Ταυτότητα

Θεμελιώδεις Ιδέες

Συχνές Ερωτήσεις

Επικοινωνία

ΑρχικήΘεωρία - ΙστορίαΟ «ακαδημαϊκός μαρξισμός» της Σχολής της Φρανκφούρτης – Μέρος 2ο

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Επαναστατική Κομμουνιστική Οργάνωση, το ελληνικό τμήμα της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς (RCI), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Ο «ακαδημαϊκός μαρξισμός» της Σχολής της Φρανκφούρτης – Μέρος 2ο

Φέτος, στις 14 Μαρτίου 2026, πέθανε σε ηλικία 96 ετών ο Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, Γιούργκεν Χάμπερμας.
Με αφορμή τον θάνατό του, βρέθηκε και πάλι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος η Σχολή της Φρανκφούρτης, της οποίας ο Χάμπερμας υπήρξε επιφανής συνεχιστής.
Το κείμενο που ακολουθεί, είναι το δεύτερο μέρος ενός αναλυτικού άρθρου που γράφτηκε από το στέλεχος της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς στη Βρετανία, Ντάνιελ Μόρλεϊ, τον Απρίλιο του 2023. Η ελληνική μετάφραση δημοσιεύθηκε στην «Κομμουνιστική Επανάσταση» (τεύχος 135, Απρίλιος 2026)
Μετάφραση-επιμέλεια: Σταμάτης Καραγιαννόπουλος.


Είναι σύνηθες να ακούμε από την ακαδημαϊκή «αριστερά» ότι «ο μαρξισμός είναι οικονομικά ή ταξικά αναγωγικός». Με αυτό εννοείται ότι ο Μαρξ, μονόπλευρα και μηχανιστικά, ανήγαγε όλα τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα σε οικονομικά αίτια και αγνόησε τον σημαντικό ρόλο του πολιτισμού και της ιδεολογίας στην Ιστορία. Φυσικά, αυτή είναι μια καρικατούρα του μαρξισμού, όπως εξήγησε πολύ καθαρά ο Ένγκελς με τα ακόλουθα λόγια: «Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της Ιστορίας, ο καθοριστικός παράγοντας στην Ιστορία, είναι, σε τελευταία ανάλυση, η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μαρξ, ούτε εγώ ισχυριστήκαμε ποτέ τίποτα παραπάνω. Αν κάποιος τώρα το διαστρεβλώνει αυτό έτσι που να προκύπτει πως ο οικονομικός παράγοντας είναι ο μοναδικά καθοριστικός, τότε μετατρέπει εκείνη τη θέση σε μια αφηρημένη, παράλογη φράση, που δε λέει τίποτα.


Η οικονομική κατάσταση είναι η βάση, αλλά τα διάφορα στοιχεία του εποικοδομήματος: οι πολιτικές μορφές της ταξικής πάλης και τ΄ αποτελέσματά της – οι θεσμοί που τους καθορίζει η νικήτρια τάξη ύστερα από τη μάχη που κέρδισε, κτλ. – οι νομικές μορφές κι ακόμα περισσότερο οι αντανακλάσεις όλων αυτών των πραγματικών αγώνων στον εγκέφαλο αυτών που συμμετέχουν στην πάλη, οι πολιτικές, νομικές, φιλοσοφικές θεωρίες, οι θρησκευτικές αντιλήψεις και η παραπέρα ανάπτυξή τους σε συστήματα δογμάτων, ασκούν κι αυτά την επίδρασή τους πάνω στην πορεία των ιστορικών αγώνων και σε πολλές περιπτώσεις αυτά κυρίως καθορίζουν τη μορφή τους.


Υπάρχει μια αλληλεπίδραση όλων αυτών των στοιχείων, μέσα στην οποία επιβάλλεται σε τελευταία ανάλυση σαν αναγκαιότητα, η οικονομική κίνηση μέσα από το ατέλειωτο πλήθος των συμπτώσεων (δηλ. των πραγμάτων και γεγονότων που η μεταξύ τους εσωτερική συνάφεια είναι τόσο μακρινή ή τόσο αναπόδειχτη, που μπορούμε να τη θεωρήσουμε σαν ανύπαρκτη και να μη τη λογαριάζουμε). Διαφορετικά, η εφαρμογή της θεωρίας σε μιαν οποιαδήποτε περίοδο της Ιστορίας θα ήταν, μα την αλήθεια, ευκολότερη από τη λύση μιας απλής πρωτοβάθμιας εξίσωσης.» [16]


Αλλά οι φίλοι μας στον ακαδημαϊκό χώρο δεν θέλουν τα γεγονότα να εμποδίζουν μια καλή ιστορία, και έτσι προτιμούν να τα αγνοούν αυτά και να παρουσιάζουν συνεχώς τον μαρξισμό ως «οικονομικό αναγωγισμό». Με βάση αυτή την καρικατούρα, η Σχολή της Φρανκφούρτης μπορεί στη συνέχεια να παρουσιαστεί ως ρεύμα ρήξης με τη μαρξιστική «ορθοδοξία», με την αναγνώριση της αυξανόμενης σημασίας του πολιτισμού, της ιδεολογίας και της προπαγάνδας, το οποίο υποτίθεται ότι θέλει να εκσυγχρονίσει τον μαρξισμό. Η αλήθεια είναι, στην πραγματικότητα, το ακριβώς αντίθετο από αυτό: ο ιδεαλισμός της Σχολής της Φρανκφούρτης οδηγεί σε έναν άκαμπτο «πολιτισμικό ντετερμινισμό». Οι εκπρόσωποί της, αντί να διαθέτουν μια ολοκληρωμένη θεωρία για την κοινωνία, επικεντρώνονται αποκλειστικά στην πολιτισμική ανάλυση, η οποία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ελαφρώς συγκαλυμμένη επίθεση στην εργατική τάξη.


Η «πολιτισμική τους ανάλυση» ισοδυναμεί με μακροσκελή παράπονα για το πόσο απαίσια και μουδιασμένη είναι η μαζική κουλτούρα στην οποία υποθέτουν ότι όλοι οι εργάτες πιστεύουν. Ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ παραπονιούνται ότι «η αδυναμία και η ευλυγισία των μαζών αυξάνονται με την ποσοτική αύξηση των εμπορευμάτων που τους επιτρέπεται να καταναλώνουν» [17] και ότι «οι εξαπατημένες μάζες είναι σήμερα αιχμαλωτισμένες από τον μύθο της επιτυχίας ακόμη περισσότερο από ό,τι οι επιτυχημένοι. Αμετακίνητα, επιμένουν στην ίδια την ιδεολογία που τις υποδουλώνει».[18]


Όταν η Διαλεκτική του Διαφωτισμού επανεκδόθηκε το 1969, οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ έγραψαν έναν νέο πρόλογο στον οποίο αναφέρουν ότι η κύρια πρόγνωση του βιβλίου – δηλαδή, η ιδέα ότι η ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης και οι επαναστατικές αναταραχές αποκλείονται – «έχει επιβεβαιωθεί συντριπτικά»! Φαινόταν να τους διέφυγε, αλλά τον Μάιο του 1968 (μόλις ένα χρόνο πριν από την δημοσίευση των παραπάνω), περισσότεροι από 10 εκατομμύρια Γάλλοι εργάτες απεργούσαν, κατέλαβαν τα εργοστάσια και θα μπορούσαν να είχαν ανατρέψει τον καπιταλισμό αν δεν υπήρχε η προδοσία των σταλινικών ηγετών του ΚΚ Γαλλίας. Το 1968 και τα επόμενα χρόνια σηματοδότησαν ένα κύμα ριζοσπαστικών και επαναστατικών κινημάτων σε όλο τον κόσμο, και όμως, ακριβώς αυτή τη στιγμή οι κύριοι αυτοί υποστήριζαν ότι είχε «επιβεβαιωθεί συντριπτικά» η άποψή τους ότι η εργατική τάξη είχε τάχα διαφθαρεί αθεράπευτα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο.


Ακόμα πιο αποκαλυπτικό είναι το πρώιμο έργο του Χορκχάιμερ σχετικά με τη συνείδηση της εργατικής τάξης. Το 1927, ο Χορκχάιμερ έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Η Ανικανότητα της Γερμανικής Εργατικής Τάξης». Σε αυτό υποστήριξε ότι οι Γερμανοί εργάτες δεν μπορούν να κάνουν επανάσταση επειδή η συνείδησή τους είναι διχασμένη μεταξύ των πιο εύπορων (και πιο συντηρητικών) εργατών και των φτωχών, επαναστατικών, αλλά υπεραριστερών εργατών. Αργότερα, το 1929, αυτός και ο Έριχ Φρομ ξεκίνησαν ένα έργο για να διερευνήσουν την υποτιθέμενη επιθυμία της γερμανικής εργατικής τάξης να κυριαρχείται από αυταρχικούς ηγέτες. Αυτό το «έργο» πήρε τη μορφή ερωτηματολογίου. Προσπαθούσαν να υποβάλουν τη γερμανική εργατική τάξη σε ένα τεστ προσωπικότητας για να δουν αν ήταν σε φόρμα. Το συμπέρασμα αυτής της μελέτης ήταν, όπως ήταν αναμενόμενο, ότι οι Γερμανοί εργάτες δεν είχαν επαρκώς ανεξάρτητη νοοτροπία για να χειραφετηθούν.


Αυτό που ξεχωρίζει εντυπωσιακά είναι το γεγονός ότι και τα δύο γράφτηκαν λιγότερο από μια δεκαετία μετά τη Γερμανική Επανάσταση του 1918-23, στην οποία εκατομμύρια εργάτες πολέμησαν σαν τίγρεις για να ανατρέψουν τον καπιταλισμό – και αυτοί οι «μαρξιστές» φαίνεται αυτό να το αγνοούν εντελώς! Η εργατική τάξη και οι στρατιώτες δημιούργησαν τα δικά τους όργανα άμεσης δημοκρατίας, τα εργατικά συμβούλια, τα οποία ιδρύθηκαν σε όλη τη χώρα κατά χιλιάδες.


Πράγματι, οι Γερμανοί εργάτες είχαν κάνει αυθόρμητα ό,τι ήταν απαραίτητο για να ανατρέψουν τον καπιταλισμό. Η εξουσία βρισκόταν στα χέρια τους χάρη στην πρωτοβουλία, την οργάνωση και την επαναστατική τους συνείδηση. Ο μόνος λόγος που δεν πραγματοποιήθηκε η ανατροπή του καπιταλισμού ήταν η συνειδητή προδοσία των σοσιαλδημοκρατών ηγετών και όχι ο λεγόμενος «συντηρητισμός» και το «χαμηλό επίπεδο συνείδησης» της εργατικής τάξης. Αυτός, και όχι ο υποτιθέμενος «κομφορμισμός» της εργατικής τάξης, είναι ο μόνος λόγος που υπήρχε καπιταλισμός στη Γερμανία όταν εμφανίστηκε η Σχολή της Φρανκφούρτης.


Οι τιτάνιες μάχες της Γερμανικής Επανάστασης του 1918, η επαναστατική γενική απεργία ενάντια στο πραξικόπημα του Καπ και η επαναστατική κατάσταση του 1923, ήταν σίγουρα όλα εκείνα τα γεγονότα που υποτίθεται ότι θα χρειάζονταν ποτέ οι «μαρξιστές» για να πεισθούν ότι οι Γερμανοί εργάτες είχαν την ικανότητα για επαναστατική συνείδηση. Αλλά ο Χορκχάιμερ και ο Φρομ αγνόησαν αυτά τα γεγονότα, έβαλαν ένα θερμόμετρο κάτω από τη γλώσσα της εργατικής τάξης και την ανακήρυξαν θανάσιμα άρρωστη.
Στην έρευνά τους του 1929 για τη νοοτροπία των Γερμανών εργατών, οι Χορκχάιμερ και Φρομ καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι εργάτες είναι ανίκανοι για ανεξάρτητη σκέψη και, αντίθετα, επιθυμούν να κυριαρχούνται από έναν αυταρχικό ηγέτη. Αυτή ήταν η εποχή της ανόδου του Χίτλερ, ένα γεγονός που κατέστη δυνατό χάρη στον σεχταρισμό της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας και τη σταλινική της θεωρία για τον «σοσιαλφασισμό».[19] Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή, μετά την ιστορική ήττα της Γερμανικής Επανάστασης, η γερμανική εργατική τάξη ήταν διχασμένη και μπερδεμένη. Αλλά ποια θα ήταν τα αποτελέσματα της «έρευνας» αν είχε διεξαχθεί το 1918, το 1920 ή το 1923, στο απόγειο του επαναστατικού κύματος;


Οι Χορκχάιμερ και Φρομ δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη αυτά τα γεγονότα και τις συνέπειές τους. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι λεγόμενοι «μαρξιστές» δεν αναφέρουν ποτέ τη Γερμανική Επανάσταση! Αυτή η σοβαρή παράλειψη δεν είναι τυχαία. Οι απόψεις τους ήταν μια αντανάκλαση της μικροαστικής περιφρόνησης τους για τις εργαζόμενες μάζες. Είχαν ήδη αποφασίσει ότι οι Γερμανοί εργάτες ήταν οπισθοδρομικοί και αντιδραστικοί.


Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν στοιχεία ότι αυτοί οι «μαρξιστές» πίστευαν ποτέ στην υπόθεση του σοσιαλισμού και της ταξικής πάλης. Αυτά τα πρώιμα άρθρα και οι έρευνες δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια προσπάθεια να συγκεντρώσουν όποια «γεγονότα» μπορούσαν για να δικαιολογήσουν τη θέση τους.


Αυτό όχι μόνο διαψεύδει τον «μαρξισμό» τους, αλλά αποκαλύπτει επίσης τη μηχανιστική και στατική φιλοσοφία που πραγματικά είχαν, παρά την δηλωμένη αγάπη τους για τη «διαλεκτική». Για να κατανοήσουν την εργατική τάξη, δεν θεώρησαν απαραίτητο να μελετήσουν την ιστορία της, πόσο μάλλον να συμμετάσχουν σε αυτήν. Αντίθετα, απλώς της παρουσίασαν ένα ερωτηματολόγιο ή αρκέστηκαν να της ασκούν κριτική στο πολιτιστικό της γούστο. Κανένας από τους θεωρητικούς της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν έδωσε ποτέ την παραμικρή προσοχή στα πραγματικά γεγονότα και τη δράση της εργατικής τάξης, ακόμα και όταν αυτά εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια τους.


Αυτό είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της «ακαδημαϊκής Αριστεράς» στο σύνολό της, η οποία πάντα κατηγορεί την εργατική τάξη ότι η συνείδησή της είναι πολύ χαμηλή και ότι είναι πολύ οπισθοδρομική. Αποκρύπτουν πραγματικά, θυελλώδη γεγονότα στην ταξική πάλη με αυτή την γενική πολιτισμική «εξήγηση» για τις ήττες της εργατικής τάξης. Με αυτόν τον τρόπο, δικαιολογούν τις προδοσίες των σταλινικών και σοσιαλδημοκρατών ηγετών. Αυτή είναι η πραγματική λειτουργία της Σχολής της Φρανκφούρτης.


Στα μάτια τους, η νίκη του φασισμού ήταν ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα, επειδή «απλώς θεωρεί τους ανθρώπους όπως είναι: γνήσια παιδιά της σημερινής τυποποιημένης μαζικής κουλτούρας που έχουν στερηθεί σε μεγάλο βαθμό την αυτονομία και τον αυθορμητισμό τους».[20] Η χρεοκοπία του σταλινισμού, που συνδέεται με τη θεωρία του για τον «σοσιαλφασισμό», και ο προδοτικός ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας, είναι γι’ αυτούς ασήμαντα. Με άλλα λόγια, από μια τέτοια «Σχολή», δεν μπορείς να μάθεις τίποτα.


Δεν είναι οι Μαρξιστές οι «άκαμπτοι αναγωγιστές». Είναι πολύ πιο άκαμπτο να αγνοούμε ή να αποσιωπούμε τα πραγματικά γεγονότα, και αντ’ αυτών να αναζητούμε εξηγήσεις στην αφηρημένη «κουλτούρα» και ιδεολογία, σαν η συνείδηση των εργατών να παραμένει η ίδια τόσο στην επανάσταση, όσο και μετά την ήττα της.


Για τους ακαδημαϊκούς μαρξιστές, δεν υπάρχει λόγος να κατανοήσουν τα περίπλοκα γεγονότα του 1918-33 που οδήγησαν στην άνοδο του ναζισμού: απλώς αρκούνται να χαρακτηρίσουν την εργατική τάξη ηλίθια. Αυτή είναι γι’ αυτούς μια επαρκής βάση για να εξηγήσουν τις φρικαλεότητες του φασισμού.


Είναι αυτονόητο ότι οι θεωρίες της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν οδήγησαν ποτέ σε καμία πρακτική πολιτική δραστηριότητα: η εργατική τάξη θα έπρεπε να ανυψώσει τη συνείδησή της στο επίπεδο των διανοουμένων της Σχολής της Φρανκφούρτης και του «αντικομφορμισμού» τους, προτού οι τελευταίοι είναι έτοιμοι να κουνήσουν έστω και το δάχτυλό τους για να τους βοηθήσουν. Ο Μαρκούζε είναι αρκετά σαφής σε αυτό το συμπέρασμα στο κείμενό του, το 1969, με τίτλο «Ένα Δοκίμιο για την Απελευθέρωση»: «Η ρήξη με το αυτοκινούμενο συντηρητικό συνεχές των αναγκών πρέπει να προηγηθεί της επανάστασης που πρόκειται να εγκαινιάσει μια ελεύθερη κοινωνία».[21] Σε πλήρη αντίθεση με τον υλισμό του μαρξισμού, η Σχολή της Φρανκφούρτης πίστευε ότι οι επαναστάσεις μπορούν να γίνουν μόνο όταν οι εργάτες έχουν, με κάποιο τρόπο, ήδη ανεβάσει το πνευματικό τους επίπεδο σε αυτό του σοσιαλισμού.


Για τον Μαρξισμό, το ύψιστο καθήκον είναι να βοηθήσει στην ανύψωση της συνείδησης της εργατικής τάξης στα καθήκοντα που θέτει η Ιστορία, συμμετέχοντας μαζί της στα γεγονότα. Είναι στοιχειώδες ότι πριν από αυτές τις εμπειρίες, οι εργάτες δεν θα έχουν την ευκαιρία να ανυψώσουν τη συνείδησή τους στο επίπεδο του σοσιαλισμού. καθώς μόνο τα ίδια τα γεγονότα βοηθούν στην παραγωγή τέτοιας συνείδησης. Αλλά είναι αδύνατο να βοηθήσουμε τους εργάτες να το κάνουν αυτό με μια υπεροπτική περιφρόνηση γι’ αυτούς – μια στάση την οποία η Σχολή της Φρανκφούρτης στο σύνολό της ασπαζόταν πολύ ξεκάθαρα.


Στο ταξικό της υπόβαθρο, στις προσωπικότητές της και, το πιο σημαντικό, στον ίδιο τον λόγο ύπαρξης της Σχολής, η «κριτική» της θεωρία είναι η αποσταγμένη ουσία της μικροαστικής τάξης. Η Σχολή ιδρύθηκε με τον σαφή στόχο να απελευθερώσει τους υποστηρικτές της από την επιρροή και των δύο αντιμαχόμενων τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας: της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Η διατήρηση μιας άθικτης ανεξαρτησίας από την κοινωνία θεωρούνταν από τα μέλη της ως η προϋπόθεση για την ανάπτυξη μιας τέτοιας θεωρίας.


Αυτό συμπυκνώνει τη νοοτροπία του μικροαστού «ριζοσπαστικού» διανοούμενου, ο οποίος δεν επιθυμεί να τον ενοχλούν οι απλοί άνθρωποι στην επιδίωξη της ακαδημαϊκής του καριέρας. Σε όλα τα έργα τους, υπάρχει μια συνεπής εμμονή με την απώλεια της «ατομικής αυτονομίας» στα χέρια της κομφορμιστικής πλειοψηφίας (δηλαδή της εργατικής τάξης). Επιδίωκαν φανατικά να διατηρήσουν την αλαζονική μικροαστική ανεξαρτησία τους από το εργατικό κίνημα. Ο Στιούαρτ έχει γράψει μια καλή βιογραφία της Σχολής, με τον εύστοχο τίτλο «Μεγάλο Ξενοδοχείο Άβυσσος», η οποία εκθέτει διεξοδικά την μικροαστική τους οπτική. Εξηγεί ότι «ποτέ δεν ένιωσαν ότι η προσωπική αλληλεπίδραση εργατών και διανοουμένων θα ήταν ωφέλιμη για κάποιον από τους δύο».[22]


Για ανθρώπους όπως ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ, η εμπλοκή με την πολιτική οποιουδήποτε είδους θεωρούταν τρομερά ενοχλητική. Η επαφή με την εργατική τάξη θεωρούταν αποκλειστικά ως διαφθείρουσα επιρροή που έπρεπε να αποφεύγεται πάση θυσία. Ο Αντόρνο παραπονέθηκε ότι «είναι δύσκολο ακόμη και να υπογράψει κανείς εκκλήσεις αλληλεγγύης, επειδή στην αναπόφευκτη επιθυμία τους να έχουν πολιτικό αντίκτυπο, περιέχουν πάντα ένα στοιχείο αναλήθειας». Συνέχισε ισχυριζόμενος ότι το να μην δεσμευτεί κανείς σε τέτοιες πολιτικές δηλώσεις είναι ηθικό ζήτημα, «επειδή σημαίνει να επιμένει στην αυτονομία της δικής του άποψης».[23]


Ο Χορκχάιμερ στάθηκε με γενναία αλληλεγγύη στην ατρόμητη άρνηση του Αντόρνο να εφαρμόσει τις ιδέες στην πράξη: «Είναι λοιπόν ο ακτιβισμός, και ιδιαίτερα ο πολιτικός ακτιβισμός, το μόνο μέσο εκπλήρωσης; Διστάζω να το πω. … Η φιλοσοφία δεν πρέπει να μετατραπεί σε προπαγάνδα, ακόμη και για τον καλύτερο δυνατό σκοπό».[24]


Υπήρχε, ωστόσο, μια μύγα στο γάλα για τους γενναίους υπερασπιστές της πνευματικής ελευθερίας. Πώς γίνεται μια ομάδα διανοουμένων να διατηρεί πλήρη ανεξαρτησία από την βρώμικη, κομφορμιστική εργατική τάξη; Ακόμα και αυτοί πρέπει να πληρώνονται, και αυτά τα χρήματα πρέπει να προέρχονται από κάπου. Από πού προήλθε, λοιπόν, η χρηματοδότηση της Σχολής της Φρανκφούρτης;


Ως ακαδημαϊκό ρεύμα, η Σχολή της Φρανκφούρτης ήταν συνδεδεμένη με ένα πανεπιστήμιο, το οποίο, με τη σειρά του, ήταν συνδεδεμένο με το αστικό κράτος. Το Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας (Institut für Sozialforschung), αν και συνδεδεμένο με το Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, ήταν αυτόνομο από αυτό και βρισκόταν υπό τη διεύθυνση του Χορκχάιμερ για το μεγαλύτερο μέρος της ακμής του, χάρη στα χρήματα ενός συμπαθούντα εκατομμυριούχου, του Φέλιξ Βάιλ.


Το 1935, όταν η Σχολή έφυγε για εξορία στις ΗΠΑ, ήταν πρόθυμη να αποκαταστήσει την αυτόνομη σχέση της με ένα έγκριτο πανεπιστήμιο, στην προκειμένη περίπτωση το Κολούμπια. Ο Μάρτιν Τζέι, συγγραφέας της πιο σεβαστής βιογραφίας της Σχολής της Φρανκφούρτης, γράφει ότι «είναι απολύτως σαφές ότι το Ινστιτούτο ένιωθε ανασφάλεια στην Αμερική και επιθυμούσε να κάνει όσο το δυνατόν λιγότερα για να θέσει σε κίνδυνο τη θέση του». Το πέτυχε αυτό, μεταξύ άλλων, «επεξεργαζόμενη» τα άρθρα του Βάλτερ Μπένγιαμιν «προς μια λιγότερο ριζοσπαστική κατεύθυνση», αλλάζοντας «τον ¨Κομμουνισμό¨ με τις ¨εποικοδομητικές δυνάμεις της ανθρωπότητας¨» και «τον ¨ιμπεριαλιστικό πόλεμο΄΄ σε σύγχρονο πόλεμο΄΄».[25] Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Χορκχάιμερ επέμενε να αφαιρεθούν οι λέξεις «επανάσταση» και «Μαρξ» από όλες τις εφημερίδες που εξέδιδαν, ώστε να μην τρομάξουν τους χορηγούς τους.[26]


Στην μεταπολεμική περίοδο, η Σχολή ανέλαβε μια νέα γενιά ακαδημαϊκών. Αναμφίβολα, πολλοί προσελκύστηκαν από τη φήμη της ως «μαρξιστική» ή τουλάχιστον «ριζοσπαστική». Μια τέτοια προσωπικότητα ήταν ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο οποίος στα νιάτα του προσπάθησε να υποβάλει εργασίες με μια σαφώς επαναστατική θέση για δημοσίευση από τη Σχολή. Ο Χορκχάιμερ αρνήθηκε να τις δημοσιεύσει και ήταν σαφώς πολύ ενοχλημένος από την αφέλεια του Χάμπερμας που πίστευε ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί: «απλά δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν παραδοχές αυτού του είδους στην ερευνητική έκθεση ενός Ινστιτούτου, το οποίο υπάρχει με δημόσια κεφάλαια αυτής της αλυσοδεμένης κοινωνίας». Ο συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο δεν δημοσιεύθηκαν είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικός: εκείνη την εποχή, η Σχολή είχε ερευνητική σύμβαση με το Γερμανικό Υπουργείο Άμυνας(!) και δεν ήθελε να το τρομάξει![27]


Η εργασία για τους στρατιωτικούς θεσμούς του αστικού κράτους πρέπει να ήταν πολύ επικερδής, επειδή φαίνεται να ήταν ένα διαρκές θέμα για τη Σχολή της Φρανκφούρτης. Ένας από τους πρώτους διανοούμενους της Σχολής, ο Χένρικ Γκρόσμαν, συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις του Μπρεστ-Λιτόφσκ που τερμάτισαν την εμπλοκή της επαναστατικής Ρωσίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, δεν ήταν μέλος της διαπραγματευτικής ομάδας του Τρότσκι που βοήθησε το πρώτο εργατικό κράτος στον κόσμο στον αγώνα του ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Αντίθετα, προετοίμασε οδηγίες για τον υπουργό Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας, κόμη Τσέρνιν, στον αγώνα του να καταστρέψει τη Ρωσική Επανάσταση. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι θα είχε εκμεταλλευτεί τότε την ευκαιρία να εξιλεωθεί γι’ αυτές τις αμαρτίες όταν ξέσπασε η επανάσταση στην Αυστρία, ένα χρόνο αργότερα. Αλλά «δεν υπάρχουν στοιχεία ότι συμμετείχε» σε αυτά τα γεγονότα.[28]


Ο Μαρκούζε εργάστηκε επίσης στον στρατό. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, μπόρεσε να αξιοποιήσει τη φήμη του ως κριτικός πολιτισμού για να βρει δουλειά ως αναλυτής πληροφοριών στον πρόδρομο της CIA, το Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών. Αν και ισχυρίστηκε ότι αυτό έγινε για να βοηθήσει στην ήττα των Ναζί, συνέχισε να εργάζεται στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ μετά το τέλος του πολέμου, μέχρι το 1951. Δεν είναι περίεργο που ο Στιούαρτ Τζέφρις γράφει στη βιογραφία του σχετικά με τη Σχολή ότι «η Σχολή της Φρανκφούρτης δεν ήταν τόσο ένα μαρξιστικό ίδρυμα όσο μια οργανωμένη υποκρισία, ένα συντηρητικό πρόβατο με ρούχα ριζοσπαστικού λύκου».[29]


Η Σχολή της Φρανκφούρτης πίστευε ότι μπορούσε να απομακρυνθεί από την επιρροή των διαφόρων τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας και να τις υποβάλει όλες σε μια αμείλικτη κριτική. Αλλά οι πράξεις και οι ιδέες των εκφραστών της αποτελούν απόδειξη της αδυναμίας αυτής της μικροαστικής φαντασίωσης. Δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν στο κενό. Η μικροαστική τάξη βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα στην εργατική και την αστική τάξη και πρέπει να αποφασίσει ποια πλευρά θα υποστηρίξει. Στην πράξη, η Σχολή της Φρανκφούρτης ήταν αναπόσπαστο μέρος της αστικής κοινωνίας, παρά τα θορυβώδη παράπονά της γι’ αυτήν. Αυτό γρήγορα βρήκε την έκφρασή του στις ιδέες της, οι οποίες δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από μια προσπάθεια δυσφήμισης και σύγχυσης της εργατικής τάξης.


Ακριβώς επειδή η εργατική τάξη είναι η μόνη τάξη που ενδιαφέρεται να οδηγήσει την ανθρωπότητα μπροστά, χρειάζεται ιδέες που να είναι αντικειμενικά ορθές. Οι αυταπάτες και τα ψεύδη δεν έχουν καμία χρησιμότητα στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού, γι’ αυτό ακριβώς η καπιταλιστική τάξη δεν φείδεται εξόδων για τη διάδοση ψεμάτων και σύγχυσης.


Ένα καλό παράδειγμα διάδοσης μιας τέτοιας σύγχυσης είναι το τυπικό μάθημα κοινωνιολογίας που διδάσκει στους νέους φοιτητές ότι η Σχολή της Φρανκφούρτης είναι μια νόμιμη εκδοχή του μαρξισμού. Δυστυχώς, υπάρχει πάντα ένα στρώμα μικροαστών φοιτητών που παρασύρονται από αυτές τις ανοησίες και αναπτύσσουν μια χλευαστική περιφρόνηση για τον γνήσιο επαναστατικό μαρξισμό. Όπως συμβαίνει και με τη Σχολή της Φρανκφούρτης, ξεκινούν μια ακαδημαϊκή καριέρα, όπου ο «ριζοσπαστισμός» τους παραμένει απλώς λεκτικός. Η ζωή τους αναλώνεται στους χρυσελεφάντινους πύργους της ακαδημαϊκής κοινότητας, με αντιμαρξιστική ρητορική.


Όπως συνήθιζε να λέει ο Ένγκελς, η «απόδειξη της πουτίγκας έρχεται όταν την τρώμε». Οι θεωρίες του Μαρξισμού άλλαξαν την πορεία της Ιστορίας. Οι ιδέες που περιέχονται στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο παραμένουν εκπληκτικά επίκαιρες μέχρι σήμερα, σε αντίθεση με τις φιλελεύθερες θεωρίες των συγχρόνων τους. Εξήγησαν την πραγματική βάση της ταξικής πάλης και τις περιοδικές κρίσεις του καπιταλισμού και προέβλεψαν τη μελλοντική ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος: την άνοδο του μονοπωλιακού κεφαλαίου, τον ιμπεριαλισμό και την παγκοσμιοποίηση.


Όποιος θέλει να κατανοήσει την παρούσα κρίση, την συνεχώς αυξανόμενη ανισότητα μεταξύ των τάξεων, τη σημερινή πολιτική πόλωση, ακόμη και την καταστροφή του περιβάλλοντος, πρέπει να μελετήσει τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς. Αυτή είναι μια πραγματικά διαλεκτική, επαναστατική φιλοσοφία: μια φιλοσοφία που εξηγεί τις κύριες αντιφάσεις της κοινωνίας. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν επανέλαβαν απλώς τις τάσεις της εποχής τους, αλλά αντιλήφθηκαν πώς η κοινωνία θα μετασχηματιζόταν στο μέλλον.


Τι είδους επιρροή έχει απολαύσει η «κριτική θεωρία»; Πώς έχει χρησιμοποιηθεί και με πόση ακρίβεια εξήγησε την επακόλουθη ανάπτυξη του καπιταλισμού; Η «κριτική θεωρία» σίγουρα άρχισε να διατυπώνει υπερβολικούς ισχυρισμούς. Διακήρυξε με θάρρος ότι θα οδηγούσε τη διαλεκτική φιλοσοφία πέρα από τα «ξεπερασμένα» δόγματα του μαρξισμού, τα οποία επρόκειτο να υποβληθούν στην αυστηρή «κριτική» της. Μη ικανοποιημένοι με τα φαινόμενα, οι Αντόρνο, Χορκχάιμερ και Μαρκούζε υποτίθεται ότι θα αποκάλυπταν την παροδική, ατελή φύση των πάντων. Αντί να ικανοποιούνται με τους οικονομικούς νόμους, στους οποίους ο μαρξισμός υποτίθεται ότι είχε περιορίσει την ανθρώπινη εξέλιξη, θα άνοιγαν τάχα νέες προοπτικές θεωρίας, φέρνοντας τελικά στο φως τα υποτιθέμενα τυφλά σημεία του μαρξισμού, όπως η ψυχολογία και η μαζική κουλτούρα. Μια ολοκληρωμένη «κριτική θεωρία» της κοινωνίας ήταν η υπόσχεση.


Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Αντί για μια ολοκληρωμένη θεωρία, επέδειξαν πλήρη άγνοια των βασικών οικονομικών νόμων του καπιταλισμού και των σημαντικότερων γεγονότων της ταξικής πάλης κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Αντί για «οικονομικό αναγωγισμό», ένα λάθος για το οποίο ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν ήταν ποτέ ένοχοι, έχουμε τον πολιτισμικό αναγωγισμό, στον οποίο τα προσωπικά τους προβλήματα στην κυρίαρχη κουλτούρα κυριαρχούν στη «θεωρία» τους, αποκλείοντας οτιδήποτε άλλο. Εκατοντάδες χρόνια Ιστορίας ανάγονται ωμά στις αμαρτίες του Διαφωτισμού με τον πιο χυδαίο ιδεαλισμό που μπορεί να φανταστεί κανείς.


Για μια Σχολή που αυτοαποκαλείται «κριτική θεωρία», η κύρια ιδέα της – ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να απελευθερωθεί από την ταξική κοινωνία – εξετάζεται προσεκτικά, σε μεγάλο βαθμό χωρίς καθόλου κριτική στις τάσεις της εποχής. Η ιδεαλιστική ανύψωση από πλευράς τους της «Λογικής» σε μια υπερ-ιστορική δύναμη που υπερισχύει της ταξικής πάλης, απλώς επαναλαμβάνει άκριτα την τυπική προκατάληψη της μεσαίας τάξης της εποχής, η οποία ήταν ότι ο Κεϋνσιανισμός είχε επιλύσει τις αντιφάσεις του καπιταλισμού. Αγνοούσαν τις οικονομικές αντιφάσεις που συσσωρεύονταν στην κοινωνία.


Κατά ειρωνικό τρόπο, αυτοί οι αυτοαποκαλούμενοι «διαλεκτικοί» δεν μπορούσαν να δουν πέρα από την κεϋνσιανή εκδοχή του καπιταλισμού, πόσο μάλλον πέρα από τον καπιταλισμό στο σύνολό του. Το «κριτικό» στοιχείο στην «κριτική θεωρία» δεν είναι διαλεκτικού είδους. Είναι κριτικοί μόνο στο ότι απλώς παραπονιούνται για κάθε πτυχή της σύγχρονης κοινωνίας και του πολιτισμού. Περισσότερο όμως από οτιδήποτε άλλο, παραπονιούνται ότι η εργατική τάξη είναι πολύ συντηρητική και κομφορμιστική για τα γούστα τους. Η «κριτική θεωρία» είναι εντελώς επιφανειακή επειδή, ως μορφή ιδεαλισμού, περιορίζεται σε μια πολιτισμική ανάλυση χωρίς κατανόηση της οικονομικής και πολιτικής βάσης αυτής της κουλτούρας, ούτε της παροδικότητάς της. Χωρίς σοβαρή ιστορική κατανόηση, παράγει μόνο αυτό που μπορεί να περιγραφεί ως κενή φράση.


Η ιδέα ότι η επανάσταση στη σημερινή εποχή αποκλείεται χάρη στα πιο σύγχρονα μέσα ενημέρωσης, διαδίδεται συστηματικά κάθε δεκαετία σαν να είναι μια νέα ανακάλυψη. Στη μια γενιά είναι η τηλεόραση. Στην επόμενη είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κάθε φορά μας λένε ότι αυτό σημαίνει ότι η ταξική πάλη δεν ισχύει πλέον, ότι ο μαρξισμός είναι πλέον ξεπερασμένος. Και κάθε φορά, η ταξική πάλη ξανασηκώνεται.


Σήμερα, η εργατική τάξη είναι πιο πολυάριθμη και ισχυρή από ποτέ. Μια νέα γενιά ριζοσπαστικοποιείται και αναζητά επαναστατικές ιδέες. Ο καπιταλισμός περιφρονείται παντού. Το λεγόμενο «κέντρο» καταρρέει και η αστική τάξη χάνει τον έλεγχο των δικών της παραδοσιακών κομμάτων. Θα ψάχναμε μάταια για εξηγήσεις ή λύσεις σε όλα αυτά στη Σχολή της Φρανκφούρτης, η οποία θα μας έδινε μόνο μια κυνική περιφρόνηση για την εργατική τάξη και τη νεολαία του σήμερα.


Για άλλη μια φορά, είναι σαφές ότι μόνο ο μαρξισμός παρέχει τα εργαλεία για την κατανόηση αυτών των διαδικασιών και τα όπλα με τα οποία μπορούμε να βάλουμε ένα τέλος στην αθλιότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας μια για πάντα. Η εργατική τάξη έχει δείξει ξανά και ξανά ότι είναι η μόνη επαναστατική τάξη στη σύγχρονη κοινωνία. Μόνο αυτή μπορεί να οδηγήσει σήμερα την κοινωνία έξω από τη βαθιά κρίση στην οποία την έχει βυθίσει ο καπιταλισμός. Αλλά δεν μπορεί να αντέξει την πολυτέλεια του μικροαστικού κυνισμού. Χρειάζεται τολμηρούς ηγέτες έτοιμους να κάνουν σοβαρές θυσίες στον αγώνα τους για χειραφέτηση. Χρειάζεται ηγέτες που έχουν μάθει τα πραγματικά μαθήματα από τις αποτυχημένες επαναστάσεις, ώστε να μπορέσουμε να νικήσουμε την επόμενη φορά. Χρειάζεται τον γνήσιο Μαρξισμό.

Ντάνιελ Μόρλεϊ

Πηγες

[16] Φ. Ένγκελς, «Από τον Ένγκελς στον Γ. Μπλοχ», Μαρξ Ένγκελς, Άπαντα, τόμος 49 , Λόρενς και Γουίσαρτ, 2001, σελ. 33
[17] M Horkheimer & T Adorno, Διαλεκτική του Διαφωτισμού , Verso Books, 1997, σελ. xiv-xv
[18] ό.π. , σελ. 133-4
[19] Βλέπε R Sewell, Γερμανία 1918-1933: Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα , Wellred Books, 2018
[20] T Adorno, Η Βιομηχανία Πολιτισμού , Routledge, 2001, σελ. 150
[21] H Marcuse, “An Essay on Liberation”, Zeitschrift für Philosophische Forschung 26 (1), 1972, σελ. 27
[22] S Jeffries, Grand Hotel Abyss , Verso Books, 2016, σελ. 292
[23] S Muller-Doohm, Adorno: A Biography , Polity Press, 2008, σελ. 414
[24] M Horkheimer, Η Έκλειψη της Λογικής , Oxford University Press, 1947, σελ. 124
[25] M Jay, Η Διαλεκτική Φαντασία , University of California Press, 1973, σελ. 205
[26] S Jeffries, Grand Hotel Abyss , Verso Books, 2016, σελ. 72
[ 27] ό.π.
[28] ό.π. , σελ. 54
[29] ό.π. , σελ. 78

Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ: https://marxismos.com/o-akadimaikos-marxismos-tis-sxolis-tis-frankfourtis-meros-1o/

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Ανασκόπηση

Η παρούσα ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies, ώστε να παρέχει στο χρήστη την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Τα δεδομένα αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση ενεργειών, όπως την αναγνώρισή σας, όταν επιστρέφετε στην ιστοσελίδα μας, και για να κατανοήσουμε ποια τμήματα της ιστοσελίδας μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Μπορείτε να προσαρμόσετε όλες τις ρυθμίσεις για τα cookies από τις καρτέλες στα αριστερά σας.