Του Γιώργου Λεχουρίτη, συστημικού θεραπευτή με υπαρξιακό προσανατολισμό
Η λέξη «εγκληματικότητα» γεννά φόβο σε μεγάλο ποσοστό του λαού και οδηγεί μέσα από την ηγεμονία της κυρίαρχης τάξης συχνά τα μέλη της κοινωνίας να υποστηρίζουν προγράμματα αυστηρότερης εφαρμογής του τυπικού κοινωνικού ελέγχου και κυρίως αυστηρότερης καταστολής για το σύνολο των πράξεων που οριοθετούνται ως εγκλήματα. Για την νομική επιστήμη το έγκλημα είναι η παράβαση ενός κανόνα του Αστικού Ποινικού Δικαίου.
Το έγκλημα όμως σπάνια γεννιέται σε απομόνωση. Συχνά αναπτύσσεται εκεί όπου η κοινωνία δημιουργεί πίεση, ανισότητα, αποκλεισμό και «ευκαιρίες».
Τρείς βασικές αρχές:
1.Το έγκλημα απορρέει από την αμοιβαία αλληλεπίδραση πολλαπλών παραγόντων.
2.Η Πρόληψη απαιτεί την κατονομασία των βαθύτερων αιτιών και όχι μόνο την τιμωρία του ατόμου.
3.Το έγκλημα δεν είναι μόνο οι κακοί άνθρωποι ως μονάδες, αλλά επίσης και οι κακές συνθήκες.
Θα αναφερθούμε στις τρεις κοινωνιολογικές οπτικές που αναφέρονται και προσπαθούν να ερμηνεύσουν την εκδήλωση εγκληματικής και αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Πρόκειται για τη θεωρία της συναίνεσης, τη θεωρία της σύγκρουσης και την μαρξιστική θεωρία.
Η Θεωρία συναίνεσης
Η θεωρία της συναίνεσης βασίζεται στο κοινωνικό συμβόλαιο όπως αυτό διατυπώθηκε από το Ρουσσώ αλλά και από την άποψη και θεώρηση του Χόμπς που υποστήριξε ότι οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως βίαιοι.
Παρά το γεγονός ότι οι δύο αυτοί θεωρητικοί διαφώνησαν μεταξύ τους σχετικά με τη φύση του ανθρώπου και οι δύο κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα, της σημασίας της κοινωνικής συνοχής και της δημιουργίας συγκεκριμένων κοινωνιών που βασίζονται σε κοινούς στόχους και ρυθμίζονται από κοινές πολιτικές και νομικές διατάξεις. Η αναγκαιότητα αυτή διαπιστώνεται από το γεγονός ότι τα άτομα πριν την σύσταση των οργανωμένων κοινωνιών ήταν πολύ πιθανόν να πέσουν θύματα είτε των άγριων ζώων είτε της κατάστασης πολέμου που επικρατούσε μεταξύ τους.
Έτσι η θεωρία της συναίνεσης βασίζεται στο σκεπτικό ότι οι άνθρωποι απώλεσαν ένα μέρος των ελευθεριών τους με την σύσταση και την οργάνωσή τους σε κοινωνίες για χάρη της ασφάλειας που δημιουργείται μέσα στα πλαίσια αυτής της δομής. Έτσι παρά το γεγονός ότι μπορεί να διαπιστώνονται αδικίες, ανισότητες και άλλα κοινωνικά προβλήματα, πρόκειται στην ουσία για επιλογές που έκαναν οι άνθρωποι με σκοπό την αποφυγή μία χειρότερης κατάστασης, ήτοι της ανασφάλειας και του κινδύνου που επικρατούσε πριν την οργάνωσή τους σε κοινωνίες.
Στο πλαίσιο της θεωρίας της συναίνεσης το έγκλημα συνιστά μία πράξη που δεν μπορεί να κατανοηθεί ως μία αναγκαία συμπεριφορά. Η συνύπαρξη των ανθρώπων βασίζεται στον σεβασμό των κανόνων, όπως αυτοί έχουν συμφωνηθεί από όλους, και η παρέκβαση από αυτούς δεν μπορεί να αποτελεί παρά μόνο αποκλίνουσα συμπεριφορά.
Τα άτομα που παρεκκλίνουν αντιμετωπίζονται σχεδόν σαν «προβληματικά» λόγω της πεποίθησης ότι όλοι οι κανόνες βρίσκουν έρεισμα στην προστασία τους από κάτι χειρότερο και επομένως δεν μπορεί παρά μόνο να υπάρχει κάποιο πρόβλημα στο άτομο που επιλέγει να τελέσει μια εγκληματική πράξη.
Η Θεωρία σύγκρουσης
Η θεωρία της σύγκρουσης βασίζεται στο σκεπτικό ότι τα άτομα βρίσκονται μεταξύ τους σε μία μόνιμη κατάσταση αντιπαράθεσης και επικεντρώνεται στις αντιφάσεις και που υπάρχουν μεταξύ των διάφορων κοινωνικών ομάδων. Βάσει της θεωρίας αυτής, οι συγκρούσεις μεταξύ των κοινωνών αποτελούν μία αναπόφευκτη πραγματικότητα και είναι αποτέλεσμα των ανισοτήτων, της αδικίας, τις διαφορές που υπάρχουν σχετικά με την κατοχή της εξουσίας. Η θεωρία αυτή εστιάζει στον ρόλο που παίζει η σύγκρουση που επικρατεί μεταξύ των ανθρώπων στην κοινωνική αλλαγή και εξέλιξη.
Στο πλαίσιο της συγκρουσιακής θεωρίας, η αποκλίνουσα συμπεριφορά απορρέει από τις κοινωνικές αντιφάσεις και τις ανισότητες που επικρατούν και οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν ένταση μεταξύ των κοινωνών. Η ένταση αυτή μπορεί να διοχετευθεί μόνο με την εκδήλωση εγκληματικών συμπεριφορών αφού οι άνθρωποι που βρίσκονται στις κατώτερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις επηρεάζονται βαθύτερα από την κοινωνική κατάσταση που επικρατεί ενώ παράλληλα η σύγκρουση και το έγκλημα αποτελεί το μοναδικό μέσα άμυνας που έχουν έναντι στις συνθήκες που επικρατούν.
Η Μαρξιστική Θεωρία
Η μαρξιστική θεωρία επίσης βασίζεται στη θεωρία της σύγκρουσης και η οποία δηλώνει την διαρκή σύγκρουση που επικρατεί μεταξύ του ανθρώπου και των ομάδων του σε μία κοινωνία. Ο Καρλ Μαρξ (1818-1883) μολονότι δεν προχώρησε στη μελέτη του εγκληματία και της παραβατικής συμπεριφοράς, μίλησε παρόλα αυτά για το φαινόμενο της αυτοκτονίας, διατύπωσε την οικονομική του θεωρία σχετικά με το καπιταλιστικό σύστημα και τα προβλήματα που αυτό δημιουργεί.
Ο Μαρξ θεωρούσε ότι το έγκλημα είναι αποτέλεσμα του καπιταλισμού αφού με το έγκλημα αντιδρούν οι άνθρωποι της εργατικής και λαίκής τάξης, ως κοινωνοί στις άθλιες συνθήκες διαβίωσης και ύπαρξης που επικρατούν μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα.
Πέραν του Μαρξ υπήρξαν κι άλλοι θεωρητικοί που βασίστηκαν στην οικονομική του θεωρία και την οποίαν χρησιμοποίησαν για να ερμηνεύσουν την εγκληματική συμπεριφορά. Πιο συγκεκριμένα ο Willem Bonger (1876-1940) ο οποίος έκανε λόγο για τον οικονομικό ντετερμινισμό, ήτοι τους οικονομικούς παράγοντες που παίζουν κομβικό και θεμελιακό ρόλο στην εμφάνιση του εγκλήματος. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο καπιταλισμός οδηγεί στην χαλάρωση των κοινωνικών και ηθικών φραγμών που υπήρχαν άλλοτε στους ανθρώπους και συγχρόνως αυξάνει τα αισθήματα του ατομικισμού και του εγωισμού έτσι ώστε οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τη ζωή ως έναν ανταγωνιστικό αγώνα που θα πρέπει να κυριαρχήσουν και να αποκομίσουν όσα περισσότερα οφέλη είναι εφικτό. Για τον λόγο αυτό η εκδήλωση παραβατικής και εγκληματικής συμπεριφοράς δεν πρόκειται να περιορισθεί μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα και θα αποτελεί μία πραγματικότητα που θα παρατηρείται με ντετερμινιστικά κριτήρια.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο Ralf Darhendorf ο οποίος απέδωσε την εγκληματικότητα στον τρόπο με τον οποίο ήταν κατανεμημένη η εξουσία και στο γεγονός ότι αυτή την διαχειρίζονται συγκεκριμένα άτομα, ήτοι τα άτομα που αποτελούν την άρχουσα τάξη. Μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες όπου υπάρχει ο καταμερισμός της εργασίας και οι σχέσεις μεταξύ των κοινωνών είναι τόσο στενές και αλληλεξαρτώμενες, οι άνθρωποι συναλλάσσονται καθημερινά. Ωστόσο λόγω της ανισότητας που υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων και του γεγονότος ότι η εξουσία ανήκει σε περιορισμένο αριθμό ατόμων, είναι αναπόφευκτη η σύγκρουση μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων.
Τέλος ένας ακόμη εγκληματολόγος που βασίστηκε στη μαρξιστική θεώρηση του εγκλήματος ήταν ο Quinney Richard ο οποίος εκκινώντας από τον μαρξισμό διατύπωσε μία νέο μαρξιστική θεώρηση του εγκλήματος. Ο ερευνητής αυτός εστίασε στους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες και επικεντρώθηκε στην κοινωνική ανισότητα που δημιουργείται στα πλαίσια της κοινωνίας και επηρεάστηκε από διάφορες κατευθύνσεις δίνοντας σημασία στην έννοια του ανθρωπισμού. Ο Quinney διέκρινε την εγκληματικότητα σε αυτήν που τελείται από άτομα που αντιδρούν στην ανισότητα της κοινωνικής του θέσης και σε εκείνα που τελούνται από εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή της εξουσιαστικής πυραμίδας.
Η λογική του ότι ο καπιταλισμός αποτελεί την αιτία της εγκληματικής συμπεριφοράς θα πρέπει να μας προβληματίζει. Αρχικά, το καπιταλιστικό σύστημα δεν υπήρχε από τις απαρχές της κοινωνίας και υπήρξαν άλλα συστήματα τα οποία χρησιμοποιούνταν για την κοινωνική και οικονομική δομή. Ωστόσο θα ήταν ορθότερο να υποστηριχθεί ότι ορισμένες εγκληματικές δραστηριότητες ή συμπεριφορές συνδέονται απευθείας με το οικονομικό σύστημα του καπιταλισμού. Αυτή η θέση έχει υποστηριχθεί σε μεγάλο βαθμό από τον Καρλ Μαρξ και την οικονομική του θεωρία αλλά και από τις μετέπειτα κριτικές θεωρίες, συμπεριλαμβανομένων των νέο-μαρξιστικών και ριζοσπαστικών θεωριών εγκληματολογίας, που υποστηρίζουν ότι οι δομές και οι δυναμικές του καπιταλισμού συμβάλλουν ή και καθορίζουν την εμφάνιση ορισμένων μορφών εγκλήματος.
Ακόμη γίνεται λόγος και για την υποκουλτούρα του καπιταλισμού σύμφωνα με την οποία, ο καπιταλισμός επηρεάζει τις κοινωνικές δομές, δημιουργώντας μια υποκουλτούρα που επιδρά στις αντιλήψεις και τις συμπεριφορές των ανθρώπων.
Μεταξύ αυτών μπορούμε να αναφερθούμε στην αύξηση του ανταγωνισμού, στην προτεραιότητα της ατομικής επιτυχίας και την αύξηση του ατομισμού αλλά και τον καταναλωτισμό. Αυτά αποτελούν κατά έναν βαθμό τους στόχους που έχουν τεθεί κοινωνικά και οι οποίοι έχουν υπέρτερη κοινωνική αξία ενώ παράλληλα δεν είναι διαθέσιμα τα απαραίτητα μέσα για να μπορέσουν να εκπληρωθούν από την πλειοψηφία των εργαζόμενων τάξεων. Έτσι αυτά μπορούν να δημιουργήσουν τις κατάλληλες συνθήκες για την τέλεση εγκληματικών πράξεων.
Ειδικότερα ο καπιταλισμός τρέφεται μέσω του ανταγωνισμού που δημιουργείται μεταξύ των επιχειρήσεων αλλά και των ανθρώπων. Ο εργασιακός ανταγωνισμός, μαζί με την έμφαση στην απόκτηση υλικών αγαθών και την επίτευξη υψηλού βιοτικού επιπέδου, μπορεί να οδηγήσει ορισμένα άτομα στην προσπάθεια επίτευξης των στόχων τους με παράνομα μέσα, όπως η απάτη ή η κλοπή ή και ο φόνος.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των εγκλημάτων που τελούνται από τους ισχυρούς και προνομιούχους, οι οποίοι διαπράττουν ανθρωποκεντρικά αδικήματα για οικονομικό όφελος.
Αυτές οι πρακτικές είναι ένα άμεσο αποτέλεσμα του ελεύθερου ανταγωνισμού και της πίεσης για την αύξηση των κερδών μπορεί να οδηγήσει σε παράνομες δραστηριότητες, όπως η παραβίαση των κοινωνικών κανόνων ή η απάτη πελατών.
Παράλληλα το αστικό κράτος στα πλαίσια αυτά μπορεί να οδηγηθεί στην καταστολή, ποινικοποίηση και στον περιορισμό των συμπεριφορών που θεωρούνται αντικαπιταλιστικές και οι οποίες προσβάλλουν ή έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις αρχές του καπιταλιστικού συστήματος.
Έτσι, τόσο η οικονομική κρίση όσο και ο καπιταλισμός καθορίζουν τον τρόπο που εκδηλώνονται οι εγκληματικές συμπεριφορές ενώ συγχρόνως καθορίζουν και τη σημασία και τα νοήματα που φέρουν οι σχετικές πράξεις, με κάποιες από αυτές να χάνουν πλήρως την απαξία τους ενώ άλλες να αυστηροποιούνται.
Από την άλλη η ψυχολογική θεωρία της προσωπικότητας του Eysenck είναι ένα καλό παράδειγμα της θεωρητικής απόπειρας να παρασχεθούν επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης διαφορών στην ιδιοσυγκρασία μεταξύ ατόμων σε βιολογική βάση. Οι ιδιοσυγκρασιακές ποικιλομορφίες εξετάζονται κατά τρείς ανεξάρτητες διαστάσεις, αυτές της Νευρωτικότητας- Σταθερότητας (Ν), της Ψυχωτικότητας-Υπερεγώ (Ρ) και της Εξωστρέφειας-Εσωστρέφειας (Ε).
Ο Eysenck και οι Eysenck και Gudjonsson επεξεργάστηκαν την αρχική Θεωρία µε σκοπό να προσφέρουν µία ερμηνεία της σταθερής εγκληματικής συμπεριφοράς. Έτσι, ο άξονας (Ν) αντανακλά μεγαλύτερη ικανότητα αντίδρασης του στεφανοειδούς και των αυτόνομων συστημάτων και καταλήγει σε εντονότερες συναισθηματικές αντιδράσεις στο άγχος(stress) και σε υψηλότερα επίπεδα «ορμής». Ο άξονας (Ε) εξηγεί τα επίπεδα διέγερσης του φλοιού, µε τους εξωστρεφείς να έχουν ασθενέστερη διέγερση από τους εσωστρεφείς. Οι εξωστρεφείς τείνουν να διαμορφώνουν ρυθμισμένες αντιδράσεις µε μικρότερη ετοιμότητα, να χρειάζονται εντονότερα ερεθίσματα και να αντιδρούν λιγότερο στον πόνο. Σχετικά µε τον άξονα (Ρ), αυτός αφορά την κυκλοφορία των ανδρογόνων.
Ο Eysenck, μολονότι είναι υποστηρικτής της βιολογικής βάσης της προσωπικότητας, θεωρεί ότι η κοινωνικοποίηση διαδραματίζει επίσης κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς.
Η παραγνώριση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιδράσεων στην εγκληματικότητα θα σήμαινε την αποδοχή ενός μονόπλευρου βιολογικού ντετερμινισμού. Οι ψυχολόγοι ανέκαθεν επέδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το οικογενειακό περιβάλλον.
Παραδοσιακά αυτό θεωρείται ως ιδιαίτερα σηµαντικό για τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης, επειδή οι γονείς συνιστούν την πρωτογενή πηγή πολιτισµικών ηθικών αρχών, αξιών και κριτηρίων, που συνδέονται µε τις αλλαγές στους κοινωνικούς ρόλους καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Κατά τη διάρκεια της κοινωνικοποίησης, όχι µόνο το οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και αυτό του σχολείου, όπως και της γειτονιάς, παίζουν σημαντικό ρόλο στην απόκτηση συγκεκριμένων τρόπων συμπεριφοράς. Ο Eysenck, αν και ασχολείται µε τις ατομικές διαφορές που διαφοροποιούν τους εγκληματίες από τους µη εγκληματίες, θεωρεί τους δασκάλους και τους σημαντικούς τρίτους ως σπουδαίους συντελεστές για την απόκτηση αναστολών µε τη µορφή της «συνείδησης» ή του «υπερεγώ». Η παιδαγωγική αντιμετώπιση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς από γονείς, δασκάλους και κοινότητα επιφέρει, συχνά, ηθικότητα ή συμμόρφωση µε τους κοινωνικό-πολιτιστικούς κανόνες.
Αιτίες του κοινωνικού εγκλήματος
Έτσι όταν εξετάζουμε το έγκλημα συστημικά, διαλεκτικά και κοινωνιολογικά, προχωράμε πέρα από την ερώτηση «Ποιος διέπραξε το έγκλημα;» και θέτουμε μια βαθύτερη ερώτηση: «Ποιες κοινωνικές συνθήκες έκαναν ή κάνουν το έγκλημα πιο πιθανό;»
Ο τρόπος με τον οποίο είναι οργανωμένο το ποινικό δίκαιο, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο δομείται η ποινική δικαιοσύνη αποτελεί τον καθρέφτη της κοινωνίας.
Η επιστήμη της ψυχολογίας, της εγκληματολογίας αλλά και η νομική επιστήμη δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται όπως οι θετικές επιστήμες που μπορούν να καταλήξουν σε αντικειμενικά συμπεράσματα ανεξάρτητα από τις αλλαγές που βιώνει η κοινωνία.
Συνεπώς πολλοί παράγοντες μπορούν να συμβάλλουν στην εγκληματική συμπεριφορά:
Η Κοινωνική Ανισότητα: Η άνιση πρόσβαση στην εκπαίδευση, την εργασία, το εισόδημα και τις ευκαιρίες μπορεί να δημιουργήσει απογοήτευση και αποκλεισμό.
Το Οικογενειακό Περιβάλλον: Οι οικογενειακές συγκρούσεις, η παραμέληση, η αδύναμη επίβλεψη και οι δυσλειτουργικές σχέσεις μπορεί να επηρεάσουν την κοινωνικοποίηση και τη συμπεριφορά.
Οι Ομάδες Ομοτίμων: Οι νέοι άνθρωποι μπορεί να μάθουν την αποκλίνουσα ή εγκληματική συμπεριφορά μέσω της αλληλεπίδρασης με συνομηλίκους και ομάδες.
Η Φτώχεια & η Ανεργία: Η οικονομική ανασφάλεια μπορεί να αυξήσει την ευπάθεια σε ορισμένες μορφές εγκλήματος, αν και η φτώχεια από μόνη της δεν προκαλεί εγκληματικότητα.
Αστικοποίηση & Κοινωνική Αποδιοργάνωση: Οι ταχείες κοινωνικές αλλαγές, οι αδύναμοι δεσμοί στην κοινότητα και η έλλειψη κοινωνικής συνοχής μπορεί να μειώσει τον άτυπο κοινωνικό έλεγχο.
H Ετικετοποίηση & το Στίγμα: Το να χαρακτηρίζεται κανείς επανειλημμένα ως «παραβάτης ή εγκληματίας» μπορεί να διαμορφώσει την ταυτότητα και τις κοινωνικές νόρμες και αντιδράσεις, όπως επισημαίνουν οι θεωρητικοί της ετικετοποίησης.
Η Κουλτούρα & οι Υποκουλτούρες: Ορισμένοι κανόνες ομάδων μπορεί να νομιμοποιούν ή να ενθαρρύνουν συμπεριφορές που η ευρύτερη κοινωνία θεωρεί εγκληματικές.
Η Εξουσία & η Κοινωνική Δομή: Οι συστημικοί ερευνητές και οι κοινωνιολόγοι ρωτούν και ποια συμφέροντα διαμορφώνουν τους νόμους, ποια συμπεριφορά ποινικοποιείται και αν οι ισχυρές ομάδες προσλαμβάνουν διαφορετική μεταχείριση.
Η Κοινωνιολογική και η Συστημική Διαλεκτική Προσέγγιση Το έγκλημα δεν είναι απλώς ατομικό πρόβλημα. Είναι επίσης κοινωνικό-πολιτιστικό φαινόμενο. Η κατανόηση των αιτιών του εγκλήματος απαιτεί έτσι να εξετάσουμε συν-ολικά τα άτομα, τις οικογένειες, τους συνομηλίκους, τις ομάδες, τις κοινότητες, τους θεσμούς και τις κοινωνικές δομές.
Για να κατανοήσουμε το έγκλημα, πρέπει να κατανοήσουμε την κοινωνία, δηλαδή το συνολικό σύστημα των σχέσεων στην οποία συμβαίνει.
«Η ανωνυμία και η μαζικοποίηση των χώρων, η ανωνυμία του πλήθους, οι συνθήκες συνωστισμού, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία κοινωνικών δικτύων, η κατάλυση της γειτονιάς, ο ατομικισμός, η αδιαφορία του καθενός για το διπλανό του, η γενίκευση του συναισθήματος της κοινωνικής αλλοτρίωσης, η πλημμελής προστασία από τα ενδεδειγμένα όργανα και φορείς είναι παράγοντες που συμβάλλουν στη γενίκευση της θυματοποιητικής διεργασίας. Υπό αυτό το πρίσμα, ο διαχωρισμός των επί μέρους αστικών περιοχών στην πόλη, μέσα στις οποίες εκδηλώνονται περισσότερες εγκληματικές ενέργειες και βίαιες πράξεις, διαστρέφει την πραγματική θυματοποιητική διάσταση του αστικού σχηματισμού που αναπαράγει και συντηρεί κοινωνικούς σχηματισμούς που προξενούν βία στο σύνολο του χώρου του» (Σ. Νικολαϊδου, 2000:-09).
Έτσι η αποκλίνουσα συμπεριφορά ενός ατόμου συνδέεται με το περιβάλλον στο οποίο ζει, και όταν αυτό το περιβάλλον δε διακρίνεται από ισορροπία, προκαλείται προσωπική και κοινωνική αποδιοργάνωση.
Συνεπώς η εγκληματική συμπεριφορά, σύμφωνα με την συστημική διαλεκτική προσέγγιση, αποτελεί την τελική έκβαση της από κοινού και συνδυασμένης επίδρασης ατομικών, οικογενειακών, κοινοτικών, και δομικών παραγόντων.
Ας τα δούμε και πιο αναλυτικά:
1.Ατομικοί Παράγοντες: Αφορούν τα προσωπικά χαρακτηριστικά, τα ψυχολογικά στοιχεία και τις συμπεριφορές, που μπορούν να επαυξήσουν τον κίνδυνο για την εγκληματική συμπεριφορά.
Παράγοντες Κινδύνου:
Ηλικία-Φύλο-χαμηλή αυτοεκτίμηση
Παρορμητισμός και Επιθετικότητα
Ζητήματα ψυχικής υγείας
Κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ
Έλλειμμα καλλιέργειας και παιδείας
Αρνητικές στάσεις ζωής.
2.Οικογενειακοί Παράγοντες: To οικογενειακό περιβάλλον παίζει ένα καθοριστικό ρόλο για την διαμόρφωση συμπεριφοράς και στάσεων ζωής, αρχών και αξιών, συναισθηματικής ευημερίας.
Παράγοντες Κινδύνου:
Οικογενειακές συγκρούσεις και βία
Φτωχό επίπεδο γονείκότητας και εποπτείας
Απόρριψη, Εγκατάλειψη και Κακοποίηση
Διαζύγιο και απορρύθμιση οικογενειακής σταθερότητας
Γονείκή εγκληματικότητα
Έλλειψη συναισθηματικής υποστήριξης
Οικονομικό και Πολιτιστικό Άγχος.
3.Κοινοτικοί Παράγοντες: Η Γειτονιά και το Κοινωνικό Περιβάλλον επηρεάζουν τις δυνατότητες, τις επιλογές και τις συμπεριφορές.
Παράγοντες Κινδύνου:
Η πίεση των ομοτίμων και η παραβατικότητα φίλων
Οι αδύναμοι δεσμοί στην Κοινότητα
Γειτονιές συχνά υποβαθμισμένες και για αυτό παρατογενείς ή εγκληματογενείς
Υποβαθμισμένα και φτωχά σχολεία και χαμηλού τύπου πρόσβαση σε πηγές
Έλλειψη χώρων ελεύθερης δημιουργίας και διασκέδασης
Εύκολη πρόσβαση σε ναρκωτικά, αλκοόλ, πορνεία και όπλα.
4.Δομικοί Παράγοντες: Αφορούν τις ευρύτερες κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές και πολιτικές δομές, που δημιουργούν τις συνθήκες, που μπορεί να οδηγήσει στο έγκλημα.
Παράγοντες Κινδύνου:
Φτώχεια και Ανεργία
Ανισότητα Εισοδήματος
Κοινωνικός Αποκλεισμός
Ανεπαρκές θεσμικό πλαίσιο και νόμοι
Διαφθορά και Πολιτική Αστάθεια
Έλλειμμα Κοινωνικών υπηρεσιών
Γρήγορες Κοινωνικές αλλαγές, γρήγορη αστικοποίηση και κοινωνική απορρύθμιση.
Έτσι η αντεγκληματική πολιτική διαγράφεται σε τρία επίπεδα:
•Το πρώτο επίπεδο είναι οι δράσεις που αναλαμβάνει η πολιτεία και η κοινωνία πριν από την τέλεση μιας αποκλίνουσας πράξης (πρόληψη).
•Το δεύτερο επίπεδο είναι οι δράσεις του κοινωνικού ελέγχου μετά την τέλεση του εγκλήματος, δηλαδή η επιβολή ποινών στους παραβάτες (καταστολή και σωφρονισμός).
•Το τρίτο επίπεδο είναι οι δράσεις στις οποίες προβαίνει η πολιτεία και η κοινωνία για άτομα τα οποία έχουν ήδη τιμωρηθεί για μια εγκληματική συμπεριφορά, με σκοπό να αποτραπεί η τυχόν επανάληψη αυτής της συμπεριφοράς. Σ’ αυτή την περίπτωση μιλάμε για κοινωνική επανένταξη πρώην φυλακισμένων ατόμων.
Συμπεράσματα
Ο Κ.Μάρξ κατανοούσε το έγκλημα όχι ως αποτέλεσμα ατομικής ηθικής αποτυχίας, αλλά αντίθετα ως προίόν και σύμπλεγμα κοινωνικών οικονομικών πολιτιστικών και ταξικών θεσμών και δομών.
Άρα δεν αποτελεί ένα ατομικό, αλλά μάλλον ένα κοινωνικό πρόβλημα, που εμπλέκει το οικονομικό σύστημα, το αστικό δίκαιο(δικαστικό σύστημα, και νόμοι), την αστυνομία(την καταστολή, αλλά και την πρόληψη), καθώς και το σωφρονιστικό και το μετά-σωφρονιστικό, ενταξιακό σύστημα.
Το έγκλημα συνεπώς αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό κοινωνικό φαινόμενο με βαθιές και κρυμμένες αιτίες. Η εναλλακτική λύση είναι η ριζική και βαθιά αλλαγή του Κεφαλαιοκρατικού Συστήματος, που παράγει αλλοτρίωση, εκμετάλλευση, φτώχεια και την μίζερη ζωή της επιβίωσης. Όταν τα Άτομα, οι Οικογένειες, οι Ομάδες, οι Κοινότητες, καθώς και οι Κοινωνικές Δομές είναι υποστηρικτικές, με συνοχή, αλληλέγγυες, ισχυρές και δίκαιες, οι πιθανότητες των εγκληματικών πράξεων σημαντικά μειώνονται και ο δρόμος για μια πιο ανθρώπινη δίκαιη, και χειραφετικά ειρηνική κοινωνία καθίσταται εφικτός!
Επίσης προσοχή χρειάζεται να δοθεί και στην πρόληψη της αποκλίνουσας και παραβατικής συμπεριφοράς στην Κοινότητα, στα σχολεία και στις οικογένειες, με ειδικά προγράμματα παρέμβασης, αξιοποιώντας το συνθετικό συστημικό και διαλεκτικό μοντέλο.
Βιβλιογραφία
Anderson, K. B. (2002). Richard Quinney’s Journey: The Marxist Dimension. Crime & Delinquency, 48(2).
Βασιλαντωνοπούλου Β. (2016, January 25). Ποιοι είναι οι «εγκληματίες» στην εποχή μας; Η διαχρονική απάντηση του εγκλήματος του λευκού κολάρου. Crime in Crisis. http://crime-in-crisis.com/(ημερομινια προσπέλασης: 10.1.2025).
Bernburg J.G.,(2009),Labeling Theory, Handbook on Crime and Deviance.
Βιδάλη Σ., (2021),Περί του Κοινωνικού Υπογείου, Άρθρο στον Ιστότοπο: Η Εποχή, Ανάρτηση:19 Δεκεμβρίου 2021.
Βιδάλη, Σ.(2019). Εγκλήματα των ισχυρών. Διαφθορά, οικονομικό και οργανωμένο έγκλημα. Στο Βιδάλη, Σ., Κουλούρης, Ν., Παπαχαρλάμπους, Χ., Αθήνα: ΕΑΠ.
Braithwaite, J. (1988). White-Collar Crime, Competition, and Capitalism: Comment on Coleman. American Journal of Sociology, 94(3).
Γεωργούλας Σ.,(2020), Ζητήματα ιστορικής & συγκριτικής κριτικής εγκληματολογίας, ΚΨΜ, Αθήνα.
Charalampous, I.(2012). Business crime in Greece: employment offences in third sector companies. PhD thesis, Middlesex University.
Croall H., (2001),Understanding white collar crime, UK Open University Press.
Greenberg, D. F. (Ed.). (1993). Crime And Capitalism: Readings in Marxist Crimonology. Temple University Press.
Horton, J., & Platt, T. (1986). Crime and Criminal Justice Under Capitalism and Socialism: Towards a Marxist Perspective. Crime and Social Justice, 25.
Κουράκης, Ν. Ε. (2009) Ποινική Καταστολή – Μεταξύ Παρελθόντος και Μέλλοντος, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλα.
Λάζος, Γ. (2007). Κριτική Εγκληματολογία. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Merton,R. K., Social Structure and Anomie. American Sociological Review, vol.3, 1938.
MorrisL., Dangerous Classes: The Underclass and Social Citizenship, Routledge, Λονδίνο,1994.
Νικολαϊδου Σμάρω,(2000), Κοινωνιολογία (Γ΄ Λυκείου – Ανθρωπιστικών Σπουδών) – Βιβλίο Μαθητή, κεφ.9:Αποκλίνουσα Συμπεριφορά.
Συκιώτου, A. Π. (2017, October 26). Παγκοσμιοποίηση και Αντεγκληματική Πολιτική. Crime in Crisis. http://crime-in-crisis.com/ (προσπέλαση 12.1.2025).
Τάτσης Ν., (1989),Η θεωρία του χαρακτηρισμού: ανθρωπιστικές προσεγγίσεις στην κοινωνιολογία της αποκλίνουσας συμπεριφοράς. The Greek Review of Social Research.
Τραγάκης Γ., (1996),Οργανωμένο έγκλημα και ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, Νομική Βιβλιοθήκη.
https://www.psychology.gr/theories-prosopikotitas/4408-theoria-xaraktiristikon-tou-eysenck.html
https://www.psychology.gr/diasimoi-psychologoi/1157-hans-eysenck.html




