Η αντιπαράθεση της ελληνικής και της τουρκικής άρχουσας τάξης διανύει τους τελευταίους μήνες μια φάση εμφανούς όξυνσης. Στη διαχρονική αντιπαράθεσή τους, οι αστικές τάξεις της Ελλάδας και της Τουρκίας φυσικά δεν επιδιώκουν να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των λαών των χωρών τους, όπως ψευδώς ισχυρίζεται η εκατέρωθεν εθνικιστική προπαγάνδα. Οι καπιταλιστές των δύο χωρών διαγκωνίζονται κυνικά για την εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων και εμπορικών δρόμων του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου και για την ιμπεριαλιστική κυριαρχία στα Βαλκάνια και την Κύπρο.
Στο πλαίσιο των γιγάντιων «κραδασμών» στην παγκόσμια οικονομία τις δύο τελευταίες δεκαετίες και της μεγάλης έντασης στις διεθνείς σχέσεις τα τελευταία χρόνια, αυτή η ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση – παρά τις εκάστοτε φάσεις ηπιότερης ή εντονότερης εκδήλωσής της – κινείται σταθερά σε μια τροχιά όξυνσης. Αδιάψευστος μάρτυρας γι’ αυτό είναι η συστηματική αύξηση των στρατιωτικών δαπανών και στις δυο πλευρές του Αιγαίου, νωρίτερα και ανεξάρτητα από τη γενική «εξοπλιστική κούρσα» στην οποία έχουν επιδοθεί πλέον οι ιμπεριαλιστές διεθνώς. Η Ελλάδα το 2026 θα έχει αυξήσει τις ετήσιες στρατιωτικές δαπάνες της σε σχέση με το 2014 κατά 94,67%, με αύξησή τους μόνο το τελευταίο έτος κατά 33,17%. Στο ίδιο διάστημα, η Τουρκία έχει αυξήσει τις ετήσιες στρατιωτικές δαπάνες της κατά 239,83%, καλούμενη βέβαια να στηρίξει την αυξημένη ιμπεριαλιστική της «δραστηριότητα» προς πολύ περισσότερες κατευθύνσεις συγκριτικά με την Ελλάδα, καθώς και τον ευθύ ανταγωνισμό της με το εξοπλισμένο «μέχρι τα δόντια» Ισραήλ.
Βασικό στοιχείο στο τελευταίο επεισόδιο όξυνσης του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού υπήρξε η αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας στους σχεδιασμούς του αμερικανικού και δυτικού ιμπεριαλισμού στη Μ. Ανατολή, όπως εκφράστηκε και με την απόφαση να διεξαχθεί η τελευταία σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Τουρκία. Η αναβάθμιση αυτή πραγματοποιείται σε μια περίοδο που αποδεικνύεται έμπρακτα ότι οι ΗΠΑ αδυνατούν να παρέμβουν άμεσα και αποτελεσματικά, προκειμένου να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους στην περιοχή.
Πάνω σ’ αυτήν τη βάση, η τουρκική άρχουσα τάξη αισθάνεται ότι μπορεί να αποσπάσει παραχωρήσεις από τους δυτικούς ιμπεριαλιστές σχετικά με διαχρονικές ιμπεριαλιστικές διεκδικήσεις της, τόσο στη Μ. Ανατολή όσο και απέναντι στην ελληνική άρχουσα τάξη. Έτσι, το τελευταίο διάστημα είχαμε από το καθεστώς Ερντογάν, τη σύναψη της Συμφωνίας Κοινής Άμυνας της Μέκκας με το Πακιστάν και τη διαχρονική «εταίρο» της ελληνικής άρχουσας τάξης Σ. Αραβία, την επαναπροσέγγιση με την Αίγυπτο με προοπτική στενής στρατιωτικής συνεργασίας, την ανακήρυξη δύο «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» στο Αιγαίο, την εκ νέου απαίτηση για αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών στο ανατολικό Αιγαίο, και τις συχνές πτήσεις τουρκικών drone πάνω από το Αιγαίο.
Η ελληνική άρχουσα τάξη, από την πλευρά της, αντιδρά στην εξελισσόμενη εξομάλυνση των σχέσεων Τουρκίας-ΗΠΑ και τις δυνητικές συνέπειές της με μια εξίσου επιθετική ιμπεριαλιστική στάση. Πλάι στην κατακόρυφη αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, προχώρησε σε μια «δραστήρια» εμπλοκή στην ιμπεριαλιστική επίθεση κατά του Ιράν (Patriot στη Σ. Αραβία για αναχαίτιση ιρανικών πυραύλων, φρεγάτες για την προστασία βρετανικών βάσεων στην Κύπρο, Patriot στη βόρεια Ελλάδα για «συμβολή» στην αεράμυνα της Βουλγαρίας και, φυσικά, απρόσκοπτη χρησιμοποίηση από τις ΗΠΑ των αμερικανικών και νατοϊκών βάσεων σε ελληνικό έδαφος), ανακοίνωσε μόνιμη βάση για drones στη Ρόδο, ενώ κλιμακώνει τη μονιμοποίηση του «στρατηγικού άξονα» Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, με αποκορύφωμα τη συμφωνία με το Ισραήλ για τη δημιουργία του αντιβαλλιστικού «θόλου» πάνω από το Αιγαίο με το όνομα «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Η αντιδραστική συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα»
Αυτή η κίνηση της ελληνικής άρχουσας τάξης αποτελεί ανοιχτή πρόκληση για τον εργαζόμενο λαό της χώρας. Τη στιγμή που η κυβέρνηση Μητσοτάκη ενθαρρύνει το ρήμαγμα του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων από τους κερδοσκόπους καπιταλιστές, αρνούμενη να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για την ακρίβεια, συναντιέται με τους Ισραηλινούς εγκληματίες πολέμου και συμφωνεί μαζί τους την αγορά στρατιωτικού συστήματος κόστους τουλάχιστον 3,5 δισ. ευρώ – «μία από τις μεγαλύτερες συμφωνίες στην ιστορία του Ισραήλ» με τα λόγια του γενοκτόνου Νετανιάχου.
Παράλληλα, με αυτήν την κίνησή της η κυβέρνηση «αλυσοδένει» σε σημαντικό βαθμό τη χώρα στις ορέξεις του ισραηλινού ιμπεριαλισμού, αφού εξαρτά την ομαλή λειτουργία του εν λόγω συστήματος από την ανά πάσα στιγμή βούληση του Ισραήλ ως βασικού προμηθευτή των βλημάτων και των τακτικών ενημερώσεων του λογισμικού.
Τέλος, η συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» φανερώνει και την επιθετικότατη ιμπεριαλιστική στάση της ελληνικής άρχουσας τάξης, η οποία αποκαλεί «προκλήσεις» την πτήση τουρκικών αεροσκαφών και drone κοντά σε ελληνικά νησιά τη στιγμή που ετοιμάζεται να μετατρέψει ολόκληρο το κατά 49% αποτελούμενο από διεθνή ύδατα Αιγαίο και τον εναέριο χώρο πάνω από αυτό σε ελληνική στρατιωτικοποιημένη ζώνη.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο οξυνόμενος ανταγωνισμός ελληνικής και τουρκικής καπιταλιστικής τάξης δεν έχει, από καμία από τις δυο πλευρές, ούτε ίχνος «φιλολαϊκών» κινήτρων. Αντίθετα, στον βωμό του συντελείται μια γιγάντια κατασπατάληση πόρων τη στιγμή που οι εργαζόμενοι των δύο χωρών στενάζουν από την κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου τους, ενώ το ξεδίπλωμά του φέρνει πιο κοντά πολεμικά επεισόδια ή κι έναν ανοιχτό πόλεμο που θα πληρώσουν με το αίμα τους οι δύο λαοί. Τα ταξικά συμφέροντα του εργαζόμενου λαού Ελλάδας και Τουρκίας δεν εξυπηρετούνται από την επικράτηση των καπιταλιστών της μιας χώρας σε βάρος εκείνων της άλλης, αλλά μόνο από τον κοινό αγώνα για την ανατροπή της εξουσίας τους και τη δημιουργία μιας σοσιαλιστικής ομοσπονδίας της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων.
Πάτροκλος Ψάλτης




