Ταυτότητα

Θεμελιώδεις Ιδέες

Συχνές Ερωτήσεις

Επικοινωνία

ΑρχικήΘεωρία - ΙστορίαΚομμουνισμός και επιστήμη μέρος 2ο

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Επαναστατική Κομμουνιστική Οργάνωση, το ελληνικό τμήμα της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς (RCI), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Κομμουνισμός και επιστήμη μέρος 2ο

Το άρθρο αυτό γράφτηκε από το μέλος της συντακτικής ομάδας της βρετανικής εφημερίδας The Communist και ηγετικό στέλεχος του βρετανικού τμήματος της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς (RCI), Άνταμ Μπουθ. Περιεχόταν στο τεύχος αρ. 48 του τριμηνιαίου θεωρητικού περιοδικού της RCI, «In Defence of Marxism» (Ιανουάριος 2025).
Η ελληνική μετάφραση δημοσιεύθηκε στην «Κομμουνιστική Επανάσταση», στο τεύχος 133 (Φεβρουάριος 2026) και στο θεωρητικό ένθετο «Κομμουνισμός».
Μετάφραση-επιμέλεια: Σταμάτης Καραγιαννόπουλος, Πάτροκλος Ψάλτης.


Πώς, λοιπόν, γενικά, η επιστημονική μέθοδος συμβάλλει στην προώθηση της επιστημονικής προόδου; Στο ανολοκλήρωτο έργο του Η Διαλεκτική της Φύσης, ο Ένγκελς μας δίνει τις γενικές γραμμές αυτής της εξελικτικής διαδικασίας. «Η μορφή εξέλιξης της φυσικής επιστήμης», εξηγεί, «είναι η υπόθεση.» Σε κάποιο σημείο, ωστόσο, περαιτέρω παρατηρήσεις και στοιχεία έρχονται σε αντιπαράθεση με την κοινώς αποδεκτή υπόθεση. «Από τη στιγμή αυτή και έπειτα», συνεχίζει ο Ένγκελς, «απαιτούνται νέες μέθοδοι ερμηνείας», ικανές να ενσωματώσουν τα πιο πρόσφατα δεδομένα. [19]


Η παλιά θεωρία δεν καταργείται πλήρως ή δεν καθίσταται άκυρη σε αυτή τη διαδικασία, αλλά ξεπερνιέται μέσω μιας διαλεκτικής άρνησης. Το νέο μοντέλο ενσωματώνει ό,τι είναι αληθινό από τον προκάτοχό του. Ταυτόχρονα, προχωρεί παραπέρα, παρέχοντας τη δυνατότητα να εξηγήσει ορθολογικά νέες παρατηρήσεις και να κάνει νέες , πιο ακριβείς προβλέψεις. Αυτή η προοδευτική συσσώρευση επιστημονικής γνώσης δεν είναι όμως γραμμική. Περίοδοι στασιμότητας και ακόμη και παρακμής, άλματα και επαναστάσεις, είναι εξίσου μέρος της επιστημονικής εξέλιξης, όπως και της κοινωνικής εξέλιξης.


Αυτή τη διαλεκτική διαδικασία της επιστημονικής προόδου περιέγραψε ο φιλόσοφος της επιστήμης του εικοστού αιώνα, Τόμας Κουν, στο εξαίρετο βιβλίο του Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων. Μελετώντας την ιστορία της επιστήμης, με παραδείγματα από ποικίλα πεδία, ο Κουν έδειξε πως η επιστήμη δεν προοδεύει βαθμιαία και σε ευθεία γραμμή, αλλά μέσω μιας διαδικασίας σταδιακών προόδων, ακολουθούμενων από περιστασιακές εκρηκτικές μεταβολές και άλματα.


Η πλειονότητα των ερευνητών, λέει, για το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας τους, ασχολείται με ό,τι χαρακτηρίζει «κανονική επιστήμη», που συνίσταται στην «επίλυση γρίφων». Εργαζόμενοι εντός ενός δεδομένου θεωρητικού πλαισίου ή μιας σχολής, ο πυρήνας των περισσότερων επιστημονικών σταδιοδρομιών αφορά την εφαρμογή υπαρχουσών ιδεών σε νέα προβλήματα και περιπτώσεις, και όχι την ανάπτυξη ριζικά νέων υποθέσεων.


Ο Κουν καθιέρωσε τον όρο «παράδειγμα» για να περιγράψει αυτά τα πλαίσια και τις σχολές σκέψης. Σε κάθε περίοδο, εντός ενός συγκεκριμένου υποσυνόλου της επιστημονικής κοινότητας, θα υπάρχει ένα κυρίαρχο παράδειγμα που παρέχει τις κατευθυντήριες γραμμές εντός των οποίων διεξάγεται η έρευνα.


Η «κανονική επιστήμη» συνίσταται κυρίως σε «εργασίες συμπλήρωσης», λέει ο Κουν, «επεκτείνοντας τη γνώση εκείνων των φαινομένων που το παράδειγμα παρουσιάζει ως ιδιαιτέρως αποκαλυπτικά, με την επέκταση της συμφωνίας μεταξύ αυτών των φαινομένων και των προβλέψεων του παραδείγματος, και με την περαιτέρω επεξεργασία του ίδιου του παραδείγματος.»[20]


Σε κάποιο σημείο, ωστόσο, κατά τη διεξαγωγή της «κανονικής επιστήμης», οι ερευνητές συναντούν ανωμαλίες: φαινόμενα που δεν μπορούν να εξηγηθούν από το παλιό παράδειγμα. Αυτό, αναφέρει ο Κουν, προκαλεί μια «αναγνώριση ότι η φύση κατά κάποιο τρόπο έχει παραβιάσει τις αναμενόμενες από το παράδειγμα προσδοκίες που διέπουν την κανονική επιστήμη». [21]


Ένας μικρός αριθμός τέτοιων ανωμαλιών μπορεί αρχικά να μην οδηγήσει σε αμφισβήτηση της υπάρχουσας θεωρίας. Μπορεί να θεωρηθεί ότι θα βρεθεί κάποια παρανόηση ή πειραματικό σφάλμα ως εξήγηση. Αλλά η συσσώρευση τέτοιων ανακαλύψεων τελικά ωθεί ορισμένα στρώματα της κοινότητας να αναζητήσουν εναλλακτικές εξηγήσεις, να διατυπώσουν ένα νέο παράδειγμα.


Η επιστημονική πρόοδος, με άλλα λόγια, δεν είναι συνήθως τόσο συνειδητά κατευθυνόμενη. Οι ανακαλύψεις και τα ρήγματα δεν είναι απλώς προϊόν μεμονωμένων «ιδιοφυών» ατόμων που έχουν μια στιγμή έμπνευσης. Είναι αποτέλεσμα μιας συσσώρευσης αντιφάσεων, οι οποίες αναφύονται στη διαδικασία της ρουτίνας της έρευνας και που τελικά έρχονται με έναν εκρηκτικό τρόπο στην επιφάνεια.


Όπως εξηγεί ο Κουν: «Η κανονική επιστήμη δεν αποσκοπεί σε καινοτομίες όσον αφορά τα γεγονότα ή τη θεωρία και, όταν είναι επιτυχής, δεν βρίσκει καμία. Νέα και απρόσμενα φαινόμενα, όμως, αποκαλύπτονται επανειλημμένα από την επιστημονική έρευνα, και ριζικά νέες θεωρίες έχουν ξανά και ξανά διατυπωθεί από επιστήμονες.»[22] Η μετάβαση από ένα παράδειγμα σ’ ένα άλλο, ωστόσο, δεν είναι ποτέ μια ομαλή διαδικασία, παρατηρεί ο Κουν. Αντίθετα, τέτοιες «αλλαγές παραδείγματος», εξηγεί, προϋποθέτουν αναγκαστικά μια περίοδο κρίσης εντός της κοινότητας.


Μια παλιά φρουρά, με προσωπικό και συχνά υλικό συμφέρον να διατηρήσει το υπάρχον μοντέλο, θα τείνει να αντιστέκεται στην αλλαγή και να προσκολλάται στις ξεπερασμένες ιδέες της. Αντί να αποδεχθεί την ανάγκη για μια νέα θεωρία, θα επιχειρήσει να αναπροσαρμόσει το απαρχαιωμένο πλαίσιο, ακόμη και όταν αυτό γίνεται ολοένα και πιο μη βιώσιμο και όταν η συσσώρευση ανωμαλιών δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.


Στη σύγχρονη εποχή, οι υπερασπιστές του παλιού παραδείγματος συχνά είναι εκείνοι που κατέχουν ανώτερες θέσεις εντός των επιστημονικών θεσμών, έχοντας οικοδομήσει μεγάλα τμήματα και ισχυρή φήμη στη βάση της προώθησης μιας συγκεκριμένης θεωρίας. Με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσεται ένα επιστημονικό κατεστημένο σ’ ένα δεδομένο πεδίο. Και, έχοντας προηγουμένως προωθήσει το αντικείμενο, αυτές οι αξιοσέβαστες κυρίες και κύριοι, τελικά γίνονται φραγμός στην περαιτέρω πρόοδο. Όσο πιο «ριζική», όσο πιο θεμελιώδης, είναι μια αλλαγή παραδείγματος για ένα δεδομένο πεδίο, τόσο περισσότερες καριέρες θίγει.


Για παρόμοιους λόγους, παρατηρεί ο Κουν, δεν είναι τυχαίο ότι εκείνοι που εισάγουν νέα, εναλλακτικά παραδείγματα είναι συχνά «απ’ έξω», προερχόμενοι από μια νέα γενιά που δεν έχει ενσωματωθεί στην παλιά ορθοδοξία και το παλιό παράδειγμα.


Μια «αλλαγή παραδείγματος» συνεπώς, συνεπάγεται την ανατροπή ενός υπάρχοντος μοντέλου και την αντικατάστασή του από ένα εντελώς καινούργιο. Όχι μια απλή τροποποίηση ή επιδιόρθωση της τρέχουσας θεωρίας, αλλά την αναγκαία αντικατάσταση μιας κοσμοθεωρίας από μια αντίληψη που διατηρεί τον ορθολογικό πυρήνα της παλιάς, αλλά σε νέα βάση.


Για τον λόγο αυτό, ο Κουν επιλέγει σκόπιμα τη φράση «επιστημονική επανάσταση» για να περιγράψει αυτή τη διαδικασία, και ακόμα κάνει ρητά την αναλογία με τις κοινωνικές και πολιτικές επαναστάσεις. Επισημαίνει ότι όπως οι πολιτικές επαναστάσεις, «οι επιστημονικές επαναστάσεις εγκαινιάζονται από ένα αυξανόμενο αίσθημα […] ότι ένα υπάρχον παράδειγμα έχει πάψει να λειτουργεί ικανοποιητικά στην εξερεύνηση μιας πτυχής της φύσης στην οποία το ίδιο το παράδειγμα προηγουμένως είχε ανοίξει τον δρόμο».[23] Αυτή η «αίσθηση δυσλειτουργίας», με τη σειρά της, προκαλεί μια κρίση, με την επιλογή μεταξύ ανταγωνιστικών παραδειγμάτων να αντιπροσωπεύει «ασύμβατους τρόπους κοινοτικής ζωής.»[24]


Ο Κουν παραθέτει μια ποικιλία παραδειγμάτων για να επιδείξει αυτήν τη «δομή των επιστημονικών επαναστάσεων». Η ανατροπή της Νευτώνειας μηχανικής από τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, ήταν μια τέτοια επανάσταση. Ο Νεύτωνας περιέγραψε το σύμπαν ως έναν μηχανισμό ρολογιού, κυβερνώμενο από τον απόλυτο χρόνο και χώρο, όπου ο χρόνος κυλούσε ομοιόμορφα και ο χώρος ήταν ένα σταθερό υπόβαθρο για την κίνηση. Αυτή η νευτώνεια οπτική του σύμπαντος κυριάρχησε για 200 χρόνια.


Τόση ήταν η φαινομενική επιτυχία αυτού του πλαισίου, που ο φυσικός, λόρδος Κέλβιν, φέρεται να παρατήρησε στα τέλη του 19ου αιώνα: «Δεν υπάρχει τίποτε καινούργιο να ανακαλυφθεί στη φυσική. Ό,τι απομένει είναι όλο και πιο ακριβείς μετρήσεις.» Η Φυσική φαινόταν απλώς πλέον ως «εργασία συμπλήρωσης», όπως είπε ο Κουν. Κι όμως, διάφορα εκκρεμή προβλήματα παρέμεναν. Η συμπεριφορά του φωτός αντιστεκόταν σε επαρκή ερμηνεία. Πειράματα απέτυχαν να ανιχνεύσουν τον «αιθέρα» ως φερόμενο μέσο διάδοσης.


Αντιφατικά αποτελέσματα συσσωρεύτηκαν και αναδύθηκαν άλλες ανωμαλίες, όπως σωματίδια που αυξάνουν την αδράνειά τους σε υψηλές ταχύτητες, φαινόμενα που η νευτώνεια φυσική δεν μπορούσε να εξηγήσει. Η συσσώρευση αυτών των αντιφάσεων οδήγησε σε μια κρίση στην επιστήμη.


Ήταν σε αυτό το πλαίσιο που ένας νεαρός υπάλληλος σε γραφείο ευρεσιτεχνιών, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, ανέτρεψε τη Φυσική με τη θεωρία της ειδικής σχετικότητας. Αυτή, μαζί με τη μετέπειτα θεωρία της γενικής σχετικότητας, πραγματοποίησε μια λαμπρή επιστημονική επανάσταση, δείχνοντας πώς ο ίδιος ο χρόνος και ο χώρος μπορούν να παραμορφωθούν, να διασταλούν ή να συσταλούν σε διαφορετικά συστήματα αναφοράς.


Η ίδια διαδικασία επιστημονικής εξέλιξης διακρίνεται σε όλα τα πεδία: από την κατανόησή μας για το φως και την οπτική, έως τον χώρο της χημείας και την ανακάλυψη νέων στοιχείων. Αρχικά, μια ποσοτική συσσώρευση έρευνας εντός ενός δεδομένου πλαισίου, προετοιμάζει το έδαφος για μια κρίση, καθώς η υπάρχουσα θεωρία έρχεται σε αντίφαση με τα νεοπαρατηρούμενα φαινόμενα.


Τελικά, συμβαίνει μια ρήξη εντός της επιστημονικής κοινότητας, καθώς οι παλιές ελίτ και οι ιδέες τους αμφισβητούνται από ένα νέο κύμα ερευνητών, που προωθούν ένα εναλλακτικό, ανώτερο μοντέλο, με μεγαλύτερη ικανότητα εξήγησης. Τέλος, το νέο παράδειγμα επικρατεί. Συμβαίνει ένα ποιοτικό άλμα, που περιλαμβάνει μια ριζική αλλαγή οπτικής εντός του πεδίου. Και η πορεία της επιστημονικής προόδου συνεχίζεται, μέχρι την επόμενη κρίση και επανάσταση.


«Η μεγαλύτερη δυσκολία της ανακάλυψης δεν είναι τόσο το να γίνουν οι αναγκαίες παρατηρήσεις», σημειώνει ο Μπερνάλ, «αλλά το να αποσπαστεί κανείς από τις παραδοσιακές ιδέες σε σχέση με την ερμηνεία τους.»[25] Συνεχίζει: «Από την εποχή που ο Κοπέρνικος καθιέρωσε την κίνηση της γης […] ο πραγματικός αγώνας ήταν λιγότερο το να διεισδύσουμε στα μυστικά της φύσης και περισσότερο το να ανατρέψουμε τις καθιερωμένες ιδέες, παρά το ότι αυτές, στην εποχή τους, είχαν βοηθήσει στην προώθηση της επιστήμης.»[26]


Οι επιστημονικές θεωρίες και τα μοντέλα, καταλήγει ο Μπερνάλ, πρέπει συνεπώς «να καταστρέφονται συστηματικά και συχνά βίαια από καιρού εις καιρόν, και να αναδημιουργούνται μπροστά στην καινούργια εμπειρία στον υλικό και κοινωνικό κόσμο.»[27] Έτσι βλέπουμε τη διαλεκτική κίνηση, όχι μόνο στη φύση και την κοινωνία, αλλά και στην ανάπτυξη της γνώσης και της ίδιας της σκέψης.


Η επιστημονική πρόοδος σε κάθε συγκεκριμένο πεδίο, λοιπόν, δεν εξελίσσεται σε ευθεία γραμμή. Κάθε κλάδος ή τομέας της επιστήμης έχει αναπτυχθεί διαδοχικά μέσα από μια σειρά κρίσεων και επαναστάσεων. Σε ευρύτερη κλίμακα, ωστόσο, εξετάζοντας την Ιστορία, είναι επίσης σαφές ότι τέτοιες επιστημονικές επαναστάσεις δεν εμφανίζονται ομοιόμορφα ή τυχαία. Ο Μπερνάλ επισημαίνει: «Η πρόοδος της επιστήμης υπήρξε οπωσδήποτε κάθε άλλο παρά ομοιόμορφη στον χρόνο και στον τόπο. Περίοδοι ταχείας προόδου εναλλάσσονταν με μακρύτερες περιόδους στασιμότητας και ακόμα και παρακμής.»[28]


«Αλλά το πού και το πότε της επιστημονικής δραστηριότητας κάθε άλλο παρά είναι τυχαίο», συνεχίζει ο Μπερνάλ. «Οι περίοδοι άνθησης συμπίπτουν με οικονομική δραστηριότητα και τεχνική πρόοδο.»[29] Με άλλα λόγια, για να εκτιμήσουμε τη συνολική πορεία της επιστημονικής προόδου, πρέπει να διερευνήσουμε και να κατανοήσουμε τη σχέση ανάμεσα στην επιστήμη και στην κοινωνία.


Βλέποντας από αυτή τη σκοπιά, διακρίνουμε ότι υπάρχουν υλικοί παράγοντες που ωθούν την επιστήμη προς τα εμπρός σε μια σειρά κλάδων σε ορισμένες εποχές, και που την εμποδίζουν σε άλλες. Τα μεμονωμένα άτομα ασφαλώς παίζουν ρόλο, αλλά μόνο υπό τις κατάλληλες συνθήκες, σε κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά περιβάλλοντα που ευνοούν την εξερεύνηση και τη γέννηση νέων ιδεών.


Η έλλειψη μιας τέτοιας θεώρησης ήταν ένα από τα κύρια όρια του Κουν. Παρότι ο Κουν παρέθεσε πολλές περιπτώσεις αλλαγής παραδείγματος σε διάφορους κλάδους της επιστήμης, δεν εξήγησε το πώς και γιατί αυτές οι επιστημονικές επαναστάσεις συγκεντρώνονταν σε ορισμένες εποχές και τόπους και όχι σε άλλους.


Η μεγάλη πρόοδος και τα επιτεύγματα της επιστήμης στους νεώτερους καιρούς, για παράδειγμα, από τον 16ο αιώνα και έπειτα, συνέπεσαν με την πρώιμη ανάπτυξη του καπιταλισμού. Η φεουδαρχική αριστοκρατία στηριζόταν σε μια συντηρητική, αγροτική οικονομία. Ήταν δε εναγκαλισμένη με την Εκκλησία και όλο το μυστικιστικό, θρησκευτικό και δεισιδαιμονικό της υπόβαθρο έπαιζε σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της εξουσίας της. Αντιθέτως, η ανερχόμενη αστική τάξη είχε συμφέρον από την προώθηση της επιστήμης και την κατανόηση του κόσμου προκειμένου να τον αλλάξει, προς όφελός της.


Το πρώτο βήμα της Επιστημονικής Επανάστασης που εγκαινιάστηκε από την ανερχόμενη αστική τάξη έπρεπε να είναι το σπάσιμο της κυριαρχίας της Εκκλησίας. Το έναυσμα έδωσε ο Κοπέρνικος. Το έργο του, «Περί των περιστροφών των ουράνιων σφαιρών» («De revolutionibus orbium coelestium»), επιδίωκε να ανατρέψει την παλαιά γεωκεντρική άποψη για το σύμπαν υπέρ μιας ηλιοκεντρικής θεώρησης. Και όταν αναγνωρίστηκε η πρόκληση που αυτό αντιπροσώπευε, συνάντησε μανιώδη αντίσταση από την Εκκλησία, για την οποία ο γεωκεντρισμός αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο μιας θεόσταλτης κοσμικής τάξης.


Η παλιά άποψη, στην πραγματικότητα, είχε τις επιτυχίες της: υποστήριζε πως ο ήλιος, το φεγγάρι και τα αστέρια περιστρέφονται σε κύκλους στον νυχτερινό ουρανό. Όμως ορισμένα φαινόμενα ήταν πιο περίπλοκα, όπως η ιδιόμορφη κίνηση των πλανητών. Για να το εξηγήσουν αυτό, υπέθεσαν ότι οι πλανήτες κινούνται κατά μήκος μικρών κύκλων που ονομάζονταν «επίκυκλοι», οι οποίοι με τη σειρά τους κινούνταν κατά μήκος μεγαλύτερων κύκλων γύρω από τη Γη.


Αυτοί οι «κύκλοι εντός κύκλων» συσσωρεύονταν προκειμένου να συμβαδίσουν με τις ακριβέστερες μετρήσεις. Μέχρι την εποχή του Κοπέρνικου, αυτό το σύστημα περιελάμβανε περίπου 80 κύκλους για να εξηγήσει τις κινήσεις των πέντε γνωστών τότε πλανητών. Η κοσμολογία βρισκόταν σε κρίση. Αλλά, για να είμαστε ειλικρινείς, ήταν ήδη σε κρίση για αιώνες πριν εμφανιστεί ο Κοπέρνικος.


Απαιτούνταν μια επανάσταση ενάντια στο παλιό σύστημα. Όμως κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατό χωρίς μια επαναστατική κοινωνική τάξη, ικανή να παράγει τολμηρούς στοχαστές που θα αναλάμβαναν τον αγώνα να απελευθερώσουν την επιστήμη από την ασφυξία των εκκλησιαστικών δογμάτων. Με άλλα λόγια, η επιστήμη αναπτύσσεται σύμφωνα με τους δικούς της νόμους, αλλά αυτοί δεν λαμβάνουν χώρα στο κενό. Όταν ένα παράδειγμα εισέρχεται σε κρίση, αυτή η κρίση μπορεί να παραταθεί εξαιτίας κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών παραγόντων που επιβραδύνουν την εξέλιξη της επιστήμης.


Η άνοδος της αστικής τάξης έδωσε τεράστια ώθηση στην επιστήμη σε κάθε επίπεδο. Το εμπόριο και η ναυτιλία, στην αναζήτηση νέων αγορών και πηγών κέρδους, απαιτούσαν νέες τεχνολογίες, που με τη σειρά τους οδήγησαν σε αντίστοιχες επιστημονικές ανακαλύψεις.


Όπως σημειώνει ο Ένγκελς: «Η πραγματική φυσική επιστήμη χρονολογείται από το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, και από τότε προχώρησε με αυξανόμενη ταχύτητα. Η ανάλυση της φύσης στα επιμέρους της μέρη, η ομαδοποίηση των διαφόρων φυσικών διαδικασιών και αντικειμένων σε ορισμένες κατηγορίες, η μελέτη της εσωτερικής ανατομίας των οργανικών σωμάτων στις ποικίλες μορφές τους — αυτά ήταν οι θεμελιώδεις προϋποθέσεις των γιγαντιαίων βημάτων στη γνώση μας για τη φύση που έγιναν κατά τα τελευταία τετρακόσια χρόνια.»[30]


Καινοτομίες όπως ο φακός βοήθησαν να βαθύνει η γνώση των επιστημόνων για το φως και την οπτική. Η εφεύρεση του τηλεσκοπίου πρόσθεσε εμπειρικά στοιχεία που στήριξαν την κοπερνίκεια άποψη. Τα εκκρεμή ρολόγια για την ακριβή μέτρηση του χρόνου τροφοδότησαν με πρόοδο τη μηχανική. Και τα θερμόμετρα και τα βαρόμετρα για τη μέτρηση της θερμοκρασίας και της πίεσης ενίσχυσαν την κατανόηση των ιδιοτήτων των υγρών και των αερίων.


Σε αυτή την περίοδο, η επιστήμη, η φιλοσοφία και η θρησκεία, που προηγουμένως, μέσα στο φεουδαρχικό καθεστώς, ήταν αλληλο-επικαλυπτόμενες, άρχισαν να διαχωρίζονται. Ξεχώρισαν κλάδοι της επιστήμης, με εξειδικευμένους στοχαστές να επικεντρώνουν τις έρευνές τους σε στενότερα πεδία της φύσης.


Φιλόσοφοι όπως ο Φράνσις Μπέικον και ο Ρενέ Ντεκάρτ ήταν προϊόντα αυτής της αναδυόμενης αστικής τάξης και της ρήξης της με την πνιγηρή επίδραση της θρησκείας. Συνέβαλαν στην ανάπτυξη και προβολή μιας συστηματικής, ορθολογικής, επιστημονικής μεθόδου σκέψης, βασισμένης στην εμπειρική παρατήρηση, το πείραμα και την επαγωγική και παραγωγική λογική. Με τη βοήθεια της τυπογραφίας, παράλληλα, η γνώση μπόρεσε να διαδοθεί ταχύτερα και ευρύτερα.


Αργότερα, πάνω στην ώθηση των αστικών επαναστάσεων στην Αγγλία και στις Κάτω Χώρες ιδίως, προέκυψαν οι μεγάλοι στοχαστές του Διαφωτισμού. Η επιμονή τους στη λογική και η περιφρόνηση του μυστικισμού, έδωσαν περαιτέρω ώθηση στην επιστημονική πρόοδο.


Η βιομηχανική επανάσταση του 18ου και του 19ου αιώνα επιτάχυνε αυτές τις διαδικασίες. Η εισαγωγή της μαζικής μηχανοποίησης στην παραγωγή απαιτούσε νέες τεχνολογίες και τεχνικές. Και αυτό, με τη σειρά του, σήμαινε την εφαρμογή της επιστημονικής γνώσης σε όλες τις πλευρές της βιομηχανίας.


«Μόλις η βιομηχανική επανάσταση βρέθηκε σε πλήρη εξέλιξη, η θέση της επιστήμης ως αναπόσπαστου μέρους του πολιτισμού ήταν εξασφαλισμένη», σχολιάζει αλλού ο Μπερνάλ. «Με χίλιους τρόπους, η επιστήμη ήταν απαραίτητη, τόσο στη μέτρηση και την τυποποίηση της βιομηχανίας όσο και στην εισαγωγή οικονομιών και νέων διεργασιών.»[31]


Νέα παραδείγματα που προέκυψαν από επαναστάσεις στη θερμοδυναμική, τον ηλεκτρομαγνητισμό και τη χημεία οδήγησαν στην εφεύρεση της μηχανής εσωτερικής καύσης, του ηλεκτρικού κινητήρα, του τηλεγράφου και των συνθετικών λιπασμάτων, μεταξύ άλλων καθοριστικών καινοτομιών, παράλληλα με βελτιώσεις σε υφιστάμενες τεχνολογίες, όπως η ατμομηχανή.


Η κύρια κινητήρια δύναμη πίσω από αυτές τις νέες τεχνολογίες δεν ήταν επιστημονική, αλλά οικονομική. Η ιδέα μιας μηχανής με κίνηση ατμού, για παράδειγμα, υπήρχε από αρχαίους χρόνους. Όμως αυτή αναπτύχθηκε πλήρως και εφαρμόστηκε ευρέως στον καπιταλισμό, όπου το κίνητρο του κέρδους παρείχε ώθηση για αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.


Τα μηχανήματα που εισήχθηκαν στην παραγωγή κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης ενσωμάτωσαν, με αυτή την έννοια, τη «νεκρή εργασία» γενεών επιστημονικής έρευνας και κατανόησης, αντικαθιστώντας τη ζωντανή εργασία των ειδικευμένων εργατών με αυτοματισμούς βασισμένους στην αξιοποίηση και εμβάθυνση της γνώσης μας για τις δυνάμεις της Φύσης.

Πηγές

[19] F Engels, ‘Dialectics of Nature’, Karl Marx Frederick Engels Collected Works, Vol. 25, Progress Publishers, 1987, σελ. 520

[20] T Kuhn, The Structure of Scientific Revolutions, Fourth Edition, University of Chicago Press, 2012, σελ. 24

[21] Στο ίδιο, σελ. 53.

[22] Στο ίδιο, σελ. 52.

[23] Στο ίδιο, σελ. 93-94.

[24] Στο ίδιο.

[25] J D Bernal, Science in History, Watts and Co., 1954, σελ. 28

[26] Στο ίδιο.

[27] Στο ίδιο, σελ. 29.

[28] Στο ίδιο, σελ. x

[29] Στο ίδιο, σελ. 23

[30] F Engels, Anti-Dühring, Wellred Books, 2017, σελ. 31

[31] J D Bernal, The Social Function of Science, Routledge and Sons, 1946, σελ. 27

Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ: https://marxismos.com/kommounismos-kai-epistimi-meros-1o/

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Ανασκόπηση

Η παρούσα ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies, ώστε να παρέχει στο χρήστη την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Τα δεδομένα αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση ενεργειών, όπως την αναγνώρισή σας, όταν επιστρέφετε στην ιστοσελίδα μας, και για να κατανοήσουμε ποια τμήματα της ιστοσελίδας μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Μπορείτε να προσαρμόσετε όλες τις ρυθμίσεις για τα cookies από τις καρτέλες στα αριστερά σας.