συνέχεια ισχυρίζεται μόλις πριν λίγες εβδομάδες ότι δεν μπορεί να αποκλείσει νέους θανάτους προσφύγων στο κολαστήριο που έχει δημιουργήσει στη Μόρια της Λέσβου, και ότι «όλοι όσοι ανησυχούν για τα ανθρώπινα δικαιώματα θα έπρεπε να πάνε στις Βρυξέλλες και να διαμαρτυρηθούν εκεί προκειμένου να αυξηθεί ο αριθμός των άμεσων επαναπροωθήσεων από την Τουρκία στην Ευρώπη μέσω του μηχανισμού μετεγκατάστασης. Όσο αυτό δεν συμβαίνει, θα χτίζουμε και άλλους καταυλισμούς όπως αυτόν στη Μόρια».

Αφού λοιπόν μετέθεσε όλη την ευθύνη στην ΕΕ και «εκβίασε» το κίνημα πως αν δεν πιέσει την ΕΕ, θα φτιάξει κι άλλους τέτοιους «καταυλισμούς» παρ’ ότι ομολογεί ότι «στη Μόρια υπήρξε περίοδος που ακροβατούσαμε στα όρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» στη συνέχεια πιάστηκε να καλοπιάσει τον άλλο «εταίρο του προσφυγικού», την τουρκική κυβέρνηση, υποστηρίζοντας σχετικά με τους οχτώ αξιωματικούς ότι «υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι πρόκειται για πραξικοπηματίες». Να πως διεξάγει τον αγώνα του αυτός ο «ακλόνητος αγωνιστής των ανθρώπινων δικαιωμάτων».

Σε σχέση με το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016 στην Τουρκία, οι μαρξιστές στην Ελλάδα φυσικά δεν έχουμε κανένα λόγο να πάρουμε θέση υπέρ των ηττημένων πραξικοπηματιών ή υπέρ του νικητή Ερντογάν – δεν αναγνωρίζουμε καμιά πτέρυγα της τουρκικής αστικής τάξης ως προοδευτική. Ταυτόχρονα όμως, αποτελεί καθήκον των εργαζόμενων και των νέων της Ελλάδας να εναντιωθούν στις ελεεινές απόπειρες της ελληνικής κυβέρνησης να νομιμοποιήσει τις εκτεταμένες διώξεις που πραγματοποιεί το αντιδραστικό καθεστώς Ερντογάν, που ολοένα και περισσότερο θα στρέφονται ενάντια στην εργατική τάξη και τη νεολαία της Τουρκίας, οι οποίες έχουν πρωταγωνιστήσει στα μεγάλα κινήματα των προηγούμενων χρόνων και αποτελούν τη μόνη κοινωνική δύναμη ικανή να αλλάξει την τουρκική κοινωνία.