Ταυτότητα

Θεμελιώδεις Ιδέες

Συχνές Ερωτήσεις

Επικοινωνία

ΑρχικήΘεωρία - ΙστορίαΚομμουνισμός και επιστήμη μέρος 3ο

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Επαναστατική Κομμουνιστική Οργάνωση, το ελληνικό τμήμα της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς (RCI), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Κομμουνισμός και επιστήμη μέρος 3ο

Το άρθρο αυτό γράφτηκε από το μέλος της συντακτικής ομάδας της βρετανικής εφημερίδας The Communist και ηγετικό στέλεχος του βρετανικού τμήματος της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς (RCI), Άνταμ Μπουθ. Περιεχόταν στο τεύχος αρ. 48 του τριμηνιαίου θεωρητικού περιοδικού της RCI, «In Defence of Marxism» (Ιανουάριος 2025).
Η ελληνική μετάφραση δημοσιεύθηκε στην «Κομμουνιστική Επανάσταση», στο τεύχος 133 (Φεβρουάριος 2026) και στο θεωρητικό ένθετο «Κομμουνισμός».
Μετάφραση-επιμέλεια: Σταμάτης Καραγιαννόπουλος, Πάτροκλος Ψάλτης.


Σε όλη την Ιστορία, λοιπόν, βλέπουμε πως οι εξελίξεις στην επιστήμη συνδέονται άμεσα με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Θεμελιώδεις αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις μετασχηματίζουν ριζικά την κοινωνία και, μαζί μ’ αυτήν, όλες τις παλιές ιδέες και παραδόσεις, ανοίγοντας τον δρόμο για ποιοτικά άλματα στην ανθρώπινη γνώση.


Αλλά το ίδιο ισχύει και αντίστροφα. Όταν ένα οικονομικό σύστημα φτάνει σε αδιέξοδο, αυτό αντανακλάται σε κάθε πτυχή της ζωής, συμπεριλαμβανομένης και της επιστήμης. Οι κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις που προώθησαν την επιστημονική εξέλιξη μετατρέπονται στο αντίθετό τους. Ό,τι κάποτε ήταν προοδευτικό, γίνεται αντιδραστικό και οπισθοδρομικό.


Στην ακμή της, η αστική τάξη επιδίωκε μια υλιστική κατανόηση του κόσμου, προς όφελος των οικονομικών της συμφερόντων. Αυτό έδωσε τεράστια ώθηση στην πρόοδο της επιστήμης. Η κινητήρια δύναμη του κέρδους και του ανταγωνισμού προκάλεσε μια κολοσσιαία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αλλά τώρα το καπιταλιστικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης της δήθεν «ελεύθερης» αγοράς, έχει καταστεί τεράστιος φραγμός για την επιστήμη και την τεχνολογία. Οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, κυρίως η ατομική ιδιοκτησία και το έθνος-κράτος, έχουν καταστεί γιγάντιοι ανασχετικοί παράγοντες της προόδου σε όλους τους τομείς της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της επιστήμης.


Στον καπιταλισμό, οι ίδιες οι ιδέες έχουν καταστεί ατομική ιδιοκτησία, με τη μορφή πνευματικών δικαιωμάτων (IPR) και πατεντών. Και αυτή η ατομική ιδιοκτησία της γνώσης έχει, με τη σειρά της, πνίξει τις δυνατότητες και τα περιθώρια προόδου της έρευνας. Εντέλει, όλη η επιστημονική γνώση παράγεται κοινωνικά: είναι το αποτέλεσμα γενεών προόδου. Κάθε επιστημονικό άλμα απαιτεί την προϋπάρχουσα γνώση που συσσωρεύτηκε επί αιώνες σκληρής εργασίας.


Για να είναι αποτελεσματική, η επιστήμη απαιτεί συνεργασία και επικοινωνία, ανταλλαγή ιδεών και μεθόδων ανάμεσα σε πλήθος ομάδων, ιδρυμάτων και χωρών. Ωστόσο, στον καπιταλισμό, κυριαρχεί μια νοοτροπία «ο νικητής τα παίρνει όλα». Η κοινωνική γνώση μετατρέπεται σε ατομική ιδιοκτησία, απόρρητα φυλασσόμενη από τους μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους για την προστασία των αγορών και των κερδών τους.


Αντί να οργανώνουν όλο το διαθέσιμο πνευματικό και επιστημονικό κεφάλαιο της ανθρωπότητας για την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, οι έρευνες διασπώνται στο όνομα του ανταγωνισμού. Ο καρπός αυτής της εργασίας — η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και τεχνικών — ιδιοποιείται ατομικά χάριν του κέρδους.


Αυτό όχι μόνο περιορίζει το εύρος του ερευνητικού έργου των επιστημόνων, αλλά καθιστά και τα αποτελέσματά τους απρόσιτα σε ευρύτερο κοινό, τόσο εντός της επιστημονικής κοινότητας όσο και στην κοινωνία γενικότερα. Κατ’ επέκταση, η κοινωνία αποξενώνεται από την επιστήμη, δημιουργώντας έδαφος για μεταφυσικές ιδέες και θεωρίες συνωμοσίας. Συνεπώς, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελούν ένα από τα πιο αποκρουστικά συμπτώματα της παρασιτικής φύσης του καπιταλισμού, ο οποίος ιδιοποιείται ατομικά τα προϊόντα της κοινωνικής εργασίας.


Κάποιος θα υπέθετε ότι ένας τέτοιος ανταγωνισμός, με την αναποτελεσματικότητα και τη σπατάλη που προκαλεί λόγω της διπλής προσπάθειας, θα περιοριζόταν στον ιδιωτικό τομέα, και ότι η έρευνα που διεξάγεται σε κρατικά χρηματοδοτούμενα πανεπιστήμια, θα ήταν απαλλαγμένη από έναν τέτοιο παραλογισμό. Δυστυχώς, αυτό δεν ισχύει. Αντιθέτως, βλέπουμε ότι οι νόμοι του καπιταλιστικού ανταγωνισμού γίνονται αισθητοί εξίσου έντονα μέσα στα κρατικά ιδρύματα.


Καθώς η ανώτατη εκπαίδευση γίνεται όλο και περισσότερο εμπορευματοποιημένη, ιδιωτικοποιημένη και με συρρικνωμένη χρηματοδότηση, οι μεγάλες επιχειρήσεις αποκτούν όλο και μεγαλύτερη επιρροή στα πανεπιστημιακά τμήματα και στα ερευνητικά τους προγράμματα. Αποστερημένοι από την κρατική χρηματοδότηση, οι ακαδημαϊκοί αναγκάζονται να δαπανούν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους στο να ζητιανεύουν για ψίχουλα από πλούσιους χορηγούς και εταιρικούς χρηματοδότες. Και όποιος πληρώνει τον αυλό καθορίζει τη μουσική.


Προκειμένου να εξασφαλίσουν την επιβίωση των τμημάτων και των θέσεών τους, οι καθηγητές και οι ομάδες τους, ως μισθωτοί εργάτες, πρέπει να δικαιολογούν την ύπαρξή τους παράγοντας συνεχώς νέα έρευνα. Αυτή η επισφαλής κατάσταση οδηγεί σε ένα φαινόμενο γνωστό στον κλάδο ως «publish or perish» («δημοσίευσε ή αφανίσου»): την πίεση δηλαδή να παράγονται μεγάλες ποσότητες επιστημονικών εργασιών για να εντυπωσιάσουν εκείνους που διανέμουν τις επιχορηγήσεις, ανεξαρτήτως ποιότητας.


Με τη σειρά του, αυτό δημιουργεί ένα τοξικό περιβάλλον για την επιστήμη, ενθαρρύνοντας παραδόξως ερευνητές, συμπεριλαμβανομένων υποψήφιων διδακτόρων και μεταδιδακτορικών ερευνητών, να ακολουθούν συντομότερους δρόμους, να επιταχύνουν το έργο τους, να χαμηλώνουν τα πρότυπα, να αγνοούν σφάλματα, να επιλέγουν τα αποτελέσματα, να υπερεκτιμούν τη σημασία των ευρημάτων τους, ακόμη και να προωθούν εντελώς «πλαστές ειδήσεις».


Αυτό είναι το υλικό υπόβαθρο πίσω από τις ανησυχίες για τα πλαστά άρθρα και την αξιοπιστία των ερευνών. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν οφείλονται αποκλειστικά σε ξεκάθαρη απάτη, αλλά στην πίεση που ασκείται στους επιστήμονες να αποδώσουν «σημαντικά» ευρήματα. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι και η πραγματική απάτη αυξάνεται.


Η απαίτηση από εκείνους που χρηματοδοτούν την επιστήμη για άμεσες αποδόσεις της επένδυσής τους, εξηγεί εν μέρει και τη συντηρητική τάση στους ερευνητές να προτιμούν βραχυπρόθεσμα, εύκολα επιτεύξιμα αποτελέσματα έναντι της μακροπρόθεσμης, δημιουργικής, αλλά γενικά μη επικερδούς, «εξερεύνησης του γαλάζιου ουρανού».


Ομοίως, για να προωθήσουν και να διατηρήσουν τις καριέρες τους, οι ακαδημαϊκοί είναι υποχρεωμένοι να χαράξουν και να υπερασπιστούν ένα εξειδικευμένο πεδίο έρευνας. Αντί να παραμένουν ανοικτοί σε νέες θεωρίες, οι ανώτεροι ακαδημαϊκοί έχουν υλικό λόγο να αντιστέκονται εάν μια νέα ανατρεπτική θεωρία αμφισβητεί τη θέση τους.


Επιπρόσθετα, για να αρπάξουν ένα μερίδιο από το συρρικνωμένο ταμείο πόρων, οι ακαδημαϊκοί πρέπει να δημοσιεύσουν την έρευνά τους πριν τους προλάβουν ανταγωνιστές από άλλα ιδρύματα. Αυτός ο αδυσώπητος ανταγωνισμός οδηγεί πανεπιστήμια και ερευνητές σε έναν αγώνα δρόμου προς τη γραμμή τερματισμού, αντί για συνεργασία μέσω κοινοποίησης δεδομένων, μεθόδων και ευρημάτων.


Η σπατάλη και η αναποτελεσματικότητα μιας τέτοιας προσέγγισης είναι προφανής. Και αυτή η αντίφαση οξύνεται, καθώς αυξάνεται ο όγκος της προϋπάρχουσας βιβλιογραφίας και επεκτείνεται η κλίμακα της επιστήμης, απαιτώντας μεγαλύτερη οργάνωση και συνεργασία στην έρευνα για να συνεχιστεί η διεύρυνση των ορίων της ανθρώπινης γνώσης. Έτσι, βλέπουμε το πώς ο ευρισκόμενος σε κρίση καπιταλισμός, δημιουργώντας συνθήκες στέρησης και ανασφάλειας, γεννά τον ανταγωνισμό ακόμη και μέσα στα κρατικά πανεπιστήμια, εμποδίζοντας τις δυνατότητες της επιστημονικής έρευνας σε όλους τους τομείς.


Η αντίφαση φυσικά, είναι ότι αυτή η στέρηση στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι τεχνητή. Η πραγματική κατάσταση είναι φτώχεια εν μέσω αφθονίας. Η ίδια αναρχία του ανταγωνισμού αναπαράγεται και μεγιστοποιείται σε διεθνές επίπεδο, με πολυεθνικά μονοπώλια και εθνικά κράτη να υψώνουν κάθε είδους φραγμούς για να αποτρέψουν την παγκόσμια επιστημονική συνεργασία.


Ο ιμπεριαλισμός σήμερα εμποδίζει ενεργά την απαραίτητη συνεργασία για την πρόοδο της επιστήμης. Αυτό έχει καταστεί πασιφανές τα τελευταία χρόνια από την αδυναμία της άρχουσας τάξης να αντιμετωπίσει συλλογικά παγκόσμια προβλήματα όπως η κλιματική καταστροφή.


Ένα πρόσφατο άρθρο στους Financial Times, για παράδειγμα, αναφέρει ότι «οι αυξανόμενες εντάσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας απειλούν να διακόψουν μια 45ετούς διάρκειας συμφωνία επιστήμης και τεχνολογίας», γνωστή ως συμφωνία Ντενγκ–Κάρτερ, «παρεμποδίζοντας τη συνεργασία των υπερδυνάμεων σε κρίσιμους τομείς».[32]


Περαιτέρω, οι ίδιες αυτές «αυξανόμενες εντάσεις» μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερη σπατάλη των οικονομικών, βιομηχανικών και επιστημονικών πόρων της κοινωνίας, στην παραγωγή όπλων και εξοπλισμού, όχι μέσων παραγωγής, αλλά μέσων θανάτου και καταστροφής, όχι βιβλίων, αλλά βομβών.

Ένα ακόμη σαφές παράδειγμα του «ζουρλομανδία» που δημιουργεί η ατομική ιδιοκτησία είναι η «φυλακή των ιδεών» που έχουν δημιουργήσει οι εκδοτικοί οίκοι που επιδιώκουν το κέρδος. Η βιομηχανία των ακαδημαϊκών περιοδικών, όπως κάθε άλλη στον καπιταλισμό, είναι εξαιρετικά μονοπωλιακή. Μια «Μεγάλη Πεντάδα» – Elsevier, Wiley, Taylor & Francis, Springer Nature, and SAGE – κυριαρχεί στην αγορά. Κάθε μία από αυτές τις εταιρείες εισπράττει δισεκατομμύρια δολάρια σε έσοδα ετησίως. Ορισμένες έχουν περιθώρια κέρδους που προσεγγίζουν το 40%.

Όλο το σύστημα είναι μια απάτη. Οι ακαδημαϊκοί κάνουν την έρευνα, γράφουν τα άρθρα και προσφέρονται εθελοντικά για την επιστημονική αξιολόγηση (peer review). Ωστόσο, τα υποχρηματοδοτούμενα πανεπιστήμια που ήδη χρηματοδοτούν αυτή τη δουλειά αναγκάζονται να καταβάλλουν εξωφρενικές συνδρομές για να αποκτήσουν πρόσβαση στο περιεχόμενο αυτών των περιοδικών, το οποίο διαφορετικά παραμένει αποκλεισμένο πίσω από ένα paywall. Επιπλέον, τα επιχειρηματικά μοντέλα με κίνητρο το κέρδος, σε συνδυασμό με τις πιέσεις «publish or perish», έχουν συμβάλει στην εκρηκτική αύξηση του αριθμού των άρθρων που δημοσιεύονται κάθε χρόνο.

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, αυτό ασκεί αυξανόμενη «πίεση στην επιστημονική δημοσίευση», υπονομεύοντας περαιτέρω την ποιότητα, την αξιοπιστία και την εγκυρότητα της έρευνας και των ευρημάτων που αναδεικνύονται σε δήθεν αξιοσέβαστα περιοδικά.

Στην κορυφή της βιομηχανίας των εκδόσεων, εν τω μεταξύ, κάθεται ένα επιστημονικό κατεστημένο, ανάλογο με εκείνο που περιέγραψε ο Κουν. Συντάκτες περιοδικών και διαχειριστές αρχείων λειτουργούν ως φρουροί της επιστήμης, αποφασίζοντας ποια έρευνα θα διαβαστεί και ποια θα απορριφθεί. Και υπάρχουν πολλαπλές αναφορές περί φερόμενης μαύρης λίστας και λογοκρισίας κατά ακαδημαϊκών που τολμούν να αμφισβητήσουν το υπάρχον παράδειγμα.

Έτσι, οι σύγχρονοι Κοπέρνικοι και Αϊνστάιν θα έβρισκαν τον εαυτό τους καταπιεσμένο και φιμωμένο από εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή σήμερα. «Θεωρούν τους εαυτούς τους υπερασπιστές της επιστημονικής ορθοδοξίας, όπως ακριβώς η μεσαιωνική Εκκλησία», δηλώνει ο Ουάνπενγκ Ταν από το Πανεπιστήμιο του Νότρ Νταμ, συζητώντας τις σκοτεινές πρακτικές της υπηρεσίας προδημοσιεύσεων Φυσικής arXiv.org. «Η εκφοβιστική συμπεριφορά του arXiv ως μονοπωλίου», προσθέτει, «έχει καταστήσει δύσκολη τη διάδοση νέων (ιδιαίτερα μη-ορθοδόξων ή ανατρεπτικών) ιδεών.»[33] Έτσι, διακρίνουμε τον κεντρικό ρόλο που παίζει αυτό το ακαδημαϊκό-βιομηχανικό σύμπλεγμα στην καταπίεση και τη στασιμότητα της επιστήμης.

Η επιστήμη δεν διεξαγόταν πάντοτε με τη μορφή που έχει σήμερα. Τον 19ο αιώνα όταν η επιστήμη άρχισε να διαμορφώνεται ως δίκτυο αλληλοσυνδεόμενων θεσμών, ιδρύθηκαν επιστημονικές εταιρείες και περιοδικά, παράλληλα με νέα πανεπιστήμια. Και αναδύθηκε μια κοινότητα καθηγητών, ερευνητών και διανοουμένων που στελέχωσαν αυτούς τους φορείς.

Η εποχή του ενθουσιώδους ερασιτέχνη – του ανεξάρτητου ατομικού ερευνητή ή συλλέκτη, – είχε παρέλθει. Αυτές οι μορφωμένες κυρίες και κύριοι άρχισαν όλο και περισσότερο να θεωρούν τον εαυτό τους ξεχωριστό και απομακρυσμένο από την υπόλοιπη κοινωνία: ως μια κάστα «ακαδημαϊκών φρουρών», υπεύθυνων για την αποκάλυψη και τη φύλαξη των μυστικών του σύμπαντος. Αυτό γέννησε την έννοια της «καθαρής επιστήμης», αποτελούμενης από «ανεξάρτητους» διανοουμένους αποκομμένους από την κοινωνία.

Από τη μια πλευρά, αυτή η επίμονη, βαθιά ριζωμένη ιδέα της «καθαρής επιστήμης», έχει διαδραματίσει έναν ορισμένο προοδευτικό ρόλο, ενθαρρύνοντας τους ακαδημαϊκούς να επιδιώκουν τη γνώση για χάρη της γνώσης, ανεπηρέαστοι από άμεσες πρακτικές ή οικονομικές ανησυχίες, ή από οποιονδήποτε ωφελιμιστικό αντίκτυπο των ερευνών τους. Όπως εξηγεί ο Λέον Τρότσκι: «Από κοινωνικο-ιστορική σκοπιά, η επιστήμη είναι ωφελιμιστική. Αλλά αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι κάθε επιστήμονας προσεγγίζει τα προβλήματα της έρευνας από ωφελιμιστική σκοπιά. Όχι! Συχνά οι μελετητές κινούνται από το πάθος τους για γνώση, και όσο πιο σημαντική είναι η ανακάλυψη ενός ανθρώπου, τόσο λιγότερο μπορεί, κατά κανόνα, να προβλέψει εκ των προτέρων τις πιθανές πρακτικές εφαρμογές της.»[34]

Από την άλλη πλευρά, η καθαρά θεωρητική επιστήμη τείνει να αποσυνδεθεί τόσο πολύ από τον υπόλοιπο κόσμο, ώστε να εκφυλιστεί σε άσκοπη λεπτολογία και σοφιστεία, επιτρέποντας στον ιδεαλισμό να διεισδύσει στην επιστήμη. Αυτό φανερώνεται σήμερα στη Θεωρητική Φυσική, όπου ακαδημαϊκοί θεωρητικοί του γραφείου συζητούν την πιθανότητα ενός χωρόχρονου 10 διαστάσεων, αποτελούμενου από παλλόμενες χορδές, και κρίνουν την ορθότητα των υποθέσεών τους αποκλειστικά με γνώμονα τις αισθητικές (ή άλλες) ιδιότητες των εξισώσεών τους.

Η επιστήμη σε τελική ανάλυση πρέπει να συνδέεται με την πρακτική κοινωνική δραστηριότητα (και να αναζωογονείται από αυτήν). Ωστόσο, η επιστήμη δεν είναι απλώς μια συνεχής πρόοδος τεχνολογιών και τεχνικών. Είναι επίσης ένα σώμα θεωρητικής γνώσης που μας παρέχει το πλαίσιο για περαιτέρω έρευνες και εφαρμογές.

Επομένως, οι επιστήμονες χρειάζονται επίσης μια συνειδητή φιλοσοφική μέθοδο που να καθοδηγεί τις έρευνές τους, για να φωτίζει την πορεία που πρέπει να ακολουθήσουν. Η υπερεξειδίκευση που παρατηρείται στη σύγχρονη επιστήμη, όμως, παρότι αναγκαία δεδομένης της τεράστιας έκτασης της υπάρχουσας γνώσης και της έρευνας που οι ακαδημαϊκοί πρέπει συλλογικά να καλύψουν, δεν ευνοεί μια τέτοια προοπτική.

Δεδομένων των υλικών, συμφεροντολογικών πιέσεων και της αναρχίας του ανταγωνισμού που περιγράφηκαν παραπάνω, οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί δεν διαθέτουν τον χρόνο, τα μέσα ή την ελευθερία να συζητήσουν διεξοδικά, να αντιπαρατεθούν και να διαφωνήσουν, να συνεργαστούν και να διασταυρώσουν ιδέες, να εξερευνήσουν και να δοκιμάσουν πρωτοποριακές υποθέσεις και μεθόδους, να κάνουν ένα βήμα πίσω και να σκεφτούν τα «μεγαλύτερα ζητήματα». Συχνά, μάλιστα, υπάρχει περιφρόνηση προς τη φιλοσοφία ή και πλήρης απόρριψή της (αναμενόμενα ίσως, δεδομένου του τι παρουσιάζεται ως «φιλοσοφία» στα περισσότερα πανεπιστήμια σήμερα).

Αντί γι’ αυτό, η σύγχρονη επιστήμη τείνει να διεξάγεται σύμφωνα με μια στενή μορφή εμπειρισμού, βασισμένη αποκλειστικά σε εξέταση «των δεδομένων», χωρίς εκτίμηση του ευρύτερου πλαισίου, των υποκείμενων διαδικασιών ή της πολλαπλότητας των όψεων του προς εξέταση προβλήματος. Και αυτή η έλλειψη φιλοσοφίας στην επιστήμη είναι ένας από τους πολλούς παράγοντες που συμβάλλουν στο παρόν αδιέξοδό της.

Χωρίς μια συνειδητή φιλοσοφία, οι επιστήμονες είναι εξίσου επιρρεπείς με τους μη ειδικούς στο να υιοθετούν ασυνείδητα τις φιλοσοφικές απόψεις που κυριαρχούν στην κοινωνία. Ασφαλώς, αυτές είναι οι ιδέες που προέρχονται από την άρχουσα τάξη. Για πολλούς, ο ρόλος της επιστήμης στην κοινωνία είναι απαραβίαστος και αδιαμφισβήτητος. Οι επιστήμονες, αλλά και ο θεσμός της επιστήμης ως σύνολο, θεωρούνται αλάνθαστοι και αντικειμενικοί, πλήρως απαλλαγμένοι από μεροληψία, ανεπηρέαστοι από τα «μικροπρεπή» πολιτικά και κοινωνικά πάθη στα οποία υπόκεινται οι υπόλοιποι «ατελείς άνθρωποι».

Αλλά η «επιστήμη» δεν είναι μια μυστικιστική δύναμη που βρίσκεται έξω από την κοινωνία. Αντιθέτως, είναι ένα σύνολο θεσμών, αποτελούμενο από ζωντανούς ανθρώπους, ενταγμένο σ’ έναν πραγματικό υλικό κόσμο. Υφίσταται τις ίδιες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που επιδρούν σε όλους μας (και διαμορφώνεται από αυτές). Αυτό περιλαμβάνει όλες τις πιέσεις και τις προκαταλήψεις που συνοδεύουν την ταξική κοινωνία, οι οποίες διαχέονται στην επιστήμη και επηρεάζουν την οπτική όσων εργάζονται σε αυτήν.

Η επιστήμη εμφανίστηκε με τον πρώιμο διαχωρισμό μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, ο οποίος αναδύθηκε μαζί με τον διαχωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις. Για πρώτη φορά στην Ιστορία, ένα τμήμα της κοινωνίας απελευθερώθηκε από τη χειρωνακτική εργασία για να αναπτύξει τη γραφή, τα μαθηματικά και την αστρονομία. Από εκείνες τις απαρχές της επιστήμης, αυτή υπήρξε το προνόμιο μιας μειοψηφίας. Αυτό ισχύει και σήμερα όσο και για τους ιερείς της Αρχαίας Αιγύπτου. «Το να περιμένεις από την επιστήμη να είναι αμερόληπτη σε μια κοινωνία μισθωτής σκλαβιάς», τόνιζε επομένως ο Λένιν, «είναι τόσο αφελές όσο το να περιμένεις αμεροληψία από τους βιομήχανους στο ζήτημα του αν οι μισθοί των εργατών πρέπει να αυξηθούν μειώνοντας τα κέρδη του κεφαλαίου.»[35]

Έτσι λοιπόν, όπως και σε όλα τα άλλα πεδία της κοινωνίας, τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης διαμορφώνουν και κατευθύνουν την επιστήμη. Όπως εξηγούν ο Μαρξ και ο Ένγκελς στην Γερμανική Ιδεολογία, εκείνοι που βρίσκονται στην κορυφή «ρυθμίζουν την παραγωγή και τη διανομή των ιδεών της εποχής τους: έτσι οι ιδέες τους είναι οι κυρίαρχες ιδέες της εποχής». [36]

Οι πρόοδοι της επιστήμης επιβάλλουν διαρκώς την υποχώρηση του μυστικισμού και του ιδεαλισμού. Αλλά αυτές οι επιζήμιες τάσεις δεν θα εξαλειφθούν πλήρως από την επιστήμη όσο υπάρχει η ταξική κοινωνία. Οι ιδεαλιστικές τάσεις θα επανεμφανίζονται πάντα, επιδιώκοντας να καλύψουν την αλήθεια, προκειμένου να δικαιολογήσουν και να διατηρήσουν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Για την άρχουσα τάξη, η πραγματική κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του σύμπαντος μπορεί να είναι επικίνδυνη. Μια τέτοια κοσμοθεωρία αποκαλύπτει ότι η φύση και η κοινωνία είναι δυναμικά και μεταβαλλόμενα συστήματα, και όχι άκαμπτα και στατικά. Μια τέτοια αναγκαία κατανόηση αφαιρεί το «θεϊκό» θεμέλιο της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και παρέχει στον απλό άνθρωπο την προοπτική ότι το status quo μπορεί να μετασχηματιστεί και να ανατραπεί, απειλώντας τη θέση και τα προνόμια των ισχυρών.

Γι’ αυτό το κατεστημένο διαχρονικά αντιστάθηκε – ή ακόμη και κατέπνιξε – σημαντικές υλιστικές προόδους στην επιστήμη: από την καταπίεση του Γαλιλαίου από την Εκκλησία, ως υπερασπιστή της κοπερνίκειας ηλιοκεντρικής θεωρίας, έως την αστική χλεύη και τον σκεπτικισμό προς τις θεωρίες του Δαρβίνου. Και γι’ αυτό, προωθούνται σήμερα σταθερά σκοταδιστικές ιδέες εντός των επιστημών: από την ιδεαλιστική αντίληψη της Σχολής της Κοπεγχάγης στην κβαντομηχανική, έως τις σολιψιστικές αρνήσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Η απαισιοδοξία της άρχουσας τάξης στην προχωρημένη φάση της φθοράς της, η στροφή της μακριά από την πραγματικότητα προς τον παραλογισμό, η κυνική προώθηση του μυστικισμού για να στηρίξει και να δικαιολογήσει την εξουσία της: όλα αυτά βαραίνουν και καταπιέζουν το μυαλό των ανθρώπων, και όχι λιγότερο αυτών που ασχολούνται με τις επιστήμες.

Γι’ αυτό οι μαρξιστές ενδιαφέρονται ενεργά για τις συζητήσεις που διεξάγονται στη σύγχρονη επιστήμη. Και γι’ αυτό, όπως τόνιζε ο Λένιν, έχουμε «απόλυτο καθήκον να στρατολογήσουμε όλους τους οπαδούς του συνεπούς και μαχητικού υλισμού στο κοινό έργο της καταπολέμησης της φιλοσοφικής αντίδρασης και των φιλοσοφικών προκαταλήψεων της δήθεν μορφωμένης κοινωνίας». [37]

Όλοι αυτοί οι παράγοντες αλυσοδένουν την επιστήμη, και συνεπώς την κοινωνία γενικότερα. Αυτά τα δεσμά, στην ουσία, προκύπτουν από τον καπιταλισμό, ο οποίος μέσω της αναρχίας της αγοράς, της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της λογικής του κέρδους, γεννά κρίση, στερήσεις και σπατάλη για ολόκληρη την κοινωνία.

Παράλληλα, η βαθιά αλλοτρίωση γεννά διάχυτη δυσπιστία και σκεπτικισμό σε μεγάλες κοινωνικές ομάδες απέναντι σε όλους τους πυλώνες της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένης της επίσημης επιστήμης. Αυτό αποτυπώνεται στην αύξηση της υποστήριξης προς θεωρίες συνωμοσίας και τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, καθώς και προς τους απατεώνες και δημαγωγούς που προωθούν αυτές τις ιδέες με πολιτικούς σκοπούς.

Καθώς, με την πάροδο του χρόνου, η κρίση του καπιταλισμού βαθαίνει, η άρχουσα τάξη επιτίθεται όλο και περισσότερο στις συνθήκες ζωής των ίδιων των επιστημόνων. Το ακαδημαϊκό επάγγελμα προλεταριοποιείται. Καθηγητές, λέκτορες και ερευνητές κατεβαίνουν από τη θέση του προνομιούχου στρώματος και μπαίνουν στην τάξη των εργατών. Και οργανώνονται για να αντισταθούν στην περαιτέρω συμπίεση του βιοτικού τους επιπέδου.

Στη Βρετανία, για παράδειγμα, εργαζόμενοι στην εκπαίδευση – σε σχολεία, κολλέγια και πανεπιστήμια – προέβησαν επανειλημμένα σε απεργιακές κινητοποιήσεις τα τελευταία χρόνια για θέσεις εργασίας, μισθούς και αντιδρώντας στον φόρτο εργασίας. Ομοίως, το προσωπικό του Nature και άλλων κορυφαίων επιστημονικών περιοδικών, προχώρησε πρόσφατα σε απεργίες για τους μισθούς. Αυτά επιβεβαιώνουν την εκτίμηση του Μαρξ και του Ένγκελς ότι ο καπιταλισμός «αφαίρεσε το φωτοστέφανο από κάθε επάγγελμα που έως τότε τιμόταν και θεωρούνταν υψηλό. Μετέτρεψε τον γιατρό, τον δικηγόρο, τον ιερέα, τον ποιητή, τον άνθρωπο της επιστήμης, σε μισθωτούς εργάτες του.»[38]

Αλλά αυτό δείχνει επίσης και τον δρόμο απελευθέρωσης της επιστήμης από τα σημερινά δεσμά της. Ως συστατικό στοιχείο της οργανωμένης εργατικής τάξης, οι επιστήμονες πρέπει να αγωνιστούν για να ανατρέψουν αυτό το σάπιο σύστημα, να πετάξουν έξω τα καπιταλιστικά συμφέροντα και τον ιμπεριαλισμό από την εκπαίδευση, και να μετατρέψουν τα πανεπιστήμια από πηγές ιδιωτικού κέρδους σε καταφύγια μάθησης, θέτοντάς τα υπό δημοκρατικό έλεγχο από το προσωπικό και τους φοιτητές.

Μόνο με την ανατροπή του καπιταλισμού και την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας μπορεί να εξαλειφθεί η πίεση του κέρδους και του ανταγωνισμού στα πανεπιστήμια, να καταργηθεί το χάσμα μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, να ανοίξει η εκπαίδευση και ο πολιτισμός σε εκατομμύρια ανθρώπους που μέχρι σήμερα αποκλείονται, και να απαλλαγεί η επιστήμη από κάθε ίχνος ιδεαλισμού, μυστικισμού και σκοταδισμού.

Οι επιστημονικές θέσεις που διατύπωσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς, στη βάση του διαλεκτικού υλισμού, έδωσαν μόνο μια πρόγευση για τις δυνατότητες της επιστήμης, εφόσον αυτή τεθεί σε ορθολογικές βάσεις, με την έρευνα να καθοδηγείται από τις ανθρώπινες ανάγκες και όχι από το ιδιωτικό κέρδος. Με μια σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία, θα μπορούσαμε συνειδητά και δημοκρατικά να αναδιοργανώσουμε την κοινωνία, εφαρμόζοντας επιστημονικές μεθόδους και αντιλήψεις σε όλους τους τομείς της φύσης και της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Αντί για το σημερινό σχίσμα μεταξύ θεωρίας και πράξης, η επιστήμη θα ήταν αδιαχώριστη από την καθημερινή ζωή, με διαφορετικά πεδία και κλάδους να εντάσσονται κάτω από μια ενιαία ομπρέλα, στο πλαίσιο ενός κοινού στόχου. Αφενός, η επιστήμη στον σοσιαλισμό θα συνδεόταν στενά με τις πρακτικές κοινωνικές ανάγκες. Αφετέρου, οι επιστήμονες θα τροφοδοτούνταν με τον χρόνο και τους πόρους που χρειάζονται για να διεξάγουν ευρύτερες έρευνες για νέες θεωρίες και ιδέες.

Με αυτό το υπόβαθρο, θα μπορούσαμε να μειώσουμε δραστικά το ωράριο εργασίας, να παρέχουμε στον λαό τον ελεύθερο χρόνο και τα μέσα για να ασχοληθεί με την επιστήμη, την πολιτική και τον πολιτισμό, και να εμπλέξουμε τους εργαζόμενους στη διαχείριση της παραγωγής. Η επιστήμη δεν θα ήταν πλέον το προνόμιο μιας ελίτ – ένας απόμακρος και αποξενωμένος θεσμός, αποσυνδεδεμένος από την υπόλοιπη κοινωνία – αλλά μέρος της ζωής όλων. Κάθε εργάτης και αγρότης που σήμερα γίνεται θύμα εκμετάλλευσης στα εργοστάσια και τα χωράφια θα αποκτούσε πρόσβαση σε μια ποιοτική εκπαίδευση από τη γέννηση έως τον θάνατό του, δίνοντας σε όλη την ανθρωπότητα την ευκαιρία να εκπληρώσει το επιστημονικό και καλλιτεχνικό της δυναμικό και να γίνει έτσι ο επόμενος Γαλιλαίος, Δαρβίνος ή Αϊνστάιν.

Αυτό θα άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στην ανθρώπινη Ιστορία, επιτρέποντας στην επιστήμη και τον πολιτισμό να ανθίσουν ξανά. Στον κομμουνισμό θα ανοίξουν νέοι ορίζοντες έρευνας. Νέες ιδέες και τρόποι θεώρησης του κόσμου θα αναδυθούν. Και μια νέα δίψα για γνώση, μια νέα δημιουργική διάθεση θα ξυπνήσει σε κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί. Έτσι, η σοσιαλιστική επανάσταση θα ετοιμάσει το έδαφος για μια νέα χρυσή εποχή επιστημονικής επανάστασης. Γι’ αυτό παλεύουμε εμείς, οι κομμουνιστές!

Άνταμ Μπουθ

Πηγές


[32] M Peel, E Olcott, ‘China-US tensions erode co-operation on science and tech’, Financial Times, 19/8/2024

[33] W Tan, ‘Is arXiv a monopoly bully in scientific publication?’, Perfectly Imperfect Mirrors, 15/5/ 2021

[34] L Trotsky, ‘Dialectical Materialism and Science’, The New International, Vol. 6, No. 1, 1940, σελ. 31

[35] V I Lenin, ‘The Three Sources and Three Component Parts of Marxism’, Lenin Collected Works, Vol. 19, Progress Publishers, 1977, σελ. 21

[36] K Marx, F Engels, The German Ideology, Progress Publishers, 1976, σελ. 67

[37] V I Lenin, ‘On the Significance of Militant Materialism’, Lenin Collected Works, Vol. 33. Progress Publishers, 1966, σελ. 228

[38] K Marx, F Engels, ‘The Communist Manifesto’, The Classics of Marxism, Vol. 1, Wellred Books, 2013, σελ. 5-6

Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ: https://marxismos.com/kommounismos-kai-epistimi-meros-1o/

Διαβάστε το δεύτερο μέρος εδώ: https://marxismos.com/kommounismos-kai-epistimi-meros-2o/

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Ανασκόπηση

Η παρούσα ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies, ώστε να παρέχει στο χρήστη την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Τα δεδομένα αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση ενεργειών, όπως την αναγνώρισή σας, όταν επιστρέφετε στην ιστοσελίδα μας, και για να κατανοήσουμε ποια τμήματα της ιστοσελίδας μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Μπορείτε να προσαρμόσετε όλες τις ρυθμίσεις για τα cookies από τις καρτέλες στα αριστερά σας.