Ταυτότητα

Θεμελιώδεις Ιδέες

Συχνές Ερωτήσεις

Επικοινωνία

ΑρχικήΘεωρία - Ιστορία20 χρόνια από τον θάνατο του Τεντ Γκραντ

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Επαναστατική Κομμουνιστική Οργάνωση, το ελληνικό τμήμα της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς (RCI), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

20 χρόνια από τον θάνατο του Τεντ Γκραντ

Πέρασαν πλέον 20 χρόνια από το καλοκαίρι του 2006, όταν ο Τεντ Γκραντ άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 93 ετών. Ο σπουδαίος αυτός επαναστάτης κομμουνιστής πολιτικός και θεωρητικός, πέθανε στις 20 Ιουλίου 2006 στη Βρετανία, στο Λονδίνο. Η πλούσια σε αγώνες και συνεισφορά στα κομμουνιστικά ιδανικά ζωή του, είχε ξεκινήσει στις 9 Ιουλίου 1913 στη Νότια Αφρική, σ’ ένα προάστιο του Γιοχάνεσμπουργκ, το Τζέρμινστον. Το αληθινό του όνομα ήταν Άιζακ Μπλανκ. Ο πατέρας του, Μαξ Μπλανκ, ήταν Λιθουανός-Εβραίος, γεννημένος στην πόλη Ταουραγκέ της Λιθουανίας και η μητέρα του, Αντέλ Μπλανκ, ήταν Γαλλίδα, γεννημένη στο Παρίσι.

Ο μικρός Άιζακ εμπνεύστηκε από τα ιδανικά της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία και έγινε κομμουνιστής μόλις στα 15 του χρόνια. Στην ιδεολογική του διαμόρφωση σημαντικό ρόλο έπαιξε ο Ραλφ Λι, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Νότιας Αφρικής, ο οποίος είχε διαγραφεί ως υποστηριχτής των γνήσιων μαρξιστικών ιδεών που υπερασπιζόταν ο Λέον Τρότσκι ενάντια στη σταλινική γραφειοκρατία και τον διαβρωτικό ρόλο της στην ΕΣΣΔ και την Κομμουνιστική Διεθνή.

Η οικογενειακή ζωή της οικογένειας Μπλανκ διαλύθηκε νωρίς, γεγονός που επηρέασε την πολιτική μοίρα του νεαρού Άιζακ. Οι γονείς του πήραν διαζύγιο, όταν ο Άιζακ ήταν ακόμα σε πολύ μικρή ηλικία, και ο πατέρας του εγκατέλειψε το σπίτι. Για να μπορέσει να ζήσει την οικογένεια, η μητέρα του, Αντέλ, αναγκάστηκε να νοικιάζει δωμάτια του σπιτιού τους στο Τζέρμιστον. Ένας από τους ενοικιαστές που κατοίκισαν στο σπίτι τους ήταν ο Ραλφ Λι. Ο Λι άρχισε να συζητά πολιτικά με τον έφηβο Άιζακ, αλλά και την αδελφή του, Ζένα, εισάγοντάς τους στον μαρξισμό και προμηθεύοντάς τους με την εφημερίδα των Αμερικανών τροτσκιστών «The Μilitant».

Με τον Λι, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Άιζακ συμμετείχε στον πρώτο πυρήνα της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης στη Νότια Αφρική, ο οποίος ανέπτυξε πλούσια δράση στους κόλπους του καταπιεσμένου μαύρου προλεταριάτου. Δρώντας υπό αντίξοες συνθήκες, ανασύστησαν το Συνδικάτο Εργατών Πλυντηρίων του Γιοχάνεσμπουργκ, οργανώνοντας μαύρους εργάτες ενάντια στην εκμετάλλευση, και προωθώντας την ταξική ενότητα λευκών και μαύρων εργατών ενάντια στον καπιταλισμό.

Το φθινόπωρο του 1934, σε ηλικία 21 ετών, ο νεαρός Άιζακ μαζί με ένα άλλο μέλος της οργάνωσης, τον Μαξ Μπας, αποφάσισαν να φύγουν για την Ευρώπη, με σκοπό να βρεθούν στην καρδιά του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους με ένα γερμανικό πλοίο, οι δύο επαναστάτες αποφάσισαν να αλλάξουν τα ονόματά τους, για να προστατεύσουν τις οικογένειές τους πίσω στη Νότια Αφρική από πιθανές πολιτικές διώξεις. Έτσι ο Άιζακ Μπλανκ έγινε για το υπόλοιπο της ζωής του «Τεντ Γκραντ».

Οι δύο ενθουσιώδεις νεαροί τροτσκιστές, σε έναν σταθμό του ταξιδιού τους, στη Γαλλία, συνάντησαν τον Λεβ Σεντόφ, γιο του Τρότσκι, μέλος της Γραμματείας της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης και κεντρικό οργανωτικό υπεύθυνο του τροτσκιστικού κινήματος στην Ευρώπη, λίγο καιρό προτού αυτός δολοφονηθεί από πράκτορες του Στάλιν. Μαζί του συζήτησαν κυρίως την κατάσταση του τροτσκισμού στη Βρετανία και τα καθήκοντα που θα είχαν εκεί, καθώς αυτός ήταν ο τελικός προορισμός του ταξιδιού τους.

Ο Τεντ έφθασε στη Βρετανία και το Λονδίνο τον Δεκέμβριο του 1934. Εκεί εντάχθηκε στην τροτσκιστική ομάδα η οποία δρούσε στους κόλπους του Ανεξάρτητου Εργατικού Κόμματος (παλιά αριστερή διάσπαση του Εργατικού Κόμματος που είχε πάρει κεντριστική κατεύθυνση), και μετά την κατάρρευση αυτού του κόμματος συμμετείχε στο χτίσιμο της τροτσκιστικής ομάδας η οποία δρούσε στο Εργατικό Κόμμα.

Στις 4 Οκτωβρίου 1936 ο Τεντ Γκραντ έλαβε μέρος με επαναστατικό ενθουσιασμό στην ιστορική αντιφασιστική μάχη της Cable Street, στο Ανατολικό Λονδίνο. Εκείνη τη μέρα, πάνω από 100.000 εργάτες, σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί και Εβραίοι έστησαν οδοφράγματα, υιοθετώντας το αντιφασιστικό σύνθημα της Ισπανικής Επανάστασης «No pasarán!» («Δεν θα περάσουν!») και κατατρόπωσαν με ξύλα, καδρόνια και πέτρες τη Βρετανική Ένωση Φασιστών, μια συμμορία η οποία τρομοκρατούσε τις εργατικές γειτονιές και απολάμβανε προστασία από την Αστυνομία.

Το 1937, ο Τεντ Γκραντ πρωτοστάτησε στη δημιουργία της Εργατικής Διεθνιστικής Λίγκας (WIL), της οργάνωσης η οποία αποτέλεσε την πραγματική αφετηρία του τροτσκισμού στη Βρετανία. Η WIL άρχισε να αποκτά ρίζες στο οργανωμένο εργατικό κίνημα, με τον Τεντ να γίνεται ο εκδότης της εφημερίδας, η οποία τιτλοφορούνταν «Socialist Appeal» («Σοσιαλιστική Έκκληση»). Η επιτυχημένη δουλειά της WIL – η πιο επιτυχημένη από τροτσκιστές στις δύσκολες συνθήκες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου – έθεσε τις βάσεις για τη δημιουργία του ισχυρού Επαναστατικού Κομμουνιστικού Κόμματος (RCP) το 1944, του οποίου ο Τεντ Γκραντ ανέλαβε πολιτικός γραμματέας και εξελίχθηκε ως βασικός θεωρητικός.

Η ηγεσία του RCP κατάφερε να αναλύσει σωστά την παγκόσμια κατάσταση, όπως διαμορφώθηκε μετά τον Πόλεμο, σε αντίθεση με την ηγεσία της Τετάρτης Διεθνούς, η οποία μιλούσε διαρκώς για μια νέα περίοδο βαθιάς κρίσης, δικτατοριών και προετοιμασίας για έναν νέο, Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εκείνη την περίοδο, ο Αμερικανός Τζέιμς Κάνον, ηγέτης με το μεγαλύτερο κύρος στην Τέταρτη Διεθνή μετά τη δολοφονία του Τρότσκι, σε συνεργασία με τον υποτακτικό του στη Βρετανία, Τζέρι Χίλι, ξεκίνησαν ένα φραξιονιστικό αγώνα χωρίς αρχές ενάντια στην ηγεσία του RCP, χρησιμοποιώντας ίντριγκες και γραφειοκρατικές μεθόδους. Παρότι ο Τεντ ήταν μέλος της ηγεσίας της Διεθνούς, διαγράφτηκε το 1950 για τις διαφωνίες του με τον κυρίαρχο ηγετικό πυρήνα και το RCP οδηγήθηκε σε διάλυση.

Τον Μάη του 1951, με πρωτοβουλία του Τεντ Γκραντ, έγινε στο Λονδίνο μια συνδιάσκεψη με όλους τους συντρόφους που είχαν απομείνει από το RCP. Γενικότερα, η δεκαετία του 1950 ήταν μια δεκαετία δραματικής υποχώρησης του εργατικού κινήματος και πολιτικής αποστασίας. Λίγοι σύντροφοι από το παλιό RCP παρέμειναν πιστοί στον μαρξισμό στη Βρετανία και με επικεφαλής τον Τεντ εξέδιδαν την εφημερίδα «Σοσιαλιστικός Αγώνας», με ακανόνιστη όμως συχνότητα, εξαιτίας περιορισμένων πόρων.

Το 1957, και αφού είχε συντελεστεί η διάσπαση της τάσης των Κάνον και Χίλι από τη Διεθνή (1953), η ομάδα του Τεντ Γκραντ αναγνωρίστηκε ως το επίσημο τμήμα της Διεθνούς Γραμματείας της Τετάρτης Διεθνούς (ISFI) στη Βρετανία. Όμως, λίγα χρόνια μετά, το 1965, μετά τη γραφειοκρατική άρνηση της ηγεσίας της Διεθνούς των Ερνέστ Μαντέλ, Πιέρ Φρανκ, Σίλβιο Μαϊτάν κ.ά. να συζητηθούν ουσιαστικά οι διαφωνίες του Τεντ Γκραντ που αφορούσαν βασικά ζητήματα της περιόδου, αυτοί οι ηγέτες αποφάσισαν να διαγράψουν την οργάνωση του Τεντ Γκραντ στη Βρετανία και να αναγνωρίσουν στο Παγκόσμιο Συνέδριο εκείνου του έτους μια άλλη ομάδα ως επίσημο τμήμα. Έκτοτε, ο Τεντ και οι υποστηρικτές του γύρισαν την πλάτη στα απομεινάρια μιας Διεθνούς η οποία αποξενωνόταν ταχύτατα από τις στοιχειώδεις πολιτικές παραδόσεις και μεθόδους του Τρότσκι.

Με αφορμή τις διαφωνίες του με βασικές θέσεις και μεθόδους της ηγεσίας της Τετάρτης Διεθνούς επί δύο δεκαετίες (μέσα δεκαετίας 1940 μέχρι τα μέσα της δεκαετίες του 1960), ο Τεντ υπερασπίστηκε με συνέπεια αλλά και εμπλούτισε τη μαρξιστική θεωρία. Με αυτόν τον τρόπο έθεσε τα στέρεα θεωρητικά θεμέλια στα οποία βασίστηκε η επιτυχημένη μαρξιστική τάση του Militant στη Βρετανία και γενικότερα ένα συνεπές διεθνές μαρξιστικό ρεύμα, το οποίο στις μέρες μας εκφράζεται από την Επαναστατική Κομμουνιστική Διεθνή (RCI).

Οι βασικές πολιτικές και θεωρητικές διαφωνίες του Τεντ Γκραντ με την ηγεσία της Τετάρτης Διεθνούς συνοψίζονται στα ακόλουθα ζητήματα (για μια αναλυτική παρουσίαση μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2026 από τις εκδόσεις «Μαρξιστική Φωνή», με τίτλο «Πώς και γιατί εκφυλίστηκε η Τέταρτη Διεθνής»):

  1. 1. Η κατάσταση και οι προοπτικές του μεταπολεμικού καπιταλισμού

Η ηγεσία της Διεθνούς επέμενε δογματικά ότι ο καπιταλισμός βρισκόταν στο τελικό του στάδιο και ότι επίκειτο μια άμεση, ολοκληρωτική οικονομική κατάρρευση. Αρνούνταν να δει τη νέα πραγματικότητα. Αντίθετα, ο Τεντ Γκραντ, ήδη από το 1946, προέβλεψε ότι ο καπιταλισμός εισερχόταν σε μια περίοδο σταθεροποίησης και οικονομικής ανόδου, και τόνιζε ότι, αν οι τροτσκιστές δεν κατανοούσαν αυτή τη θεμελιώδη αλλαγή, θα κατέληγαν μια απομονωμένη πολιτική αίρεση, εκτός πραγματικότητας.

  1. 2. Η φύση των δυτικών καθεστώτων μετά τον Πόλεμο

Αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η ηγεσία της Διεθνούς επέμενε ότι τα καθεστώτα στη Δυτική Ευρώπη (Γαλλία, Ιταλία κ.λπ.) θα ήταν φασιστικά ή στρατιωτικά-βοναπαρτιστικά, καθώς υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός δεν είχε πλέον περιθώρια να ανεχθεί την αστική δημοκρατία.

Αντιθέτως, ο Τεντ Γκραντ εξήγησε ότι η αστική τάξη στη Δυτική Ευρώπη, τρομοκρατημένη από την επέλαση του Κόκκινου Στρατού και τις επαναστατικές διαθέσεις των εργατών, αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Στηριγμένη στις προδοσίες των σταλινικών και των σοσιαλδημοκρατών μπόρεσε να εγκαθιδρύσει αστικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, παραχωρώντας μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που ο Γκραντ χαρακτήρισε «αντεπανάσταση με ήπια, δημοκρατική μορφή». Ο Γκραντ τόνιζε ότι οι τροτσκιστές έπρεπε να είναι προετοιμασμένοι να δράσουν μέσα σε αυτές τις πολιτικές συνθήκες στην καπιταλιστική Δύση και όχι να φαντάζονται επικείμενες «φασιστικές δικτατορίες».

  1. 3. Ο σταλινισμός και ο ρόλος του

Οι ηγέτες της Διεθνούς, εντυπωσιασμένοι από την ισχύ της Σοβιετικής Ένωσης και την επέκτασή της στην Ανατολική Ευρώπη, υποστήριξαν ότι ο σταλινισμός θα μπορούσε ακόμα και να κυριαρχήσει για αιώνες! Ο Πάμπλο έφτασε στο σημείο να αναπτύξει τη θεωρία ότι λόγω ενός επικείμενου Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου τα σταλινικά Κ.Κ. θα αναγκάζονταν να πάρουν την εξουσία επαναστατικά και οι τροτσκιστές θα έπρεπε απλώς να διαλυθούν μέσα σε αυτά, περίπου ως σύμβουλοι.

Από την άλλη, ο Τεντ Γκραντ, αναπτύσσοντας τη θεωρία του προλεταριακού βοναπαρτισμού, εξήγησε ότι τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης, της Κίνας και της Κούβας ήταν παραμορφωμένα εργατικά κράτη. Διέθεταν κρατικοποιημένη σχεδιασμένη οικονομία, αλλά η εργατική τάξη δεν έλεγχε ποτέ την εξουσία, η οποία βρισκόταν στα χέρια μιας γραφειοκρατικής ελίτ. Ο Γκραντ προέβλεψε ότι αυτά τα καθεστώτα ήταν ιστορικά προσωρινά: αν οι εργάτες δεν οργάνωναν μια πολιτική επανάσταση για να ανατρέψουν τη γραφειοκρατία, τα καθεστώτα αυτά θα κατέρρεαν νομοτελειακά και θα είχαμε ένα πισωγύρισμα στον καπιταλισμό (όπως και έγινε το 1989-1991).

  1. 4. Τα αντάρτικα και η αποικιακή επανάσταση

«Μαγνητισμένοι» από την Κουβανική Επανάσταση (1959) και τον πόλεμο του Βιετνάμ, ο Μαντέλ και οι άλλοι ηγέτες της Διεθνούς υποστήριξαν ότι ο παραδοσιακός δρόμος της σοσιαλιστικής επανάστασης είχε αλλάξει. Άρχισαν να αποθεώνουν και να εξιδανικεύουν τον ανταρτοπόλεμο στις αποικιακές χώρες, όχι μόνο στην ύπαιθρο αλλά ακόμα και στις πόλεις, θεωρώντας τους αγρότες και τους ριζοσπάστες διανοούμενους ως τη νέα κινητήρια δύναμη της επανάστασης, υποβαθμίζοντας τον ρόλο των εργατών.

Χαρακτηριστικά, το 9ο Παγκόσμιο Συνέδριο (1969) της Ενιαίας Γραμματείας της Τετάρτης Διεθνούς ψήφισε το κείμενο με τίτλο «Resolution on Latin America» (Ψήφισμα για τη Λατινική Αμερική), το οποίο δημοσιεύτηκε αμέσως μετά το συνέδριο στο επίσημο εσωτερικό όργανο της Διεθνούς, το International Information Bulletin (αρ. 9, Ιούλιος 1969), καθώς και στο περιοδικό «Intercontinental Press» (14 Ιουλίου 1969), και μεταξύ άλλων ανέφερε τα εξής: «Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες χώρες το πιο πιθανό ενδεχόμενο είναι ότι για μια αρκετά μεγάλη περίοδο οι αγρότες θα πρέπει να σηκώσουν το κύριο βάρος του αγώνα και η επαναστατική μικροαστική τάξη θα προμηθεύσει σε μεγάλο βαθμό τα στελέχη του κινήματος».

Ο Γκραντ άσκησε δριμεία μαρξιστική κριτική σε αυτή την ιδέα, τονίζοντας ότι ο ανταρτοπόλεμος είναι μια καθαρά αγροτική μέθοδος πάλης. Προειδοποίησε ότι, αν ένα κίνημα βασίζεται στους αγρότες της υπαίθρου και όχι στην οργανωμένη εργατική τάξη των πόλεων, τότε νομοτελειακά η εξουσία θα καταληφθεί από μια στρατιωτική-γραφειοκρατική ελίτ, οδηγώντας μαθηματικά σε ένα νέο ολοκληρωτικό καθεστώς (προλεταριακό βοναπαρτισμό), χωρίς πραγματική εργατική δημοκρατία. Τόνισε, επίσης, την ανάγκη στις χώρες αυτές οι μαρξιστές να στηριχτούν στο φρέσκο και ισχυροποιημένο, μεταπολεμικά, προλεταριάτο, ως κινητήρια δύναμη της επανάστασης, χωρίς ωστόσο να υποτιμά τον συμπληρωματικό, βοηθητικό ρόλο των φτωχών αγροτών και άλλων καταπιεσμένων στρωμάτων των πόλεων.

  1. 5. Το φοιτητικό κίνημα και ο Μάης του 1968

Κατά τη δεκαετία του 1960, η ηγεσία της Διεθνούς απογοητεύτηκε από την προσωρινή παράλυση της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης. Αντί να εμπιστευθεί τις επαναστατικές δυνατότητες της τελευταίας, στράφηκε με πάθος προς τον «φοιτητισμό» και τα υποτιθέμενα «νέα κοινωνικά κινήματα» (φεμινισμός, πασιφισμός), θεωρώντας τους φοιτητές ως τη νέα «επαναστατική πρωτοπορία», η οποία θα καθοδηγούσε τις εξελίξεις.

Αυτά αποτυπώθηκαν σε κείμενα όπως το «The New Vanguard» (1969) του Ερνέστ Μαντέλ και οι αποφάσεις του 9ου Παγκόσμιου Συνεδρίου της Τετάρτης Διεθνούς (1969), που τεκμηριώνουν τη στροφή προς τη φοιτητική νεολαία ως τη «νέα επαναστατική πρωτοπορία». Τα ντοκουμέντα αυτά, συμπεριλαμβανομένων των ψηφισμάτων για το γυναικείο και οικολογικό κίνημα στο 10ο Συνέδριο (1974), αναδεικνύουν την υποβάθμιση του παραδοσιακού ηγετικού ρόλου της εργατικής τάξης από την τότε ηγεσία της Διεθνούς.

Από την άλλη πλευρά, ο Γκραντ υπενθύμιζε ότι οι φοιτητές, παρά τον αγωνιστικό ενθουσιασμό τους, δεν αποτελούν κοινωνική τάξη και δεν μπορούν να καθοδηγήσουν τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Όταν ξέσπασε ο Γαλλικός Μάης του 1968, ο Γκραντ και σε αυτήν την περίπτωση δικαιώθηκε: η φοιτητική εξέγερση αποδείχθηκε απλώς ο προάγγελος ενός ταξικού κινήματος, στο πλαίσιο του οποίου 10 εκατομμύρια Γάλλοι εργάτες συμμετείχαν στη μεγαλύτερη ως τότε γενική απεργία της Ιστορίας και κατέλαβαν τα εργοστάσια, αποδεικνύοντας ότι η εργατική τάξη παραμένει το βασικό επαναστατικό υποκείμενο.

  1. 6. Η τακτική του εισοδισμού και ο ρόλος των μαζικών εργατικών οργανώσεων

Οι ηγέτες της Διεθνούς άλλαζαν τακτική κάθε λίγο, με οπορτουνιστικό τρόπο. Τη δεκαετία του 1950 διέλυαν τις τροτσκιστικές ομάδες μέσα στα σταλινικά κόμματα, ενώ τη δεκαετία του 1960, επηρεασμένοι κυρίως από την Κουβανική Επανάσταση, εγκατέλειψαν την εργατική τάξη της Δύσης και άρχισαν να αποθεώνουν τον ανταρτοπόλεμο των αγροτών στον Τρίτο Κόσμο, τον «φοιτητισμό» και τον φεμινισμό.

Αντιθέτως, ο Τεντ Γκραντ επέμενε ακλόνητα στον προσανατολισμό προς την εργατική τάξη και τα παραδοσιακά της μαζικά συνδικάτα και κόμματα. Ανέπτυξε μια επιστημονική θεωρία για το πώς κινείται η συνείδηση των μαζών, εξηγώντας ότι οι εργάτες, όταν αρχίζουν να ριζοσπαστικοποιούνται, δεν στρέφονται σε μικρές επαναστατικές οργανώσεις, αλλά πρώτα στα μαζικά, γνωστά τους, παραδοσιακά κόμματα, για να τα δοκιμάσουν. Αυτή η αντίληψη επέτρεψε στην οργάνωση του Τεντ Γκραντ να χτίσει το ιστορικό Μilitant, τη μοναδική τροτσκιστική τάση στην Ιστορία, η οποία κέρδισε την πλειοψηφία μιας μαζικής οργάνωσης νεολαίας και εξέλεξε βουλευτές, αποδεικνύοντας έτσι στην πράξη την ανωτερότητα των ιδεών του έναντι των αποτυχημένων τακτικών πειραμάτων της ηγεσίας της Τετάρτης Διεθνούς.

  1. 7. Εσωκομματική δημοκρατία και «ζινοβιεφισμός»

Οι Κάνον, Πάμπλο, Χίλι και Μαντέλ καθοδηγούσαν τα τμήματά τους και τη Διεθνή με έναν έντονα γραφειοκρατικό και διοικητικό τρόπο. Ομάδες ή τάσεις που διαφωνούσαν με την κεντρική γραμμή αντί να αντιμετωπίζονται με πολιτικά επιχειρήματα, δέχονταν απειλές, συκοφαντίες και διαγραφές, στο πλαίσιο μιας μεθόδου που ο Τρότσκι χαρακτήριζε ως «ζινοβιεφισμό», από τον τρόπο που διοικούσε ο Ζινόβιεφ την Κομμουνιστική Διεθνή στο διάστημα που ήταν γραμματέας (1919-1926).

Πιο συγκεκριμένα και ενδεικτικά, στο πλαίσιο αυτής της ζινοβιεφικής μεθόδου, ο Κάνον διέγραψε από το τμήμα της Τετάρτης Διεθνούς στις ΗΠΑ, το οποίο ονομαζόταν Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (SWP), την τάση Κόχραν-Κλαρκ το 1953. Ο Τζέρι Χίλι διέγραψε από το Βρετανικό Τμήμα που είχε την ονομασία «The Club» («Η Λέσχη») το 1950 κατά σειρά τον Τζοκ Χάστον, τον Τόνι Κλιφ και τον Τεντ Γκραντ. Μάλιστα, ο Τεντ Γκραντ, ως αυθεντικός μπολσεβίκος, παρότι διαφωνούσε με τη θεωρία του Κλιφ για τον υποτιθέμενο κρατικό καπιταλισμό της ΕΣΣΔ, υπερασπίστηκε τα δημοκρατικά δικαιώματα της μειοψηφίας του Κλιφ στην οργάνωση. Ο Χίλι, εφαρμόζοντας τον πιο στυγνό «ζινοβιεφισμό», πέρασε μια απόφαση σύμφωνα με την οποία όποιος καταψήφιζε τη διαγραφή του Κλιφ, θα διαγραφόταν και ο ίδιος! Ο Γκραντ αρνήθηκε να υποκύψει στο τελεσίγραφο, με αποτέλεσμα να διαγραφεί αμέσως από το «Club» στα τέλη του 1950.

Με τη σειρά του, ο γραμματέας της Διεθνούς, Μισέλ Πάμπλο (Μιχάλης Ράπτης), καθαίρεσε την πλειοψηφία του Γαλλικού Τμήματος (1952) για τις απόψεις της, προκαλώντας τη διάσπασή του, όπως καταγράφεται στο International Information Bulletin του Νοεμβρίου 1952 και σε εσωτερικά δελτία της Τετάρτης Διεθνούς, συμπεριλαμβανομένων των ψηφισμάτων της 10ης και 12ης Ολομέλειας της Διεθνούς Εκτελεστικής Επιτροπής (1951, 1952).

Τέλος, ο Έρνεστ Μαντέλ στο 8ο Παγκόσμιο Συνέδριο (Ιούνιος 1965) εισηγήθηκε για λογαριασμό της Διεθνούς Γραμματείας τη σκανδαλώδη απόφαση του Συνεδρίου να πραγματοποιηθεί υποβάθμιση της οργάνωσης RSL (Επαναστατική Σοσιαλιστική Λίγκα) του Τεντ Γκραντ σε «συμπαθούσα» οργάνωση, και την παράλληλη αναγνώριση μιας αντίπαλής της ομάδας, της IMG (η οποία διαλύθηκε και εξαφανίστηκε μέσα σε λίγα χρόνια), ως επίσημο Βρετανικό Τμήμα της Διεθνούς. Ουσιαστικά, στήριξε τη διαγραφή του Βρετανικού Τμήματος για τις ιδέες του, επικαλούμενος τη «σεχταριστική υποτίμηση των νέων κινημάτων από την RSL». Ντοκουμέντο που αποδεικνύει αυτή τη σκανδαλώδη απόφαση είναι το «Resolutions of the 8th World Congress of the Fourth International» (Ψηφίσματα του 8ου Παγκόσμιου Συνεδρίου της Τετάρτης Διεθνούς), το οποίο δημοσιεύθηκε στο International Information Bulletin, (Διεθνές Δελτίο Ενημέρωσης, Έκδοση της Διεθνούς Γραμματείας, Ιούλιος 1966).

Όταν μιλούσαν για «υποτίμηση των νέων κινημάτων» οι ηγέτες της Διεθνούς, φυσικά μέμφονταν την ακλόνητη μαρξιστική εμπιστοσύνη του Τεντ Γκραντ στις επαναστατικές ικανότητες της εργατικής τάξης και τη συνεπή μαρξιστική του στάση για το φοιτητικό κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, τα αντάρτικα κινήματα και τη λεγόμενη «Νέα Αριστερά», η οποία στηριζόταν στις θεωρίες των μικροαστών διανοουμένων της εποχής (όπως ο Χέρμπερτ Μαρκούζε) ότι η δυτική εργατική τάξη δήθεν είχε «αστικοποιηθεί».

Αντιθέτως προς τις αντιλενινιστικές, ζινοβιεφικές αυτές τάσεις, ο Τεντ Γκραντ και η οργάνωσή του πίστευαν ακλόνητα στην εσωκομματική δημοκρατία και στον ανόθευτο χαρακτήρα των θεμελιωδών ιδεών και μεθόδων του μαρξισμού. Υποστήριζαν με συνέπεια ότι μια επαναστατική Διεθνής δεν χτίζεται με διατάγματα, ίντριγκες και διαγραφές, αλλά μόνο με θεωρητική και πολιτική πειθώ. Αυτή η ηγετική ζινοβιεφική κουλτούρα της Τετάρτης Διεθνούς μετά τον θάνατο του Τρότσκι ήταν για τον Τεντ Γκραντ ένας βασικός λόγος που η Διεθνής οδηγήθηκε σε δεκάδες διασπάσεις και τελικά στην πλήρη πολιτική απαξίωση.


Με την έλευση της δεκαετίας του 1960, το κοινωνικό κλίμα στην καπιταλιστική Δύση άρχισε να αλλάζει. Στη Βρετανία, το 1960 δημιουργούνται και πάλι οι Νέοι Σοσιαλιστές στο Εργατικό Κόμμα (Ε.Κ.), οργάνωση νεολαίας του κόμματος, η οποία είχε διαλυθεί από τη δεξιά ρεφορμιστική γραφειοκρατία το 1954-55 με πρόσχημα τις χουλιγκάνικες ενέργειες των υποστηρικτών του Χίλι. Αυτοί, ως το Βρετανικό Τμήμα της διασπασμένης το 1953 Διεθνούς Επιτροπής της Τετάρτης Διεθνούς (ICFI), επιχειρούσαν με σωματική βία, τραμπουκισμούς και ίντριγκες να φιμώνουν κάθε άλλη αριστερή φωνή, συμπεριλαμβανομένης της ομάδας του Τεντ Γκραντ. Η συμπεριφορά των υποστηρικτών του Χίλι έδωσε το τέλειο άλλοθι και τα καλύτερα όπλα στα χέρια της δεξιάς γραφειοκρατίας και του αστικού Τύπου προκειμένου να παρουσιάζουν τον «τροτσκισμό» ως συνώνυμο της βίας.

Η μικρή ομάδα του Τεντ (Επαναστατική Σοσιαλιστική Λίγκα, RSL) άρχισε να δουλεύει υπομονετικά, για να κερδίσει τη νεολαία του Ε.Κ. στις μαρξιστικές ιδέες, ενώ οι άλλες δύο ομάδες που επικαλούνταν τις ιδέες του Τρότσκι – η μεγαλύτερη του Τζέρι Χίλι και η μικρότερη του Τόνι Κλιφ – με σεχταριστικές ιδέες και τακτικές σταδιακά έκοβαν τους δεσμούς τους με το Εργατικό Κόμμα. Το 1964, η ομάδα του Τεντ Γκραντ εξέδωσε την εφημερίδα «Μilitant», συνεχίζοντας τη δουλειά στο Εργατικό Κόμμα, την ίδια στιγμή που τα άλλα δύο σεχταριστικά γκρουπ το εγκατέλειψαν, ακριβώς στην περίοδο που αυτό άρχισε να στρέφεται προς τα αριστερά.

Μετά τη διαγραφή από την Ενιαία Γραμματεία της Τετάρτης Διεθνούς, το 1965, ο Τεντ Γκραντ και η RSL αποφάσισαν να γυρίσουν οριστικά την πλάτη σε όλες τις, μόνο κατ’ όνομα, τροτσκιστικές διεθνείς οργανώσεις. Τόσο η Ενιαία Γραμματεία των Μαντέλ και Φρανκ όσο και η Διεθνής Επιτροπή (ICFI) του Χίλι δεν είχαν καμία σχέση με τον αυθεντικό μαρξισμό. Είχαν εγκαταλείψει την εργατική τάξη για να κυνηγήσουν τις μικροαστικές μόδες και λειτουργούσαν με τη μέθοδο του «ζινοβιεφισμού».

Αυτή η επιλογή δεν ήταν μια πράξη απομόνωσης αλλά πολιτικής αυτοσυντήρησης. Ο Τεντ κατάλαβε ότι ήταν ανώφελο οι λιγοστές δυνάμεις του γνήσιου τροτσκισμού να συνεχίζουν να σπαταλούν τον χρόνο και την ενέργειά τους σε ατέρμονες, άγονες εσωτερικές διαμάχες με αγιάτρευτους σεχταριστές και έστρεψε το 100% των δυνάμεων της οργάνωσης προς το βρετανικό προλεταριάτο και τη νεολαία. Αντί να προσπαθεί να πείσει τους ηγέτες του Παρισιού και τα στελέχη που βρίσκονταν υπό την επιρροή τους, ο Γκραντ αποφάσισε να αποδείξει την ανωτερότητα των ιδεών του στην πράξη, χτίζοντας την οργάνωση μέσα στα συνδικάτα, τη νεολαία και το Εργατικό Κόμμα.

Εκείνη την περίοδο μπήκαν οι βάσεις για τη δημιουργία της ισχυρότερης στο εργατικό κίνημα τροτσκιστικής τάσης από την εποχή της Ρωσικής Αριστερής Αντιπολίτευσης. Έτσι, από τα 100 μέλη το 1966, η τάση του Μilitant εκτοξεύθηκε στα 500 μέλη το 1975. Το 1972, η εφημερίδα έγινε εβδομαδιαία και το 1974 η τάση του Μilitant κέρδισε την υποστήριξη της πλειοψηφίας των μελών της Νεολαίας του Εργατικού Κόμματος.

Τον Απρίλιο του 1974 ιδρύθηκε στο Λονδίνο η CWI, η Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή, με τη συμμετοχή 46 αντιπροσώπων από συνολικά 12 χώρες, και με άξονα το πολιτικό παράδειγμα της τάσης του Μilitant, στη βάση κοινών αρχών, προγράμματος και προσανατολισμού. Το 1980 το Μilitant αριθμούσε πλέον 1.000 μέλη. Κάπου εκεί, η άνοδος του τροτσκισμού στο Εργατικό Κόμμα ανησύχησε πραγματικά τους αστούς στη Βρετανία. Ξεκίνησαν έτσι μια ανελέητη πίεση προς την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος, προκειμένου να διαγράψει τους τροτσκιστές, η οποία εκφράστηκε μέσα από εκτεταμένα καθημερινά δημοσιεύματα στον αστικό Τύπο.

Στις 5 Οκτωβρίου 1983, στο ετήσιο συνέδριο του Εργατικού Κόμματος, στο Μπράιτον, ο Τεντ Γκραντ διαγράφτηκε με τη Συντακτική Επιτροπή του Μilitant, καταφέρνοντας όμως να αποσπάσει 1.600 ψήφους ενάντια στις διαγραφές, με 2.800 συνέδρους να υπερψηφίζουν την πρόταση της ηγεσίας. Παρά τις συγκλονιστικές και πολιτικά ανώτερες ομιλίες των συντρόφων, η γραφειοκρατία νίκησε, χρησιμοποιώντας κατευθυνόμενους «συνδικαλιστικούς ψήφους-μπλοκ». Όπως γράφει ο Άλαν Γουντς στη βιογραφία του Τεντ Γκραντ «The Permanent Revolutionary», αποχωρώντας από την αίθουσα του Μπράιτον, μετά τη γραφειοκρατική αυτή εκκαθάριση, ο Τεντ Γκραντ κοίταξε τους δημοσιογράφους και με απόλυτη μπολσεβίκικη ψυχραιμία δήλωσε το ιστορικό: «We’ll be back!» («Θα επιστρέψουμε!»).

Η Ιστορία τον δικαίωσε άμεσα: η διαγραφή της ηγεσίας δεν σταμάτησε το Μilitant. Αντιθέτως, η Τάση συνέχισε να αναπτύσσεται ραγδαία, καθοδηγώντας λίγους μήνες μετά τον ηρωικό αγώνα στον Δήμο του Λίβερπουλ, ελέγχοντας πολιτικά το δημοτικό συμβούλιο της πόλης.

Η περίοδος της μαρξιστικής διοίκησης στον Δήμο του Λίβερπουλ διήρκεσε από τον Μάιο του 1983 έως τον Μάρτιο του 1987. Μέσα από δεκαετίες υπομονετικής δουλειάς στη βάση, οι μαρξιστές του Μilitant είχαν κερδίσει την πλειοψηφία στην τοπική επιτροπή του Εργατικού Κόμματος, με πρόεδρο τον αγωνιστή Τόνι Μουλχέρν. Στις δημοτικές εκλογές του Μαΐου του 1983, το Εργατικό Κόμμα υπό την πολιτική καθοδήγηση του Μilitant σάρωσε και πήρε τον έλεγχο του Δήμου. Αντιπρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου και ντε φάκτο ηγέτης αυτής της μάχης ανέλαβε ο μαρξιστής Ντέρεκ Χάτον (με δήμαρχο τον έντιμο αριστερό ρεφορμιστή Τζον Χάμιλτον).

Όταν το Μilitant ανέλαβε τον Δήμο, η πόλη βρισκόταν σε οικονομική εξαθλίωση και η δεξιά κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ απαιτούσε από τις τοπικές αρχές να εφαρμόσουν άγριες περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες και να απολύσουν 1.200 εργαζόμενους. Η απάντηση των συντρόφων ήταν άμεση και επαναστατική: αρνήθηκαν να εφαρμόσουν τις περικοπές και υιοθέτησαν το ιστορικό σύνθημα «Καλύτερα να τσακίσουμε τον νόμο (της Θάτσερ), παρά να τσακίσουμε τους φτωχούς!».

Έτσι, αντί για περικοπές, ο Δήμος ψήφισε έναν «ελλειμματικό προϋπολογισμό», απαιτώντας από την κυβέρνηση να επιστρέψει τα εκατομμύρια λίρες που είχε κλέψει από τις κρατικές επιχορηγήσεις της πόλης. Με αυτά τα χρήματα, η μαρξιστική διοίκηση πραγματοποίησε ένα έργο που καμία ρεφορμιστική αρχή δεν είχε διανοηθεί. Έχτισε πάνω από 5.000 σύγχρονες εργατικές κατοικίες, γκρεμίζοντας τις άθλιες παραγκουπόλεις. Δημιούργησε 6 νέα μεγάλα πάρκα και υπερσύγχρονα αθλητικά κέντρα. Δεν απέλυσε κανέναν εργάτη, απεναντίας δημιούργησε χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας στον Δήμο, αυξάνοντας τους μισθούς και καθιερώνοντας το 35ωρο.

Για να επιβάλει τον προϋπολογισμό, το Μilitant δεν βασίστηκε στα δικαστήρια, αλλά στην κινητοποίηση των εργατών και της νεολαίας. Οργάνωσε γιγαντιαίες γενικές απεργίες των δημοτικών υπαλλήλων και μαζικές διαδηλώσεις 50.000 ανθρώπων στους δρόμους. Τρομοκρατημένη η Θάτσερ (καθώς το 1984 ήταν ανοιχτό και το μέτωπο της μεγάλης απεργίας των ανθρακωρύχων), αναγκάστηκε να υποχωρήσει και έδωσε στον Δήμο του Λίβερπουλ επιπλέον 30 εκατομμύρια λίρες. Αυτό συνιστούσε μια τεράστια νίκη για το μαρξιστικό κίνημα.

Όπως εξηγεί ο Άλαν Γουντς, η «Σιδηρά Κυρία» δεν θα μπορούσε ποτέ να νικήσει το ηρωικό Λίβερπουλ, αν δεν είχε τη βοήθεια των προδοτών της σοσιαλδημοκρατίας. Ο δεξιός ηγέτης του Εργατικού Κόμματος, Νιλ Κίνοκ, έβλεπε με τρόμο την άνοδο της επιρροής των μαρξιστών. Στο Συνέδριο του κόμματος, το 1985, εξαπέλυσε λυσσαλέα, συκοφαντική επίθεση απέναντι στην πόλη, δίνοντας το σύνθημα για το ξεκίνημα ενός άγριου εσωκομματικού «κυνηγιού μαγισσών». Οι «αριστεροί» δήμαρχοι των άλλων πόλεων, οι οποίοι είχαν υποσχεθεί να κάνουν κοινό μέτωπο με το Λίβερπουλ, δείλιασαν και συνθηκολόγησαν ένας-ένας, αφήνοντάς το εντελώς απομονωμένο.

Και αφού το Εργατικό Κόμμα διέγραψε τους μαρξιστές ηγέτες, η αστική Δικαιοσύνη ανέλαβε να «τελειώσει τη δουλειά». Τον Μάρτιο του 1987, δεξιοί δικαστές καθαίρεσαν τους 47 δημοτικούς συμβούλους του Λίβερπουλ και τους επέβαλαν εξοντωτικά προσωπικά πρόστιμα εκατοντάδων χιλιάδων λιρών. Οι 47 υποστηρικτές του Militant δεν ηττήθηκαν στις κάλπες. Κέρδιζαν κάθε εκλογική αναμέτρηση, με αυξανόμενα ποσοστά, καθώς η εργατική τάξη έβλεπε τα σπίτια και τα άλλα πεπραγμένα της δημοτικής διοίκησης του Μilitant. Τελικώς, καθαιρέθηκαν από το αστικό κράτος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και μετά την έναρξη των διώξεων από τη δεξιά ηγεσία του Νιλ Κίνοκ, οι εργάτες του Λίβερπουλ έστειλαν καθαρό μήνυμα, δίνοντας στο Εργατικό Κόμμα το 49,5% των ψήφων, το υψηλότερο ποσοστό που είχε καταγραφεί ποτέ στην ιστορία της πόλης! Η μάχη του Λίβερπουλ παρέμεινε ένας φάρος που δείχνει ότι όταν ο μαρξισμός συνδέεται με τις μάζες μπορεί να κλονίσει τα θεμέλια του καθεστώτος.

Το 1984, η συνδικαλιστική παράταξη της οποίας ηγούνταν το Μilitant, το Αριστερό Μπλoκ, ήταν η ισχυρότερη αριστερή δύναμη στα συνδικάτα. Μόνο κατά τη διάρκεια της απεργίας των ανθρακωρύχων, το Μilitant στρατολόγησε 500 απεργούς στις γραμμές του! Το 1988, στο απόγειο της ισχύος της τάσης, ο Τεντ Γκραντ μίλησε στο Λονδίνο με τον εγγονό του Τρότσκι, Εστεμπάν Βολκόφ, σε μια συγκέντρωση 8.000 υποστηρικτών. Τότε στις γραμμές του Μilitant υπήρχαν τρεις βουλευτές, ενώ η τάση διέθετε περισσότερα επαγγελματικά στελέχη ακόμα και από το ίδιο το Εργατικό Κόμμα!

Το 1990, το Μilitant καθοδήγησε ένα τεράστιο κίνημα χιλιάδων εργαζομένων ενάντια στον διαβόητο Poll Tax, τον Κεφαλικό Φόρο, τον οποίον είχε επιβάλει η Θάτσερ. Εκατομμύρια άνθρωποι δεν κατέβαλαν τον φόρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι 250.000 άνθρωποι διαδήλωσαν στο Λονδίνο κατά του νόμου και 50.000 στη Γλασκώβη. Ήταν το μεγαλύτερο κίνημα κοινωνικής ανυπακοής στην Ιστορία της Βρετανίας.

Αυτό το γιγαντιαίο κίνημα «γκρέμισε» την ίδια τη Θάτσερ. Καθώς η «Σιδηρά Κυρία» δήλωνε πεισματικά ότι «δεν υποχωρεί», η δημοτικότητα του Συντηρητικού Κόμματος (Τόρις) κατέρρευσε. Στις δημοσκοπήσεις, το Εργατικό Κόμμα προηγούνταν με περισσότερες από 20 μονάδες. Οι βουλευτές των Τόρις στις εργατικές και μικροαστικές περιφέρειες κατάλαβαν ότι ο Κεφαλικός Φόρος θα σήμαινε την ολοκληρωτική εκλογική τους ήττα στις επόμενες εκλογές. Βλέποντας ότι η παρουσία της Θάτσερ πυροδοτούσε την ταξική πάλη, η ίδια η ηγεσία του Συντηρητικού Κόμματος αποφάσισε να απαλλαγεί απ’ αυτήν. Εκείνη, αντιλαμβανόμενη τελικά ότι είχε χάσει τη στήριξη και των δικών της υπουργών, αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 22 Νοεμβρίου 1990. Ο νέος πρωθυπουργός των Τόρις, Τζον Μέιτζορ, κατάργησε οριστικά τον Κεφαλικό Φόρο το 1991, αντικαθιστώντας τον με έναν φόρο βασισμένο στην αξία της ιδιοκτησίας.

Κάτω από την πολιτική καθοδήγηση του Τεντ Γκραντ, λοιπόν, χτίσθηκε μια πανίσχυρη τροτσκιστική τάση. Δυστυχώς, όμως, μετά την κατάρρευση του σταλινισμού, η ιδεολογική και πολιτική υποχώρηση που ακολούθησε στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα, σε συνδυασμό με τις σεχταριστικές αντιλήψεις του ηγετικού πυρήνα του Μilitant υπό τον Πίτερ Ταφ (1942-2025), ένα από τα παλιότερα και ικανότερα σε οργανωτικό επίπεδο ηγετικά στελέχη της οργάνωσης, κατέστρεψαν σταδιακά το κύρος της και οδήγησαν σε μια οδυνηρή διάσπαση, όχι μόνο τη βρετανική οργάνωση, αλλά και ολόκληρη τη CWI.

Αντί η ηγεσία του Μilitant να αναλύσει ψύχραιμα την υποχώρηση του εργατικού κινήματος και να προετοιμάσει θεωρητικά τα στελέχη για μια περίοδο δύσκολης, «αμυντικής» δουλειάς, ο Πίτερ Ταφ και η ομάδα του τυφλώθηκαν από τις επιτυχίες (Λίβερπουλ, Poll Tax κ.ά.) και πίστεψαν ότι το Μilitant είχε γίνει τόσο ισχυρό, ώστε μπορούσε να ανταγωνιστεί άμεσα το Εργατικό Κόμμα και να αποτελέσει από μόνο του μια εναλλακτική λύση για τις μάζες. Η πολιτική ρήξη εκδηλώθηκε ανοιχτά την άνοιξη του 1991, με αφορμή μια επαναληπτική βουλευτική εκλογή στην περιφέρεια Γουόλτον του Λίβερπουλ. Ο Ταφ εισηγήθηκε την κάθοδο ενός ανεξάρτητου υποψηφίου εκτός των ψηφοδελτίων του Εργατικού Κόμματος. Αυτό σήμαινε ντε φάκτο εγκατάλειψη ενός μακροχρόνιου προσανατολισμού στο Εργατικό Κόμμα, τον οποίον ο Τεντ Γκραντ είχε επεξεργαστεί και εφαρμόσει με επιτυχία για 40 χρόνια.

Ο Τεντ Γκραντ και ο σημερινός πολιτικός γραμματέας της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς (RCI), Άλαν Γουντς, αντιτάχθηκαν σφοδρά στον σεχταρισμό του Ταφ, εξηγώντας ότι η έξοδος από το Εργατικό Κόμμα εκείνη τη δεδομένη στιγμή θα ήταν ασυγχώρητο σεχταριστικό λάθος, το οποίο θα αποκόψει την τάση από τις παραδοσιακές οργανώσεις. Το Μilitant θα μετατρεπόταν μοιραία σε άλλη μια απομονωμένη, υπερ-αριστερή σέχτα, χάνοντας την επαφή του με τη μαζική συνείδηση της εργατικής τάξης.

Καθώς η ομάδα του Ταφ δεν διέθετε πραγματικά θεωρητικά επιχειρήματα για να αντιμετωπίσει τον Τεντ Γκραντ, κατέφυγε στις γνώριμες για τις σέχτες καταστροφικές μεθόδους του «ζινοβιεφισμού». Φίμωσαν τη μειοψηφία, υπονόμευσαν τη δημοκρατική διακίνηση των κειμένων του Γκραντ στις τοπικές οργανώσεις και εξαπέλυσαν μια εκστρατεία προσωπικών επιθέσεων. Τον Ιανουάριο του 1992, η πλειοψηφία του Ταφ διέγραψε γραφειοκρατικά τον Τεντ Γκραντ, τον Άλαν Γουντς και όλη τη μαρξιστική μειοψηφία από την ίδια την οργάνωση που ο Γκραντ είχε ιδρύσει και καθοδηγήσει. Η διάσπαση αυτή μεταφέρθηκε αλυσιδωτά σε ολόκληρη τη Διεθνή (CWI), κομματιάζοντας υγιή τμήματα σε πολλές χώρες.

Έτσι, ο Τεντ σε ηλικία 79 ετών βρέθηκε με γραφειοκρατικό τρόπο έξω από το πολιτικό του δημιούργημα, το οποίο έβλεπε μέρα με τη μέρα να διολισθαίνει στον σεχταρισμό. Όμως, αυτό δεν τον έκανε καθόλου να χάσει το κουράγιο και τον επαναστατικό του ενθουσιασμό. Μαζί με τον Άλαν Γουντς, τον Ρομπ Σιούελ και πάνω από τρεις εκατοντάδες άλλα στελέχη του Μilitant εξέδωσαν το περιοδικό «Σοσιαλιστική Έκκληση» («Socialist Appeal») και το καλοκαίρι του 1992 ανέλαβαν πρωτοβουλία για την ίδρυση της Επιτροπής για μια Μαρξιστική Διεθνή, του αρχικού πυρήνα της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT), η οποία αργότερα εξελίχθηκε στη σημερινή Επαναστατική Κομμουνιστική Διεθνή (RCI).

Ο Τεντ πάντοτε τόνιζε τη σημασία της βαθιάς κατανόησης της μαρξιστικής θεωρίας και ιδιαιτέρως του έργου και της μεθόδου των κλασικών του μαρξισμού. Ο ίδιος ήταν βαθύς γνώστης της, γεγονός που τον έκανε ικανό να την υπερασπιστεί αποφασιστικά σε περιόδους μεγάλης ιδεολογικής υποχώρησης, όπως οι δεκαετίες του 1950 ή του 1990, αλλά και να την αναπτύξει, σε μια περίοδο κατά την οποία άλλοι «μαρξιστές» εγκατέλειπαν τα βασικά της θεμέλια.

Τα γραπτά του από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 έως και τις αρχές της δεκαετίας του 2000, κυρίως κείμενα, πάμπολλα άρθρα, αναλύσεις αλλά και βιβλία, είναι ανεκτίμητης θεωρητικής και πολιτικής αξίας για κάθε κομμουνιστή αγωνιστή. Η θεωρητική και συγγραφική του προσφορά εκτείνεται σε μια περίοδο 64 ετών συνεχούς και αδιάλειπτης μαρξιστικής παραγωγής, με το πρώτο δημοσιευμένο πολιτικό κείμενό του να έχει γραφτεί το 1938 (πρόκειται για το κείμενο «Μαθήματα της Ισπανίας» που συνέγραψε μαζί με τον Ραλφ Λι), ενώ το τελευταίο του βιβλίο εκδόθηκε το 2002, «Η Ιστορία του Βρετανικού Τροτσκισμού».

Το 1969, μαζί με τον Άλαν Γουντς έγραψαν το βιβλίο «Λένιν και Τρότσκι: Τι Πραγματικά Υποστήριζαν», απαντώντας με έναν τεκμηριωμένο και ακριβή τρόπο στο κύμα συκοφαντιών και διαστρεβλώσεων για τη ζωή και το έργο του Τρότσκι, το οποίο εξαπέλυσαν μέσα από το περιοδικό τους οι σταλινικοί ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Βρετανία. Το βιβλίο αυτό έχει ήδη κάνει δύο εκδόσεις στην Ελλάδα από τη «Μαρξιστική Φωνή». Η γενική συνεισφορά του Τεντ Γκραντ στον μαρξισμό αποτυπώνεται ενδεικτικά στη συλλογή γραπτών κειμένων του, τα οποία εκδόθηκαν από το Militant το 1989, με τίτλο «Το νήμα που δεν κόπηκε» («Τhe Unbroken Thread»).

Το 1995, πάλι μαζί με τον Άλαν Γουντς, ο Τεντ Γκραντ συνέγραψε και δημοσίευσε το αριστουργηματικό έργο με τίτλο «Reason in Revolt», με αντικείμενο την εξέταση των σύγχρονων επιστημονικών πεδίων από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού. Το βιβλίο αυτό γνώρισε από τότε δεκάδες εκδόσεις σε ολόκληρο τον κόσμο και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, δίνοντας σε χιλιάδες αγωνιστές ένα ανεκτίμητο εργαλείο υλιστικής κατανόησης των φαινομένων του Σύμπαντος, απέναντι στον νεοσκοταδισμό και τις μεταφυσικές αντιλήψεις, οι οποίες στις συνθήκες ιδεολογικής υποχώρησης της δεκαετίας του 1990 γνώρισαν πρωτόγνωρη έξαρση. Η πρώτη ελληνική έκδοση του βιβλίου κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Η Διαλεκτική σε Αντεπίθεση» το 1997. Οι εκδόσεις «Μαρξιστική Φωνή» προχώρησαν πρόσφατα σε μια νέα, βελτιωμένη και επικαιροποιημένη επανέκδοση αυτού του βιβλίου, εξασφαλίζοντας ότι η νέα γενιά κομμουνιστών στην Ελλάδα θα έχει στα χέρια της αυτό το ανεκτίμητο όπλο.

Το 1997, κυκλοφόρησε η αγγλική έκδοση του βιβλίου του Τεντ Γκραντ με τίτλο «Ρωσία: Από την Επανάσταση στην Αντεπανάσταση», στο οποίο εξήγησε την πορεία εκφυλισμού της Σοβιετικής Ένωσης, από την εποχή της παντοκρατορίας του Στάλιν μέχρι την «περεστρόικα» του Γκορμπατσόφ και την τελική κατάρρευση του 1991. Τέλος, αποτυπώνοντας τις μνήμες και τις εμπειρίες του από σχεδόν επτά δεκαετίες επαναστατικής δράσης στη Βρετανία, το 2002 έγραψε την «Ιστορία του Βρετανικού Τροτσκισμού», η οποία αποτελεί σημαντική συνεισφορά στην ιστορική αλήθεια και τη γνώση των αιτιών και των γεγονότων που καθόρισαν τη μοίρα του επαναστατικού κινήματος στη χώρα και όχι μόνο. Το βιβλίο αυτό επίσης έχει ήδη μεταφραστεί στα ελληνικά και θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις «Μαρξιστική Φωνή».

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος


Βιβλία του Τεντ Γκραντ που κυκλοφορούν στα ελληνικά


Τα βιβλία του Τεντ Γκραντ στην Ελλάδα εκδίδονται και διακινούνται από τις εκδόσεις «Μαρξιστική Φωνή» (το εκδοτικό εγχείρημα της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Οργάνωσης, Ελληνικού Τμήματος της RCI):

«Η Διαλεκτική σε Αντεπίθεση: Μαρξιστική Φιλοσοφία και Σύγχρονες Επιστήμες» (Συγγραφή με τον Άλαν Γουντς)

«Λένιν και Τρότσκι: τι πραγματικά υποστήριζαν» (Συγγραφή με τον Άλαν Γουντς)

Βιβλία του Τεντ Γκραντ που κυκλοφορούν στα αγγλικά

Τα αγγλικά έργα του Τεντ Γκραντ είναι διαθέσιμα από τον διεθνή εκδοτικό οίκο της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς, Wellred Books:

Lenin and Trotsky: What they really stood for

The Unbroken Thread

Reason in Revolt: Marxist Philosophy and Modern Science

Russia: From Revolution to Counter-Revolution

The History of British Trotskyism

Ted Grant’s Selected Works (Volumes 1-6)

Ιστότοποι με κείμενα και έργα του Τεντ Γκραντ

Στα ελληνικά:

www.marxismos.com – Ο επίσημος ιστότοπος της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Οργάνωσης. Περιλαμβάνει δεκάδες μεταφρασμένα άρθρα, οικονομικές αναλύσεις και μπροσούρες του Τεντ Γκραντ.

Στα αγγλικά:

www.tedgrant.org – Το επίσημο, πλήρες ψηφιακό αρχείο του Τεντ Γκραντ. Περιέχει σχεδόν το σύνολο των γραπτών του από το 1938 έως το 2002, ταξινομημένο χρονολογικά και θεματικά, με ελεύθερη πρόσβαση για όλους.

www.marxist.com – Η κεντρική ιστοσελίδα της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς (RCI). Περιλαμβάνει τις βασικές θεωρητικές επεξεργασίες του Τεντ Γκραντ και πλούσιο υλικό για την εφαρμογή της μεθόδου του στις σύγχρονες διεθνείς εξελίξεις.

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Ανασκόπηση

Η παρούσα ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies, ώστε να παρέχει στο χρήστη την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Τα δεδομένα αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση ενεργειών, όπως την αναγνώρισή σας, όταν επιστρέφετε στην ιστοσελίδα μας, και για να κατανοήσουμε ποια τμήματα της ιστοσελίδας μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Μπορείτε να προσαρμόσετε όλες τις ρυθμίσεις για τα cookies από τις καρτέλες στα αριστερά σας.