Στις 19 του περασμένου Δεκέμβρη πραγματοποιήθηκε η διευρυμένη Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που είχε ως διακηρυγμένο στόχο τη συζήτηση για την ανασύνταξη του εργατικού – συνδικαλιστικού κινήματος και την κομματική οικοδόμηση.

Η ανασύνταξη του εργατικού κινήματος είναι αναμφίβολα το πιο επιτακτικό καθήκον στην σημερινή περίοδο σκληρής επίθεσης στο βιοτικό επίπεδο των μαζών. Για να γίνει όμως μία τέτοια συζήτηση πρέπει πρώτα να εξετάσουμε σοβαρά την πλούσια εμπειρία του εργατικού κινήματος των τελευταίων χρόνων.  Το εργατικό κίνημα έδωσε μία σειρά μαζικούς και ηρωικούς αγώνες τόσο με μαζικές γενικές απεργίες όσο και μεμονωμένους μαχητικούς απεργιακούς αγώνες, όμως δέχθηκε την  μία ήττα μετά την άλλη. Ποια ήταν τα βασικά αίτια  για αυτές τις ήττες και πως μπορεί το εργατικό κίνημα να εξάγει τα απαραίτητα μαθήματα για να ανασυνταχθεί;

Ένα ακόμα ερώτημα αφορά το μέτωπο «της οικοδόμησης του κόμματος» όπου η απόφαση παραδέχεται ότι «ενώ σε αυτά τα χρόνια είχαμε σημαντικούς αγώνες, παρά τα βήματα που έγιναν είναι μικρή η αύξηση της οργανωμένης κομματικής δύναμης». Γιατί το κόμμα έμεινε στάσιμο σε μία περίοδο όπου ο καπιταλισμός βρίσκεται σε βαθιά κρίση και οι ιδέες του μαρξισμού επιβεβαιώνονται; Γιατί δεν κατάφερε καν να αυξήσει την εκλογική του επιρροή ακόμη και μετά την προδοσία της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ;

Η απάντηση της ηγεσίας στα παραπάνω ερωτήματα είναι συνοπτική και νεφελώδης: «Δεν ήμασταν έτοιμοι ή δεν είχαμε μελετήσει ορισμένους νέους περιορισμούς ή δυσκολίες για την αφομοίωση και υλοποίηση του σχεδιασμού για την ανασύνταξη. Δεν είχαμε μελετήσει, κυρίως, τα νέα δεδομένα που δημιουργούσε η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και οι σημαντικές απώλειες της ΝΔ, που διοχετεύτηκαν στην ανασυγκρότηση του ρεφορμισμού και του οπορτουνισμού (ΣΥΡΙΖΑ), στην άνοδο του ναζισμού (Χρυσή Αυγή), κ.α.». Πώς θα έπρεπε να έχουν αντιμετωπιστεί αυτά τα νέα δεδομένα; Δυστυχώς δεν παίρνουμε καμία σοβαρή απάντηση.

Ως βασική δυσκολία παρουσιάζεται η άνοδος των ρεφορμιστών του ΣΥΡΙΖΑ. Αναφέρει η απόφαση: «Σε αυτόν τον αγώνα αποδείχτηκε, για άλλη μια φορά, πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος των ρεφορμιστών, του οπορτουνισμού, ως χρήσιμων στυλοβατών του συστήματος σε κρίσιμες στιγμές. Οι δυνάμεις αυτές ευθύνονται για την αποδιοργάνωση του συνδικαλιστικού κινήματος, την παρεμπόδιση της ριζοσπαστικοποίησης του κινήματος σε συνθήκες παρατεταμένης κρίσης» και προσθέτει: «Όλα αυτά αποτελούν νέα στοιχεία του ιδεολογικού πολιτικού αγώνα, μας έφεραν μπροστά σε σύνθετες καταστάσεις. Έπρεπε να αντιμετωπίσουμε πολλά και καινούρια προβλήματα που απαιτούσαν μια ανώτερη ιδεολογικοπολιτική οργανωτική και πρακτική μαζική δράση στις εργατικές και λαϊκές μάζες.»

Το πρώτο σκέλος είναι απόλυτα σωστό, ο ρόλος των ρεφορμιστών είναι ακριβώς να αποδιοργανώνουν και να προκαλούν σύγχυση στο εργατικό κίνημα. Το δεύτερο σκέλος όμως είναι λανθασμένο. Ο ρόλος των ρεφορμιστών δεν είναι καινούριο στοιχείο στην ταξική πάλη, υπήρχε και θα συνεχίσει να υπάρχει μέχρι οι κομμουνιστές να αποσπάσουν το εργατικό κίνημα από την επιρροή τους. Το ερώτημα είναι ποια είναι αυτή η «ανώτερη ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική δράση» που θα πετύχει αυτό το στόχο και γιατί συγκεκριμένα δεν κατάφερε το ΚΚΕ να πετύχει αυτό το στόχο τα προηγούμενα χρόνια.

Γιατί ηττήθηκαν οι εργατικοί αγώνες των τελευταίων χρόνων

Καθοριστικό ρόλο στην ήττα των εργατικών αγώνων των τελευταίων χρόνων έπαιξαν αναμφίβολα οι ρεφορμιστικές ηγεσίες του εργατικού κινήματος. Η ηγεσία της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, με τις 24ωρες, ασύνδετες μεταξύ τους γενικές απεργίες κατάφεραν να μετατρέψουν ένα ισχυρό όπλο της εργατικής τάξης σε εργαλείο περιοδικής εκτόνωσης της οργής των εργαζομένων. Οι γενικές απεργίες δεν οργανώνονταν σοβαρά και ποτέ δεν προτεινόταν ένα ξεκάθαρο σχέδιο κλιμάκωσης με ορίζοντα μία γενική απεργία διαρκείας. Φυσικά, κανείς δεν περίμενε κάτι διαφορετικό από τις ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Το ερώτημα είναι, τι εναλλακτική προέβαλαν οι ηγεσίες της Αριστεράς και στην προκειμένη περίπτωση η ηγεσία του ΚΚΕ. Δυστυχώς η ηγεσία του ΚΚΕ περιορίστηκε στην συμμετοχή στις μονοήμερες γενικές απεργίες που καλούσε η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, δίχως να προβάλει ούτε μια φορά το σύνθημα για κλιμάκωση σε μια γενική απεργία διαρκείας που θα μπορούσε να ρίξει τις μνημονικές κυβερνήσεις και να ανοίξει μια προοπτική εξουσίας για την εργατική τάξη.

Σε άλλες εποχές μία μαζική 24ωρη γενική απεργία θα μπορούσε να πετύχει τη μία ή την άλλη μεταρρύθμιση. Όχι όμως στις σημερινές συνθήκες. Ένας από τους βασικούς λόγους των ηττών του εργατικού κινήματος ήταν το γεγονός ότι σε συνθήκες βαθιάς κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος η αστική τάξη δεν είναι διατεθειμένη να κάνει την παραμικρή παραχώρηση.

Μόνο η πάλη για την εξουσία μπορεί να δώσει ουσιαστική λύση στα πιεστικά προβλήματα των μαζών. Το ερώτημα είναι πως θα γίνει αυτό; Τις βασικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα τις έχει δώσει η 3η Διεθνής υπό την ηγεσία του Λένιν, στα τέσσερα πρώτα Συνέδριά της. Οι αποφάσεις των πρώτων τεσσάρων Συνεδρίων απαντάνε στα προβλήματα του κομμουνιστικού κινήματος σε μια περίοδο εξαιρετικά όμοια με τη σημερινή: κρίση του καπιταλισμού, επίθεση στο βιοτικό επίπεδο των μαζών,  μειοψηφικά κομμουνιστικά κόμματα.

Ενιαίο Μέτωπο και πάλη για την εξουσία

Σε μία περίοδο γενικευμένης επίθεσης του κεφαλαίου οι εργαζόμενοι έχουν την ανάγκη για ενότητα στη δράση απέναντι στην ενιαία επίθεση. Προκύπτει δηλαδή, η ανάγκη του Ενιαίου Μετώπου. Δυστυχώς η ηγεσία του ΚΚΕ συνεχίζει την επιζήμια τακτική των ξεχωριστών κινητοποιήσεων και την άρνηση για οποιαδήποτε κοινή δράση με άλλα εργατικά κόμματα και οργανώσεις. Απαντώντας σε πρόσφατη επιστολή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ η ηγεσία του ΚΚΕ υποστήριξε: «θεωρούμε ότι η πορεία ανασύνταξης του κινήματος, η αλλαγή συσχετισμών κι η αναμέτρηση με την ταξική αντιλαϊκή πολιτική κυβέρνησης – κεφαλαίου, τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό δεν υπηρετείται μέσα από επαφές, συναντήσεις και συζητήσεις «κορυφών», πολιτικών κομμάτων κλπ., που ουσιαστικά υποκαθιστούν το εργατικό – λαϊκό κίνημα, τα όργανα και τις διαδικασίες του».

Όμως, οι συναντήσεις και συζητήσεις «κορυφών», όταν γίνονται μεταξύ των ηγεσιών των μαζικών εργατικών οργανώσεων, δεν είναι καθόλου ανούσιες αν ο στόχος τους είναι να σχεδιάσουν και να προτείνουν στην εργατική τάξη ένα κοινό πρόγραμμα δράσης ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου. Πρωτοστάτες μάλιστα σε αυτή τη διαδικασία οφείλουν να είναι οι κομμουνιστές. Θα πρέπει να προτείνουν σε όλες τις άλλες εργατικές οργανώσεις ένα Ενιαίο Μέτωπο και αυτό βέβαια, δεν μπορεί να γίνει παρακάμπτοντας τις ηγεσίες των άλλων εργατικών οργανώσεων και κάνοντας απευθείας έκκληση στη βάση τους, όπως ισχυρίζεται ότι κάνει η ηγεσία του ΚΚΕ.

Οι αποφάσεις του 4ου συνεδρίου της Κομ. Διεθνούς διευκρινίζουν αυτό το ζήτημα:

«Πρέπει το ενιαίο μέτωπο να επεκτείνεται μόνο στις εργαζόμενες μάζες ή να συμπεριλαμβάνει επίσης και τους οπορτουνιστές ηγέτες; Αυτή καθ’ εαυτή η ερώτηση είναι προϊόν παρανόησης. Εάν μπορούσαμε απλώς να ενώσουμε τις εργατικές μάζες γύρω από τη σημαία μας ή γύρω από τα τρέχοντα πρακτικά συνθήματα και να παρακάμψουμε τις ρεφορμιστικές οργανώσεις, είτε αυτές είναι κόμμα είτε συνδικάτο, αυτό φυσικά θα ήταν το καλύτερο πράγμα στον κόσμο. Αλλά τότε δεν θα υπήρχε και το ίδιο το ζήτημα του ενιαίου μετώπου στη σημερινή μορφή του».

Αλλού αναφέρουν: «Σ’ ορισμένες περιπτώσεις οι κομμουνιστές θα χρειαστεί να συνεργαστούν και με τους κορυφαίους εκπροσώπους των αντιπάλων εργατικών κομμάτων…», και προσθέτουν ότι «η τακτική του ενιαίου μετώπου σημαίνει ότι η κομμουνιστική πρωτοπορία πρέπει να μπαίνει επικεφαλής στους καθημερινούς αγώνες των μεγάλων μαζών για τις απόλυτα απαραίτητες και ζωτικές διεκδικήσεις τους. Μέσα σ’ αυτούς τους αγώνες οι κομμουνιστές μπορεί να έρχονται σε διαπραγματεύσεις ακόμα και με τους προδότες αρχηγούς των σοσιαλδημοκρατών…».

Μόνο με την τακτική του Ενιαίου Μετώπου μπορεί το ΚΚΕ να συμβάλει αποφασιστικά στην ανασύνταξη του εργατικού κινήματος. Στη σημερινή περίοδο μαζικής εξαθλίωσης της εργατικής τάξης, αυτή θα συμμετάσχει μόνο σε κινητοποιήσεις που δείχνουν ότι έχουν προοπτική να είναι νικηφόρες. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τη συγκρότηση ενός Ενιαίου Μετώπου το οποίο θα έχει σχέδιο κλιμάκωσης με επαναλαμβανόμενες σοβαρά προετοιμασμένες γενικές απεργίες και θα καταλήγει σε μια γενική απεργία διαρκείας.

Το Ενιαίο Μέτωπο, δεν μπορεί να θέτει μόνο αμυντικά αιτήματα αλλά πρέπει να θέσει σαν στόχο την άνοδο μίας εργατικής κυβέρνησης στην εξουσία, που θα εφαρμόσει  ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα.

Το σύνθημα για μια εργατική κυβέρνηση με ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα, δεν είναι καθόλου ένα «οπορτουνιστικό σύνθημα» όπως υπονοεί η ηγεσία του ΚΚΕ. Αντίθετα είναι βγαλμένο μέσα από τις επαναστατικές παραδόσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Το σύνθημα αυτό το εισήγαγε η Κομμουνιστική Διεθνής της περιόδου του Λένιν στο 3ο και το 4ο Συνέδριό της. Στα ντοκουμέντα του 4ου συνεδρίου διαβάζουμε: «Στη φανερή ή μασκαρεμένη συμμαχία της αστικής τάξης με τη σοσιαλδημοκρατία, οι κομμουνιστές αντιτάσσουν το ενιαίο μέτωπο όλων των εργατών και τον πολιτικό και οικονομικό συνασπισμό όλων των εργατικών κομμάτων εναντίον της μπουρζουαζίας για την οριστική ανατροπή της.

Στον αγώνα όλων των εργατικών κομμάτων εναντίον της μπουρζουαζίας, όλος ο κρατικός μηχανισμός πρέπει να περάσει στα χέρια της εργατικής κυβέρνησης και οι θέσεις της εργατικής κυβέρνησης να ενισχυθούν (…) Το πιο στοιχειώδες πρόγραμμα μιας εργατικής κυβέρνησης πρέπει να είναι ο εξοπλισμός του προλεταριάτου, ο αφοπλισμός των αντεπαναστατικών αστικών οργανώσεων, η εφαρμογή του ελέγχου στην παραγωγή, η επιβολή του κύριου βάρους των φόρων στους πλούσιους και το τσάκισμα της αντίστασης της αντεπαναστατικής μπουρζουαζίας» (4ο συνέδριο ΚΔ, εκδόσεις Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, σελ 22).

Η μέθοδος της Κομμουνιστικής Διεθνούς του Λένιν ήταν η ακόλουθη: σε κάθε βήμα να δείχνουμε στην εργατική τάξη τον πιο σύντομο δρόμο για την εξουσία, να ενισχύουμε τις θέσεις της, να τη βοηθάμε να βγάζει συμπεράσματα από την εμπειρία της, να εκμεταλλευόμαστε την αδυναμία της αστικής τάξης.   Μόνο με αυτή τη μέθοδο μπορεί το ΚΚΕ να συμβάλει αποφασιστικά στην ανασύνταξη του εργατικού κινήματος  και στην προετοιμασία νικηφόρων αγώνων.

Ηλίας Κυρούσης